Γιάννης Ευδοκιμίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής στη Νευρολογική Κλινική
του Πανεπιστημίου Αθηνών
–Αιγινήτειο Νοσοκομείο
σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]
«Φοβού τον όφι, τον ουροβόρο»
Εισαγωγικά
Ο χρόνος δεν είναι ερέθισμα, δεν υπάρχουν υποδοχείς «χρόνου». Αλλά δεν είναι και σίγουρο ότι δεν υπάρχουν και ερεθίσματα χρόνου, αν και μπορεί κανείς να πεί ότι αντιλαμβανόμαστε τα γεγονότα και όχι το χρόνο. Παρ’ όλα αυτά μετράμε το χρόνο. Αν οι παράμετροι είναι χρονικές, τότε πιθανόν πέφτουμε σε φαύλο κύκλο, αν δε δεν είναι χρονικές τότε τι είναι; Δεν μπορώ να απαντήσω και γι’ αυτό θα θεωρήσω, προς το παρόν, πως ο χρόνος είναι μετρήσιμος, όπως και άλλες παράμετροι με κάποιες ιδιομορφίες, ενδεχομένως.
1. Τι μελετάμε στα πειράματα με το χρόνο
Παρατηρούμε αλληλουχίες συμβάντων, όπως π.χ. τις μεταβολές της εμφάνισης μας, τη διαδοχή των εποχών, την εναλλαγή ημέρας-νύχτας, την εκούσια και οργανωμένη πράξη για να πετύχουμε κάτι. Αν απογυμνώσουμε όλα αυτά τα συμβάντα από το σημασιολογικό τους περιεχόμενο τι άλλο παραμένει εκτός βέβαια τα ίδια τα γεγονότα;
Ας θεωρήσουμε μια αλληλουχία πράξεων και ενεργειών :
Ξύπνησα, έκανα καφέ, πλύθηκα, ντύθηκα, οδήγησα και έφθασα στο νοσοκομείο.
H αφήγηση αυτή μπορεί να μεταγραφεί σε πίνακα ως ακολούθιως:

Είναι προφανές πως η αλληλουχία αυτή μπορεί να αναλυθεί σε όρους διάρκειας και σειράς.
1.1. Η έννοια της διάρκειας.
Η έννοια της διάρκειας και, αντίστοιχα, η έρευνα της ύπήρξε, και εν πολλοίς ισχύει αυτό και σήμερα, το κατ΄ εξοχήν προνομιακό αντικείμενο στη μελέτη του χρόνου, σε βαθμο ώστε η μελέτη του χρόνου να είναι συνώνυμο με τη Ψυχοφυσική της διάρκειας. Η έννοια της διάρκειας φαίνεται να είναι εξαιρετικά απλή αλλά δεν είναι. Κάθε συμβάν «καταλαμβάνει» κάποιο τμήμα του χρόνου, έχει δηλαδή κάποια διάρκεια. Αυτό σημαίνει πως κάθε συμβάν αρχίζει και τελειώνει και πως οι απότομες αυτές αλλαγές, της αρχής δηλαδή και του τέλους,1 σημειώνονται πάνω σε ένα συνεχές, αντικειμενικό και μονοδιάσταστο μέτρο ή ρολόι. Αυτή η οικεία πρόσληψη της διάρκειας προϋποθέτει πως ο χρόνος είναι ένα αντικειμενικό συνεχές, μία γραμμή πάνω στην οποία σημειώνεται η έναρξη και το τέλος κάποιου συμβάντος. Στη καθημερινή όμως ζωή η έναρξη και το τέλος ενός συμβάντος δεν είναι ξεκάθαρα. Πότε αρχίζει και πότε τελειώνει το συμβάν «ξύπνησα»; Στο εργαστήριο, όμως, μπορούμε να ορίσουμε με καλή σχετικά ακρίβεια την αρχή και το τέλος ενός συμβάντος και να μελετήσουμε έτσι την παράμετρο «διάρκεια». Ρωτάμε τον εξεταζόμενο να μας πεί ποιός από τους δύο ήχους που άκουσε ήταν μεγαλύτερης διάρκειας. Είναι κατανοητό πως τη διάρκεια μπορούμε με καλή ακρίβεια να την εκτιμήσουμε όταν αναφερόμαστε σε «εξωτερικά» γεγονότα. Αν όμως εκτιμήσουμε τον «εσωτερικό χρόνο» τότε η ακρίβεια της εκτίμησης γίνεται εξαιρετικά ασταθής αλλά ακόμα και στη περίπτωση της εκτίμησης της διάρκειας εξωτερικών συμβάντων η «εσωτερική κατάσταση» παρεμβαίνει πολλές φορές καταλυτικά.
1.2. Η έννοια της σειράς.
Ήδη από τη διατύπωση της πρότασης μία συνεχής σειρά γεγονότων έχει κατατμηθεί σε διάκριτες πράξεις. Μπορούμε να επαναδιατυπώσουμε τη διαδοχή αυτή με ένα πίνακα ως εξής
Στο πίνακα αυτό η σειρά των γεγονότων είναι σαφής και διατάσσεται με τρόπο που μπορεί σχηματικά να περιγραφεί:
Α –> Β –> Γ –> Δ –> Ε –> Στ
Αν διαταράξουμε τη σειρά τότε προκύπτουν παράδοξα, αδύνατες ή απλά «τρελές» καταστάσεις, να φθάσω δηλαδή στο νοσοκομείο προτού πιω καφέ στο σπίτι μου, ή αντιστροφή του χρόνου κλπ. Η σειρά των γεγονότων, πράξεων αποτελεί τη μία πλευρά του φαινομένου της σειράς. Η άλλη πλευρά του είναι η διάρκεια κάθε γεγονότος. Με δεδομένο ότι η διαδοχή είναι ένα σειραϊκό φαινόμενο, η χρονική διάρκεια κάθε φάσης, κάθε συμβάντος συμπλέκεται με την α-χρονική, πυρηνική έννοια της σειράς.2 Ετσι είναι πιο σωστό να αναπαραστήσουμε τη σειρά ως εξής
ΑtA –> ΒtΒ –> ΓtΓ –> ΔtΔ –> ΕtΕ –> ΣτtΣΤ
Όπου tA, tB, ….. είναι οι διάρκειες κάθε φάσης
Αυτή η έννοια της σειράς μπορεί ενδεχομένως να υπονοεί μία γραμμική αντίληψη του χρόνου ή μία 2ου επιπέδου χρονική αντίληψη (το πριν και το μετά). Κάθε γεγονός παίρνει μία τιμή χρόνου (time tag) και στη συνέχεια (;) οι διαδοχικές τιμές διατάσσονται κατά σειρά μεγέθους. Βέβαια, αυτή η θεώρηση προϋποθέτει, με τη σειρά της, ότι κάθε συμβάν εμπεριέχεται σε μία αισθητικο-κινητική μονάδα, στην οποία μονάδα ο χρονισμός μηδενίζεται στην αρχή (;) της διαδικασίας. Η «έναρξη» του χρόνου ή της χρονομέτρησης γίνεται κάθε φορά στην αρχή της δοκιμασίας και μηδενίζεται με το τέλος της.3
Συναφής με τη χρονική διαδοχή-σειρά είναι και η έννοια της συγχρονικότητας (simultaneity). Κάτω από ορισμένες συνθήκες, δύο διάκριτα ερεθίσματα γίνονται αντιληπτά ως ένα. Η διακριτική ικανότητα, το αντίθετο της συγχρονίας, ένα είδος ουδού διάκρισης, εξαρτάται κυρίως από το μεσοδιάστημα ανάμεσα στα δύο ερεθίσματα. Επίσης, το είδος της αισθητικής πληροφορίας παίζει σημαντικό ρόλο. Ακουστικά ερεθίσματα που απέχουν μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου μπορεί να γίνουν σαφώς διακριτά, ενώ τα οπτικά ερεθίσματα πρέπει να απέχουν τουλάχιστον άνω των 20 χιλ του δευτερολέπτου για να τα διακρίνουμε.
Ανακεφαλαιόνοντας, η μελέτη του χρονισμού χρησιμοποιεί δύο «βασικές» παραμέτρους, την διάρκεια και τη σειρά. Η διάρκεια είναι μία παράμετρος με ευρεία διακύμανση από χιλ του δευτερολέπτου έως και πολλών ωρών (π.χ. οι ημερήσιοι ρυθμοί). Η ποσοτική διακύμανση της διάρκειας φαίνεται να αντιστοιχεί και σε διαφορετικούς, νευρωνικούς μηχανισμούς αντίληψης και παραγωγής. Άλλοι, ενδεχομένως, μηχανισμοί συμμετέχουν στο χρονισμό της τάξεως των δευτερολέπτων (όπως η παρεγκεφαλίδα) και άλλοι σε επίπεδο ημέρας (π.χ. ο υποθάλαμος). Η εκτίμηση της χρονικής σειράς δεν ταυτίζεται με αυτή του χρόνου per se και ενδεχομένως μπορεί να αντιστοιχεί στο λεγόμενο χρόνο τύπου Β (το πριν από ή το μετά από).4 Ο τύπος αυτός χρονισμού διαφέρει από τον «απόλυτο χρόνο τύπου Α ο οποίος προϋποθέτει μια συνεχή, μονόδρομη και αντικειμενική ροή του χρόνου.
2. Πως μετράμε τις χρονικές παραμέτρους
2.1. Διάρκεια
Η εκτίμηση της διάρκειας γίνεται με σύγκριση του υπό εξέταση χρονικού διαστήματος με κάποιο σταθερό πρότυπο. Η απάντηση του εξεταζομένου μπορεί να είναι ότι το υπό εξέταση χρονικό διάστημα μπορεί να είναι:
Και οι δυο απαντήσεις είναι κατηγορικές (του τύπου ΝΑΙ/ΟΧΙ)5
Το ερέθισμα και το πρότυπο, ανεξάρτητα από την αισθητηριακή ποιότητα (οπτικό, ακουστικό κλπ), μπορεί να είναι ανοικτά ή κλειστά. (εικόνα 1). Ανοικτά ονομάζονται τα ερεθίσματα στα οποία ορίζεται μόνο η αρχή και το τέλος ενώ η υπο εκτίμηση διάρκεια είναι το ενδιάμεσο κενό. Στα κλειστά ερεθίσματα η αισθητηριακή έκθεση διαρκεί από την αρχή μέχρι το τέλος του ερεθισμού. Θεωρείται πως τα ανοικτά ερεθίσματα είναι πιο κοντά στην έννοια του χρόνου αλλά τελικά δεν υπάρχει σαφής προτίμηση στο είδος των ερεθισμάτων που χρησιμοποιούνται στη σχετική έρευνα.
Αμιγή ή μικτά αισθητηριακά ερεθίσματα: Κλασικά χρησιμοποιούνται αμιγή ερεθίσματα στα οποία τόσο το πρότυπο όσο και ο στόχος είναι της ίδιας αισθητηριακής ποιότητας (οπτικό-οπτικό, ακουστικό-ακουστικό)
2.2 Η σειρά
Η σειρά εξετάζεται είτε στο αντιληπτικό είτε στο κινητικό της σκέλος. Στο αντιληπτικό επίπεδο το ερώτημα αναφέρεται στην εκτίμηση της διαδοχής των συμβάντων. Παρουσιάζουμε στον εξεταζόμενο δύο ομάδες ερεθισμάτων. Το πρότυπο και το ερέθισμα-στόχος. Κάθε ένα από τα ερθίσματα εμπεριέχει πολλαπλά επιμέρους στοιχεία τα οποία εμφανίζονται διαδοχικά. Ζητάμε από τον εξεταζόμενο να εξακριβώσει αν στην ομάδα-στόχος άλλαξε κάτι στη σειρά των ερεθισμάτων σε σχέση με το ερέθισμα–πρότυπο. Η χρονική σειρά μπορεί να διεευνηθεί και με κινητικά προγράμματα. Στις δοκιμασίες αυτές παρουσιάζεται μία διαδοχή κινήσεων και καλείται ο εξεταζόμενος να αναπαράξει την ίδια διαδρομή. Η κινητική εκδοχή της σειράς εμπλέκει περισσότερο τη συμπληρωματική κινητική παριοχή (Supplemetntary motor area).

2.3 Η συγχρονία και προτεραιότητα
Στα πειράματα συγχρονίας (simultaneity) διερευνάται αν δύο ερεθίσματα γίνονται αντιληπτά ως ένα. Αυτό προσφέρει ένα δείκτη διάκρισης, ο ουδός διάκρισης δύο ερεθισμάτων ή αντίστροφα ο βαθμός συγκερασμού δύο ερεθισμάτων (fusion). Ο ουδός διαφέρει ανάλογα με το είδος του ερεθίσματος. Οι μετρήσεις του Wund, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε υπολογίσει τους ουδούς ως εξής: Για τη διάκριση δύο ήχων, το κατώτερο όριο διάκρισης είναι μόλις 2 χιλ του δευτερολέπτου ενώ για την αφή, το αντίστοιχο κατώφλι ανέρχεται στα 27 και για την όραση στα 43 χιλ του δευτερολέπτου. Οι τιμές αυτές είναι πολύ χαμηλές, αλλά παραμένουν σε ισχύ μέχρι και σήμερα.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση αποτελεί η διερεύνηση της συγχρονικότητας με διαφορετικά αισθητηριακά ερεθίσματα, π.χ. ήχος και όραση. Η συνθήκη αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική αν αναλογισθούμε την ανάγκη συγρονικότητας ανάμεσα σε αυτά που ακούμε από ένα συνομιλητή μας και αυτά που βλέπουμε στο πρόσωπό του.6 Εντούτοις, η αναγκαία αυτή συγχρονικότητα είναι ένα παράγωγο φαινόμενο. Είναι γνωστό πως το οπτικό ερέθισμα φθάνει πρώτο στον εγκέφαλο σε σχέση με το ακουστικό που καθυστερεί σχετικά. Παρ’ όλα αυτά εμείς τα αντιλαμβανόμαστε σαν να έρχονται μαζί. Η ταύτιση αυτή έχει φυσικά ένα όριο χρονικής απόστασης ανάμεσα στα δύο ερεθίσματα. Πέραν αυτού του ορίου η δια-αισθητηριακή αλληλοεπίδραση δεν οδηγείται σε ταύτιση (fusion), με αποτέλεσμα τα δύο ερεθίσματα να παραμένου δύο, δηλαδή αταύτιστα. Η ταύτιση των δύο αισθητηριακών ερεθισμάτων συμβάλει αποφασιστικά στη αναγνώριση της κυριότητας είτε της φωνής είτε του προσώπου που μιλά. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η ταύτιση των δύο ερεθισμάτων μοιάζει με τη ταύτιση των δύο οπτικών ερεθισμάτων στον ινιακό φλοιό, ταύτιση που είναι απαραίτητη ώστε τα δύο είδωλα να θεωρηθούν ως προερχόμενα από ένα αντικείμενο.
Η σειρά και η διάρκεια αποτελούν τις συνήθεις παραμέτρους εκτίμησης στα πειράματα χρονισμού. Η μελέτη τους, όμως, συναρτάται πάντα και με το τι ακριβώς ζητάμε από τον εξεταζόμενο. Μπορεί να ζητάμε απλή σύγκριση (όπως αναφέρθηκε παραπάνω: ποιό ερέθισμα είναι μεγαλύτερης διάρκειας). Σε αυτές τις δοκιμασίες διερευνούμε την αντίληψη του χρόνου. Αν όμως ζητήσουμε από το άτομο να αναπαράγει ένα χρονικό pattern τότε φυσικά προεξάρχει η κινητική αναπαραγωγή στην οποία ο χρόνος επικάθεται στα διάφορα επί μέρους κινητικά στάδια.

3. Βασικά πρότυπα μηχανισμών χρονισμού
Δύο είναι οι βασικές κατηγορίες υποθέσεων για τους μηχανισμούς χρονισμού. Η μία κατηγορία χρησιμοποιεί την έννοια του «εσωτερικού ρολογιού», σε διάφορες παραλλαγές και η άλλη ερμηνεύει ή προσπαθει να ερμηνεύσει τα χρονικά φαινόμενα με ταλαντωτές, χωρίς να προστρέχει στο «ρολόι».
3.1 Η αντίληψη του χρόνου με μετρονόμο, το «εσωτερικό ρολόι» (εικόνα 2)
Το «εσωτερικό ρολόι» (Treisman, 1963, Church, 1984, Mauk. Μ and Buonamano D 2004) αποτελεί τη πιο διαδεδομένη προσέγγιση για την κατανόηση του χρονισμού. Η υπόθεση αυτή αντανακλά τους ωρολογιακούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούμε στη καθημερινή πράξη και προϋποθέτει τρία δομικά στοιχεία:
Η υπόθεση στηρίζεται στην αποδοχή μίας γεννήτριας παλμών σταθερής ή ελεγχόμενης συχνότητας. Η γεννήτρια αυτή, ένα είδος μετρονόμου, στέλνει παλμούς οι οποίοι καταγράφονται από ένα μετρητή παλμών. Η καταμέτρηση, όμως, των παλμών γίνεται αφού ενεργοποιηθεί ο καταμετρητής με το άνοιγμα ενός διακόπτη, Άρα, ένα εξωτερικό φαινόμενο, π.χ. ένα φως που ανάβει και, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, σβύνει, η διαδοχή αυτών των δύο γεγονότων, η διάρκεια του «συμβάντος» αντιστοιχείται με ένα αριθμό παλμών. Επομένως, το συγκεκριμένο αυτό συμβάν «διήρκησε» ένα συγκεκριμένο αριθμό παλμών. Η μεταβολή της συχνότητας εκπομπής παλμών μπορεί να μεταβάλει και την εκτίμηση της διάρκειας ενός φαινομένου (ιδέ παρακάτω στη παθολογία).
Ο αριθμός των παλμών καταχωρείται στα κυκλώματα της μνήμης, ενεργού για περαιτέρω χρήση ή στη μνήμη αναφοράς. Στη συνέχεια, η τιμή αυτή συγκρίνεται με αντίσοιχες τιμές που έχουν καταχωρηθεί στη μνήμη αναφοράς από προηγούμενες εμπειρίες και, τελικά, παίρνεται η απόφαση εκτίμησης του υπο εξέταση χρονικού διαστήματος.
H «προσοχή» μπορεί να επιταχύνει ή να επιβραδύνει τη γεννήτρια παλμών και, επομένως, να αυξάνει ή να μειώνει την εκτίμηση του χρόνου. Είναι κλασσική η μεταβολή της αίσθησης του χρόνου όταν υπάρχει συνοδός μεταβολή της προσοχής. Αν π.χ. σε μία διαδοχή εικόνων που εμφανίζονται με ισόχρονα διαστήματα και η εμφάνιση τους διαρκεί σταθερά τον ίδιο χρόνο, αν σε αυτή τη σειρά παρεμβληθεί μία μη αναμενόμενη εικόνα, η οποία έχει και αυτή τον ίδιο χρόνο εμφάνισης, τότε θα γελασθούμε και θα νομίζουμε πως η εικόνα αυτή διήρκησε περισσότερο. Η αυξηση της προσοχής από την μη αναμενόμενη εικόνα θεωρείται ότι θα προκάλεσει αύξηση στη συχνότητα της γεννήτριας παλμών με αποτέλεσμα ο μετρητής να καταγράψει τελικά περισσότερους παλμούς, ο αυξημένος αριθμός των οποίων αντιστοιχεί σε επιμήκυνση – υποκειμενικά– του πραγματικού χρόνου.

3.2. Οι ταλαντωτές
Εναλλακτικά, έχουν προταθεί και άλλα πρότυπα τα οποία καλύπτουν τις αδυναμίες του «εσωτερικού ρολογιού». Τα εναλλακτικά αυτά μοντέλα χρησιμοποιούν μηχανισμούς ταλαντώσεων (θαλαμο-φλοιο-θαλαμικοί ταλαντωτές) ή εκτεταμένα νευρωνικά δίκτυα στα οποία οι διαφορετικές ιδιότητες νευρωνικών πληθυσμών διαμορφώνουν και διαφορετικές «εκτιμήσεις» των χρονικών συμβάντων (εικόνα 3)
4. Ανατομία, Φυσιολογία και Παθολογία του χρονισμού
Τρεις περιοχές έχουν συσχετισθεί με την αντίληψη και παραγωγή χρονικής πληροφορίας, η παρεγκεφαλίδα, τα βασικά γάγγλια και ο φλοιός.
4.1. Η παρεγκεφαλίδα
Η παρεγκεφαλίδα θεωρείται ο βασικός κόμβος αντίληψης χρονικών διαστημάτων και παραγωγής χρονομετρημένων χρονικών συμβάντων όπως οι κινήσεις. Η παρεγκεφαλίδα παρεμβαίνει στο «χρονικό παράθυρο» των χιλιοστών του δευτερολέπτου και γι αυτό η παθολογία της παρεγκεφαλίδας εκφράζεται στη χρονική απεξάρθρωση των κινήσεων και την έλλειψη χρονικού συντονισμού. Το αποτέλεσμα (η δυσενέργεια, δυσμετρία) εμφανίζεται στις κινήσεις των ματιών, των άκρων, στην ομιλία, όπου δηλαδή υπάρχει κίνηση, διαδοχή, δηλαδή, ενεργειών συντεταγμένων σε χώρο και σε χρόνο. Ειδικώτερα, η παρεγκεφαλιδική βλάβη μπορεί να διαταράξει τόσο τη κίνηση όσο και την αντίληψη των χρονικών διαστημάτων αλλά και τη σειρά των επιμέρους κινητικών ενεργειών (Ivry 2002).
4.2. Τα βασικά γάγγλια
Τα βασικά γάγγλια συμμετέχουν αποφασιστικά στη παραγωγή χρονικών διαστημάτων της τάξεως των δευτερολέπτων. Τα επίπεδα ντοπαμίνης διαμορφώνουν ανάλογα την παραγωγή αλλά και την αντίληψη των χρονικών διαστημάτων στους παρκινσωνικούς ασθενείς. Έτσι, το έλλειμμα ντοπαμίνης υποτίθεται πως μειώνει τη συχνότητα εκπομπής παλμών. Η μείωση αυτή θα οδηγεί σε υποεκτίμηση του «αντικειμενικού» χρόνου γιατί σε ένα δεδομένο «χρονικό» διάστημα ο παρκινσωνικός μετρά λιγώτερες από το αναμενόνο παλμούς, λόγω μειωμένης ντοπαμίνης. Άρα, ένα διάστημα μετρημένο με ρολόι σαν 15 λεπτά, ο παρκινσωνικός θα το εκλαμβάνει σαν 10 λεπτά. Η λανθασμένη αυτή εκτίμηση θα πρέπει να διορθώνεται με τη λήψη ντοπαμίνης έτσι ώστε να αποτελεί ειδικό για τη νόσο φαινόμενο. Παρά ταύτα τα εμπειρικά δεδομένα δεν είναι ιδιαίτερα σαφή και τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνών δεν επιβεβαιώνουν πλήρως τις προβλέψεις. Και για μεν τα μικρά διαστήματα 1΄΄-10΄΄ ο παρκινσωνικός ασθενής τα υπερεκτιμά, τα μεγάλα όμως διαστήματα της τάξεως των 20΄΄-30΄΄, παραδόξως, τα υποεκτιμά –ένα φαινόμενο που μοιάζει με range effect και που η Χαρά Μαλαπάνη7 το έχει ονομάσει migration effect. Είναι πιθανόν, η διαταραχή χρονισμού στους παρκινσωνικούς να αφορά όχι μόνο τα βασικά γάγγλια (τη γεννήτρια παλμών) αλλά και τους μηχανισμούς ενεργού μνήμης.
4.3. Άλλες περιοχές
Ο ρόλος του φλοιού δεν είναι σαφής. Βλάβες στη συμπληρωματική κινητική περιοχή διαταράσσουν τις σειραϊκές κινήσεις και συγκεκριμένα τη παραγωγή ρυθμικών κινήσεων. Η αντίληψη των διαστημάτων φαίνεται, επίσης, να μεταβάλλεται σε ημισφαιρικές βλάβες στο χρονικό παράθυρο 1-5 δευτερόλεπτα.
5. Οι διαταραχές χρονισμού «ανώτερης απαρτίωσης», η αντιληπτική στιγμή, το ενσυνείδητο παρόν, η αναστροφή του χρόνου κλπ δεν μπορούν να ενταχθούν σε ένα κείμενο με τίτλο «Ολίγα τινά εισαγωγικά για τη νευροφυσιολογία του χρόνου» και περιμένουν να εμφανισθούν σε μία άλλη ευκαιρία
1 Ο Paul Fraisse υποστήριζε πως η εκτίμηση της διάρκειας βασιζόταν στις απότομες μεταβολές που αντιλαμβανόμαστε η θυμόμαστε, P. Fraisse, La Psychologie du Temp, PUF, 1957
2 Η διαδοχή των γεγονότων και η χρονική του διάρκεια είναι δύο πλευρές του ίδιου φαινομένου, αλλά μπορεί να διαχωρίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις λαθών. Πολλές φορές η έμπειρη δακτυλογράφος πατά λάθος πλήκτρο, αλλά το πατά με την αναμενόμενη, σωστή διάρκεια.
3 Η ανάγκη να ξαναρχίσει ο μετρητής από την αρχή και, μάλιστα, αμέσως μετά το πέρας του συμβάντος είναι ιδιαίετρα εμφανής και ενοχλητική στο jet lag φαινόμενο όπου το ημερήσιο ρολόι μας αργεί να προσαρμοσθεί και να «ξαναρχίσει» από μηδενική βάση τις μετρήσεις του.
4 Ορισμένοι διακρίνουν δύο «είδη» χρόνου, το χρόνο τύπου Α και το χρόνο τύπου Β.
5 Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ενώ το ερέθισμα είναι αναλογικό, συνεχές, η απάντηση είναι κατηγορική, «ψηφιακή». Οι αναρίθμητες μεταβολές στη τιμή του υπό εξέταση χρονικού διαστήματος συμπυκνούνται σε διάκριση ΝΑΙ/ΟΧΙ.
6 Η περίπτωση των ανταποκρίσεων στη τηλεόραση, όταν η ανταπόκριση έρχεται από μακρυνό μέρος, ο ήχος και η εικόνα είναι «ασύγχρονες».
7 Malapani C. et al, 2002
ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βιβλία
D. Rosenbaum and C. Collyer. Timing of Behavior, The MIT Press, 1998.
M. Pastor and J. Artieda. Time, Internal Clocks and Movement, Elsevier, North-holland, 1996.
F. Macar, V. Pouthas and W. Friedman. Time, Action and Cognition, Kluwer Academic Publishers, 1991.
R. Block. Cognitive Models of Psychological Time, Lawrens Erlbaum, 1990.
P. Fraisse. La Psychologie du Temp, PUF, 1957.
Εργασίες
Treisman, A. Temporal discrimination and the indifference interval: Implications for a model of the “internal clock”, Psychological Monographs, 1963, 77.
Church RM, Properties of the internal clock, in J. Gibbon and L. Allan. Timing and Perception, Ann N Y Acad Sci, 1984, 423, 566-582.
Gibbon J and Allan L. Timing and Perception, Ann N Y Acad Sci, 1984, 423, 566-582.
Malapani C, Deweer B, Gibbon J. Separating storage from retrieval dysfunction of temporal memory in Parkinson’s disease. J Cogn Neurosci 2002, 14, 1-12.
Mauk M & Buonamano D. The neural basis of temporal processing, Annu. Rev. Neurosci. 2004, 27, 307–40.
Ivry R. & Richardson T. Temporal Control and Coordination: The Multiple Timer Model, Brain and Cognition 2002, 48, 117–132.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.