Στέλιος Κερασίδης
Φυσικός και Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Κρήτης
σύναψις 13 [2009 – τόμος 05]
Οι σκέψεις και τα συναισθήματα, όντας απλώς ενδείξεις όσων συμβαίνουν στην εγκεφαλική ουσία, δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν τη δραστηριότητά της, όπως άλλωστε δεν μπορεί η σκιά να κατευθύνει το σύννεφο από το οποίο προέρχεται.
George John Romanes (1882)
Μόνη φιλοδοξία του παρόντος σημειώματος είναι να καταδείξει πως αφοριστικές προτάσεις, όπως η παραπάνω, δεν έχουν επιστημονική βάση. Πιστεύουμε πως θα φανεί: (α) το αυθαίρετο της θέσης ότι οι ψυχονοητικές διεργασίες είναι άυλες και (β) η δυνατότητα των ψυχονοητικών διεργασιών να επιδρούν στις νευρωνικές, ακόμα κι αν είναι δημιούργημά τους και δη πολύ διαφορετικές αυτών.
Αν και η σκέψη αυτή του Romanes έχει διατυπωθεί εδώ και πάνω από εκατό χρόνια (1882), το ερώτημα εάν οι ψυχονοητικές διεργασίες είναι ικανές να επηρεάσουν τις νευρωνικές λειτουργίες δεν έχει ακόμα απαντηθεί. Ο σχετικός προβληματισμός δεν πρόκειται να καταστεί παρωχημένος, τουλάχιστον έως ότου γίνει κατανοητή η σχέση του εγκεφάλου με τις ψυχονοητικές διεργασίες. Με το παρόν σημείωμα φιλοδοξούμε μόνο να δείξουμε πως αφοριστικές προτάσεις, όπως η παραπάνω, δεν έχουν επιστημονική βάση. Πρόκειται, συγκεκριμένα, να δείξουμε ότι: (α) είναι αυθαίρετη η αποδοχή της θέσης ότι οι ψυχονοητικές διεργασίες είναι άυλες και (β) οι ψυχονοητικές διεργασίες θα μπορούσαν να επιδρούν στις νευρωνικές, ακόμα κι αν είναι δημιούργημά τους και δη πολύ διαφορετικές αυτών.
Είναι άυλες οι ψυχονοητικές διεργασίες;
Η υπόθεση του Sperry ότι ο νους είναι μια αναδυόμενη ιδιότητα των νευρωνικών κυκλωμάτων και του Libet που πάει παραπέρα την υπόθεση αυτή υποστηρίζοντας πως δημιουργείται ένα νέου τύπου πεδίο (Conscious Mental Field-CMF), θα μπορούσαν κάλλιστα να αληθεύουν. Επειδή, έως σήμερα, δεν υπάρχουν αδιάψευστες αποδείξεις περί αυτών, δεν θα σταθώ σε τούτες ή άλλες συγκεκριμένες υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί, γιατί στην ουσία δεν μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά. Ωστόσο, αξιοποιώντας τις σύγχρονες γνώσεις από τη φυσική μπορούμε να έχουμε ένα γονιμότερο προβληματισμό επί του θέματος σε σχέση με την υλικότητα των ψυχονοητικών διεργασιών.
Στις μέρες μας, η συζήτηση αν κάτι είναι υλικό ή όχι παύει να έχει μεγάλη σημασία. Κυρίως, γιατί οτιδήποτε υπαρκτό μπορεί να θεωρηθεί υλικό. Ή αλλιώς, δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να θεωρηθεί άυλο. Ως άυλα έχουν απομείνει να θεωρούνται μόνο τα πλάσματα της ανθρώπινης φαντασίας. Η φαντασία όμως είναι μέρος της ανθρώπινης σκέψης, την υλικότητα της οποίας συζητάμε εν προκειμένω.
Η εξίσωση Ε=mc2 μας υποδεικνύει, εν πρώτοις, πως μάζα και ενέργεια μπορεί να είναι ομοούσιες οντότητες που μας παρουσιάζονται ως τελείως διαφορετικές. Η ενέργεια περιγραφόταν ως μέτρο της κίνησης της ύλης, θεωρούμενη άυλη, δηλαδή χωρίς μάζα. Αυτή η αντίληψη έχει ριζικά αλλάξει και η ενέργεια θεωρείται σήμερα ομοούσια της μάζας. Εξάλλου, η δυνατότητα δημιουργίας σωματίων από το κενό, υποδεικνύει πως «ύλη» μπορεί να δημιουργηθεί κι από το «τίποτα»_ ακόμα και ολόκληρο το σύμπαν εικάζεται πως έχει προκύψει με ανάλογο τρόπο. Τα υλικά σωμάτια με τη σειρά τους μπορούν να «εξαϋλώνονται» ή να μετατρέπονται σε άλλα, υποδεικνύοντας πως η ύλη της σύγχρονης φυσικής δεν έχει πια καμιά σχέση με τις φορτισμένες ή μη «μπάλες μπιλιάρδου» όπως θεωρούσαν κάποτε.
Η υπόθεση της «υλικότητας» περιπλέκεται ακόμα περισσότερο αν θυμηθούμε πως η ύλη στην οποία αναφερόμαστε θεωρείται σήμερα πως αποτελεί μόνο το 4% του συμπαντικού υλικού, ενώ το 96% αυτού αποτελούν η σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια, που κανείς δεν ξέρει τι είναι. Θεωρείται δε πως υπάρχουν πολλές διαστάσεις στο μικρόκοσμο, τις οποίες αδυνατούμε να αντιληφθούμε.
Κανείς δεν ξέρει την «ουσία» των ψυχονοητικών φαινομένων. Σε ένα τέτοιο, απόλυτα περίπλοκο, σκηνικό, δεν μπορεί κανείς να είναι κατηγορηματικός γι’ αυτή. Στα εργαστήρια της φυσικής αναζητούνται διαρκώς νέες μορφές ύλης. Γιατί η σκέψη να μην αποτελεί μια ανάλογα άγνωστη μορφή της, ένα πεδίο όπως αυτό που εικάζει ο Libet;
Αν η σκέψη είναι κι αυτή, σε τελευταία ανάλυση, υλική, τότε η αλληλεπίδρασή της με το νευρωνικό εγκέφαλο δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα, όπως δεν παρουσιάζει πρόβλημα η κατανόηση οιασδήποτε αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο οιονδήποτε υλικών οντοτήτων.
Μπορούν οι ψυχονοητικές να επηρεάσουν τις νευρωνικές λειτουργίες;
Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι οι νευρωνικές λειτουργίες είναι αναγκαία συνθήκη για τις ψυχονοητικές. Ακόμα κι αν δεχθούμε πως τα νευρωνικά δίκτυα του εγκεφάλου παράγουν τη σκέψη, δεν ξέρουμε πώς γίνεται αυτό. Δεν ξέρουμε, δηλαδή, ποιες ακριβώς μετατροπές, ποιου πράγματος σε τι, θα πρέπει να συμβούν ώστε οι φυσικοχημικές διεργασίες στον εγκέφαλο, που παρατηρούνται και καταγράφονται, να οδηγήσουν σε νοητικές που αντιλαμβάνεται και βιώνει μόνο το άτομο στο οποίο ανήκει ο εγκέφαλος και κανείς άλλος. Αυτό σημαίνει πως καμιά απ’ ευθείας επιχειρηματολογία δεν μπορεί να αναπτυχθεί σχετικά με το εάν η σκέψη μπορεί να επηρεάσει τον εγκέφαλο κι ούτε ο Romanes να κατηγορηθεί γιατί καταφεύγει στην αναλογία σύννεφου-σκιάς. Όταν δεν είναι γνωστή η υφή ενός πράγματος, η εικοτολογία με την χρήση αναλογιών είναι μάλλον αναπόδραστη, τα επιχειρήματα αναγκαστικά γενικά κι ο προβληματισμός της μορφής «αυτό μπορεί να συμβαίνει ή όχι;» είναι αποδεκτός και ίσως ό,τι περισσότερο μπορούμε να κάνουμε. Εν προκειμένω, δικαιούμαστε μόνο να πούμε πως αυτή η αναλογία σύννεφου-σκιάς, για την περιγραφή της σχέσης νευρωνικών και ψυχονοητικών διεργασιών, δεν είναι και η καλύτερη.
Θα καταφύγουμε σε δυο άλλα παραδείγματα. Όχι ως προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να είναι η σχέση των νευρωνικών με τις ψυχονοητικές διεργασίες, αλλά για το ότι οι δεύτερες θα μπορούσαν να επηρεάζουν τις πρώτες, ακόμα κι αν είναι παράγωγά τους. Καταφεύγουμε στις γενικές αναλογίες γιατί θεωρούμε πως το πείραμα κι η παρατήρηση δεν μπορούν να μας διαφωτίσουν τελεσίδικα επί του θέματος. Ας υποθέσουμε π.χ. ότι ζητάμε από έναν άνθρωπο να σκεφτεί κάποια πράγματα και καταγράφουμε μεταβολές στις φυσικοχημικές διεργασίες του εγκεφάλου που συσχετίζουμε με τις σκέψεις του. Τέτοιου είδους καταγραφές έχουν γίνει επανειλημμένα. Ο λόγος που αυτού του είδους τα φαινόμενα δεν αποδεικνύουν ότι η σκέψη επιδρά στον υλικό εγκέφαλο είναι γιατί θα μπορούσε, όπως υποστηρίζουν πολλοί, να μην είναι οι σκέψεις υπεύθυνες γι’ αυτές τις μεταβολές, αλλά οι επίσης φυσικοχημικές διεργασίες που προηγήθηκαν. Γι’ αυτούς, η όλη διαδικασία δεν είναι παρά μια διαδοχή υλικών διεργασιών στις οποίες η σκέψη δεν έχει κανέναν αιτιακό ρόλο, είναι ένα επιφαινόμενο, μια αδρανής σκιά.
Θα μπορούσαμε να δείξουμε πως κι αυτή η σκιά που δημιουργεί το σύννεφο μπορεί να επηρεάζει τις κινήσεις του, δευτερογενώς, μέσω των διαφορών θερμοκρασίας που δημιουργεί στο έδαφος και των εξ αυτών τροποποιήσεων των ανέμων. Ίσως δηλαδή θα μπορούσαμε να δείξουμε πως, αντίθετα με όσα ισχυρίζεται ο Romanes και οι σύγχρονοι απλοϊκοί αιτιοκράτες, μάλλον είναι δύσκολο να βρούμε κάποιο παράδειγμα που το αποτέλεσμα δεν αντεπιδρά με κανένα τρόπο στο αρχικό του αίτιο, γενόμενο έτσι κι αυτό αίτιο του αιτίου του. Θα αναφερθούμε επιγραμματικά σε δύο παραδείγματα που μπορούν να κάνουν πιο οικεία την ιδέα ότι το προϊόν μιας οντότητας είναι σε θέση να επηρεάζει την οντότητα εκ της οποίας προήλθε.
Παράδειγμα 1ο: Το λέιζερ
Το πρώτο και πιο κοινό λέιζερ αερίου αποτελείται χοντρικά από ένα σωλήνα με μίγμα He και Ne. Προκαλώντας ηλεκτρική εκκένωση μέσα στο σωλήνα, δημιουργούνται φωτόνια από τις αποδιεγέρσεις των ατόμων που διεγέρθηκαν λόγω των συγκρούσεων των αερίων με τα ηλεκτρόνια της ηλεκτρικής εκκένωσης. Τα δημιουργούμενα φωτόνια, αντανακλώμενα σε κάτοπτρα της ειδικής διάταξης της συσκευής, αντεπιδρούν με τα άτομα προκαλώντας τη διέγερσή τους και την επανεκπομπή φωτονίων ίδιας συχνότητας. Στο όλο το φαινόμενο δεν υπάρχει μιας μόνο κατεύθυνσης σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Αν ως αίτιο θεωρηθεί η αποδιέγερση των ατόμων και ως αποτέλεσμα η δημιουργία φωτονίων, το αποτέλεσμα γίνεται η αιτία της αιτίας του. Το τελικό αποτέλεσμα, η εκπομπή της δέσμης του λέιζερ, δεν είναι μόνο συνέπεια της αποδιέγερσης των ατόμων, αλλά και της επαναδιέγερσής τους στην προσήκουσα ενεργειακή στάθμη από τα δημιουργούμενα φωτόνια.
Παράδειγμα 2ο : Η κοινωνία
Ένα άλλο παράδειγμα για το ίδιο θέμα μπορούμε να έχουμε από έναν τελείως διαφορετικό χώρο. Τα άτομα δημιουργούν τις κοινωνίες. Δεν υφίσταται, δεν μπορεί καν να νοηθεί κοινωνία χωρίς άτομα. Η κοινωνία ωστόσο δεν είναι μόνο δημιούργημα των ξεχωριστών ατόμων, αλλά και αυθύπαρκτη οντότητα που δεν εξαρτάται, απολύτως, από κανένα από τα άτομα που την απαρτίζουν. Ο θάνατος κανενός ξεχωριστού ατόμου δεν σταματάει τη δική της ύπαρξη. Η κοινωνία, ταυτόχρονα, αντεπιδρά και καθορίζει τα άτομα μέσω πάμπολλων μηχανισμών και τρόπων, από τις διατάξεις και τους νομικούς περιορισμούς, τους άγραφους νόμους, τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα έως τις εγγεγραμμένες στο άτομο συνήθειες και συμπεριφορές. Με πολλούς «άυλους» τρόπους, θα μπορούσαμε να πούμε.
Προφανώς, όπως πριν δεν υπαινιχθήκαμε ότι ο εγκέφαλος είναι όπως τα εκπέμποντα άτομα και η σκέψη όπως τα εκπεμπόμενα φωτόνια, ούτε εδώ υπαινισσόμεθα πως οι ξεχωριστοί άνθρωποι είναι όπως οι νευρώνες του εγκεφάλου και η κοινωνία όπως η σκέψη. Απλά, τα τόσο διαφορετικά παραδείγματα μπορούν να μας βοηθήσουν να απεμπλακούμε από την απλοϊκή, μονής κατεύθυνσης, αιτιότητα και να διαπιστώσουμε πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στην αποδοχή ότι μια δημιουργούμενη οντότητα μπορεί να αντεπιδρά και να καθορίζει το δημιουργό της. Αναλόγως, οι ψυχονοητικές διεργασίες, είτε ως ομοούσια (σε τελευταία ανάλυση) υλική οντότητα είτε ως διαφορετικό πεδίο (CMF του Libet) θα μπορούσαν να αντεπιδρούν στις νευρωνικές λειτουργίες, ακόμα κι αν είναι παραγόμενες εξ αυτών.
Οι επιπτώσεις αυτής της διαπίστωσης είναι προφανείς. Οι ψυχονοητικές διεργασίες μας δεν είναι κατ’ ανάγκην αδρανείς, ενώ σώζεται κι η εκδοχή ότι ο συνειδητός εαυτός μας είναι σε θέση να αποφασίζει, τουλάχιστον για ορισμένα πράγματα. Φυσικά, όσον αφορά στην «ελεύθερη βούληση», δεν χωρά αμφιβολία πως πρόκειται για υπερβολή, ακόμα και σαν φράση. Για να διαπιστώσει κανείς το περιορισμένο της ελευθερίας επιλογής του ατόμου δεν χρειάζεται να καταφύγει στα επιχειρήματα του Wegner, που δείχνει, μέσω διαφόρων παραδειγμάτων, πως είναι εν πολλοίς ψευδαίσθηση. Μπορεί εύκολα να αποδειχθεί με όρους βιολογικής κληρονομικότητας, διαμόρφωσης των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και της ψυχολογίας κατά τα πρώτα παιδικά χρόνια, καθώς και με τη σημασία των κάθε είδους περιβαλλοντικών επιρροών και ιδιαίτερα του τυχαίου. Αν όμως η «ελεύθερη βούληση» δεν είναι τόσο ελεύθερη όσο την θεωρούμε αυθορμήτως, δεν είναι και απολύτως φενάκη. Δεν υπάρχουν δεδομένα που αποδεικνύουν πως είμαστε φυσικοχημικά αυτόματα και πως οι ψυχονοητικές μας διεργασίες είναι αιτιακά αδρανείς.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
George John Romanes. Mind and Motion and Monism
(http://www.archive.org/stream/mindmotionmonism00romaiala/mindmotionmonism00romaiala_djvu.txt)
Sperry RW. Mind- brain interaction: Mentalism yes; Dualism no. Neuroscience, 1980, 5, 195-206.
Libet B. Can conscious experience affect brain activity? Journal of Consciousness Studies, 2003, 10, 24-28
Wegner D. The illusion of conscious will. The MIT Press: Bradford Books, 2002.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.