Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ε. Πουλάκου-Ρεμπελάκου,
Κ. Τσιάμης,
Δ. Πλουμπίδης

σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]

Ήχοι και απόηχοι του ψυχικού νοσήματος του Μιχαήλ Μητσάκη στην πεζογραφία του. Πρώιμες ανιχνεύσεις διαταραχών του στις σελίδες του λογοτεχνικού έργου του

H Ε. Π. Ρεμπελάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Ιστορίας της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο Κ. Τσιάμης είναι γιατρός. Εργάζεται στην Αθήνα.
Ο Δ. Πλουμπίδη είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών – Αιγινήτειο Νοσοκομείο

Πρόλογος

Pablo Picasso Ο τρελός, 1904
Pablo Picasso Ο τρελός, 1904

«Πόσοι ερωτευμένοι άνευ ελπίδος και άνευ μέλλοντος, τρελλοί αδέσμευτοι, παράφρονες λανθάνοντες, δαιμονισμένοι κυκλοφορούντες ανεμποδίστως» διαπιστώνει σε μια επίσκεψή του ο Μιχαήλ Μητσάκης (ΜΜ) στο Φρενοκομείο Κέρκυρας, στο οποίο, κατά τραγική ειρωνεία, θα νοσηλευόταν αργότερα και ο ίδιος [1,2]. Στα τέλη του 19ου αιώνα, στην Αθήνα των 150000 κατοίκων, η ψυχιατρική περίθαλψη ήταν υποτυπώδης έως ανύπαρκτη. Οι περισσότεροι ασθενείς αφήνονταν στην τύχη τους αλλά ο αριθμός τους δεν είχε ακόμη δημιουργήσει πιεστικό κοινωνικό πρόβλημα. Μοναδικό ίδρυμα για φροντίδα της ψυχικής νόσου ήταν το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, το οποίο περιήλθε στην Ελλάδα με την Ένωση των Ιονίων Νήσων, το 1864 και συντηρήθηκε και βελτιώθηκε γύρω στα 1880-1890 [3], ενώ το Δρομοκαΐτειο λειτούργησε το 1887. Ο ταλαντούχος πεζογράφος και δημοσιογράφος άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται από την κοινή λογική και να αποσύρεται στον «κόσμο» του. Νοσηλεύθηκε δύο φορές στο Δρομοκαΐτειο, το 1896 και το 1911, και στο ενδιάμεσο περιθωριοποιήθηκε κοινωνικά, περιπλανώμενος στους δρόμους της πρωτεύουσας που τόσο είχε αγαπήσει, περιγράψει και υμνήσει και μένοντας κατά διαστήματα άστεγος. Η παρούσα εργασία επιχειρεί να επισημάνει εκείνα τα αποσπάσματα του έργου του, πριν από την εκδήλωση της νόσου του, που λειτουργούν προφητικά ή αποτελούν ενδείξεις έναρξης διαταραχών στις νοητικές του λειτουργίες.

 

Η ζωή και το έργο του

Ο Μιχαήλ Μητσάκης γεννήθηκε περί το 1860-1864 στα Μέγαρα και μεγάλωσε στη Σπάρτη. Ήταν γιος του Αριστείδη Μητσάκη, που είχε σπουδάσει Φιλολογία, είχε διατελέσει καθηγητής στη Σχολή Ευελπίδων και είχε εκδιωχθεί λόγω της αντιοθωνικής του δράσης, και της Μαριγώς, κόρης του αγωνιστή του 1821 Παναγιώτη Γιατράκου. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Παναγιώτης, σπούδασε ιατρική, μετεκπαιδεύθηκε στη Γερμανία στην ειδικότητα της Παθολογίας, διετέλεσε αρχίατρος του Πολεμικού Ναυτικού και ιατρός των ανακτόρων, και συνδέθηκε στενά με τη μοίρα του νεότερου, Μιχαήλ [4].

Από μαθητής ο Μιχαήλ Μητσάκης έδειξε την κλίση του προς τη δημοσιογραφία, αφού εξέδιδε τη μαθητική εφημερίδα «Ταΰγετος» που τη συνέτασσε μόνος του. Το 1880 έρχεται στην Αθήνα και εγγράφεται στη Νομική Σχολή αλλά ουδέποτε απεφοίτησε, διότι τον είχε κατακτήσει το όνειρο της δημοσιογραφικής σταδιοδρομίας. Την περίοδο αυτή του απονέμεται έπαινος για το διήγημά του «Βάπτισμα» στο διαγωνισμό του περιοδικού «Εστία». Αξιοσημείωτη είναι και η παρατήρηση της κριτικής επιτροπής ότι ο ήρωάς του έχει χαρακτήρα «ιδιόρρυθμον και απίθανον […] ον δια πολλής τέχνης κατορθεί ο συγγραφεύς να καταστήσει πιστευτόν και δη φυσικόν» [5]. Στο μεταξύ ξεκινά τη συνεργασία του με τη σατιρική εφημερίδα «Ασμοδαίος». Η συνέχεια περιλαμβάνει το πέρασμά του από το σύνολο σχεδόν του αθηναϊκού Τύπου, όπου η ευρύτατη παιδεία του, η τέλεια γνώση της γαλλικής γλώσσας (παραμένει ανοικτό το ερώτημα του πώς την απέκτησε), η σατιρική του πένα και το ιδιόρρυθμο χιούμορ του τον είχαν καταστήσει περιζήτητο συνεργάτη. Υπήρξε ένας μανιώδης «βιβλιοφάγος» και παρακολουθούσε συστηματικά τη λογοτεχνική κίνηση του καιρού του γράφοντας κριτικές όχι μόνο για τις νέες εκδόσεις, αλλά και για όλες τις πνευματικές εκδηλώσεις. Η δημοσιογραφική του απασχόληση σίγουρα τον αποσπούσε από τη συγγραφή λογοτεχνικού έργου, που επιθυμούσε και ονειρευόταν να πραγματοποιήσει. Ίσως όμως η δομή ενός λογοτεχνικού έργου, όπως το εννοούσε η εποχή του, να ήταν έξω από τα όρια της προσωπικότητάς του και του συγγραφικού του στυλ [6]. Χρησιμοποιούσε πλήθος ψευδωνύμων στις συνεργασίες του με εφημερίδες και περιοδικά, άλλοτε προβλέψιμα όπως «Καιροσκόπος», «Πλανόδιος», «Στρεψιάδης», «Michelet», άλλοτε αναπάντεχα όπως «Κρακ», «Προσωπίς», «Μ. Τσακ» και παράδοξα, την εποχή της ψυχικής του νόσου, όπως «Sansle Fallus», «Madol Sua», «Kessip» «Serota» «Stolbalein».

 

Στη διάρκεια της επαγγελματικής του καριέρας ανέλαβε πέντε μεγάλες δημοσιογραφικές αποστολές στη Θεσσαλία, τη Ρούμελη, την Ήπειρο και δυο φορές στην Κέρκυρα. Επιχείρησε δις να εκδώσει δική του εφημερίδα: το 1888, «Ο Θόρυβος» (κυκλοφόρησαν μόνο επτά φύλλα) και τον ίδιο χρόνο, «Η Πρωτεύουσα», που η δική της κυκλοφορία περιορίζεται σε δύο φύλλα. Το ναυάγιο των εκδοτικών προσπαθειών του επηρέασε την ευαίσθητη και μοναχική ψυχή του, παρά τις μαρτυρίες των φιλικών κύκλων του που αναφέρουν ότι «στις συντροφιές ήταν πάντα ευχάριστος, πνευματώδης, απολαυστικός, διασκεδαστικός». Υπάρχουν ωστόσο και αναφορές στην «εκζήτηση» που χαρακτήριζε τους τρόπους του, τις «μανίες» του και τις «εμμονές» του, τις αρνητικές πλευρές του χαρακτήρα του: «ενοχλητικά οξύθυμος, επιθετικός, εριστικός» και άλλες ιδιορρυθμίες που θεωρήθηκαν εκκεντρικότητες αλλά η εκδήλωση του ψυχικού νοσήματος τις κατέταξε, εκ των υστέρων, στα «πρώιμα σημεία» του. Η μαρτυρία ότι στα φοιτητικά του χρόνια μεταμφιεζόταν τις νύχτες με μια εξωτική στολή και τρόμαζε τους φίλους του αλλά δεν τους εξέπληττε, διότι «ήδη ούτος εθεωρείτο ως ιδιόρρυθμος», είναι ενδεικτική για μια ασυνήθιστη συμπεριφορά [7]. Εκδήλωση «ιδιορρυθμίας» θεωρήθηκε επίσης το καθημερινό λουτρό, η πρωινή γυμναστική και η αδαμιαία περιβολή, με την οποία υποδεχόταν στο σπίτι του φίλους και τους έφερνε σε αμηχανία. Τέλος, οι άδικες ή αυστηρές κρίσεις για το έργο του, η έλλειψη καθολικής αναγνώρισης της προσφοράς του και η χλιαρή αποδοχή της λογοτεχνικής του κυρίως παραγωγής υπέσκαψαν την εύθραυστη ψυχική του υγεία και του καλλιέργησαν, πιθανότατα, ιδέες καταδίωξης, όπως δηλώνει η φράση από το σημειωματάριό του: «Όσους συναδέλφους συναντώ, μου σφίγγουν το χέρι ωσάν να ήθελαν να μου σφίξουν τον λαιμόν» [8]. Ενδεικτικά είναι τα αποφθέγματά του που δημοσιεύει με τα ψευδώνυμα «Ιξίων» και «Καιροσκόπος»: «Πολλοί απορούν διατί δεν τα έχω καλά μαζί των. Οι ηλίθιοι! Δεν ερωτούν πώς τα έχω με τον εαυτό μου;» [9] και «Το καλοκαίρι μ’ ενοχλούν ανυποφόρως τα κουνούπια, το φθινόπωρο οι συνεδριάσεις της Βουλής, τον χειμώνα αι βροχαί και οι σαλεψήδες, την άνοιξιν αι εξετάσεις των σχολείων, όλον τον χρόνον οι φίλοι μου» [10]. Οι συνάδελφοί του εκφέρουν συχνά κρίσεις για τη νοητική του κατάσταση οι οποίες επιβεβαιώθηκαν εκ των υστέρων, όπως αυτή του Γρηγορίου Ξενόπουλου, ότι ήταν πάντα παθολογικά οξύθυμος και ιδιότροπος και ότι από τα πρώτα του λογοτεχνήματα φανερώνει σημεία ιδιοφυΐας, αλλά και διανοητικής θολότητας και αστάθειας [11]. Οι ανεκπλήρωτοι πόθοι του, το ανικανοποίητο όραμά του και η δυσαρμονία με τον κοινωνικό του περίγυρο επιφέρουν τη σύγκρουση με τον εαυτό του, τη μελαγχολία και τον αυτοσαρκασμό.

Οι νευρικές του κρίσεις εκδηλώνονται για πρώτη φορά στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της δεύτερης επίσκεψής του στο νησί και εισάγεται στο εκεί Φρενοκομείο στις 20.12.1894 έπειτα από «κρίση μανίας». Παραμένει μέχρι τις 5.1.1895 και επανέρχεται στην Αθήνα «πλήρης ακμής και ρώμης». Στις 17.4.1896 εισάγεται στο Δρομοκαΐτειο και εξέρχεται στις 21.9.1896 με τη διάγνωση «Ψυχοπάθεια των εκφύλων» (η οποία συχνά έκρυβε τη σημερινή σχιζοφρένεια). Αφήνεται ελεύθερος διότι δεν κρίνεται επικίνδυνος και έτσι αρχίζει σταδιακά ο Γολγοθάς του άπορου και συχνά άστεγου ψυχικά άρρωστου, οι άθλιες περιπλανήσεις του στους αθηναϊκούς δρόμους, όπου ο ίδιος μετατρέπεται σε θλιβερό θέαμα. Συχνές είναι οι επισκέψεις του στα γραφεία των εφημερίδων που γνωρίζει και του χρησιμεύουν ως καταφύγιο τις νύχτες [12], όπου μουντζουρώνει όποιο χαρτί βρει με ζωγραφική, γαλλικές λέξεις και φράσεις, ελληνογαλλικούς γρίφους και ποιήματα, των οποίων ένα μικρό δείγμα δημοσίευσε πρώτος ο Ν. Ποριώτης το 1935 [13]. Αποκαλυπτική στο θέμα αυτό είναι η μαρτυρία του Σπύρου Μελά σχετικά με μια επίσκεψη του Μιχαήλ Μητσάκη στο γραφείο του: «Έβγαλε από τις τσέπες του κάτι παλιόχαρτα λαδωμένα, ξεφτισμένα, κουρελιασμένα και τα σώριασε επάνω στο τραπέζι μου. Ήταν όλα ποιήματα, γραμμένα γαλλιστί, ακατάστατα, συγκεχυμένα, μισοτελειωμένα και όλα εικονογραφημένα, μ’ έναν τρόπο παιδιάτικο» [14]. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, το 1943, ο Άγγελος Καράκαλος ανακαλύπτει τυχαία σε παλαιοβιβλιοπωλείο τα γαλλικά ποιήματα του Μιχαήλ Μητσάκη, γραμμένα πάνω στις σελίδες μιας έκδοσης της Ιλιάδας του 1818 και τα τυπώνει το 1957. Το 1914, ο αδελφός του, που δεν μπορούσε να τον επιτηρεί συνεχώς, τον κλείνει άλλη μια φορά στο Δρομοκαΐτειο, από όπου πιθανότατα δεν εξήλθε παρά μόνο νεκρός στις 6.6.1916.

 

Η ενασχόληση με ψυχιατρικά θέματα

 

Α. «Εις τον οίκον των τρελλών» (1887)

Καταθέτοντας τις εντυπώσεις του από το Φρενοκομείο της Κέρκυρας, ο Μιχαήλ Μητσάκης, ευρισκόμενος σε δημοσιογραφική αποστολή το 1887, παρεμβάλλει στη διήγησή του μια παιδική ανάμνηση από τον τρελό της πατρίδας του, της Σπάρτης, όπως διατηρούσε αναλλοίωτη την εικόνα του. Η περιγραφή του προεικονίζει τη δική του μελλοντική εμφάνιση και την είσπραξη των άγριων εκδηλώσεων μιας απάνθρωπης μεταχείρισής του από τους νέους, αλλά και τους ωριμότερους συμπολίτες του [15].

 

Υψηλός μάλλον το ανάστημα, κάτισχνος, την κόμην μακράν και αγρίαν, τους οφθαλμούς έξω των κογχών, το γένειον πυκνόν και άτακτον, το δέρμα κατερρικνωμένον υπό του ηλίου και του ψύχους, τον αυχένα κεκυφώς, περιέφερεν από πρωίας μέχρις εσπέρας ανά τας οδούς το ρακένδυτον σώμα του και την πειναλέαν ύπαρξίν του.

 

Ο συγγραφέας διακρίνει τους τυράννους σε μικρούς μαθητές που περιορίζονταν να τον λιθοβολούν ή να τραβούν τα ήδη κουρελιασμένα του ρούχα και σε γυμνασιόπαιδες που εφάρμοζαν πιο ευφάνταστα βασανιστήρια:

 

Οι χαριτωμένοι νεανίαι του γυμνασίου εδοκίμαζον την δύναμιν των βραχιόνων των επί της ράχεώς του. Τον εκύλιον εις την λάσπην όταν έβρεχε και εις τον κονιορτόν όταν δεν έβρεχε. Τον ηνάγκαζον να ασχημονεί παντοιοτρόπως έμπροσθέν των. Του έδιδον και εκάπνιζε σιγάρα εις τα οποία περιείχετο πυρίτις, όπως γελώσιν έπειτα βλέποντας αναφλεγομένας τας τρίχας του πώγωνός του.

Τα μαρτύρια που υπέμενε ο ψυχοπαθής είναι ατελείωτα: τον καταδίωκαν, τον έδεναν, τον έσερναν στο πλήθος, τον εκτελούσαν εικονικά. Στον κατατρεγμό του τρελού των παιδικών του χρόνων, μοναδική νησίδα ανθρωπιάς και καλοσύνης αποτελεί η συμπεριφορά των γυναικών που του προσφέρουν περίθαλψη και άσυλο στις αυλές τους. Ως επιστέγασμα των συμφορών του επέρχεται και ο τραγικός του θάνατος από πτώση σε γκρεμό που τσάκισε το κρανίο του και σκόρπισε τον εγκέφαλο όστις από τοσούτου χρόνου δεν του εχρησίμευε πλέον… Ανάλογη ήταν και η επωδός της εφημερίδας «Πατρίς» της 8.6.1916 που αναφέρθηκε στην κηδεία του Μ. Μητσάκη ως εξής:

 

«Η χθεσινή μελαγχολική πομπή δεν ήτο αναμφιβόλως η κηδεία του… Ειπέτε καλύτερα ότι ήτο μια επιμνημόσυνος δέησις, εις την οποίαν συνέβη τούτο το περίεργον, να έχωμεν μαζί μας και τον νεκρόν» [16].

 

Από το ίδιο κείμενο του Μιχαήλ Μητσάκη σταχυολογούμε τα ακόλουθα αποσπάσματα που τονίζουν την ευαισθησία του στη λογοτεχνική αναβίωση και αποτύπωση των οικτρών αυτών βιογραφιών, ενώ θυμίζουν σαφέστατα και τη δική του μοίρα:

 

Η σύντομος αυτή βιογραφία του ταλαιπώρου τούτου θα ηδύνατο να θεωρηθεί ως κοινή πάντων των εν Ελλάδι φρενοβλαβών. Την οικτράν ταύτην ζωήν διανύουν και εις το άθλιον τέλος του καταλήγουν όλοι σχεδόν όσοι έχουν το ατύχημα να περιπέσουν εις το πάθημά του.

    Αι πλείσται των επαρχιακών πόλεων ή χωρίων έχουν τον παράφρονά των, όστις σύρεται εις τας οδούς των, βασανίζεται παντοιοτρόπως υπό των φρονίμων, λιμώττει, γυμνητεύει, παγώνει υπό τον άνεμον, ψήνεται υπό τον ήλιον, αποκτηνούται ή αποθηριούται και τελειώνει εκ συμβεβηκότος τινός ελεεινώς τας πολυπαθείς του ημέρας στερών τους συμπολίτας του, οίτινες μόνον τότε ενθυμούνται να τον λυπηθώσι, του αθύρματος και της διασκεδάσεως αυτών. Διότι η συμφορά αύτη, η φοβερωτέρα όλων όσας δύναται να πάθει τις και ήτις έπρεπε μάλλον οιασδήποτε άλλης να ελκύει τον οίκτον, ως επί το πλείστον κινεί κατά προτίμησιν μάλλον πάσης άλλης τον γέλωτα και την φαιδρότητα [1].

 

Η ιδιαίτερη ευαισθητοποίηση και η συμπάθεια με τις οποίες αντιμετωπίζει τους ψυχικά άρρωστους καθρεφτίζονται στις σελίδες του, όπου αντιπαραβάλλει τον πολιτισμό των Ιονίων Νήσων και το από 40ετίας φρενοκομείο με την κατάσταση στην υπόλοιπη χώρα που διατηρεί το οθωμανικό παρελθόν της.

Ο Μιχαήλ Μητσάκης επιδεικνύει συμπαράσταση, συμπόνοια, φιλάνθρωπα αισθήματα, εκλεπτυσμένη και πολιτισμένη συμπεριφορά, αποτροπιασμό στις βαναυσότητες σε όλα τα κείμενα που σχετίζονται με το θέμα αυτό που αγνοεί ότι θα αποτελέσει βίωμα για τον ίδιο. Με λεπτό χιούμορ καταγράφει τις περιπτώσεις των ασθενών που συναντάει στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Επισημαίνει τη φοβισμένη τους έκφραση, την καχυποψία τους προς τους επισκέπτες, την επιφυλακτικότητα και το φειδωλό λόγο τους ξεχωρίζοντας ωστόσο μερικούς που τον εντυπωσιάζουν.

 

Υπάρχουσι δε μεταξύ αυτών κατ’ ιδίαν τύποι αληθώς περίεργοι και άξιοι μελέτης […]. Είναι ο Κοσκινάς, ο γνωστός εφευρέτης του τετραγωνισμού του κύκλου, πάσχων την μαθηματικήν τρέλλαν, ησυχώτατος δε και αβλαβέστατος κατά τα άλλα [1].

 

Η ειρωνεία του είναι σχεδόν στοργική και η αλληλεγγύη του οφθαλμοφανής. Περιγράφει το φύλλο χαρτιού που του χαρίζει ο ασθενής, χωρίς να φαντάζεται πόσα ανάλογα χαρτιά με ακατανόητα σχήματα θα μουντζούρωνε αργότερα ο ίδιος στα χρόνια της δικής του αρρώστιας.

 

Το νέον αυτό φύλλον χάρτου καταλαμβάνουσιν υπερμεγέθεις κύκλοι. Τους κύκλους τούτους διαυλακούσι κατά παντοίας διευθύνσεις τολμηραί γραμμαί παράλληλοι, κάθετοι, τεμνόμεναι, εφαπτόμεναι, φέρουσαι τα στοιχεία του αλφαβήτου ή αριθμούς ποικιλοτρόπως περιπλεκομένους ως διακριτικά σημεία. Τερατώδη τετράγωνα συγκρούονται προς ογκώδη τραπέζια, ρόμβοι ανορθούνται επί τριγώνων, παραλληλόγραμμα εισβάλλουσιν αυθαδώς εντός των κύκλων [1].

 

Όσο ρεαλιστική και ψύχραιμη προβάλλει η εξαντλητική απεικόνιση των ακατανόητων σημειωμάτων μιας άρρωστης μαθηματικής διάνοιας, τόσο περίεργη είναι η αντίδραση του Μιχαήλ Μητσάκη στην απόπειρα του ίδιου του δημιουργού να ερμηνεύσει προφορικά τον καταρράκτη των σχημάτων που πλημμυρίζει αυτό το φύλλο χαρτιού. Η φράση του αυτή τον τοποθετεί «απέναντι» στους νοσηλευόμενους, τον περιχαρακώνει στο χώρο των «υγιών» και υπενθυμίζει και στον εαυτό του ότι παρευρίσκεται στο συγκεκριμένο χώρο ως επισκέπτης και μόνο.

 

Και ακούοντες τα παράδοξα αυτά πράγματα λεγόμενα δια φωνής μελιτώδους, ηρεμώτατα, αφελέστατα, ως να ήσαν τα φυσικώτερα και τα λογικώτερα των πραγμάτων του κόσμου, αρχίζετε να φοβήσθε μη το delirium είναι κολλητικόν και σπεύδετε να τραπήτε εις φυγήν.

 

Β. «Τρελλός» (Ανέκδοτο)

Επανέρχεται στο θέμα της τρέλας και σε αυτό, το ανυπόγραφο μάλιστα, σύντομο διήγημά του με τον τίτλο «Τρελλός», όπου κυριαρχεί η φιγούρα του γραφικού ψυχικά άρρωστου που βιώνει τον κοινωνικό αποκλεισμό από τους συγχωριανούς του και ζει μόνος (την απόλυτη μοναξιά τονίζει ο συγγραφέας) στους αγρούς εκτεθειμένος στις καιρικές συνθήκες και τους κινδύνους της υπαίθρου.

 

Μοναχός, καταμόναχος, ολόμονος, στην ερημιά την απόλυτη τη γύρω, στην ησυχία την απέραντη αυτή, εις τους αγρούς… Κανένας άλλος πέριξ, τίποτα, ψυχή όσο βλέπει το μάτι ολοτρόγυρα…

 

Η διαφορά του ήρωά του αυτού από τους προηγούμενους εντοπίζεται στην ηλικία του. Αντίθετα με τους απροσδιόριστης ή μέσης ηλικίας «τρελούς», ο τελευταίος εμφανίζεται νέος, σχεδόν έφηβος και ανάλογη είναι και η οδύνη για τις χαρές της ζωής που αδυνατεί να απολαύσει.

 

Το παιδί αυτό, αυτό το παλληκάρι, το αμούστακο, αγένειο… το αδύνατο, γλυκό, ισχνό και μαύρο, ηλιόψητο, ξέσαρκο, τετραχηλισμένο, κοκκαλιάρικο, το μοναχό, ολόμονο, ανάμαλλο… Σάτυρος θα ενόμιζες κανένας, νέος Σειληνός, αγένειος Πρίαπος, ήμερος κ’ ιλαρός και συμπαθής, βρεσμένος στα χωράφια και γλεντών την ύπαρξιν, την ηδονήν του είναι, εις αλλόκοτη ιδιότροπη αυτάρκεια.

    Κι όπως τον βλέπεις έτσι μοναχόν του, χορευτόν όπως περνάς διαβάτης, όξω απ’ το χωριό, έρημο και εκείνο, μέσα στους αγρούς, εις τα άδεντρα χωράφια, εις τα στάχια, εις το φως, παιδί και παλληκάρι, άβλαβο, μουρλό που τ’ άφηκαν φευγάτοι για δουλειές οι χωριανοί, μόνο με τις γυναίκες, με τ’ άλλα τα παιδιά τα βυζανιάρικα, μ’ όλη τη λεβεντιά του, άχρηστη, μαραμένη [17].

 

Γ. «Παράφρων» (1889)

Το τέταρτο πορτραίτο ψυχικά άρρωστου που σωζεται στις σελίδες του Μιχαήλ Μητσάκη είναι εκείνο του Γιάννη που συχνάζει στην πλατεία Κολωνακίου [18]. Αποτελεί το δείγμα «τρελού» σε αστικό περιβάλλον, το οποίο τον γνωρίζει, τον χαιρετάει με οικειότητα, του απευθύνει πειράγματα, ερωτήσεις, προσκλήσεις και του αποδίδει το ρόλο του γελωτοποιού.

 

Καταφανώς, είναι η τακτική της πλατείας διασκέδασις. Πρόχειρος ηθοποιός, ον παρέσχεν αυτοίς η φύσις, εύρον δε ως εξάγεται χρησιμώτατον όπως διέρωνται τας ώρας της ανίας των, προς ψυχαγωγίαν, οι κατά τα μέρη εκείνα διατρίβοντες, ελλείψει άλλου θεάματος. Και η παραμικροτέρα λέξις του εγείρει κύματα κτηνώδους ευφροσύνης παρά τω όχλω, τω ανακινουμένω εντός των πέριξ καταστημάτων ή διαβαίνοντι. Παν κίνημά του, παν σχήμα του, και μία τέρψις δια τους γύρω κύκλους εν οις συμφύρεται.

 

Με αυτό το διήγημα, ο συγγραφέας ολοκληρώνει την πινακοθήκη των ψυχοπαθών, που περιγράφει με μοναδική παραστατικότητα, ενώ έκδηλη είναι και η στοργή και η συμπόνια του προς τους ήρωές του αυτούς.

Ρακενδύτης, δεν φορεί παρά λινόν πανταλόνι και βρωμερόν υποκάμισον, άνωθεν δ’ αυτού κυματίζοντα επί του λιποσάρκου κορμίου του διάτρητον, μέγαν στρατιωτικόν μανδύαν. Είναι ανυπόδητος σεδόν, διότι τα καταφαγωμένα του σανδάλια αφήνουν το ήμισυ του ποδός αυτού συρόμενον εκτός. Προς το αυτί του το δεξιόν, μόλις κρατούμενον από της κορυφής του καταπίπτει πηλίκιον επίσης στρατιωτικόν, ούτινος ελλείπει από της προμετωπίδος, εξηλωμένον το στέμμα, εις ου την θέσιν οπή χάσκει…

    Βυθισμένοι εντός των κογχών των οι αμαυροί του οφθαλμοί, φαίνονται ως να πλανώνται εις έντρομον ονειροπόλησιν ή ως να καλύπτωνται υπό της αχλύος ην επιρρίπτει πολλάκις προ της οράσεως αιφνιδία φρίκη. Επί της ωχρολεύκου αυτού μορφής αποτυπούται συμπαθεστάτης ηλιθιότητος διαρκής έκφρασις και περί το στόμα του αυγάζει αδιακόπως αόριστον και ως ακούσιον μειδίαμα, αποκρυσταλλωθέν υποθέτεις απροσδοκήτως επ’ αυτού.

 

Καταγράφεται η συνηθισμένη διαδρομή του στα καταστήματα της πλατείας, η διαρκής ανησυχία που δεν του επιτρέπει έστω μιας στιγμής ηρεμία και η εξάρτησή του από την ομήγυρη και το αντίστροφο.

 

Και ο Γιάννης, τρικλίζων επί των ποδών αυτού ως μεθυσμένος με το πηλίκιον κινδυνεύον ανά πάσαν στιγμήν να πέσει από της κεφαλής του, σύρων τα τρυπημένα του παπούτσια, πορεύεται προς έκαστον εξ αυτών, δεξιά, αριστερά, από του ενός μαγαζείου εις το άλλο, εισέρχεται εις αυτά, κάθηται παρά τα τραπέζια, εγείρεται, επιστρέφει επί των βημάτων του, ομιλών πάντοτε, άλλοτε μεν ως απαντών προς τους λαλούντας αυτώ, άλλοτε δ’ ως απευθυνόμενος προς εαυτόν…

    Υβρίζει δε, και παθαίνεται, και ερεθίζεται, και λοιδωρεί, χωρίς όμως εν τούτοις να βωμολοχεί. Αλλ’ αι ύβρεις και αι λοιδωρίαι του φαίνεται να έχουν την ιδιότητα να επαυξάνουν την ευθυμίαν. Οι ομιληταί του αισθάνονται πιθανώς ιδιαιτέραν ηδονήν προκαλούντες αυτόν εις συνδιάλεξιν, εις διήγησιν, και μάλιστα εις έξαψιν.

 

Ο συγγραφέας σε λίγες λέξεις περικλείει τον οίκτο, τη συμπαράσταση αλλά και έναν ενδόμυχο φόβο ότι ο καθένας θα μπορούσε να είναι στη θέση αυτή και ότι η μοίρα κινεί τα νήματα της ζωής και εξυφαίνει τραγικές καταστάσεις ή μάλλον κωμικοτραγικές.

 

Ο Γιάννης είναι αβλαβής τρελλός, αστείος ανόητος, εις εκ των γελοίων εκείνων δυστυχών,-διότι και η δυστυχία αυτή, ω σκληρά Ειμαρμένη, είναι συχνάκις γελοία-, ους άγνωστος και παράδοξος μοίρα εκλέγει τυφλώς συνήθως ως θύματα αδήλου, αλλοκότου και ανεξιχνιάστου ιδιοτροπίας.

 

Αφού εξιστορήσει τα γεγονότα που συνέτειναν στην εκδήλωση της νόσου, ο Μιχαήλ Μητσάκης τη χαρακτηρίζει ως «στρατιωτική μανία» και την αποδίδει στη βία των πολεμικών συγκρούσεων που αναγκάσθηκε να αντιμετωπίσει ο «ταλαίπωρος». Λιποτάκτησε από το στρατό, πέταξε το όπλο του και περιπλανήθηκε στα βουνά χάνοντας την πνευματική του διαύγεια και την ψυχική του ισορροπία. Παραδόξως όμως, αντί να αποστρέφεται κάθε τι προερχόμενο από το στρατό, διαψεύδοντας εκ των υστέρων τη δειλία του, επινοεί ανδραγαθήματα και προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι πράγματι πολέμησε και διακρίθηκε στις μάχες. Επινοεί μάλιστα και φανταστικά τραύματα, τα οποία επιθυμεί και να επιδεικνύει σε κάθε ενδιαφερόμενο. Σε όλες τις συζητήσεις περιστρέφεται πάντοτε γύρω από το αγαπημένο του θέμα, το στρατό με αξιοθαύμαστη επιμονή, ενώ διακατέχεται παράλληλα από μανία καταδίωξης και παραληρεί εναντίον εκείνων που επιβουλεύονται τη ζωή του, με κύριο εκπρόσωπο τον Χαρίλαο Τρικούπη.

Η κακομεταχείριση είναι παρούσα και στην πρωτεύουσα. Άλλοι του υπόσχονται κέρασμα και του προσφέρουν σκέτο νερό, άλλοι τον καλούν για να του δώσουν κάτι και τον χτυπούν, ενώ ο ίδιος υποβάλλει τον εαυτό του σε δοκιμασίες που του υπαγορεύει η νόσος του.

 

Εκτελεί (προστάγματα) απομιμούμενος την πορείαν ολοκλήρου σώματος βαδίζοντος, αναβαίνων και καταβαίνων, προσποιούμενος ότι χειρίζεται φανταστικόν όπλον…

-Βήμα σημειωτόν, μαρς!, επιτάσσει εαυτώ.

Και σταματά, κάθετος επί του εδάφους, ακίνητος το λοιπόν σώμα, τινάσσων ηρέμα τους πόδας προς τα εμπρός και τα οπίσω.

-Τροοοχαάδην! Ολολύζει μετά τούτο.

 

Με πολλή παρατηρητικότητα και έχοντας αφιερώσει αρκετό χρόνο στην παρακολούθηση των κινήσεων του «στρατιώτη», ο συγγραφέας καταλήγει την αφήγηση με ένα επεισόδιο ενδεικτικό των προθέσεων του κοινωνικού περίγυρου και της αλγεινής εντύπωσης που προξενούν στον ίδιο, η σκληρότητα και η βία που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά προς όλους τους ανυπεράσπιστους. Ένας νεαρός λοχίας που περνάει από την πλατεία, όταν πιέζεται από τον Γιάννη για ελεημοσύνη («δώσε μου μια δεκαρίτσα») με κάποια φορτικότητα και επιμονή, δεν διστάζει να του καταφέρει «ράπισμα δεινόν» και να συνεχίσει σοβαρός και αξιοπρεπής την πορεία του.

 

Εκραδάνθη επί των ραιβών αυτού σκελών ο άνθρωπος, ήπλωσε τας χείρας προς το κενόν, και διαμιάς εβρόντησε καταγής. Ο δυστυχής παράφρων κυλίεται χαμαί, εντός του βορβόρου του παραρρέοντος ρυακίου της οδού, βάλλων φρικώδη ουρλιάσματα. Καγχάζουσι δε βροντωδώς οι περιεστώτες άπαντες, και επιχαίρει των υπηρετών ο συρφετός, και τις τούτων διερχόμενος ώθησεν αυτόν δια του ποδός, πειρώμενον ν’ ανεγερθεί, ίνα επαναπέσει.

 

Η σκηνή αυτή, με την οποία κλείνει το αφήγημά του, φαντάζει τόσο προφητική ώστε ν’ αναρωτηθούμε αν δεν είχε φανταστεί τον εαυτό του στη θέση του θύματος, όπου ο ανάλγητος περίγυρος θα συνέχιζε απτόητος τα βασανιστήρια εναντίον του πλέον. Ο Δ. Ταγκόπουλος διηγείται: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου μια τραγική μου συνάντηση. Ανέβαινα βράδυ προς το Σύνταγμα, όταν έξω από του Ζαχαράτου βλέπω τον Μητσάκη και κάτι λούστρους που τον εσταύρωναν. Ο Μητσάκης αγριεμένος έλεγε λόγια ασυνάρτητα, έβγαζε κραυγές άναρθρες και μ’ ένα μικρό μπαστουνάκι που κρατούσε, προσπαθούσε ν’ αμυνθεί. Επήγα κατ’ επάνω τους. Πριν τους φτάσω, μ’ επλησίασε ο Μητσάκης. Και με ύφος παρακλητικό, -Κύριε, μου είπε. Σώστε με απ’ αυτούς τους κάφρους», για να προσθέσει «Έδιωξα τους λούστρους κι’ έφυγα καταλυπημένος, δίχως να σταθώ που με φώναζε για να μ’ευχαριστήσει. Άλλοτε πάλι, γιατί είχε και φωτεινά διαλείμματα, με αναγνώριζε και με σταματούσε, μα πάλι του ξέφευγα κρυφά, γιατί δεν μπορούσα να τόνε βλέπω…» [15, 19].

 

Δ. Ο βασανισμός των ζώων

Αρκετές φορές στα διηγήματά του ο Μιχαήλ Μητσάκης περιγράφει βασανισμούς ανυπεράσπιστων πλασμάτων, όπως οι άστεγοι ψυχοπαθείς της Αθήνας και τα αδέσποτα ζώα στους δρόμους, εξαντλώντας συχνά την ευαισθησία των αναγνωστών του με τη μέχρι κυνισμού ωμότητά του, που παραπέμπει στην ακριβή και ψυχρή καταγραφή του κινηματογραφικού φακού, που εστιάζει με επιμονή στο αποτρόπαιο θέαμα επιβάλλοντας στους θεατές να το παρακολουθήσουν υποχρεωτικά. Η κριτικός της λογοτεχνίας, Γ. Γκότση, στο έργο της «Η ζωή εν τη πρωτευούση», επισημαίνει αυτή την πλευρά της ιδιαίτερης γραφής του συγγραφέα: «Η αποτελεσματικότητα της γραφής του Μητσάκη έγκειται στην ικανότητά της να ξαφνιάζει ή να αναστατώνει τον αναγνώστη, όταν τον υποχρεώνει να παρακολουθήσει και ο ίδιος από διαφορετική σκοπιά του απόμερου θεατή εκφάνσεις της ζωής στην πόλη του. Η τακτική του είναι να μετατρέπει το οικείο σε ανοίκειο ώστε να αποδείξει το πραγματικό […]. Αυτή η ανοικείωση της καθημερινότητας γίνεται δραστικότερη σε ορισμένες <Αθηναϊκές σελίδες> που περιγράφουν την υποδοχή σκηνών βάναυσης μεταχείρισης ζώων συνήθως ή τρελών, από τον όμιλο των περαστικών» [20]. Τα διηγήματα που περιέχουν βασανισμούς ζώων είναι: «Άνθρωποι και κτήνη» [21,22] και «Το κάρρον» [23,24], όπου αμαξάδες χτυπούν αλύπητα τα άλογά τους για να προχωρήσουν, «Θεάματα του Ψυρρή» [25,26,27] και «Το γατί» [28,29], όπου ένας σκύλος και ένα γατί αντίστοιχα αργοπεθαίνουν μαρτυρικά στο δρόμο και «Αρκούδα» (1893) [30,31] όπου ο άνθρωπος εξευτελίζει ένα άγριο ζώο μετατρέποντάς το σε σκλάβο με σκοπό το κέρδος. Το τελευταίο αυτό διήγημα, όπου περιγράφεται η βίαιη απόσπαση ενός αγριμιού από τον κόσμο της φύσης και η περιφορά του στα σοκάκια της πόλης, εκφράζει αφενός την αντιπαράθεση ανεξαρτησίας και υποταγής και αφετέρου ένα εντελώς σύγχρονο πνεύμα περιβαλλοντικής ευαισθησίας για το αλυσοδεμένο πλάσμα που ανήκει σε άλλο κόσμο, μακριά από τη μιμητική ανθρωπομορφική παράσταση που υποχρεώνεται να δώσει ενώπιον κοινού. Στην ενότητα με τον ενδεικτικό τίτλο «Άνθρωποι και κτήνη», που περιλαμβάνει ιστορίες βίας προς τα ζώα, ο συγγραφέας ακολουθεί τη νατουραλιστική σχολή και επιπλέον συνδέει τη βάναυση συμπεριφορά με την επιστροφή του ανθρώπου σε πιο αρχέγονες καταστάσεις αλλά κυρίως με την έλλειψη παιδείας και συνεπώς ευαισθησίας από τις λαϊκές τάξεις της αθηναϊκής κοινωνίας.

Η κριτικός Γ. Γκότση, με εύστοχες παρατηρήσεις, προσδίδει βαθύτερες διαστάσεις στα ψυχογραφήματα των βασανιστών βασιζόμενη συχνά σε γλωσσολογικές αναλύσεις: «Το λεξιλόγιο που επιλέγει ο Μητσάκης αποκαλύπτει κάποιες φορές την αποθηρίωση των ανάλγητων ανθρώπων: έτσι ο θυμωμένος αμαξάς <αγριούται>, ενώ (άλλος αμαξάς) <εκχύνει επί του αθώου κτήνους θηρίου λύσσαν>» [20]. Αμέριστη είναι παράλληλα η συμπάθεια του αφηγητή προς τα ζώα, τόση που επιφέρει ένα εξανθρωποποιημένο λεξιλόγιο στις περιγραφές τους, όπως «κοπώδες άσθμα», «γόος», «παράπονον θρηνώδες», «αποκάμνει», «φιλοτιμείται». Βρίσκεται πάντοτε από τη δική τους πλευρά –είναι χαρακτηριστική η ρήση του «Θεέ μου, φύλαττέ με από τους ανθρώπους και ξέρω πώς να φυλαχθώ από τα θηρία» [32]–, πάντοτε με τον αδύναμο ή τον ηττημένο, όπως με τα άλογα που τα εμφανίζει «ως δεσμώτες μιας ανήλεης δουλείας» που υποτάσσονται στη βούληση του «αυθέντου» τους. Η σαδιστική και αναίτια εξόντωσή τους και η βίαιη εξημέρωσή τους, όπως στην περίπτωση της απαγωγής της αρκούδας από το δάσος, είναι δοκιμασίες για την ευπαθή φύση του Μητσάκη. Αισθάνεται όμως ότι δεν υπάρχουν αλληλέγγυοι με εκείνον μέσα στο πλήθος και ότι οι θεατές είναι εξίσου ένοχοι με τους θύτες διότι δεν ακούγονται φωνές διαμαρτυρίας ούτε υπάρχουν πράξεις παρέμβασης και διάσωσης των αποδεκτών της βίας. Γράφει χαρακτηριστικά η κριτικός: «Επιπλέον η οικτρή παράσταση του βασανισμού αθώων θυμάτων αποκαλύπτει την επιθυμία για κυριαρχία που ενυπάρχει τόσο σε αυτούς που ασκούν τη βία όσο και σε εκείνους που καταναλώνουν το θέαμα». Και προσθέτει: «Χαζεύοντας ή διασκεδάζοντας με την άσκηση βίας οι συναθροισμένοι θεατές μετέχουν της αποτρόπαιης ισχύος του θύτη» [20].

Ήδη από το 1894 ο Κ. Παλαμάς είχε διαγνώσει τη δύναμη του λόγου των σύντομων αφηγημάτων του Μητσάκη: «Οι ήρωες των <Σελίδων> του κ. Μητσάκη συνήθως είναι θύται ή θύματα και τριγύρω των παρίσταται και αναπτύσσεται χορός ηλιθίων ή αναισθήτων, αθλιοτήτων και ασχημιών […] όπου βλέπεις να καμώνονται και να ορύονται η ανανδρία και η ουτιδανότης […] όπου ψηλαφείς την αναισθησίαν και πληγώνεσαι από την σκληρότητα» [33]. Σχετικά με τους αναγνώστες των συγκεκριμένων αυτών διηγημάτων η κριτικός συνεχίζει: «Η αναμέτρηση με το θέαμα βασανισμού άκακων πλασμάτων, στο οποίο ανοικειοθελώς συμμετέχει, εκβιάζει την αγανάκτηση και την αηδία του και υποδαυλίζει την ανάγκη να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους λοιπούς απαθείς θεατές ή τον όχλο της πόλης. Την ψυχολογική ένταση που προξενεί στον αναγνώστη-θεατή η απεχθής παράσταση εντείνει η επίμονη απόδοση της κτηνωδίας του θύτη και η αργόσυρτη κλινική περιγραφή πληγωμένων θυμάτων, η οποία ξεφεύγει από τα πλαίσια του νατουραλισμού φθάνοντας κάποτε σε μια αισθητιστική ενορχήστρωση του φρικώδους». Και καταλήγει: «(Ο αναγνώστης) εξωθείται να συνειδητοποιήσει το ρόλο του ως θεατή και να προσμετρήσει το βάρος της δικής του ματιάς. Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ παθητικός παρατηρητής, αφού η αφήγηση τον παγιδεύει σ’ ένα παιγνίδι ανταλλαγής βλεμμάτων, όπου ό,τι κοιτάζει του ανταποδίδει το βλέμμα του. Από τη στιγμή αυτή, αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα που τον περιβάλλει» [20].

 

Ο Μ. Μητσάκης και η ψυχική νόσος

Η ανίχνευση πρώιμων διαταραχών στο έργο του Μιχαήλ Μητσάκη δεν μπορεί εύκολα να καταλήξει σε άλλο εύρημα πλην της μεγάλης του ευαισθησίας, ενώ το πιο προβληματικό μέρος δεν αφορούσε τη γραφή του και τις κάποιες ιδιοτυπίες της αλλά την εκκεντρική του συμπεριφορά.

Σε αυτή την εργασία δεν ασχολούμαστε με τα γαλλικά ποιήματα της περιόδου της ζωής του που σημαδεύτηκε από την ψυχική νόσο, τα οποία επίσης δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν παραληρητικά, παρά την αποδιοργάνωση της γραφής σε αρκετά από αυτά [12]. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα, σε μετάφραση του Θ. Χατζόπουλου:

 

Θα σε περιμένω με το πόδι σταθερά πάνω στο χώμα

καρφωμένο

πνεύμα ταραχώδες, αρμονικό και τρελλό

 

Το ποίημα αυτό δείχνει ότι ο Μιχαήλ Μητσάκης έχει την αίσθηση της ψυχικής διαταραχής, σε μια περίοδο μάλιστα που θεωρείται, γενικά, ως παράφρων. Ο εκδότης των γαλλικών ποιημάτων, Άγγελος Καράκαλος, τονίζει: «Το γεγονός ότι ο Μιχαήλ Μητσάκης όταν ήταν στα καλά του δεν έγραφε ποιήματα, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, η σχεδόν τέλεια απόδοση των εμπνεύσεών του στα γαλλικά και μάλιστα σ’ έμμετρο ή ελεύθερο στίχο και, κυρίως, η προδρομική αλλά όχι συνειδητή εκ μέρους του εφαρμογή της αυτόματης γραφής προ της εμφάνισης του υπερρεαλισμού αποτελούν ένα μοναδικό φαινόμενο για τα ελληνικά γράμματα [34].

Ο Θ. Χατζόπουλος [35], παρατηρεί όμως ότι η φιλολογική παραγωγή ενός άρρωστου συγγραφέα δεν γεννιέται από το μηδέν αλλά υπάρχει εν σπέρματι και στα προηγούμενα γραπτά του [12]. Επιπλέον, ο Χατζόπουλος σχολιάζει: «Σημασία έχει ότι ο Μητσάκης προαισθανόταν το μέλλον του και σ’ όλο του το έργο μπορεί κανείς να βρει εκ των υστέρων διάσπαρτες ενδείξεις γι’ αυτό. Εμείς οι ίδιοι είμαστε οι καλύτεροι μάντεις, οι καλύτεροι προάγγελοι του εαυτού μας, είτε προς το καλό είτε προς το κακό, χωρίς βέβαια να το πιστεύουμε, ως τη στιγμή που ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι αυτό που κρυφά επιθυμούσαμε, φοβόμασταν ή διαισθανόμασταν το έχουμε ήδη ενσαρκώσει» [35].

Εκτός του Α. Καράκαλου, εξέχοντα ρόλο στη διάσωση γραπτών της «τρελής» περιόδου του Μιχαήλ Μητσάκη έπαιξε ο Γ. Κατσίμπαλης, παρέχοντάς μας ένα πρώτης τάξεως υλικό για γλωσσολογική και ψυχοοπαθολογική μελέτη, παράλληλα με τη λογοτεχνική τους ανάγνωση.

 

Η θέση του Μ. Μητσάκη στη νεοελληνική λογοτεχνία

«Ο Μιχαήλ Μητσάκης αργά αλλά σταθερά αποκαθίσταται στη θέση που του αξίζει, στα κατάστιχα της λογοτεχνικής ιστορίας και επανέρχεται με τον αέρα ενός θριάμβου, μιας δικαίωσης, όλο και συχνότερα στη γραμματειακή μας επικαιρότητα» γράφει η κριτικός λογοτεχνίας Λίζυ Τσιριμώκου επισημαίνοντας ταυτόχρονα την καταξίωση στη συνείδηση του κοινού των τριών κορυφαίων διηγηματογράφων της νεοελληνικής λογοτεχνίας: του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Γεωργίου Βιζυηνού και του Μιχαήλ Μητσάκη. Μνημονεύει επιπλέον τη μακρόχρονη αντοχή και παρουσία τους στα Ελληνικά Γράμματα, παρά την ψυχική νόσο των δύο τελευταίων, και προσθέτει: «Επιπόλαιοι <συσχετισμοί> βίου και έργου περιθωριοποίησαν επί μακρόν τον Μητσάκη στην περιοχή της <συμπαθούς γραφικότητας> ή της <ιδιάζουσας περίπτωσης> (περιοχή στην οποία καθηλώθηκε επίσης επί μακρόν ο Βιζυηνός και από την οποία επείγει να εξέλθει και ο Φιλύρας)» [36].

Η Γ. Γκότση θεωρεί εντυπωσιακό το σύντομο πέρασμά του από τα νεοελληνικά γράμματα και προσδιορίζει τον θεματολογικό του άξονα ως την έμμονη ενασχόληση με το άστυ. Σημειώνει: «Θεματολογικά, ξέφυγε από τις συμβάσεις της απεικόνισης αγροτοποιμενικών κοινοτήτων. Υφολογικά, τολμούσε τη μείξη της καθαρεύουσας με τη δημοτική και ξένα γλωσσικά στοιχεία καθώς και τη σύζευξη του ρεαλισμού με τον αισθητισμό και τη λυρική διάθεση. Ειδολογικά, κινούνταν ανάμεσα στο διήγημα και το περιγραφικό αφήγημα, την ταξιδιωτική εντύπωση και το πεζό ποίημα. Ο ίδιος ο Μητσάκης φαίνεται πως γνώριζε τις απορίες που γεννούσε η ειδολογική ρευστότητα της γραφής του και η διακύμανσή της μεταξύ πεζού και ποιητικού λόγου» [20].

Μια κριτική της εποχής του τοποθετεί τον συγγραφέα με περισσότερη αμηχανία και απορία στις ιδιάζουσες περιπτώσεις νεοελλήνων συγγραφέων. «Εκ των μακρών του αυτών περιπλανήσεων, εκ των ακριβεστάτων αυτών παρατηρήσεών του, απορρέουν κατόπιν τα τόσον ιδιορρύθμως εκδιδόμενα και αυτά διηγήματά του, τα πασίγνωστα υπό τον τίτλον <Αθηναϊκαί Σελίδες>, τα τόσον ζωντανά, τα τόσον πλαστικά, τα τόσον αριστοτεχνικά καλλιτεχνήματα, με την βαθυτάτην παρατηρητικότητά των, και την κατακηλούσαν πρωτοτυπίαν των. Ιδικόν του ύφος έχει δημιουργήσει, ούτε την καθαρεύουσαν, ούτε την δημώδη αποκηρύττων, ιδιορρύθμως ζει, ιδιορρύθμως εργάζεται, ιδιορρύθμως ενδύεται, ιδιορρύθμως εκφράζεται και ιδιορρύθμως υπάρχει». Το μοτίβο της ιδιορρυθμίας επανέρχεται σε όλους σχεδόν τους παλαιότερους κριτικούς. Ο Ξενόπουλος γράφει χαρακτηριστικά: «Ως χρονογράφον πάντοτε λογοτέχνην –κι’ ένας λογοτέχνης χρονογράφος είναι και ολίγον διηγηματογράφος και ολίγον ποιητής, και πολύ φιλόσοφος, και πολύ λογοπαίκτης, και πολύ στυλίστας, προπάντων στυλίστας–, θεωρώ τον Μητσάκην ιδιόρρυθμον, πρωτότυπον, δυνατόν, έξοχον» [20]. «Μια αλλόκοτη αθηναϊκή φιγούρα […] έναν τοξικομανή του ύφους, μια δινκιχωτική μορφή πεζογράφου», έτσι έβλεπε τον Μητσάκη ο αξέχαστος Μάριος Μαρκίδης· και την παραφροσύνη του να «βρίσκεται μέσα στην ίδια τη γλώσσα, στις τρύπες της απ’ όπου διαρρέει το νόημα σα ν’ αδειάζουν οι φλέβες του ανθρώπου» [37].

 

Επίλογος

Σε πολλά κείμενα του Μιχαήλ Μητσάκη είναι δυνατόν σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά το θάνατό του, να ανιχνευθούν σημεία αντιφάσεων, ασάφειας, ιδιορρυθμίας. Ο ίδιος, σε κάποια από τα εξομολογητικά αφηγήματά του, εξιστορεί τη ζωή του και εκφράζει την απογοήτευσή του για την επαγγελματική σταδιοδρομία του, «τη φρικώδη μοίρα του να καταστεί ποτέ χρονογράφος αθηναϊκού περιοδικού ή εφημερίδας».

Η ρεαλιστική πολυεπίπεδη και διεισδυτική απεικόνιση αστικών σκηνών της εποχής του εξαφανίζεται από το έργο του μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων της νόσου, ενώ στα δύο χρόνια που προηγήθηκαν από την πρώτη μακροχρόνια εισαγωγή του στο Δρομοκαΐτειο, 1894-1896, η συγγραφική του παραγωγή αραίωσε δραματικά. Ο «δύσκολος» και «ιδιότροπος» Μιχαήλ Μητσάκης δίνει προειδοποιητικά μηνύματα για την επερχόμενη αποδόμηση της προσωπικότητάς του; Η απάντηση είναι δύσκολη, καθώς τα πρόδρομα συμπτώματα μόνο εκ των υστέρων μπορούμε να τα αξιολογήσουμε, καθώς ούτε η ιδιόρρυθμη συμπεριφορά, ούτε η υπερευαισθησία, ούτε κάποιες συγγραφικές παραδοξότητες οδηγούν υποχρεωτικά στην ψυχική κατάρευση και τη νόσο. Θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε την παρατήρηση ότι η διεισδυτικότητα της γραφής του, η εξαιρετική ικανότητά του να δίνει λεπτές και πολυεπίπεδες περιγραφές των ανθρώπων και των τόπων βασίζεται στη σύλληψη ενός μεγάλου φάσματος εικόνων και αποχρώσεων, αλλά μόνο έμμεσα επιχειρεί τη βαθύτερη ερμηνεία των όσων παρατηρεί. Γι’ αυτό άλλωστε θα χρειαζόταν κάποιο περισσότερο επεξεργασμένο ιδεολογικό, θεωρητικό υπόβαθρο και φαίνεται ότι ο Μητσάκης αυτό δεν το διέθετε, αν υποθέσουμε ότι θα τον ενδιέφερε να το διαθέτει, παρά την ευρυμάθειά του, με αποτέλεσμα να σηκώνει μόνος, χάρη στη ματιά και την ευαισθησία του, το βάρος των εικόνων και των καταστάσεων, χωρίς την προστασία της θεωρίας.

Όχι μόνο η συγγραφική δραστηριότητα, αλλά και η ίδια η ζωή του αποτελούν ένα μοναδικό υλικό που φέρνει διαρκώς στο προσκήνιο τον Μιχαήλ Μητσάκη, ο οποίος στην εποχή του έλαμψε μόνον ως διάττων αστέρας, αλλά εξακολουθεί να θέτει θεμελιώδη ζητήματα για τον άνθρωπο και τα δημιουργήματα του νου του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Μητσάκης Μ. Εις τον οίκον των τρελλών. Εις: Αφηγηματικές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 646-657.
  2. Μητσάκης Μ. Εις τον οίκον των τρελλών. (Εισαγωγή-Φιλολογική επιμέλεια: Παπακώστας Γ) Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2004, σ. 95.
  3. Πλουμπίδης ΔΝ. Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα. Εκδ. Εξάντας-Τρίαψις-Λόγος, Αθήνα 1995, σσ. 125-129.
  4. Σέργης ΜΓ. Εισαγωγή. Εις: Αφηγηματικές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 11-12.
  5. Δρακοπούλου Δ, Σαββίδης Μ. Εισαγωγή εις Μητσάκη Μ. Αυτόχειρ. Εκδ. Ιστός, Αθήνα 1996, σ. 46.
  6. Δάλλας Γ. Καταργώντας τα όρια των ειδών. Αφιέρωμα στον Μ. Μητσάκη, Κυριακάτικη Αυγή. 5.6.2005.
  7. Σέργης ΜΓ. βλ. σημ. 4 σσ. 22-23.
  8. Σέργης ΜΓ. βλ. σημ. 4 σσ. 27.
  9. Μητσάκης Μ. Φύλλα εκ του ιδιαιτέρου σημειωματαρίου μου. Εις: Κριτικά Κείμενα. Επιστολές. Ποίηση. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2007, τ. Β΄ σ. 701.
  10. Μητσάκης Μ. βλ. σημ. 9 σσ. 694-695.
  11. Φαφαλιού Μ. Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο. Εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1995, σ. 85.
  12. Πλουμπίδης ΔΝ. Η γαλλική γλώσσα στην ποίηση του «παράφρονα» Μιχαήλ Μητσάκη. Σύναψις supplément 1α. Φθινόπωρο 2005 σσ. 28-36.
  13. Ποριώτης Ν. Ανέκδοτοι στίχοι του Μ. Μητσάκη. Νέα Γράμματα 1, 1935 σσ. 86-99.
  14. Φαφαλιού Μ. βλ. σημ. 11, σ. 87.
  15. Μητσάκης Μ. Το έργον του. (Εισαγωγή-σχόλια-επιμέλεια Περάνθης Μ). Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας ΙΔ Κολλάρου και Σια, Αθήνα 1956, σσ. 176-178.
  16. Φαφαλιού Μ. βλ. σημ. 11, σ. 97.
  17. Μητσάκης Μ. Τρελλός. Εις: Αφηγηματικές και Ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 572-574.
  18. Μητσάκης Μ. Παράφρων. Εις: Αφηγηματικές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 240-253.
  19. Φαφαλιού Μ. βλ. σημ. 11, σ. 84.
  20. Γκότση Γ. Η ζωή εν τη πρωτευούση. Θέματα αστικής πεζογραφίας από το τέλος του 19ου αιώνα. Εκδ. Νεφέλη. Αθήνα 2004, σσ. 298-306.
  21. Μητσάκης Μ. Άνθρωποι και κτήνη. Εις: Αφηγηματικές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 334-340 (πρώτη δημοσίευση 1891).
  22. Μητσάκης Μ. Άνθρωποι και κτήνη. Εις: Πεζογραφήματα (Σύμβουλος έκδοσης Αναγνωστάκης Μ). Εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1988 σσ. 182-189.
  23. Μητσάκης Μ. Το κάρρον. Εις: Αφηγηματικές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 348-358 (πρώτη δημοσίευση 1892).
  24. Μητσάκης Μ. βλ σημ. 22 σσ. 194-206.
  25. Μητσάκης Μ. Θεάματα του Ψυρρή. Εις: Αφηγηματικές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 308-317 (πρώτη δημοσίευση 1890).
  26. Μητσάκης Μ. Θεάματα του Ψυρρή. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000 (σειρά Μικρά τσέπης) σσ. 57-70.
  27. Μητσάκης Μ. βλ. σημ. 13 σσ. 180-188.
  28. Μητσάκης Μ. Το γατί. Εις: Αφηγηματικές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 358-362 (πρώτη δημοσίευση 1893).
  29. Μητσάκης Μ. βλ. σημ. 22 σσ. 207-213.
  30. Μητσάκης Μ. Αρκούδα. Εις : Αφηγηματικές και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2006, σσ. 370-377 (πρώτη δημοσίευση 1893).
  31. Μητσάκης Μ. βλ. σημ. 22 σσ. 224-233.
  32. Μητσάκης Μ. βλ. σημ. 9 σ. 696.
  33. Παλαμάς Κ. Άπαντα. Εκδ. Μπίρη, Αθήνα χχ (γ΄εκδ.) τ. Β΄ σσ. 187-194.
  34. Καράκαλος Α. Αναζητώντας τον Μιχαήλ Μητσάκη (1863-1916). Η Λέξη τ. 90, Δεκέμβριος 1989, σσ. 990-998.
  35. Χατζόπουλος Θ. Τα όρια της ποιητικής σωφροσύνης. Η Λέξη τ. 90, Δεκέμβριος 1989, σσ. 1005-1009.
  36. Τσιριμώκου Λ. Εσωτερική ταχύτητα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2000, σσ. 250-253.
  37. Μαρκίδης Μ. Το παιχνίδι των γραμμάτων. Στο Θ. Τζαβάρας [επιμ] Κείμενα Νευρο-Ψυχολογίας, Εκδ Σύγχρονα Θέματα. Θεσσαλονίκη 1987, 269 – 277.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.