Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Παναγιώτης Στ. Ανδριανέσης
Δημοσιογράφος, Αθήνα

σύναψις 13 [2009 – τόμος 05]

Ανοιχτή πρόσβαση στη γνώση*

Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και περισσότερος λόγος για την ανάγκη ελεύθερης πρόσβασης στη γνώση και δημιουργίας εναλλακτικών σχημάτων διάχυσης του επιστημονικού περιεχομένου, λόγω της περιορισμένης πρόσβασης και των αργών χρόνων δημοσίευσης της επιστημονικής γνώσης, της μειωμένης επίδρασης της έρευνας στην οικονομική ανάπτυξη και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής (ιδίως για τις αναπτυσσόμενες χώρες), καθώς και των συνεχώς αυξανόμενων τιμών των επιστημονικών συνδρομητικών περιοδικών και των ολιγοπωλιακών τακτικών των παραδοσιακών εκδοτικών σχημάτων, αλλά και της ταχύτατης ανάπτυξης των δυνατοτήτων του Διαδικτύου.

 

Σημαντικές διεθνείς πρωτοβουλίες για την ανοικτή πρόσβαση

Γνωστές και με το ακρώνυμο ΒΒΒ, οι σημαντικότερες διεθνείς πρωτοβουλίες είναι οι εξής: α) η Διακήρυξη της Πρωτοβουλίας Ανοικτής Πρόσβασης της Βουδαπέστης (Φεβρουάριος 2002, όπου διατυπώθηκε για πρώτη φορά ο όρος open access (ανοικτή πρόσβαση), β) η Διακήρυξη της Βηθεσδά για την Εκδοτική Δραστηριότητα Ανοιχτής Πρόσβασης (Απρίλιος 2003), όπου πρόθεση των συμμετεχόντων ήταν η ευαισθητοποίηση της βιοϊατρικής ερευνητικής κοινότητας σχετικά με την ανοικτή πρόσβαση και η δημιουργία ενός συνόλου αρχών και κανόνων ανοικτής πρόσβασης που θα αποτελέσουν πρότυπο για την εκδοτική δραστηριότητα του ερευνητικού τους έργου και θα εφαρμοστούν από όλους τους ερευνητικούς οργανισμούς, την επιστημονική κοινότητα, τις βιβλιοθήκες και τους εκδότες και γ) η Διακήρυξη του Βερολίνου για την Ανοικτή Πρόσβαση στη Γνώση των Θετικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών (Οκτώβριος 2003), όπου οι ερευνητές κλήθηκαν να καταστήσουν το επιστημονικό τους υλικό (άρθρα που έχουν υποστεί αξιολόγηση από κριτές και ερευνητικά αποτελέσματα) ελεύθερα διαθέσιμο σε όλους ―οι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιούν το υλικό με την προϋπόθεση να αναφέρουν το δημιουργό του. «Η καθιέρωση της ανοιχτής πρόσβασης ως μιας διαδικασίας άξιας λόγου απαιτεί, στην καλύτερη περίπτωση, την ενεργό δέσμευση του καθενός που παράγει επιστημονική γνώση και κατέχει πολιτιστική κληρονομιά. Οι συνεισφορές ανοιχτής πρόσβασης συμπεριλαμβάνουν πρωτότυπα αποτελέσματα επιστημονικής έρευνας, πρωτογενή δεδομένα και μεταδεδομένα, πηγαίο υλικό, ψηφιακές αναπαραστάσεις εικόνων και γραφικών, καθώς και δόκιμο υλικό πολυμέσων» αναφέρεται χαρακτηριστικά στη διακήρυξη του Βερολίνου.

Παρόλο που διαφοροποιούνται σε επιμέρους σημεία, οι τρεις πρωτοβουλίες συγκλίνουν στη διατύπωση της απαίτησης να είναι ελεύθερα προσβάσιμη η επιστημονική παραγωγή σε όλους τους χρήστες μέσω του Διαδικτύου.

Ανοικτή πρόσβαση, λοιπόν,  είναι η ελεύθερη, άμεση, διαρκής και απαλλαγμένη από τέλη και τους περισσότερους περιορισμούς πνευματικών δικαιωμάτων διαδικτυακή πρόσβαση σε ψηφιακό ακαδημαϊκό και επιστημονικό περιεχόμενο. Οι αναγνώστες μπορούν να χρησιμοποιούν ελεύθερα το διατιθέμενο υλικό για ερευνητικούς, εκπαιδευτικούς και άλλους σκοπούς, με πρωταρχικό σκοπό τη διευκόλυνση της ανταλλαγής επιστημονικών πληροφοριών.

Η Διακήρυξη της Πρωτοβουλίας Ανοικτής Πρόσβασης της Βουδαπέστης (BOAI) αναφέρει τους παρακάτω δύο τρόπους παροχής ανοικτής πρόσβασης, που αποτελούν τις πιο συστηματικές και οργανωμένες προσεγγίσεις και μεγιστοποιούν τις πιθανότητες εντοπισμού και αναγνωρισιμότητας του ερευνητικού και ακαδημαϊκού περιεχομένου:

 

  • Αυτο-αρχειοθέτηση [οι ίδιοι οι συγγραφείς υποβάλουν άρθρα τύ-που preprints (άρθρα που δεν έχουν υποστεί ακόμη διαδικασία αξιολόγησης από κριτές) και postprints (άρθρα που έχουν περάσει από τη διαδικασία αξιολόγησης και έχουν κριθεί κατάλληλα προς δημοσίευση) και άλλο ψηφιακό επιστημονικό υλικό (όπως πρακτικά συνεδρίων, μονογραφί-ες, διδακτορικές διατριβές κ.λπ.] σε βάσεις βιβλιογραφικών δεδομένων, σε θεματικές ψηφιακές συλλογές, σε θεσμικά αποθετήρια και στον προσωπικό τους διαδικτυακό τόπο.
  • Ηλεκτρονικά περιοδικά ανοικτής πρόσβασης (ελεύθερα προσβάσιμα από όλους χωρίς χρέωση, που εκδίδονται είτε από τους παραδοσιακούς εκδοτικούς οργανισμούς είτε από τους αποκλειστικούς εκδότες ανοικτής πρόσβασης, είτε από νέες μορφές εκδοτικών σχημάτων στα οποία δημοσιεύονται ακαδημαϊκά και ερευνητικά άρθρα που έχουν υποστεί αξιολόγηση από κριτές).

 

Και στις δυο περιπτώσεις, βέβαια, πρέπει να γίνεται αναφορά στο δημιουργό του πρωτότυπου έργου.

Τα σχήματα ανοικτής πρόσβασης λειτουργούν προς το παρόν ως υποκατάστατα των παραδοσιακών εκδοτικών σχημάτων, ενώ σύμφωνα με ορισμένους δεν αποκλείεται να συνεχίσουν στο μέλλον να συνυπάρχουν με τα παραδοσιακά εκδοτικά σχήματα. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις για να εξαπλωθούν και να αποτελέσουν στο μέλλον βασικούς μηχανισμούς δημιουργίας και δημοσίευσης του επιστημονικού περιεχομένου είναι: (α) η ικανοποίηση των προσδοκιών της επιστημονικής κοινότητας ως προς την ποιότητα, την ταχύτητα, (β) τα πνευματικά δικαιώματα και η απήχηση, η ευχρηστία και η λειτουργικότητα των μηχανισμών και των διαδικασιών, (γ) η αποδοχή από τη συντριπτική πλειοψηφία όλων των εμπλεκόμενων του νέου τρόπου δημοσίευσης, (δ) η συστηματική, καλοπροαίρετη και συντονισμένη προσπάθεια όλων των εμπλεκόμενων, (ε) η διεθνής και διεπιστημονική συνεργασία και επικοινωνία για την εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας, καθώς και (στ) η βιωσιμότητα των εκδοτικών μοντέλων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εμπλεκόμενων και την έως τώρα διαμορφωμένη κατάσταση, στο μέλλον θα επικρατήσουν οι συλλογικές πλατφόρμες που θα συνδυάζουν όλους τους τύπους και τα είδη περιεχομένου και θα συντονίζονται από έναν οργανισμό συλλογικής διαχείρισης που θα καλύπτει με ευελιξία τις απαιτήσεις αδειών χρήσης, διαλειτουργικότητας και νέων επιχειρηματικών μοντέλων (π.χ. το Arrow Project, www.arrow.edu.au).

Στην Ελλάδα, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ), παρακολουθώντας τις διεθνείς εξελίξεις στον τομέα του ελεύθερου λογισμικού και των εκδόσεων ανοικτής πρόσβασης, ασπάζεται τις αρχές της ανοικτής πρόσβασης και υποστηρίζει όλες τις πρωτοβουλίες της Κίνησης για την Ανοικτή Πρόσβαση (Open Access Movement) που διενεργούνται σε διεθνές επίπεδο. Το ΕΙΕ υπέγραψε τη Διακήρυξη του Βερολίνου, ενώ το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ), ο εθνικός οργανισμός για την τεκμηρίωση, την πληροφόρηση και την υποστήριξη σε θέματα επιστήμης, έρευνας και τεχνολογίας, που εντάσσεται στο ΕΙΕ και λειτουργεί υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) του Υπουργείου Ανάπτυξης, αναπτύσσει ήδη ηλεκτρονικό θεσμικό αποθετήριο ανοικτής πρόσβασης για επιστημονικό και πολιτιστικό ψηφιακό περιεχόμενο.

Η ακαδημαϊκή και ερευνητική κοινότητα αντιμετωπίζει στο σύνολό της θετικά την κίνηση για την ανοικτή πρόσβαση. Παρόλα αυτά σε πολλές δημόσιες διαβουλεύσεις έχουν εκφραστεί προβληματισμοί που σχετίζονται με τα έξοδα δημοσίευσης, το κύρος και την ποιότητα των δημοσιεύσεων, τα πνευματικά δικαιώματα και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των νέων σχημάτων. Η εξάπλωση των πρωτοβουλιών και των κινήσεων για την ανοικτή πρόσβαση έχει προκαλέσει αντιδράσεις κυρίως από τους παραδοσιακούς εκδότες. Πάντως, ως προς τα πνευματικά δικαιώματα του ακαδημαϊκού και ερευνητικού περιεχομένου που διατίθεται μέσω σχημάτων ανοικτής πρόσβασης, οι υποστηρικτές της ανοιχτής πρόσβασης λένε πως δεν έρχονται σε αντίθεση με το ήδη διαμορφωμένο νομικό πλαίσιο των πνευματικών δικαιωμάτων, καθώς βασίζονται είτε στην άδεια που χορηγεί ο δημιουργός (δικαιούχος) είτε στη χρήση του έργου μετά το πέρας του περιορισμένου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο προστατεύεται με πατέντες και δικαιώματα αποκλειστικότητας.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.