Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ
σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]
1. Αν ο άνθρωπος ξέφυγε από τη μονοκρατορία των ενστίκτων και των εξαρτημένων του αντανακλαστικών, αυτό έγινε μέσα από τη δυνατότητά του όχι απλώς να σημάνει, αλλά να συμβολίσει, να αναπαραστήσει τα πράγματα με λέξεις. Έτσι προέκυψε η διαφορά του Πολιτισμού από τη Φύση. Με τη γλώσσα, όμως, κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις: Η λέξη λειτουργεί στη θέση του πράγματος, καλύπτει την απουσία, αλλά όχι την αμεσότητα. «Εύχρηστη και συνάμα ελλιπής», κατά την έκφραση του Γιώργου Χειμωνά,1 αυτό είναι η λέξη. Η μικρή αυτή «ατέλεια» θα αποδειχθεί ένα πρόσθετο πλεονέκτημα για τον άνθρωπο: οργάνωσε τον ψυχισμό του με τον τρόπο που επέβαλε πλέον η γλώσσα [«όντας συνειδητός, έχει ένα ασυνείδητο»2] και προώθησε περαιτέρω την πορεία του ανθρώπου προς την «ελευθερία» της πολιτισμικής του ανέλιξης, αναλλώμασι, φυσικά, της βιολογικής του ασφάλειας. Διότι το «βιολογικό» παρέχει, όντως, ασφάλεια, εις βάρος όμως της ελευθερίας.3 Το ζώο, κατά τον Thorndike, «δεν σκέπτεται καθόλου πάνω σ’ αυτό, απλώς σκέφτεται αυτό».4 Το παρατηρούσε από παλιά ο Nietzche: «το ζώο ζει, πράγματι, κατά έναν μη ιστορικό τρόπο».5 Αντίθετα, στον άνθρωπο, η όρθια στάση, η απελευθέρωση του χεριού από τις ανάγκες της μετακίνησης και η συνακόλουθη ανάπτυξη του εγκεφάλου (ιδίως του μετωπιαίου λοβού και η λειτουργική ασυμμετρία) θα εγκαινιάσουν έναν νέο, πολιτισμικό, τρόπο εξέλιξης: τώρα, κυρίαρχα στοιχεία είναι η κοινωνική επικοινωνία και ανταλλαγή, η κατασκευή εργαλείων και η συμβολική λειτουργία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα συνειδητοποιήσει τον θάνατο, θα αποκτήσει δηλαδή ιστορία και μνήμη, πάει να πει γνώση του χρόνου.

2. Το διαπιστώνουμε στις ταφικές τελετουργίες των πρωτόγονων κοινωνιών, που κρατάνε, κατά τον νευροψυχίατρο και ηθολόγο Boris Cyrulnik, από πολύ παλιά, από τότε που, «πριν 100000 χρόνια, ο κύριος Νεάτερνταλ θεατρικοποίησε το θάνατο, επινοώντας το πρώτο ταφικό μνημείο», εκδηλώνοντας έτσι για πρώτη φορά «μια σκηνοθεσία που του επέτρεπε να ελέγξει το άγχος του θανάτου και την απελπισία της απώλειας. Τα ζώα αντιλαμβάνονται τον θανόντα και τούτο μπορεί να τα προειδοποιεί (alerter). Οι άνθρωποι αναπαριστούν τον θάνατο κι αυτή η αναπαράσταση μπορεί να τους τροποποιεί (altérer). Όταν όμως αρχίζουν και μιλούν, μπορούν να δημιουργούν σημεία με οτιδήποτε: ξαπλώνουν λοιπόν πάνω σε ένα κρεβάτι γεμάτο λουλούδια τον αγαπημένο που, αν και πράγματι χάθηκε, παραμένει ακόμα ζωντανός μέσα στο συναίσθημά τους, και τον περιτριγυρίζουν με χαλίκια. Κι απ’ τη στιγμή που τέθηκαν αυτά τα χαλίκια για να σημάνουν “αυτό είναι ένα μνήμα”, έγιναν μεμιάς χαλίκια σημαντικά».6
3. Μας το διηγείται, βέβαια, και η αρχαιοελληνική μυθολογία. Δεν είναι λίγες οι ψυχονοητικές λειτουργίες που έγιναν αντικείμενα λατρείας και εντάχθηκαν σε αντίστοιχους –ριζωμένους στην ανθρώπινη προϊστορία– μύθους. Ανάμεσά τους, η Μνήμη που, ως Μνημοσύνη (θεά των Τιτάνων, μητέρα των Μουσών), συνδυάζεται με τη συμπληρωματική της Λήθη (τέκνο της Έριδας) σε ζεύγος ιερών δυνάμεων. Στις αρχαϊκές κοινωνίες, η Μνημοσύνη προστατεύει την ποιητική δημιουργία των Αοιδών, που διηγούνται το παρελθόν, αλλά και, ως Μάντεις, διαβλέπουν τα μελλούμενα. Με την ανάκληση του παρελθόντος, τόσο του κόσμου όσο και των ανθρώπων, η Μνημοσύνη θα εκφράσει μια κοσμολογία και μια εσχατολογία, θα διηγηθεί δηλαδή τη γένεση του κόσμου και την τύχη των ψυχών. Ταυτόχρονα, η Λήθη επιτρέπει τη λησμοσύνη των «κακών» και υπενθυμίζει το θάνατο. Η σύνδεση του ιερού αυτού ζεύγους με τον Χρόνο, δηλαδή τη διάκριση ενός «πριν» και ενός «μετά», θα το απογυμνώσει σιγά-σιγά από τις μυθικές του ιδιότητες, μεταθέτοντάς τες στον άνθρωπο.7 Έτσι, για τον Αριστοτέλη «υπάρχει αίσθηση του παρόντος, ελπίδα του μέλλοντος και μνήμη του παρελθόντος».
4. Τώρα πια ο χρόνος κατέβηκε για τα καλά στη γη, στο σώμα και τον ψυχισμό του ανθρώπου. Δεν θα είναι μόνο ένα μέγεθος της φύσης, θα γίνει αντικείμενο μελέτης και της ψυχολογίας. Έκτοτε, θα έχουμε να κάνουμε με το βίωμα του χρόνου που, κατά τον Martin Wyllie, δεν είναι απλώς κάποια ατέρμων τυχαία σειρά από «τώρα». Στον βιωμένο χρόνο, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον δεν διαχωρίζονται με απόλυτη αυστηρότητα.8 Το είχε πει ποιητικότατα, πριν από κάμποσα χρόνια, ο TS Elliot, στα τέσσερα κουαρτέτα: Ο χρόνος ο παρών κι ο παρελθών χρόνος / Ίσως κι οι δυο νάναι παρόντες στον μέλλοντα χρόνο / Κι ο παρελθών χρόνος να κλείνει μέσα του τον μέλλοντα.9
5. Υπάρχει, πράγματι, ο χρόνος; Και ναι και όχι, απαντά ένας σημαντικός σύγχρονος φυσικός, ο Étienne Klein,10 που εργάζεται στην Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, στη Γενεύη. Έτσι λέει και μας θυμίζει ένα ερώτημα του Wittgenstein: «πού πάει το παρόν, όταν γίνεται παρελθόν και πού είναι το παρελθόν». Ο Klein μας λέει ότι ο χρόνος μετατρέπει το μέλλον σε παρόν και το παρόν σε μέλλον. Μόνο σταθερό, το παρελθόν που, όμως δεν υπάρχει πια… κι όμως είναι πηγή του παρόντος, άρα υπάρχει κάπως. Η λογοτεχνία θα δοκιμάσει να επιλύσει την αμφισημία: για τον Francis Scott Fitzgerald, η αδυναμία της επιστροφής του παρελθόντος είναι το πιο τραγικό σημάδι της ανθρώπινης δυστυχίας, αντίθετα, ο Marcel Proust θα αναχωρεί προς αναζήτηση του χαμένου χρόνου και της παλιάς ευτυχίας για να συναντήσει τις παλιές εντυπώσεις που επανέρχονται ακόμα και με απλούς συνειρμούς. Και το μέλλον; Πώς γίνεται να είναι πραγματικό αφού ακόμα δεν έχει έρθει; Κι όμως, βρίσκεται στον ψυχισμό που μπορεί να αναπαριστά αυτό που δεν υπάρχει. Τα πιο δύσκολα έρχονται με το παρόν, ένα μείγμα παρουσίας-απουσίας, αφού αυτό το ίδιο κατατρώγει τον εαυτό του, δημιουργείται και ταυτόχρονα φεύγει, σταθερό και εφήμερο. Ο χρόνος, έτσι κι αλλιώς, κυλάει. Κι είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο μας επιβάλλεται η παρουσία του, η ύπαρξή του. Νιώθουμε τα αποτελέσματά του, καθώς όλο μας το είναι βρίσκεται εμποτισμένο μέσα στο χρόνο.
6. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να μην «εμπλέκεται» ο χρόνος και στην ψυχοπαθολογία. Κι ας προσθέσω, ακολουθώντας και πάλι τον Martin Wyllie, ότι ο βιωμένος χρόνος δεν είναι αποκλειστικά υποκειμενικός, διαθέτει και μια κοινωνική ή δι-υποκειμενική διάσταση, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό στο πεδίο της ψυχοπαθολογίας: πρώτα, γιατί το «είμαι εν τω κόσμω» επιβάλλει τον δι-υποκειμενικό χρόνο [είμαι με άλλους] που συμβάλλει στην εναρμόνιση και ολοκλήρωση της ζωής του καθενός εντός ενός κόσμου που έχει κι αυτός παρελθόν, παρόν και μέλλον και, έπειτα, γιατί όλα αυτά μπορούν διαταραχθούν, καθώς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον δύνανται να αναδομούνται σε ποικίλες [και ψυχοπαθολογικές] εμπειρίες.11
7. Κλασικό παραμένει το άρθρο του Εugen Μinkowski με τίτλο «Η έννοια του χρόνου στην ψυχοπαθολογία»,12 που έγραψε το 1929, εμπνεόμενος, μεταξύ άλλων, από τον Pierre Janet ο οποίος μελετούσε τον χρόνο, την ίδια εκείνη εποχή (1927-1929), μέσα από τη διερεύνηση της μνήμης. Χαρακτηριστικό το πρώτο παράδειγμα –η διήγηση μιας νοσηλευόμενης ανοϊκής 78 ετών– που χρησιμοποιεί: «Η μητέρα μου –που είχε πεθάνει από καιρό– ερχόταν όλες αυτές τις μέρες, αλλά σήμερα δεν ήρθε. Ερχόταν όλες τις μέρες, θαρρώ δεν ήρθε χθες, ερχόταν όμως πάντοτε να εργαστεί κοντά μου. Μέχρι τώρα οι γιοί μου έρχονταν να κοιμηθούν εδώ, τώρα όμως δε βλέπω τα εγγονάκια μου όπως τα έβλεπα πριν. Νομίζω ότι πέρασε ένας αιώνας που δεν τα είδα. Αν μπορούσα, τουλάχιστον, να τα βλέπω 2-3 μέρες τη βδομάδα, για να μου πουν ότι τα είδα πρόσφατα και ότι θα τα ξαναδώ σύντομα». Ο Minkowski θα επιστήσει τη προσοχή μας στο γεγονός ότι η σκέψη αυτής της απροσανατόλιστης χρονικά γυναίκας εκτυλίσσεται αποκλειστικά μέσα στο χρόνο.
8. Πριν απ’ όλα, στην πράξη βρίσκει ο Janet το ουσιώδες στοιχείο στην εξέλιξη κάθε χρονικής συμπεριφοράς. Μια πράξη που, αν εξαιρεθεί η περίπτωση εκρηκτικών δράσεων, όπως σε ένα επιληπτικό, έναν μελαγχολικό ή έναν παρορμητικό, αρχίζει με την οργάνωσή της στο χρόνο, αποκτώντας συνέχεια. Ο Janet όριζε, ήδη, τη μνήμη μέσω μιας κοινωνικής πράξης, τη διήγηση, που είναι λόγος δημιουργημένος για να αντιπαλέψει τη συνθήκη της απουσίας. Διαφέρει, δηλαδή, από την αυτόματη επανάληψη που χαρακτηρίζει τη συνήθεια. Ο Ribot, αντίθετα, περιόριζε τη μνήμη στην επανάληψη. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η κατοπινότερη επεξεργασία του J. Delay που θα θεωρήσει τόσο την επανάληψη όσο και τη διήγηση ως δύο, διάφορης μορφής και διάφορου επιπέδου, συνιστώσες της μνήμης: «ως νοητική σύνθεση, η πράξη της μνήμης απαιτεί την αναγνώριση και τη συνείδηση του χρόνου. Το παρελθόν μου οφείλει να αναγνωρίζεται ως παρελθόν και ως δικό μου. Υπάρχει συνειδητοποιός πράξη, κρίση προτεραιότητας και κρίση συμμετοχής, ενώ ως αυτοματισμός, η πράξη της μνήμης δεν εμπλέκει ούτε την αναγνώριση, ούτε την συνείδηση του χρόνου. Το παρελθόν μου μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς να αναγνωριστεί ως παρελθόν και ως δικό μου».13
9. Η εμφάνιση και ανάπτυξη της ανθρώπινης συνείδησης και σκέψης προέκτεινε, προφανώς, την φυλογενετικά εξελισσόμενη βιολογική μνήμη, έτσι ώστε η ανθρώπινη μνήμη να ξεχωρίσει από τις ρίζες της, όχι μόνο ποσοτικά, αλλά, κυρίως, ποιοτικά: δεν αποτελούσε απλώς διατήρηση και ανάκληση του παρελθόντος, αλλά και αναγνώρισή του ως τέτοιου. Γι’ αυτό ο Delay διέκρινε τρία δομικά επίπεδα της ανθρώπινης μνήμης:
10. Για τον Minkowski, o χρόνος παρουσιάζεται με τρεις διαφορετικές όψεις:
(α) Χρόνος-ποσότητα, (β) χρόνος-ποσότητα-και-ποιότητα, (γ) χρόνος-ποιότητα, είναι τρεις άλλες, αντίστοιχες εκφράσεις του Min-kowski. Θα διερευνήσει την τελευταία έννοια του βιωμένου χρόνου για να προσεγγίσει την ψυχοπαθολογία στη σχιζοφρένεια και τη μανιοκαταθλιπτική ψύχωση.
Λέει για τη σχιζοφρενική ψύχωση:
Λέει για τη μανιο-καταθλιπτική ψύχωση:
11. Ας τονίσω, λοιπόν, ότι σήμερα έχουμε ανάγκη να επανέλθουμε σε αυτές τις πρώτες φαινομενολογικές περιγραφές του Min-kowski, ιδίως τώρα που κατανοούμε καλύτερα την ανάγκη να ακούσουμε με προσοχή τις υποκειμενικές εμπειρίες των αρρώστων, περιορίζοντας έτσι όσα αρνητικά επέβαλλε ως τώρα η κυριαρχούσα τάση να εστιάζεται η «διαγνωστική» μας φροντίδα αποκλειστικά και μόνο στην «αντικειμενικά» μετρήσιμη συμ-πτωματολογία που απαιτούν τα σύγχρονα ταξινομικά συστήματα.14 Χαρακτηριστικό του σύγχρονου ενδιαφέροντος είναι το σχετικά πρόσφατο [Μάρτιος 2007] editorial του American Journal of Psychiatry που προτείνει την ενσωμάτωση των υποκειμενικών εμπειριών των ασθενών στο DSM-V.15
12. Κλείνω προσθέτοντας εδώ τα λόγια της αείμνηστης λαογάφου Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος: «Ο χρόνος στη λαϊκή αντίληψη δεν είναι μια έννοια αφηρημένη, μαθηματική· είναι το περιεχόμενό του, είναι η εμπειρία του».16
1 Χειμωνάς Γ. Έξι μαθήματα για το λόγο. Ύψιλον, Αθήνα 1984.
2 H επιγραμματική διατύπωση είναι του Henri Ey.
3 Rufié J, De la biologie à la culture. Flammarion 1976.
4 Thorndike E., Animal Intelligence. Macmillan 1911. Αναφέρεται στο Ernst Casirer, Δοκίμιο για τον άνθρωπο. Εισαγωγή στη φιλοσοφία του ανθρώπινου πολιτισμού. Κάλβος, Αθήνα 1972.
5 Nietzsche, Considérations inactuelles No II, Gallimard.
6 Cyrulnik B. Éthologie des troubles paniques. L’Encéphale 1996, Spécial V, 42-45.
7 J.P. Vernant, Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα, Ολκός 1975.
8 Martin Wyllie. Lived Time and Psychopathology. Philosophy, Psychiatry, & Psychology 2005, 12, 3, 173-185.
9 T. S. Eliot. Τα τέσσερα Κουαρτέτα. Απόδοση από τον Αντώνη Δεκαβάλλε, Εκδ. Μαυρίδης Αθήνα 1952.
10 Etienne Klein. Le temps existe-t-il? Le pommier, 2002.
11 Martin Wyllie, ό.π.
12 Εugen Μinkowski. La notion du temps en psychopathologie. L’Évolution Psychiatrique 1929, 1. 65–85. Αναδημοσίευση στο L’Évolution Psychiatrique 2007, 72, 585-598.
13 Jean Delay. Les maladies de la mémoire. PUF 1970
14 Πετρίκης Π. Περί των υποκειμενικών εμπειριών των ασθενών με σχιζοφρένεια Σύναψις 2007, 5, 114-116.
15 Flanagan EH, Davidson L, Strauss JS, (2007) Issues for DSM-IV: Incorporating patients’ subjective experiences. American Journal of Psychiatry, 164, 3, 391-392.
16 Κυριακίδου-Νέστορος Α. Οι δώδεκα μήνες. Τα Λαογραφικά, Θεσσαλονίκη 1982, 6.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.