Θανάσης Καράβατος
σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]
Η ψυχολογία της εφηβείας. Θεωρητικά ζητήματα και κλινικές περιπτώσεις
Ελληνικά Γράμματα 2001, Αθήνα, σελ. 500
Προβλήματα συμπεριφοράς στα παιδιά Παρεμβάσεις στο πλαίσιο της οικογένειας
και του σχολείου
Ελληνικά Γράμματα 2007, Αθήνα, σελ. 286
Θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι, σε εποχή που κυριαρχούν οι «υπερ-βολικές» α-θεωρητικές προσεγγίσεις των σύγχρονων ταξινομικών συστημάτων, υπάρχουν επιστήμονες που εξακολουθούν να καταπιάνονται και με θεωρητικά ζητήματα και με κλινικές περιπτώσεις. Όπως ο Ηλίας Κουρκούτας που χρησιμοποιεί ένα δυναμικό και αναλυτικό θεωρητικό πλαίσιο, για να διερευνήσει την ψυχολογία του εφήβου, τον οποίο βλέπει ως συνολικό φορέα ιδιαίτερων αναπτυξιακών αναγκών και εκφραστή μιας οικογενειακής δυναμικής.
Είναι αλήθεια ότι, τελευταίως, ενισχύεται η αντίληψη πως τα ταξινομικά συστήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται [και να χρησιμοποιούνται] ως τέτοια ακριβώς που είναι: ένα εργαλείο μόνο, που μπορεί να υποβοηθήσει τον κλινικό, κι όχι υποκατάστατο της ψυχοπαθολογίας. Έτσι κι αλλιώς, η όποια συμπεριφορά –κανονική ή διαταραγμένη– δεν μπορεί να οριστεί κατά τρόπο ανεξάρτητο του πλαισίου εντός του οποίου γεννάται και εκδηλώνεται. Ιδίως, μάλιστα, όταν αναφερόμαστε σε παιδιά και εφήβους. Υπενθυμίζω ότι η μέριμνα για τον εντοπισμό των εφήβων με υψηλό κίνδυνο να εκδηλώσουν π.χ. ψύχωση1 δεν πρέπει να εκτοπίζει μιαν άλλη μέριμνα, εκείνη που υπολογίζει –όπως από τη δεκαετία του ’80, τουλάχιστον, μας εφιστάται η προσοχή2– τους κινδύνους μιας άκαιρης ψυχιατρικής παρέμβασης, ιδίως όταν αυτή βασιστεί μόνο στις ιδιαίτερα ασταθείς κατά την εφηβεία ψυχωσιόμορφες εκδηλώσεις, που μπορεί να είναι βραχείες, πρόσκαιρες και αυτο-ελεγχόμενες.3,4 Και, βέβαια, είναι καιρός τώρα που αμφισβητείται η αξιοπιστία των διαγνωστικών εργαλείων όταν πρόκειται για παιδιά και εφήβους.5
Εντούτοις, η εφηβεία περιγράφεται μερικές φορές με όρους μελαγχολίας. Οι έφηβοι όμως, εκτός από διαταραχές, μπορεί να έχουν και προβλήματα. Όχι τυχαία, λοιπόν, τα προβλήματα συμπεριφοράς στα παιδιά καταγράφει ο Ηλίας Κουρκούτας στο δεύτερο και πιο πρόσφατο βιβλίο του, στο οποίο θα επανέλθω.
Ο Ηλίας Κουρκούτας είναι από τη μεριά αυτών που πιστεύουν πως η εμπειρία του υποκειμένου (πρέπει να) είναι ένα σημαντικό και υπολογίσιμο επιστημονικά στοιχείο. Όπως γράφει εισαγωγικά, η δική του πρακτική θεωρεί βασικό σημείο εκκίνησης την πρωτογενή εμπειρία και τα βιώματα του ατόμου. Είναι λάθος να αφήνουμε απ’ έξω την υποκειμενικότητα όταν ορίζουμε την πραγματικότητα, υποστηρίζει με θέρμη ο John Searle, ένας σημαντικός σύγχρονος φιλόσοφος.6 Ψυχολόγοι και ψυχίατροι το ξέρουμε καλά πως στον άνθρωπο, πέραν της εξωτερικής πραγματικότητας, υπάρχει η ξεχωριστή στον καθένα ψυχική πραγματικότητα. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν ανάμεσα στον άνθρωπο και την πραγματικότητα (δια)μεσολαβεί η γλώσσα του· αυτό το ιδιότυπο τρισυπόστατο: μια βιολογική ρίζα που επιτελεί ψυχολογικές και κοινωνικές λειτουργίες. Έτσι συγκροτείται ο κόσμος του ανθρώπου –όχι απλώς ένα περιβάλλον, τόνιζε κάπου η Agnes Heller–, ο κόσμος όχι μόνο της πραγματικότητας, αλλά και της επιθυμίας του. Η γλώσσα είναι, εξ αρχής, και συναίσθημα, όχι μόνο ένα απλό (δια)νοητικό εργαλείο. Χωρίς να νοιάζεται αν την καταλαβαίνει, η μάνα μιλά «αυθόρμητα» στο βρέφος από την πρώτη μέρα της γέννησής του. Ως έμβρυο ήταν ήδη εμβαπτισμένο στους λεκτικούς της ήχους που έφταναν ως αυτό παραμορφωμένοι, ανάκατα με τους άλλους ήχους του οργανισμού της κι η γλώσσα «προέρχεται από την κραυγή», έγραφε ο René Angelergues· μια απάντηση στην επιθυμία-αναγκαιότητα επικοινωνίας με τον άλλον.7
Λόγος-κραυγή είναι συχνά αυτό που εκστομίζουν οι έφηβοι επιζητώντας, αδέξια πολλές φορές, την επικοινωνία με τους μεγάλους. Άλλες πάλι φορές είναι η σιωπή που κυριαρχεί κι άλλοτε η διαταραγμένη συμπεριφορά. Οι απαντήσεις ποικίλουν εξ ίσου και είναι ανάλογες. Κρίση της εφηβείας το λένε και είναι. Εμφανή και λανθάνουσα την αναφέρει ο Ηλίας Κουρκούτας στο σχετικό κεφάλαιο. Δεν θα επαναλάβω εδώ όσα λίαν ενδιαφέροντα εκθέτει. Θα σταθώ μόνο σε δύο σημεία που χρήζουν ιδιαίτερης, κατά τη γνώμη μου, προσοχής.
Η πρώτη αφορά στην παρατήρηση ότι ταυτόχρονα βρισκόμαστε μπροστά και σε μια γονεϊκή κρίση, την οποία πυροδοτεί αυτή καθεαυτή η διαδικασία της ωρίμανσης και αυτονόμησης του έφηβου. Δυο κρίσεις που μπερδεύονται και αλληλοτροφοδοτούνται, προστιθέμενες σε μια τρίτη, την κοινωνική κρίση.
Η δεύτερη αφορά στην ωριμότητα, που δεν είναι πάντα συνώνυμο του ενήλικα, ούτε βέβαια η ενημέρωση είναι εξ ορισμού παιδευτική. Έλεγχος, υπερπροστασία, συναισθηματική σύγκρουση, αλλά και ευελιξία και σταθερότητα, είναι έννοιες που συναντάμε εδώ. Γι’ αυτό θα σταθώ και σ’ αυτό που ο Ηλίας Κουρκούτας αναφέρει ως το σύνδρομο του έφηβου γονέα.
Ανάγκη, λοιπόν, να μιλήσουμε για την απαγόρευση. Η αντιαυταχική εκπαίδευση υπήρξε εξ αρχής ένα σημαντικό κίνημα που έδωσε καλούς καρπούς, μόνο που μια «κακοχωνεμένη» αντίληψη περί αντιαυταχρισμού δημιούργησε και προβλήματα. Αναφερόμαστε συχνά στην ανάγκη να εγκατασταθούν ελεύθερες σχέσεις του ατόμου μέσα στην κοινότητα. Ελεύθερες δεν θα πει χωρίς «απαγόρευση», δηλαδή χωρίς το ίχνος ενός όρου που είναι συστατική προϋπόθεση του κοινωνικο-πολιτισμικού φαινομένου. Αναφέρομαι σε όσα αποκάλυψε ο Claude Levi-Strauss μελετώντας την απαγόρευση της αιμομιξίας: ο κανόνας δεν ήταν μόνο ένας περιορισμός, αλλά και μια προσφορά. Προσφορά (ανταλλαγή) των συγγενικών προσώπων σε άλλους (απαγόρευση της ενδογαμίας). Μέσω της απαγόρευσης λοιπόν δημιουργούνται οι θεμελιώδεις κοινωνικοί θεσμοί. Και μέσω της απώθησης οργανώνεται το ψυχικό όργανο. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα ον της επιθυμίας. Η ψυχική ζωή του εμπεριέχει την αμφίδρομη σχέση του εσωτερικού κόσμου των αναγκών και της επιθυμίας με τον εξωτερικό κόσμο της αναγκαιότητας. Έτσι κι αλλιώς, ο κοινωνικο-πολιτισμικός ιστός είναι αλλοτριωτικός, ταυτόχρονα όμως και οργανωτικός, αναγκαίος για την ανάδυση του Εγώ. Αυτή η οργανωτική διάσταση της απαγόρευσης μερικές φορές αποσιωπάται. Υπήρξαν προβλήματα με την «κακοχωνεμένη», όπως είπα, αντιαυταρχική εκπαίδευση. Παράδειγμα: ένα μικρός μαθητής του περίφημου αντιαυταρχικού σχολειού του Σάμερχιλ τα έσπασε μια μέρα όλα γύρω του κραυγάζοντας «δεν υπάρχει κανένας να με μαλώσει εδώ μέσα;». Πρέπει όμως να τονιστεί εξ ίσου ότι άλλο απαγόρευση και άλλο χειραγώγηση.
Επανέρχομαι στο βιβλίο του Ηλία Κουρκούτα και διαβάζω: κάποιες φορές «ο γονέας επιδιώκει να έχει τον έλεγχο της ζωής του παιδιού του και να επιβάλλεται σε αυτό, όχι με αυταρχισμό αλλά με φιλικό τρόπο, τοποθετώντας τον εαυτό του στην ίδια μοίρα με αυτήν του εφήβου. Κατά συνέπεια, με τη συμπεριφορά του και τη γενικότερη στάση του, ο γονέας απαιτεί και διεκδικεί ισότιμες σχέσεις με τον έφηβο γιο ή κόρη. Διεκδικεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να μαθαίνει τα πάντα για τις εξωοικογενειακές δραστηριότητές του, να συζητά ως ίσος προς ίσο με τον έφηβο, να τον συμβουλεύει για τα πολύ προσωπικά του θέματα και για τις σχέσεις του, αλλά κυρίως να απαιτεί άμεσα ή έμμεσα, συνειδητά ή μη, από αυτόν να τον βλέπει ως φίλο και όχι ως γονέα». Ο έφηβος έχει φίλους, πρέπει να έχει φίλους έξω από την οικογένεια, χρειάζεται όμως να έχει γονιό_ γονιό με φιλική διάθεση και συμπεριφορά, όχι έναν ακόμη φίλο. Η κατάσταση αυτή δεν επιτρέπει τον συμβολικό αποχωρισμό του εφήβου. Η οικογένεια λειτουργεί σα μια μαύρη τρύπα, η βαρυτική δύναμη είναι τεράστια και τα απορροφά όλα.
Διαπιστώνουμε και μια άλλη, ανάλογη κατάσταση. Θυμηθείτε την κινηματογραφική ταινία «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών», που για πολλούς αποτέλεσε την «απάντηση» στην καταπιεστική οικογένεια. Εδώ, ο ενθουσιώδης καθηγητής μυεί τους εφήβους στην ποίηση, τους συνεπαίρνει, προβάλλοντας επάνω τους τις προσωπικές του φαντασιώσεις και επιθυμίες σαν τις μόνες ορθές επιλογές, κι αυτοί εκστασιάζονται. Ο τρόπος και πάλι χειραγωγεί αυταρχικά. Οι έφηβοι ταυτίζονται απόλυτα μαζί του, εγκλωβίζονται σε λύσεις που δεν μπόρεσαν να επεξεργαστούν. Η αγάπη εύκολα μετατρέπεται σε δεσμά. Ο ήρωας-έφηβος της ταινίας αυτοκτονεί ελλείψει κάθε δυνατότητας να αποχωριστεί συμβολικά από την οικογένεια.
*
Θα περάσω στο δεύτερο βιβλίο του Ηλία Κουρκούτα που αναφέρεται στα προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών, επικαλούμενος το «Ανάμεσα στους τοίχους», την πρόσφατη ταινία του γάλλου σκηνοθέτη Λοράν Κοντέ που κινηματογραφεί –εν είδει ντοκυμαντέρ– μια σχολική πραγματικότητα που απασχολεί τελευταίως έντονα τόσο τους ειδικούς όσο και το ευρύτερο κοινό. Πρόκειται για την σχολική καθημερινότητα, που περιλαμβάνει ήπιες έως και βίαιες συμπεριφορές, που θέτουν σημαντικά ερωτήματα για το ρόλο του καθηγητή και τις μεθόδους διδασκαλίας σε 15χρονους οι οποίοι «γυμνάζουν» τις αντοχές του σχολικού περιβάλλοντος, μετρώντας έτσι και τη δική τους προκλητικότητα. Η ταινία δεν προσφέρει έτοιμη λύση, αρκείται να προβληματίζει, δείχνοντας μια σημαντική παράμετρο του προβλήματος. Η συμπεριφορά των εφήβων δεν είναι άσχετη του πλαισίου εντός του οποίου αναπτύσσεται και εκδηλώνεται. Ενός πλαισίου, βέβαια, που δεν (πρέπει να) το συρρικνώνουμε στον μικρόκοσμο του σχολείου αλλά να το εκτείνουμε στο οικογενειακό και κοινωνικό μικρο- και μακρο-περιβάλλον. Οι «τοίχοι», που προβάλλονται στον τίτλο της ταινίας, απλώς δεν υπάρχουν. Επειδή ό,τι υπάρχει ανάμεσά τους είναι αυτό που υπάρχει διάχυτο παντού. Οι καθηγητές συζητούν για τις πρέπουσες δόσεις πειθαρχίας, μπορεί να παθιάζονται με το έργο τους ή να θυμώνουν όταν σκοντάφτουν στην εφηβική αυταρχικότητα, δεν φαίνεται όμως να διαθέτουν πειστική απάντηση στην απορία κάποιων εφήβων «προς τι όλα αυτά»_ μια απορία, βέβαια, που την κουβαλούν απ’ έξω, εκεί που αποκτούν κοινωνική ή οικογενειακή «πείρα».
Λίαν επίκαιρο, λοιπόν, το δεύτερο βιβλίο του Ηλία Κουρκούτα. Βασική η διαπίστωσή του: «Η δυναμική της ανάπτυξης του παιδιού περιλαμβάνει και την έκφραση συμπεριφορών οι οποίες ενέχουν έναν επιθετικό χαρακτήρα». «Καλοήθεις» και οφειλόμενες στην «ανωριμότητά» του, οι συμπεριφορές αυτού του είδους θα ενταχθούν γρήγορα στις πολύπλοκες ψυχοσυναλλαγές του παιδιού με το περιβάλλον, όπου θα μετεξελιχθούν σε «κοινωνικοποιημένες» συμπεριφορές, μέσω της ανάπτυξης των γνωσιακών του μηχανισμών και της συναισθηματικής του ωρίμανσης. Η διατήρηση της επιθετικότητας –είτε ως ακραίες μορφές φυσικής βίας και παραβατικότητας είτε ως ήπιες μορφές προβληματικής συμπεριφοράς– θα σημαίνει την αποτυχία αυτής της «διαδικασίας κοινωνικοποίησης, η οποία μελετάται ως διαχρονική και διαρκής αλληλεπίδραση των ενδογενών μηχανισμών που βρίσκονται υπό συνεχή ανάπτυξη και διάφορων εξωγενών παραμέτρων», ανάμεσά τους το σχολείο και η οικογένεια. Η υπερκινητικότητα, για παράδειγμα, αρχίζει πλέον «να θεωρείται από πολλούς όχι μόνο έκφραση συγκεκριμένων επιτελικών (εκτελεστικών) δυσλειτουργιών, αλλά και έκφραση του άγχους του παιδιού και της αδυναμίας του να ελέγξει τις ψυχικές εντάσεις που δημιουργούνται στις διαπροσωπικές του συναλλαγές».
Γνώριμες και στο ευρύ κοινό, τις ιδιαίτερες μορφές των διαταρακτικών συμπεριφορών εντός του σχολικού περιβάλλοντος [π.χ. επιθετικά πειράγματα, απειλές, σωματικές παρενοχλήσεις, απόρριψη από παρέες, άρνηση συνεργασίας, ξεσπάσματα βίας], αλλά την όποια «αντικοινωνική συμπεριφορά» του παιδιού δεν θα τις αναζητήσουμε μόνο «μέσα στο παιδί», αλλά και στις «κοινωνικές αλληλεπιδράσεις», ανιχνεύοντάς τες έγκαιρα ώστε να εκδηλωθούν ανάλογες «ψυχολογικές παρεμβάσεις».
Ο Ηλίας Κουρκούτας εκθέτει, επίσης, τις «δυναμικές σχέσεις και τα χαρακτηριστικά» των οικογενειών με παιδιά που έχουν προβλήματα συμπεριφοράς, τους ειδικούς «παράγοντες επικινδυνότητας» αλλά και τους «προστατευτικούς παράγοντες» που σχετίζονται με το σχολείο, τις «στάσεις» των δασκάλων και, φυσικά, τις δυνατότητες «παρέμβασης» μέσα στην τάξη, όπως και τις «εξειδικευμένες ψυχοκοινωνικές και ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις». Σημαντικό κεφάλαιο είναι αυτό που αναφέρεται στην «αντιμετώπιση κρίσεων» στην τάξη και το σχολείο. Συνοπτική η παρουσίαση αλλά μεθοδική και πρακτικά χρήσιμη. Η «συμβουλευτική εργασία» προς τη μεριά των εκπαιδευτικών και η «ψυχοπαιδαγωγική παρέμβαση» προς τη μεριά των γονιών ολοκληρώνουν το βιβλίο, κάνοντάς το χρήσιμο εργαλείο για όλους όσοι –ψυχολόγοι, ψυχίατροι, νοσηλευτές, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδαγωγοί, αλλά και γονείς– εμπλέκονται στα προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών.
Όπως η κινηματογραφική ταινία του Λοράν Κοντέ έτσι και το βιβλίο του Ηλία Κουρκούτας δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις. Εκθέτει όμως όσα η επιστήμη παρέχει για να περιγραφεί και κατανοηθεί το πρόβλημα και προτείνει τις παρεμβάσεις που μόλις αναφέραμε, εν επιγνώσει του γεγονότος ότι το νοσηρό, όπως και το υγιές πλαίσιο περιλαμβάνει και την κοινωνία. Στις προτεινόμενες λύσεις μετέχουν, ασφαλώς, οι ειδικοί, χρωστάει όμως τη συμμετοχή της και η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών, που οφείλει να υπάρξει και να εκδηλωθεί.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Yung AP, McGorry PD, McFarlan CA, Patton G. The PACE Clinic: development of a clinical service for young people at high risk of psychosis. Australas Psychiat 1995, 3, 345-349.
2 Hubert G, Gross G, Schutte R, Linz M. Longitudinal studies of schizophrenic patients. Schizophr Bull 1980, 5, 592-605.
3 Van Os J, Ravelli A, Bijl R. Evidence for a psychosis continuum in the general population. Schizophr Res 1999, 36, 57-58.
4 Vedoux H, van Os J, Murice-Tison S, Gay B, Salamon R, Bourgeois M. Is early adulthood a critical stage for psychosis proneness? A survey of delusional ideation in normal subjects. Schizophr Res 1998, 29, 247-254.
5 Jensen PS, Hoagwood K, The book of names: DSM-II in context. Development and Psychopathology 1997, 9, 231-249.
6 Searle J, Νους, Εγκέφαλος και Επιστήμη. Μτφ Κ. Χατζηκυριάκος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1994, 21
7 Angelergues R. L’Homme Psychique. Calman Levy 1993, 60.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.