Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ

σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]

Ψυχοπαθολογία & ψυχοδυναμική της εργασίας

Όταν έρχεται το βράδι της Κυριακής αρχίζει μια δύσκολη νύχτα για το 50% των Γάλλων μισθωτών που εμφανίζουν διαταραχές ύπνου στη σκέψη της άλλης μέρας και της επανόδου στη δουλειά. Πρόκειται για τη λεγόμενη «φοβία της Δευτέρας» που αποκάλυψε πρόσφατη έρευνα [Απρίλιος του 2008]. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο και αφορά τις αναπτυγμένες χώρες, όντας χειρότερο στις ΗΠΑ και την Μεγάλη Βρετανία (70%) και ηπιότερο στη Δανία και τη Νορβηγία (30%). Το γεγονός αντανακλάται στο εκδοτικό κύμα της τελευταίας δεκαετίας που αναφέρεται σε προβλήματα ψυχοπαθολογίας της εργασίας.

J.-F Dortier. Le blues du dimanche soir.1

Εισαγωγή

Το πολυσύνθετο του ανθρώπου διαφαίνεται ήδη στην επίσημη, επιστημονική ονομασία του. Διότι ενώ έχει ένα κύριο όνομα: Hommo, διαθέτει συνάμα κάμποσα επίθετα, όπως sapiens (έμφρων), faber (κατασκευαστής), laborans (μοχθών), loquens (ομιλών), oecono-micus (οικονομικός) ακόμα και ludens (παίζων). Μερικές φορές βέβαια η σοφία του τίθεται εν αμφιβόλω διότι απλώς φλυαρεί ή δυστυχώς παίζει με τη φωτιά. Όμως, έτσι κι αλλιώς, μοχθεί και εργάζεται.

Είναι ιπποκρατική η βεβαιότητα ότι μέσω της ιατρικής φτάνουμε σε κάποιες γνώσεις για την ανθρώπινη φύση, κι ας προσθέσω ακόμη ότι, σύμφωνα με ένα σκοπίμως προκλητικό ευφυολόγημα ενός από τους τελευταίους μεγάλους ψυχοπαθολόγους, του Henri Ey, η ιατρική είναι ειδικότητα της ψυχιατρικής, όχι το αντίστροφο. Ανατρέχοντας στους αρχαίους μας, θα βλέπαμε λιγότερο αυθαίρετη τη διατύπωση, διότι κοντά στο ιπποκρατικό «φύσις δε του σώματος αρχή του εν ιητρική λόγου»2 υπάρχει και η Δημοκρίτεια ρήση «ανθρώποις αρμόδιον ψυχής μάλλον ή σώματος λόγον ποιείσθαι».3 Έτσι, η ψυχιατρική, σκοπώντας στη θεραπεία του ψυχικώς πάσχοντος, διατύπωνε πάντα έναν λόγο «περί του ανθρώπου» που δεν απηχούσε πάντοτε την «πραγματικότητα», την οποία όμως μπορούσε να προσεγγίσει μόνο όταν έβλεπε τον άνθρωπο στη σωματοψυχική του ολότητα και τους διχασμούς του [ο άνθρωπος έχει ένα ασυνείδητο, όντας συνειδητός].

Αυτός ο ισχυρισμός ας μην εκληφθεί ως φαντασίωση τεχνοκρατικής παντοδυναμίας. Τόσο η σωματική ιατρική όσο και η ψυχιατρική δεν μπορούν από μόνες τους να κατανοήσουν πλήρως και να επιλύσουν κοινωνικά προβλήματα όπως είναι τα προβλήματα της εργασίας. Η κοινωνική οργάνωση της πολιτείας –και δεν εννοώ μόνο το κράτος, αλλά και την κοινωνία των πολιτών, στο βαθμό που υπάρχει και στο μέτρο που εκδηλώνεται– είναι τελικώς υπεύθυνοι γι’ αυτά.

Charlie Chaplin Μοντέρνοι Καιροί, 1936
Charlie Chaplin
Μοντέρνοι Καιροί, 1936

Ο Louis Le Guillant, που ανάλωσε τη ζωή του διερευνώντας τα θέματα της ψυχοπαθολογίας της εργασίας, παρατηρούσε ότι η ανάπτυξη αυτού του κλάδου σκοπό είχε να βελτιώσει τις εργασιακές συνθήκες, αλλά και να αυξήσει την εργατική απόδοση μέσα σε ελεγχόμενη ατμόσφαιρα ευνοϊκών δια-προσωπικών σχέσεων. Δικαίως, όμως, επεσήμαινε –από το 1952– και την «αδυναμία των ψυχοτεχνικών να συλλάβουν με τα εργαλεία τους και τις μεθόδους τους την ουσία των προβλημάτων της εργασίας».4 Διότι, ανάμεσα στα επίθετα του ανθρώπου υπάρχει, το έχουμε ήδη επισημάνει, και εκείνο το oeconomicus. Άλλα λοιπόν –εκτός ψυχιατρικής– είναι τα επιστημονικά εργαλεία που μπορούν να το διερευνήσουν. Όμως και πάλι, η οικονομία δεν επαρκεί από μόνη της γι’ αυτήν την κατανόηση· όσο κι αν, κατά την Hannah Arendt, η παραγωγικότητα αποτέλεσε ιστορικά και συνεχίζει να αποτελεί το ύψιστο ιδεώδες του Hommo Faber· όσο κι αν είναι ακόμα βέβαιη «η πεποίθησή του ότι κάθε πρόβλημα μπορεί να λυθεί και κάθε ανθρώπινο κίνητρο να αναχθεί στην αρχή της χρησιμότητας». Διότι, λέει η Arendt, μέσα στην Ανθρώπινη κατάσταση αναπτύσσεται, πάλι ιστορικά, και μια άλλη αντίληψη: «το τελικό κριτήριο δεν είναι διόλου η ωφελιμότητα και η χρήση, αλλά η “ευτυχία”, δηλαδή το ποσοστό πόνου και απόλαυσης που δοκιμάζουν οι άνθρωποι κατά την παραγωγή ή την κατανάλωση των αντικειμένων».5 Το έχει επαρκώς διαστρέψει η διαφήμιση, μεταθέτοντάς την ευτυχία από την παραγωγή στην κατανάλωση: αντί να διαλαλεί την καλή ποιότητα ενός προϊόντος, να θέλει να μας πείσει ότι χρησιμοποιώντας το τάδε προϊόν θα νιώσουμε …ευτυχισμένοι. Η σαγήνη εκεί συνήθως αποσκοπεί, είτε γιατί οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι βαθύτατα απελπισμένοι είτε γιατί η ευτυχία έχει γίνει κι η ίδια ένα ακόμα εμπόρευμα.

Υπάρχει όμως και μια άλλη –ακραία, αλλά εξ ίσου εύγλωττη– εικονογράφηση του προβλήματος που έτυχε να βρω πριν από χρόνια σε ένα άρθρο για τον «ανορθολογισμό» στα οικονομικά. Αντιγράφω:6

«Παρατηρώ έναν Ινδιάνο, σε κάποιο χωριό της Ν. Αμερικής, που φτιάχνει μια φλογέρα από καλάμι και ακολουθεί η εξής συνομιλία:

– Μ’ αρέσει η φλογέρα. Θα την αγοράσω. Πόσο κοστίζει;

– Πέντε νομίσματα se~nor.

– Μου φαίνεται ακριβή. αν αγοράσω έξι πόσο θα μου τις δώσεις;

(Βέβαια περιμένω να πληρώσω λιγότερο για κάθε φλογέρα αλλά έρχεται αμέσως η απάντηση)

– Θα κοστίσει επτά νομίσματα η κάθε μια, se~nor.

(Κάπως σαστισμένος συνεχίζω το πείραμα)

– Κι αν παραγγείλω μια δωδεκάδα;

– Σ’ αυτή τη περίπτωση θα κοστίσει δέκα νομίσματα η φλογέρα, se~nor.

– Για κοίτα! Όσο πιο πολλές φλογέρες παραγγέλνω τόσο μεγαλύτερο κέρδος θα βγάλεις, αλλά αντί να με ενθαρρύνεις να παραγγείλω περισσότερες, με αποθαρρύνεις.

(Ο ινδιάνος με κοιτάει μ’ ένα αινιγματικό και ελαφρά κοροϊδευτικό χαμόγελο σαν να λέει “αυτοί οι τουρίστες είναι σίγουρα παράξενοι άνθρωποι”).

– Μα φυσικά se~nor. Να φτιάξω μια φλογέρα είναι διασκέδαση· να φτιάξω έξι θα βαρεθώ. Κι αν είναι να φτιάξω δώδεκα δεν το αντέχω».

Εξίσου εύγλωττη και μια παλιά παρατήρηση της Simon de Beauvoir που αφορά σε λιγότερο ακραίες καταστάσεις: «υπάρχει σχεδόν πάντοτε μια αμφιθυμία έναντι της εργασίας που άλλοτε είναι σκλαβιά, ένας κόπος, αλλά επίσης και μια πηγή ενδιαφέροντος, στοιχείο ισορροπίας, παράγοντας κοινωνικής ένταξης».7 Στη γλώσσα μας, το αμφίπλευρο του πράγματος αποδίδεται με δύο διακριτές και αποκαλυπτικές λέξεις που, όμως, χρησιμοποιούμε εναλλακτικά και αδιακρίτως: δουλειά και εργασία.

Ιδού και η επιστημονική αποτύπωση του προβλήματος: Σε προ 25ετίας Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας με τίτλο Η σωματική και η ψυχολογική ένταση στην εργασία (Δουβλίνο 1982) διατυπωνόταν το ακόλουθο ερώτημα: «μήπως τα μέσα έχουν αποσπαστεί από το σκοπό κι έχουν καθεαυτά γίνει ο σκοπός […], μήπως οι ιδιωτικές και δημόσιες δραστηριότητες του ανθρώπου έχουν εν τω μεταξύ τόσο βαθιά χαραχθεί με την οικονομική και τεχνολογική λογικότητα, που αρμόζει πια να θεωρούμε τον ιμάντα παραγωγής σαν σύμβολο του είδους ζωής που όλους μας κυβερνάει;»8 Τα ερωτήματα υπήρχαν από πολύ παλιά και εξακολουθούν να τίθενται και σήμερα επιτακτικά. Οι προβληματισμοί περνούν ακόμα και μέσα από το «δικαίωμα» στην τεμπελιά, έτσι όπως το αποτυπώνουν οι Alain Corbin και Thierry Paquot σε διάλογό τους που δημοσίευσε το Magazine Littéraire τον Αύγουστο του 2004 υπό τον τίτλο «να κατακτήσουμε την τεμπελιά»: χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να αναγνωριστεί μια καινοτόμος οργάνωση του χρόνου που δεν θα αφιερώνεται αποκλειστικά στην εργασία, αλλά και στην ψυχαγωγία [που έχει αρχίσει να εμπορευματοποιείται, να μαζικοποιείται και να μηχανοποιείται], τελευταίως δε και στην τεμπελιά, όχι ως αντικοινωνική στάση ούτε ως προνόμιο αργόσχολων ελίτ, αλλά υπό την έννοια της αυτονομίας ενός χρόνου δι’ εαυτόν, ως καθήκον προς εαυτόν και τους άλλους, λυτρωτικό για την προσωπική χαλάρωση και ενισχυτικό για την ειρηνική συγκατοίκηση με τον άλλο.9

 

Η ψυχοπαθολογία της εργασίας

Από την πλευρά της ψυχιατρικής, μια εισαγωγή στο θέμα –ολοζώντανη μάλιστα– θα μπορούσε να είναι το πολύ γνωστό κινηματογραφικό έργο του Charlie Chaplin Μοντέρνοι καιροί. Διότι με τη σατιρική του υπερβολή αποτυπώνει καταλυτικά την πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας τις επιδράσεις της εργασίας πάνω στη ψυχική ζωή του ανθρώπου. Στην ταινία αυτή, εκτός πολλών άλλων, βλέπουμε ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσης της εργασίας –η λεγόμενη επιστημονική οργάνωση της εργασίας, ο γνωστός ταιϋλορισμός– παράγει νοσηρά ψυχολογικά φαινόμενα: τη συμπεριφορά του ήρωα της ταινίας που συνεχίζει εκτός εργοστασίου την ίδια και μοναδική κίνηση, αυτή που εξαντλητικά μονότονα επαναλαμβάνει καθημερινώς στην αλυσίδα παραγωγής. που τρέχει, κυριολεκτικά, να την εφαρμόσει και σε αντικείμενα εκτός χώρου εργασίας, όπως στα κουμπιά του φορέματος μιας διερχόμενης κυρίας, καθώς «μοιάζουν» μ’ αυτό που διαρκώς βρίσκεται πάνω στον πάγκο εργασίας του, το παξιμάδι δηλαδή κάθε βίδας που πρέπει να βιδώνει, καθώς περνά μπροστά του μαζί με άλλες σε διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα. Η πατρότητα του συστήματος ανήκει στον μηχανικό F. W. Taylor (1856 – 1915) που συμπύκνωνε τη μέθοδο και τον στόχο του έτσι: «Επιστήμη, στη θέση του εμπειρισμού. Αρμονία, αντί για αταξία. Συνεργασία και όχι ατομισμός. Όχι περιορισμό στην παραγωγή, αλλά μέγιστη απόδοση, για να “φορμαριστεί” ο κάθε άνθρωπος με τέτοιο τρόπο ώστε να πετύχει την μέγιστη απόδοση και ευημερία».10 Γι’ αυτό και καταδίκαζε την «αργοσχολία», που δεν ήταν άλλο παρά ό,τι ο ίδιος θεωρούσε πως επιβράδυνε την εργασία ως προς αυτό που μπορούσαν ή όφειλαν να κάνουν. Σήμερα, βέβαια, γίνεται αποδεκτό ότι αυτή η λεγόμενη «αργοσχολία» στους χώρους εργασίας αποτελεί αναγκαίο στάδιο της εργασίας, στη διάρκεια της οποίας συντελούνται ρυθμιστικές διεργασίες στο δίπολο άνθρωπος-εργασία που επιτρέπουν αφ’ ενός την συνέχιση της εργασίας και αφ’ ετέρου την προστασία της ψυχικής ζωής του εργαζόμενου.11

Είναι σημαντικό ότι ένα έργο τέχνης, υψηλής τέχνης όπως το έργο του Chaplin, θέτει από τόσο νωρίς κάτι που σήμερα αποτελεί ένα βασικό πόρισμα της σύγχρονης ψυχοπαθολογίας της εργασίας: «εάν οι φυσικές, χημικές και βιολογικές συνθήκες της εργασίας έχουν απήχηση στο σώμα, η οργάνωση της εργασίας, αντίθετα, έχει το ψυχικό όργανο για στόχο».12

Πέραν αυτής της γενικής ψυχοπαθολογικής απόφανσης, το παράδειγμα του Chaplin έχει και το ακριβές κλινικό του ανάλογο: τα χρόνια του ’50, στο Παρίσι, πριν από το αυτόματο κλείσιμο των θυρών του Métro ακουγόταν ένας προειδοποιητικός ήχος που έμοιαζε πολύ με το ηχητικό σήμα που συνεχώς άκουγαν οι τηλεφωνήτριες στο πόστο τους όταν κάποιοι ζητούσαν να τους δώσουν γραμμή. Δεν ήταν λίγες οι τηλεφωνήτριες που, επιστρέφοντας κατάκοπες στο σπίτι τους με το Métro, στο άκουσμα του προειδοποιητικού ήχου για το κλείσιμο των θυρών, έλεγαν ασυναίσθητα, μεγαλοφώνως, «εμπρός, σας ακούω». Το φαινόμενο εντασσόταν, κατά τον Le Guillant, σε ό,τι ονόμασαν τότε «νεύρωση των τηλεφωνητριών».13 Η εκτός εργασίας ζωή των τηλεφωνητριών παρουσιαζόταν να είναι «μολυσμένη» από συμπεριφορικά στερεότυπα που τα κινητοποιούσε μια συνθήκη η οποία θύμιζε τις συνθήκες των εξαρτημένων παυλοβιανών αντανακλαστικών. Χαρακτηριστικός ήταν ο ψυχικός και σωματικός κάματός τους.

Vincent Van Hogh, Η σιέστα
Vincent Van Hogh, Η σιέστα

Έτσι, όπως στο μακρινό παρελθόν η ανάγκη για επιβίωση ωθούσε τους εργαζόμενους σε αγώνες για μειωμένο ωράριο εργασίας, όπως αργότερα οι ανάγκες για την υγεία του σώματος απαιτούσαν [και απαιτούν ακόμα] την καταγγελία των συνθηκών εργασίας, έτσι, λοιπόν, στη συνέχεια αναγνωρίστηκε ότι η ψυχική οδύνη σχετίζεται με την οργάνωση της εργασίας που περιλαμβάνει τη διαίρεση της εργασίας, το περιεχόμενο του στόχου, τους τρόπους διεύθυνσής της, τις σχέσεις εξουσίας, το πρόβλημα της υπευθυνότητας κ.λπ. «Αυτή η ψυχική οδύνη αρχίζει όταν ένας εργαζόμενος δεν μπορεί πια να επιφέρει οποιαδήποτε διευθέτηση στο έργο του ώστε να μπορεί να γίνει πιο συμβατό με τις φυσιολογικές του ανάγκες και τις ψυχολογικές του επιθυμίες, δηλαδή όταν η σχέση άνθρωπος-εργασία μπλοκάρεται».14 Είναι προφανές ότι «εργαλείο» της ψυχοπαθολογίας της εργασίας είναι η ψυχοσωματική καθώς είναι γνωστό ότι οι ποικίλες σωματικές λειτουργίες ολοκληρώνονται στο επίπεδο της ψυχικής ζωής.

Η πρώτη αντίληψη στην ψυχολογία της εργασίας θεωρούσε «την εργασία ως σταθερό δεδομένο και τον άνθρωπο ως την μεταβλητή πάνω στην οποία έπρεπε να ασκηθεί κάποια δράση». Υπό την έννοια αυτή, ο προσανατολισμός και η επαγγελματική επιλογή θα έπαιζαν το ρόλο της ανίχνευσης εκείνων οι οποίοι διέθεταν ικανότητες που θα επέτρεπαν την επιτυχή άσκηση αυτής ή εκείνης της εργασίας. Αντίθετη ήταν η αντίληψη που κυριάρχησε μετά τον Πόλεμο: τα τεχνικά και οικονομικά δεδομένα δεν θεωρούνταν πλέον άκαμπτα. μπορούσαν να επαναπροσδιοριστούν, εφόσον «αποδεικνυόταν ότι μια νέα αντίληψη του συστήματος εργασίας οδηγεί σε συνολικά (οικονομικά και κοινωνικά), πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα».15

Claude Monet Φορτωτές κάρβουνου (1875)
Claude Monet Φορτωτές κάρβουνου (1875)

Υπό το φως των νέων αυτών αντιλήψεων, ο ταιϋλορισμός –που βασιζόταν στην μέχρι κατακερματισμού διαίρεση της εργασίας και το αποκλειστικά οικονομικό κίνητρο– άρχισε να αντικαθίσταται από τη σχολή των «ανθρωπίνων σχέσεων». Έτσι, αφ’ ενός κατανέμονταν περισσότερες υπευθυνότητες, με σκοπό να εμπλουτιστούν οι στόχοι εργασίας, αφ’ ετέρου τροποποιούνταν το ψυχοκοινωνικό περιεχόμενο της εργασίας, με σκοπό να διευκολυνθούν οι επικοινωνίες. Η προσπάθεια μιας νέας οργάνωσης της εργασίας έτεινε να επιτρέψει την προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο. Όχι βέβαια κι αυτή τη φορά χωρίς προβλήματα. Ήδη γίνεται λόγος για την «παγίδα της αυτονομίας» ως ανεπιθύμητο αποτέλεσμα των νέων μορφών διαχείρισης της εργασίας που επιδιώκουν την υπευθυνότητα και την αυτονομία του εργαζόμενου, ο οποίος δεν καλείται πλέον να είναι υπάκουος εκτελεστής εντολών. Αντί, λοιπόν, να απειλούνται από την ανία και την αποβλάκωση του ταιϋλορισμού, οι εργαζόμενοι κινδυνεύουν από υπερκόπωση καθώς πρέπει «να το κάνουν σωστά και να κάνουν το σωστό», κυνηγώντας το χρόνο μέσα σε συνθήκες έντονου ανταγωνισμού· τα στελέχη των επιχειρήσεων, ιδίως, που επιζητούν τη συμμετοχή κι όχι την υποταγή των υφισταμένων τους, που επιχειρούν περισσότερο να πείσουν παρά να επιβάλλουν· διότι συνήθως, αν και διαθέτουν επαρκείς τεχνοκρατικές γνώσεις, δεν είναι καταρτισμένοι για τη διαχείριση ανθρώπινων σχέσεων και προβλημάτων. Εξ ου και η επάνοδος στη διαχείριση της εργασίας δια του φόβου είναι αρκετά συχνή.16

Τα προβλήματα βέβαια εξειδικεύονται περισσότερο. Εντελώς ενδεικτικά θα αναφερθώ σε μερικά από αυτά.

 

Ο χώρος

Η απόσταση μεταξύ των μελών ενός ζωικού είδους είναι μια «κοινωνική» λειτουργία. Οι ηθολόγοι μιλούν για ατομική απόσταση ή για απόσταση φυγής. Έτσι προσδιορίζονται οι περιοχές όπου εκδηλώνονται συμπεριφορές κυριαρχίας. Η διαδικασία αυτή περιορίζει την επιθετικότητα. Δεν πρόκειται να μεταφέρω αυτούσια τα πορίσματα της ηθολογίας στην ανθρώπινη κοινωνία, όμως όλοι γνωρίζουν ότι γύρω από κάθε άνθρωπο υπάρχει πάντα μια ορισμένη ζώνη χώρου που κανείς δεν θέλει να του την παραβιάσουν.

Χαρακτηριστική είναι η μικρή ιστορία του Schopenhauer που χρησιμοποίησε και ο Freud:17 ένα κρύο βράδυ του χειμώνα μια μικρή ομάδα σκαντζόχοιρων έρχονται κοντά για να ζεσταθούν, όπως άλλωστε κάνουν όλα τα ζωντανά. Όμως, καθώς αυτοί έχουν αγκάθια στη πλάτη τους τσιμπιούνται όταν πλησιάζουν πολύ. Για να το αποφύγουν απομακρύνονται, αλλά τότε κρυώνουν. Ξαναπλησιάζουν όμως τσιμπιούνται και πάλι, γι’ αυτό απομακρύνονται ξανά, οπότε και πάλι κρυώνουν. Μέσα από διαδοχικά πλησιάσματα – απομακρύνσεις βρίσκουν τελικά μια θέση, τόσο κοντά ώστε να ζεσταίνονται, τόσο μακριά ώστε να μην τσιμπιούνται. Μια ψυχοπαθολογία της εργασίας δεν μπορεί, φυσικά, να παραγνωρίζει κάτι που, ούτως ή άλλως (πρέπει να) ισχύει στη σχέση μας με τους αρρώστους, αλλά και σε κάθε διαπροσωπική σχέση, από τη σχέση μας με τους γονείς ή τα παιδιά μας, τους φίλους ή τους συνεργάτες μας στο χώρο εργασίας, μέχρι τις ερωτικές μας σχέσεις, με τις δέουσες εδώ εξαιρέσεις.

Στο νοσηλευτικό χώρο, έναν χώρο όπου η συναισθηματική διάσταση της σχέσης με τους άλλους είναι ιδιαίτερα αισθητή, η γνωστή επαγγελματική εξουθένωση (burnout),18 που θίγει τόσο το σώμα όσο και τον ψυχισμό, δεν είναι σπάνια κατάσταση. Ένας τρόπος εξήγησης αναφέρεται στην αδυναμία να διαχωριστεί το επαγγελματικό εγώ από το προσωπικό εγώ, που θα προφύλαγε από το να αναλάβει επάνω του και ολοκληρωτικά ο/η νοσηλευτής/τρια την οδύνη του πάσχοντα.19 Μια τέτοια ερμηνεία τοποθετεί το πρόβλημα στα εμπλεκόμενα άτομα, ιδιαίτερα στους επαγγελματίες που δεν κατορθώνουν να κρατούν τις σωστές αποστάσεις. Η λύση, άρα, δεν μπορεί παρά να είναι θέμα επαγγελματικής κατάρτισης. Εντούτοις, έχει διατυπωθεί και μια άλλη, αντίθετη άποψη: οι δυσκολίες που παρατηρούνται στις σχέσεις και η εξ αυτών εξουθένωση είναι προϊόν μιας κακής οργάνωσης της εργασίας εντός της οποίας καλούνται οι επαγγελματίες να θέσουν σε λειτουργία τις μαθημένες ικανότητές τους.20

 

Η ιεραρχία

Δυο «μικρές λεπτομέρειες»: κατά τους Marshall και Cooper,21 οι ανώτεροι διαχειριστές βρίσκουν ότι η εργασία τους παρουσιάζει μεγαλύτερες απαιτήσεις σε σχέση με την αναψυχή και τις ώρες της οικογενειακής τους ζωής, από ό,τι οι διαχειριστές με χαμηλότερο βαθμό στην οργάνωση. Αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τα συνολικότερα αποτελέσματα μιας τέτοιας «απορρόφησης» από τη δουλειά, όσο κι αν η «εργασιακή ικανοποίηση», που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει τις αστικές τάξεις των μορφωμένων, είναι εδώ αυξημένη. Για τους μεσαίους διαχειριστές, ο De Wolff22 παρατηρεί ότι ενώ πρέπει να προστατεύουν τα οικονομικά συμφέροντα της επιχείρησης, αισθάνονται ταυτόχρονα και υπεύθυνοι για τα συμφέροντα των υφισταμένων τους. «Αυτός ειδικά ο συνδυασμός προκαλεί ιδιαίτερο εκνευρισμό».

Είναι προφανές, βέβαια, ότι οργάνωση χωρίς ιεραρχία δεν μπορεί να υπάρξει. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν επικρατούν απόλυτα άκαμπτες, κάθετες ιεραρχημένες δομές και ιδιαίτερα ο «ανταγωνισμός» που αναπτύσσεται μέσα σ’ αυτές. Ο «ανταγωνισμός» που αναπτύσσεται μεταξύ των ατόμων και κατακλύζει μερικές φορές καταστροφικά τις ανθρώπινες σχέσεις θεωρούνταν από παλιά, από την Κ. Horney για παράδειγμα, ως ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την ψυχική ζωή του ανθρώπου. Ο «ανταγωνισμός» αυτός, αλλά και ο τρόπος διεύθυνσης της εργασίας έχουν τη δική τους ιστορική πορεία, δηλαδή την εξέλιξή τους από τις αρχές της βιομηχανικής εποχής μέχρι τις –κατά βάση– γραφειοκρατικοποιημένες και διευθυντικές κοινωνίες μας.

Ένας απλοϊκός «κοινωνιολογισμός» αποδίδει εύκολα νοσογόνο ιδιότητα σε κάθε άθλια κοινωνικο-επαγγελματική συνθήκη. Όμως, η αρνητική συνθήκη δεν αναδύεται μόνο μέσα από την αθλιότητα. Διότι μια εργασία, που είναι σημαντική ψυχολογική επένδυση ενός ατόμου, μπορεί να παραμένει αλλοτριωμένη καθώς η κυριαρχία του πατέρα δεν δίνει τη θέση της στην πραγματική αυτονόμηση του ατόμου αλλά μεταφέρεται σε ποικίλους βαθμούς στον εκάστοτε προϊστάμενο, ακόμα και στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα.23 Προκύπτει δηλαδή το πρόβλημα των σχέσεων μέσα σε απόλυτα, κάθετα ιεραρχημένες δομές της εργασίας. Πολλές φορές είναι παθογόνες και δεν αφήνουν ανεπηρέαστα μεσαία ή διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων.

 

Οι «αλλαγές»

Η πορεία προς την γραφειοκρατικοποιημένη διευθυντική κοινωνία αποτελεί η ίδια έναν επιπρόσθετο παράγοντα που επιδρά στην ψυχική ζωή. Παράδειγμα οι μετανάστες και ορισμένες χώρες του τρίτου κόσμου που επεχείρησαν μια απότομη και ανοργάνωτη μετάβαση σε άλλον τρόπο παραγωγής. Ενδει­κτικά: τα ευρήματα των Ammar και Ledjri24 συνηγορούσαν υπέρ μιας στενής συσχέτισης μεταξύ της αύξησης του αριθμού των σχιζοφρενών στην Τυνησία και των αλλαγών που είχε επιφέρει εκεί ο μεταφερθείς από τη Δύση τεχνολογικός πολιτισμός. Σε ανάλογη έρευνα του H. Collomb25 υποστηρίχθηκε ότι οι ταχείες κοινωνικο-πολιτισμικές αλλαγές διευκολύνουν απλώς την εκδήλωση σχιζοφρενικών ψυχώσεων. Υπενθυμίζω το λεγόμενο “μεσογειακό σύνδρομο”: ο όρος προσδιορίζει «διαταραχές που εμφανίζονται σε μετανάστες [σε χώρες της αναπτυγμένης Ευρώπης] προερχόμενους από την περιοχή της λεκάνης της Μεσογείου, διαταραχές οι οποίες, αν και παρουσιάζονται ως άτυπες ή υστεροειδείς λειτουργικές διαταραχές, κρύβουν συχνά μια οργανική παθολογία καθώς και το αντίθετο. (…) Για να κατανοήσουμε και να αποκωδικοποιήσουμε τις κοινωνικές, πολιτισμικές και φαντασιακές διαστάσεις του συμ-πτώματος πρέπει να γνωρίσουμε και να ανα-γνωρίσουμε το πώς ο μετανάστης βιώνει το σώμα του, τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν τόσο η υγεία όσο και η ασθένεια και τέλος πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος τη συγκεκριμένη θεραπευτική σχέση. Οι παρανοήσεις δημιουργούνται όταν η “πολιτισμική απάντηση” εξαλείφεται από την σύγχρονη δυτική ιατρική “κουλτούρα” που θέλει ν’ ασχοληθεί με κάτι το αντικειμενικό, μ’ ένα βιολογικό σώμα, μ’ ένα “γυμνό σώμα”, αποκομμένο από το συναισθηματικό του περιεχόμενο και τις κοινωνικο-πολιτισμικές του αναφορές».26

Όλα αυτά δε σημαίνουν βέβαια ότι οι καθυστερημένες αγροτικές κοινωνίες είναι προφυλαγμένες έναντι των ψυχικών διαταραχών. Το κάλεσμα του J.-J. Rouseau για επιστροφή στη φύση δεν ήταν παρά μια ρομαντική αντίδραση στην εποχή του. Διότι σε αυτές τις κοινωνίες αναπτύσσονται άλλοι παράγοντες που επιδρούν δυσμενώς στην ανάπτυξη του ψυχισμού, όπως π.χ. οι αυστηρά καθορισμένοι ρόλοι, η παθητικότητα, η απομόνωση, η έλλειψη ευκαιριών για την ανάπτυξη της προσωπικότητας σύμφωνα με τις ατομικές ιδιαιτερότητες.

 

Ο αυτοματισμός

Κατά τον Charles Anderson,27 η αυτοματοποίηση δεν έθιξε μόνο τα μπλε αλλά και τα άσπρα κολάρα. Η παρεπόμενη αυξημένη ανεργία είναι παράγοντας επιβαρυντικός της ψυχικής υγείας. Πέραν αυτού, καταμετρήθηκε και η επίπτωση της αυτοματοποίησης στο βαθμό ικανοποίησης των εργαζομένων από την εργασία τους. Άλλοι υποστηρίζουν ότι διαπιστώνεται μια «μεγαλύτερη ανεξαρτησία και μεγαλύτερη υπευθυνότητα στη δουλειά τους» και άλλοι ότι, ενώ οι εργαζόμενοι αισθάνονταν λιγότερο έλεγχο, αισθάνονταν ταυτόχρονα περισσότερη πλήξη, λιγότερο ενδιαφέρον, μείωση των ικανοτήτων τους. Τέτοιοι εργαζόμενοι δήλωναν «κουρασμένοι» χωρίς να καταβάλλουν σωματική προσπάθεια.

 

Η πληροφορία

Μια «πρωτόγνωρη πληροφορική έκρηξη, μια υπερπληροφόρηση και διασπορά των πηγών» επικρατεί σήμερα, απ’ άκρου εις άκρον, εντός του σύγχρονου αναπτυγμένου κόσμου.28 Smog ήταν η γνωστή κατά το παρελθόν, περιώνυμη αιθαλομίχλη του Λονδίνου. Data smog τιτλοφορεί το βιβλίο του ο David Shenk για να περιγράψει την καταστροφική, σε κοινωνικό επίπεδο, υπερφόρτωση πληροφοριών που, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, συνεπάγεται ένα πολιτισμικό Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής.29 Τα προβλήματα εμφανίζονται, ήδη, στις καθημερινές εφημερίδες: «η υπερπληροφόρηση μας σκοτώνει» αναφέρεται σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Guardian (1997), όπου διαβάζουμε πως το ποσοστό των διευθυντών σε Εταιρείες κάθε κλάδου που θεωρούσαν τον εαυτό τους «θύμα της υπερπληροφόρησης» έγινε 65%, από 48% που ήταν κατά το 1996.30 Αξιοπρόσεκτη και η διαπίστωση του Luciano Floridi, που ασχολείται με τη φιλοσοφία των σύγχρονων τεχνολογιών, ότι η «αποθήκευση γνώσης είναι μεγαλύτερη της προσβάσιμης γνώσης, όπως κι αυτή, με τη σειρά της, είναι μεγαλύτερη της εύχρηστης γνώσης».31 Για τον Umberto Eco η «υπερβολική πληροφορία» ήταν από παλιά μια σκέτη «τραγωδία». Δείτε, έλεγε, την εξουσία που, έχοντάς το καταλάβει, ασκεί μια ιδιότυπη λογοκρισία: δεν κατακρατεί και δεν διαγράφει αλλά πλημμυρίζει με υπεράφθονα «γεγονότα», τυπικό παράδειγμα αυτό που έγινε στον πόλεμο του Κόλπου.32

Σχετικά πρόσφατη η περιγραφή ενός νέου συνδρόμου που παρατηρείται σε εργασίες που απαιτούν το χειρισμό πληροφοριών: πρόκειται για ένα σύνδρομο γνωσιακού κορεσμού, μια ανεπάρκεια δηλαδή κάποιων στελεχών να απαντήσουν σε ένα τεθέν πρόβλημα εξ αιτίας της τεράστιας ποσότητας δεδομένων που έχουν στη διάθεσή τους, καθώς αδυνατούν να αποφασίσουν για τις προτεραιότητες και να ιεραρχήσουν τις δράσεις τους.33

Αλλά, πέραν του εργασιακού περιβάλλοντος και της οργάνωσής του υπάρχει και…

 

Ο ψυχισμός

Μέσα στην εργασία υπάρχουν ορισμένες συμπεριφορές, μικρά επεξεργασμένα συστήματα «ιδεολογικής άμυνας του επαγγέλματος» όπως τα αποκαλεί ο Dejours,34 που εκδηλώνονται από το σύνολο σχεδόν των μελών μιας επαγγελματικής ομάδας ως απάντηση σε ένα ορισμένο πιεστικό τρόπο οργάνωσης της εργασίας.

Ο Dejours χρησιμοποιεί το παράδειγμα των οικοδόμων για να περιγράψει το φαινόμενο. Το επάγγελμα αυτό είναι έντονα εκτεθειμένο σε κινδύνους και παρουσιάζει υψηλά ποσοστά εργατικών ατυχημάτων. Εδώ, όχι μόνο δεν παρατηρείται κανένας φόβος, αλλά εντελώς αντίθετα οι εργάτες εκδηλώνουν συμπεριφορές που προσθέτουν κινδύνους. Η απειθαρχία σε κανόνες ασφαλείας συνδέεται συμβολικά με αξίες ανδρισμού. εκείνος που θα θελήσει να τους τηρήσει τυπικά κινδυνεύει να καταστεί περίγελως. Πρόκειται για συμπεριφορές πρόκλησης του κινδύνου, όχι γιατί οι εργάτες είναι αγράμματοι ή ανώριμοι αλλά για λόγους καθαρά ψυχολογικούς: είναι συλλογικές άμυνες έναντι του άγχους που σχετίζεται με τους κινδύνους του επαγγέλματος. Η παθητική αναμονή δίνει τη θέση της σε μια «ενεργητικότητα» που αποσκοπεί στην εξουδετέρωση του άγχους. Έτσι μπορούν να συνεχίσουν την εργασία τους. Κάσκες, μάσκες, ειδικά ματογυάλια τους «εμποδίζουν» στην ταχύτερη διεκπεραίωση της εργασίας κάτι που βέβαια ως συνήθως ζητά και ο αρχιεργάτης και η όλη οργάνωση της εργασίας.

 

Η ψυχοδυναμική της εργασίας

Μέσα από το τελευταίο παράδειγμα διαφαίνεται ήδη η προέκταση της ψυχοπαθολογίας της εργασίας προς μια ψυχοδυναμική της εργασίας: οι άνθρωποι δεν υφίστανται παθητικά τις οργανωτικές αντιξοότητες στις οποίες υπόκεινται και μπορούν να αποτρέψουν την «φυσική» εξέλιξη που αντιπροσωπεύουν οι ποικίλες ψυχικές διαταραχές. Με άλλα λόγια πρόκειται πλέον για τη «δυναμική ανάλυση των ψυχικών διαδικασιών που κινητοποιούνται όταν το άτομο αντιμετωπίζει την πραγματικότητα της εργασίας του».35 Τοποθετείται, δηλαδή, σε στάδιο προηγούμενο μιας ψυχοπαθολογικής κρίσης.

Αυτή η μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς το «φυσιολογικό» άφηνε περιθώρια για τη μελέτη όχι μόνο της οδύνης, αλλά και της χαράς, της ικανοποίησης από την εργασία· μελέτη όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και της εργασίας αυτής καθεαυτής. Κύριος εισηγητής αυτής της στροφής υπήρξε, μετά το 1980, ο Christophe Dejours και οι συνεργάτες του.36 Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης η μεν ψυχοπαθολογία παραμένει πάντα η πρακτική που παρεμβαίνει εκεί όπου η οργάνωση της εργασίας παράγει νοσηρά αποτελέσματα, η δε ψυχοδυναμική της εργασίας προσανατολίζεται προς τη θεωρητική πράξη και την παραγωγή γνώσης, βασιζόμενη στην αποκάλυψη ότι η σχέση μεταξύ οργάνωσης της εργασίας και ανθρώπου δεν είναι άκαμπτη αλλά δυναμική, ευμετάβλητη ισορροπία που κάποιες φορές παρεμποδίζεται και ακινητοποιείται, δημιουργώντας τότε τον αντίκτυπό της στον ψυχισμό.

Charlie Chaplin Μοντέρνοι Καιροί, 1936
Charlie Chaplin
Μοντέρνοι Καιροί, 1936

Στην ιστορία της ψυχολογίας της εργασίας μπορεί κανείς να διακρίνει τρεις χαρακτηριστικές εποχές: α) το μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων διάστημα –με την ανάπτυξη των ψυχοτεχνικών, β) τα χρόνια των δεκαετιών ’50 -’70 –με την ανάδυση της εργονομίας, γ) το διάστημα της τελευταίας 20ετίας του 20ου και μέχρι σήμερα –με τη στροφή στην ψυχοπαθολογία.37 Όλες αυτές οι κατευθύνσεις δεν ήταν παρά ποικιλίες μιας επιστημονικής μελέτης της παραγωγικής δραστηριότητας στην ψυχολογική της διάσταση, μέσα στο ευρύ πλαίσιο των Επιστημών του Ανθρώπου, όπου εντάσσεται και η πλέον πρόσφατη κατεύθυνση της ψυχοδυναμικής της εργασίας.

 

1 Dortier J.-F. Le blues du dimanche soir. Les Grands Dossiers des Sciences Humaines, Sept-Oct-Nov 2008, 12, 25-29.

2 Περί τόπων των κατ’ άνθρωπον. (2). Ιπποκράτους Άπαντα. Κάκτος. Εισαγωγή μετάφραση, σχόλια Β. Μανδηλαράς, 16 (108), 1993, 298-377.

3 Απόσπασμα Β 187. Στο Jackie Pigeaud, La maladie de l’âme. Étude sur la relation de l’âme et du corps dans la tradition médico-philosophique antique, Les Belles Lettres, Paris, 1989, 444. Υλικής, βέβαια, υπόστασης η ψυχή στον Δημόκριτο, αλλά ποιοτικώς διάφορη του σώματος: τα άτομά της είναι πιο στρογγυλά, πιο λεία, με ζωηρότερη κίνηση. Όμως, η δράση πάνω στη ψυχή επανοργανώνει τις δομές τους: «η διδαχή, επιβάλλοντας ένα ρυθμό στον άνθρωπο, φυσιοποιεί» (Απόσπασμα Β 33, Στο Jackie Pigeaud ό. π., 444).

4 Le Guillant L. La psychologie du travail, La Raison No 4, 1952. Στο Quelle psychiatrie pour notre temps? Travaux et écrits de Le Guillant, Eres 1984.

5 Arendt H. Η Ανθρώπινη Κατάσταση. Γνώση, 1986.

6 Baudin L. Irrationality in Economics. The Quartely Journal of Economics, November 1954, 488-489. Αναφέρεται στο: Βασίλης Δρουκόπουλος, Από τον ορθολογισμό της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας στον νεοκλασικό μαρξισμό της ορθολογικής επιλογής. Θεωρία και Πράξη 1992, 6, 45.

7 Beauvoir S. La vieillesse, Gallimard, 1970, 280.

8 Lohmann H. Krankheit oder Entfremdung? Psychische Probleme in der Uberflussgesellschaft, Thime Verlag 1978. Αναφέρεται στην Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας, Δουβλίνο 1982.

9 Gorbin A, Paquot T. Conquérir la paresse. Magazine Littéraire, Juillet-Août 2004, 433, 35-39.

10 Albou P. Sur l’histoire de la psychologie du travail. Bulletin de Psychologie, 2000, 53, 3, 419-426.

11 Dejours C. Travail: usure mentale, Bayards Editions, 1993, 45

12 Dejours C. Psychopathologie du travail. Encyclopédie. Médico-Chirurgical 37 886, A10, 1982.

13 Le Guillant, Roelens, Begoin, Bequart, Hansen, Lebreton. La neurose des téléphonistes. Presse Médicale, 1956, 69, 13, 274-77.

14 Dejours C, Travail usure mentale, ό.π, 27-28, 167.

15 Jardillier P. La psychologie du travail, PUF, 1986.

16 Dortier J.-F. Le blues du dimanche soir. Ό.π. [υποσ. 1]

17 Freud S. Psychologie collective et analyse du moi. Στο Essais de Psychanalyse. Trad. S. Jankelevitch, Petite Bibliothèque Payot, Paris, 1966, 121-122.

18 Μποζίκας Β. “Επαγγελματική εξουθένωση” (burnout) στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Εντός, Εκτός & Επί της Ψυχιατρικής (Εκδ. University Studio Press), 2004, 5, 25-32.

19 Loriol M. Le temps de la fatigue. La gestion sociale du mal-être au travail. Anthropos, Paris, 2000, 251.

20 Weller J.-M. Stress relationnel et distance au public. De la relation du service à la relation d’aide. Sociologie du travail 2002, 44, 75-97.

21 Marshall J., Cooper C.L. Work experiences of niddle and senior managers. Management international review 1979, 19, 81-86. Αναφέρεται στην Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας, Δουβλίνο 1982.

22 De Wolff C. Ο μέσος διαχειριστής και η ένταση. Παράρτημα 1ο Στο Η σωματική και ψυχολογική ένταση στην εργασία. Αναφέρεται στην Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Ζωής και Εργασίας, Δουβλίνο 1982.

23 Εy Η., Bernard P., Brisset C. Manuel de psychiatrie. Masson 1974.

24 Ammar Sl., Ledjri H. Les conditions familiales du développement de la schizophrénie. Masson 1972.

25 Collomb H. Ethno-psychiatrie et évolution de la schizophrénie, Masson 1974.

26 Δρόσος Α. Το μεσογειακό σύνδρομο από την παρανόηση στην κατανόηση. Εντός, Εκτός & Επί της Ψυχιατρικής. University Studio Press, 2002, 1, 119-138.

27 Anderson C. Προς μια νέα κοινωνιολογία. Εκδ. Παπαζήση, 1986.

28 Pinhas N, Les enjeux de la documentation hors Internet – via Internet. Journée FFP/INSERM, 6 Mars 1997, psydoc-fr.broca.inserm.fr/pinhas.html. Για τα σύνθετα προβλήματα που τίθενται στην ιατρική από την ραγδαία ανάπτυξη των σύγχρονων τεχνολογιών Βλ. Θανάσης Καράβατος Internet και Ιατρική, Εξάντας/Προσεγγίσεις 1, 2003.

29 Shenk D, Data Smog, Harper, San Francisco 1998.

30 Καθημερινή 19 Μαρτίου 1999.

31 Floridi L, Internet: which future for organized knowledge, Frankenstein or Pygmalion? The Information Society, 1996, 12, 1, 5-16.

32 Eco U, L’ordinateur est proustien, spirituel est masturbatoire. Propos recueillis par Elisabeth Shemla. Nouvel Observateur 7-23 Oct. 1991, 251, 22-26.

33 Weller J.-M. Stress relationnel et distance au public. De la relation du service à la relation d’aide, όπ., 91.

34 Dejours C. Psychopathologie du travail, ό.π.

35 Dejours C, Abdouchelie E, Itinéraire théorique en psychopathologie du travail. Prévenir 1990, 20, 127-149.

36 Dejours C. De la psychopathologie à la psycho-dynamique du travail, (addendum théorique). Στο Travail : usure mentale, ό.π., 203-252.

37 Albou P. Sur l’histoire de la psychologie du travail. Ό.π. [υποσ. 10]

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.