Νίκος Γκουγκουλής
Ψυχίατρος, Νοσοκομειακός Ψυχίατρος (ASM 13),
Ψυχαναλυτής (SPP)
σύναψις 13 [2009 – τόμος 05]
Μετάφραση Θανάσης Καράβατος
Εισαγωγή
Το θέμα που προτείνω να συζητήσουμε σήμερα αναφέρεται στις δυσκολίες που συναντούμε όταν διερευνούμε τη δυνατότητα να εγκαταστήσουμε μια ψυχαναλυτική θεραπεία στην περίπτωση μιας αρχόμενης ψύχωσης. Θα προτείνω να διακρίνουμε δύο όψεις αυτού του μέρους της θεραπείας: (α) τις ιδιαιτερότητες του αιτήματος και (β) τις ιδιαιτερότητες της παρέμβασης που επιτρέπει την ανάπτυξη και ολοκλήρωση της ερμηνευτικής διεργασίας με τα ψυχωτικά περιστατικά. Θα επιχειρήσω να τις διαλευκάνω μέσω κάποιων θεωρητικών αναπτύξεων τις οποίες θα υποστηρίξει η παρουσίαση της κλινικής περίπτωσης ενός ασθενούς που ονόμασα Richard.
Επιτρέψτε μου να ορίσω με ακρίβεια τις συνθήκες της εργασίας πάνω στην οποία θα στηριχθώ για να διευκρινίσω τα σημεία που θέλω να αναπτύξω. Εργάζομαι κυρίως ιδιωτικά και εκ παραλλήλου σε ένα Ίδρυμα, κι αυτό μου επιτρέπει να ασχοληθώ με ένα ευρύ φάσμα ασθενών, γεγονός που επιβεβαιώνει μια παραγνωρισμένη πλευρά του δασκάλου όλων μας, του Eugène Bleuler, ο οποίος αναφερόταν στην έννοια της «ομάδας των σχιζοφρενειών». Ο πληθυντικός αυτός μου φαίνεται απολύτως αναγκαίος για την έννοια των ψυχώσεων, πιστεύω δε ότι οι εξωτερικοί ασθενείς δεν είναι όμοιοι με αυτούς που νοσηλεύονται στο νοσοκομείο. Δεν πρόκειται να επιμείνω πάνω στις ποικίλες κλινικές εικόνες που επικαλούνταν κατά το παρελθόν οι μεγάλοι γάλλοι κλινικοί, εμμένοντας στις διαφορές του μηχανισμού ή του τρόπου της παραληρητικής παραγωγής. Αντίθετα, θα σταθώ στον ψυχικό μηχανισμό που δικαιώνει την αναλυτική παρέμβαση.

Όσοι είστε εξοικειωμένοι με το έργο του Freud, θα γνωρίζετε ασφαλώς το κάτωθι παράθεμα από το άρθρο του για την έναρξη της θεραπείας που δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα, όπως μαθαίνουμε μέσα από την αλληλογραφία του με τον Ferenczi:1 «Όποιος επιχειρήσει να μάθει το ευγενές παιχνίδι του σκακιού, δεν θα αργήσει να ανακαλύψει ότι μόνο οι κινήσεις της αρχής και του τέλους μπορούν να δώσουν πλήρη σχηματική περιγραφή αυτού του παιχνιδιού, ενώ η ενδιάμεση απέραντη πολυπλοκότητα μιας παρτίδας ανθίσταται σε κάθε περιγραφή» (Freud 1913,σελ. 81).
Πράγματι, όταν οι δύο παίκτες αντιπαρατίθενται, έχοντας ανάμεσά τους τη σκακιέρα, υποτίθεται πως γνωρίζουν τους κανόνες που υποχρεούνται να σεβαστούν, με άλλα λόγια να παίξουν το ίδιο παιχνίδι, κάνοντας τις εναρκτήριες κινήσεις που ξεκινούν την παρτίδα.
Η μεταφορά αυτή δεν είναι εφαρμόσιμη στη ψύχωση· για πολλούς λόγους, ο κυριότερος των οποίων είναι ότι ο αναλυτής και ο ασθενής δεν συμμερίζονται την ίδια ψυχική εμπειρία. Εντούτοις, ο αναλυτής, χάρη στις θεωρητικές του αναφορές και την ευαισθητοποίησή του στην ψυχοπαθολογία, μπορεί να αισθανθεί κάποια εξοικείωση με μια ψυχική λειτουργικότητα που δεν είναι η δική του.
Για τον νευρωτικό, τα πράγματα είναι σχετικά καθαρά. Το σύμπτωμά του, εκτός του ότι καταγράφει την επιστροφή του απωθημένου, οδηγεί σε μια ψυχική, σωματική ή ακόμα και κοινωνική (π.χ. οι φοβικές συμπεριφορές) δυσφορία που στοιχειοθετεί ένα αίτημα για βοήθεια, το οποίο, στις περισσότερες των περιπτώσεων, καταλήγει στο γιατρό. Την κατάσταση έχει περιγράψει ο Freud το 1920 (σελ. 248): «κάποιος, αν και κύριος του εαυτού του, υποφέρει από μια εσωτερική σύγκρουση που δεν μπορεί να τερματίσει μόνος του, τόσο που καταλήγει να απευθυνθεί στον ψυχαναλυτή όπου θα εκθέσει το πρόβλημά του, ζητώντας τη βοήθειά του».
Ο ασθενής αισθάνεται την ανάγκη μιας αλλαγής μέσα από την ερμηνευτική επικοινωνία. Απαντώντας στο αίτημα, ο αναλυτής οφείλει να τον οδηγήσει στο να κατανοήσει κάποια στοιχεία του εαυτού του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αναγνώρισης, που γίνεται αποδεκτό από τα δύο μέρη, μπορεί να ξετυλιχτεί, χωρίς ιδιαίτερα εμπόδια, η στρατηγική του πλαισίου (ελεύθερος συνειρμός/ ισομερώς διάχυτη προσοχή).
Αυτός ο τύπος του αιτήματος έλκει την καταγωγή του από την παράδοση του ιατρικού αιτήματος. Διαφοροποιείται από αυτό καθώς ο ασθενής που αιτείται την ανάλυση γνωρίζει ότι ο αναλυτής εργάζεται με μια ιδιαίτερη θεωρία, ακόμα κι αν αγνοεί τον περισσότερο καιρό σε τι συνίσταται αυτή θεωρία. Ο αναλυτής προτείνει την ακρόασή του και ένα πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να εκτυλιχθεί η ανάλυση. Η εγκατάσταση του πλαισίου είναι ουσιώδης, όποια και αν είναι η παθολογία που πρόκειται να αντιμετωπιστεί. Στη περίπτωση των νευρώσεων, οι προκαταρκτικές συνεντεύξεις παίζουν αυτόν τον ρόλο, ακόμα κι αν γνωρίζουμε ότι το πλαίσιο θα δοκιμαστεί από τα συμβάντα της θεραπείας.
Τι όμως συμβαίνει όταν δεν υφίστανται οι συνθήκες για την ερμηνεία; Τι μας ζητάει ο ψυχωτικός ασθενής; Συνήθως τίποτε. Είναι σπάνιο να δούμε μια τέτοια κατάσταση –συνήθη στον αναλυτή που εργάζεται εκτός νοσοκομείου– με ένα νευρωτικό που, όντας κύριος του προσώπου του, αλλά όχι και της οδύνης του, προσέρχεται για να διαφωτίσει τα προβλήματά του. Η ψυχωτική συμπτωματολογία, όντας έκφραση μιας πιο παλίνδρομης ψυχικής απελπισίας, εκτοπίζει το υποκείμενο από τη συνήθη θέση του «κύριου» του συνειδητού ψυχισμού του, εξού και η ανικανότητά του να διατυπώσει ένα ρητό αίτημα. Στην πορεία ψυχωτικών εξελίξεων, για παράδειγμα σε μια οξεία απορρύθμιση, το αίτημα απουσιάζει στις περισσότερες των περιπτώσεων, τουλάχιστον σε έκδηλο επίπεδο. Με τον ψυχωτικό μπορούμε να πούμε ότι το λιγότερο προφανές μέρος του θεραπευτικού έργου συνίσταται ακριβώς στο να εγκατασταθεί το πλαίσιο της θεραπείας. Πράγματι, το αίτημα για μια ψυχαναλυτική θεραπεία ενός ψυχωτικού ασθενούς, χωρίς προκαταρτική εργασία, είναι σπάνια περίπτωση· συμβαίνει μάλιστα, πολλοί έμπειροι αναλυτές να βεβαιώνουν ότι δεν το συνάντησαν ποτέ ( Racamier, 1985).
Εκκινώντας από τη φροϋδική υπόμνηση του αιτήματος, στις περιπτώσεις των ψυχωτικών ασθενών, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με πρόσωπα που έχουν εσωτερικά προβλήματα, αλλά δεν είναι κύρια του εαυτού τους. Η εμφανής απουσία αιτήματος μάς θέτει στην ακόλουθη κατάσταση: είτε να αποφασίσουμε πως τα εργαλεία μας δεν είναι επαρκή, οπότε εγκαταλείπουμε το πεδίο της ψυχοπαθολογίας είτε αποφασίζουμε να συνεχίσουμε σε αυτή την άγνωστη περιοχή, οπλισμένοι με την αναλυτική σκέψη. Η δεύτερη επιλογή μάς επιτρέπει να ανακαλύψουμε, μέσα σε αυτή την εμφανή απουσία αιτήματος, τη διάσταση ενός καλέσματος που το έχω χαρακτηρίσει αλλού ως «απρόσωπη έκκληση» (Gougoulis, 1989). Πρόκειται για την ερμηνεία περίεργων πράξεων, του παραληρήματος, κυρίως στις στιγμές της συγκρότησής του, όπου ο ψυχωτικός επιχειρεί να εκφράσει την κακουχία του κατά τρόπο πολύ λίγο οργανωμένο. Εάν, ακούγοντας αυτή τη διάσταση, πετύχουμε να μετατρέψουμε αυτήν την έκκληση σε έναν προβληματισμό που να διατυπώνεται εφεξής στο όνομά του και να απευθύνεται στον συνομιλητή του, τότε θα δημιουργήσουμε τη δυνατότητα να συγκροτηθεί ένα επίπεδο αιτήματος θεραπευτικής σχέσης. Από αυτό το νέο στοιχείο είναι δυνατόν να επιχειρήσουμε τη δημιουργία ενός πλαισίου ψυχικής εργασίας και κατά συνέπεια ψυχοθεραπευτικής διεργασίας.2
Λαμβάνοντας υπόψη την ευθραυστότητα ενός τέτοιου αιτήματος, καθώς και ορισμένων δυσκολιών στις σχέσεις ή, ακόμα, και των «μεταβιβαστικών δυσχερειών» [τις περιοχές, δηλαδή, της ψυχωτικής σκέψης, τις οποίες η Segal και ο Searles χαρακτηρίζουν ως συγκεκριμένες (concrète), εξαιτίας της απουσίας ενός δεύτερου βαθμού και της ικανότητας συμβολοποίησης], μου φαίνεται ότι το κύριο πρόβλημα της συνάντησης με έναν ψυχωτικό είναι το πρόβλημα να αναγνωριστούν οι συνιστώσες της πολύπλοκης κατάστασης, έτσι ώστε να ξεχωρίσουμε εκείνη που θα μπορέσει να γίνει το κεντρικό ερώτημα για τον ασθενή. Με ένα τέτοιο ερώτημα στη θέση της ψυχικής αταξίας, ο ασθενής θα μπορέσει να αισθανθεί ως υποκείμενο της οδύνης του και να ζητήσει ή να μη ζητήσει βοήθεια από κάποιον. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα δεν είναι καθόλου να δοκιμάσουμε την άμεση αποκρυπτογράφηση. Αντίθετα, χρειάζεται να δοκιμάσουμε να προσανατολίσουμε ερωτήματα που να στοχεύουν, από μέρους του ασθενούς, στην ολοκλήρωση αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως προβληματικό σε ό,τι μας λέει και που θα μας χρησιμεύσει ως βάση στα μεταγενέστερα ερωτήματά του. Αυτή η στάση περιλαμβάνει άρρητα μηνύματα, συχνά έως και υπολεκτικά, που θα στοχεύουν στην αποκατάσταση της επαφής με την ψυχική και την εξωτερική πραγματικότητα που είχε ραγεί.
Οι δεσμοί που έχουν πλεχτεί γύρω από τη μετάφραση ενός απρόσωπου αιτήματος επιτρέπουν την αναγνώριση του περιεχομένου του. Από την πλευρά του αναλυτή, φτάνουμε σε κάτι που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε με τον ορισμό άρρητο αίτημα, που περιέχεται εντός της «απρόσωπης έκκλησης». Πρόκειται για ερώτημα που δεν κατόρθωνε ως τώρα να διατυπώσει και το οποίο επαναλάμβανε με τη δράση των τραυματισμών που συγκροτούσαν την ψυχωτική λειτουργία. Το άρρητο αίτημα είναι πρώτα-πρώτα ένα αίτημα αποδοχής της επικοινωνίας που προσφέρεται σε ένα παλινδρομικό επίπεδο· σε δεύτερο χρόνο είναι, επίσης, ένα αίτημα κατανόησης και, τέλος, ένα αίτημα που δοκιμάζεται με τη θεραπευτική σχέση. Από την πλευρά του ασθενούς, η αποδοχή αυτής της πρώτης εργασίας, που στοχεύει στην ερμηνεία, εμβάλλει ένα πρώτο σχίσμα με το αναπαραγόμενο σχήμα το οποίο οδήγησε στο συμπεριφορικό αδιέξοδο της διακοπής μιας αμοιβαίας επικοινωνίας. Ο ασθενής μπορεί να αισθανθεί ότι βρίσκεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα όπου εργάζονται μαζί του και όχι αντ’ αυτού. Ο θεραπευτικός χώρος θα δημιουργηθεί ακριβώς μέσα από αυτά τα δεδομένα.3
Παρά τα φαινόμενα, ο ψυχωτικός είναι αυτός που βρίσκεται στο επίκεντρο της συνάντησης και σε μας ανήκει η φροντίδα να του δώσουμε τη δυνατότητα να αναγνωρίσει εδώ μια χρησιμότητα. Η προοδευτική αποκάλυψη αυτών των παραδόξων θα επιτρέψει στον ψυχωτικό να δώσει κάποιο νόημα στα προβλήματά του, επιστρέφοντας σε ένα τύπο λειτουργίας λιγότερο προβλητικό, λιγότερο πεισιθανάτιο, λιγότερο καταστροφικό, με άλλα λόγια. Ένα τέτοιο διάβημα στοχεύει πράγματι στη δημιουργία δεσμών στη θέση της αποσυνδετικής εργασίας της ενόρμησης θανάτου, που εκφράζεται ανοιχτά επ’ ευκαιρία των φαινομένων αυτού του τύπου (Freud, 1933 – Green, 1990 – Rosenfeld, 1971).
Ονομάζω αυτούς τους πρώτους δεσμούς «τάσεις ανοίγματος». Η προσπάθεια του αναλυτή συνίσταται στην μετατροπή τους σε στιγμές κατάλληλων παρεμβάσεων, σε μια επαφή που, εκ των υστέρων, μπορεί να χαρακτηριστεί ως κίνηση ανοίγματος. Θα επιχειρήσω να περιγράψω και να εξηγήσω αυτή την τροποποίηση λίγο πιο κάτω. Ας έρθουμε, όμως, τώρα στην κλινική.
Η περίπτωση του Richard
Ο Richard είναι ένας νέος 19 ετών, τον οποίο παρακολουθώ εδώ και έξι μήνες. Όπως μπορείτε να φανταστείτε, δεν προσήλθε με δική του πρωτοβουλία. Πράγματι, είχε προηγουμένως επικοινωνήσει η μητέρα του που μου ζήτησε ένα ραντεβού για το γιο της, που, όπως μου δήλωσε στο τηλέφωνο, επιθυμούσε να αρχίσει ψυχανάλυση με σκοπό να κάνει σπουδές ψυχολογίας. Η εμπειρία μου έχει δείξει ότι αυτός ο τύπος του παράπλευρου αιτήματος, όταν ο ασθενής δεν είναι ανήλικος, περιλαμβάνει περιστατικά ψύχωσης, εννιά στις δέκα φορές. Έτσι, ρώτησα να μάθω την ηλικία του γιου της: ήταν, μου είπε, 18 ετών, ευφυέστατος, αλλά με δυσκολίες στο σχολείο, επιφυλακτικός, όμως, στην ιδέα να συναντήσει έναν αναλυτή μετά την αποτυχία του να τον δεχτούν σε μια πανεπιστημιακή Κλινική. Κατέληξε προσθέτοντας ότι ήταν απελπισμένη και ότι θα προτιμούσε να με συναντήσει. Της απάντησα ότι αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ενδεχόμενο, αλλά μόνο εφόσον θα συναντούσα πρώτα τον ασθενή. Θα έπρεπε, λοιπόν, να επικοινωνήσει μαζί μου ο γιος της για την πρώτη συνάντηση, κάτι που έγινε λίγες μέρες μετά.
Στις περιπτώσεις των ψυχωτικών ασθενών, όσο κι αν μου φαίνεται θεμιτή η αποδοχή της συνάντησης με τους γονείς, θεωρώ επίσης σημαντικό να μην αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που απαιτεί να μην κωλύεται η ακρόαση του ασθενούς από πληροφορίες άλλων, πριν από την πρώτη επαφή μαζί του. Αυτός ο παράπλευρος τύπος επαφής κινητοποιεί τον αναλυτή στην αντι-μεταβίβασή του και την στάση υποδοχής που υιοθετεί. Επιβεβαιώνεται, έτσι, η ιδέα του Michel Neyraut ότι η αντι-μεταβίβαση προηγείται της μεταβίβασης. Θα υποδεχόμουν, λοιπόν, τον Richard με την ιδέα ότι επρόκειτο για έναν εύθραυστο έφηβο, αποσυρμένο και δύσπιστο. Δεν ήταν φρόνιμο να ενδώσω στην τάση για εύκολες και ταχείες διαγνώσεις, αλλά η παρανοειδής διάσταση στη στάση του υπήρχε στη σκέψη μου. Απέμενε να προσδιορίσω εάν η στάση του ασθενούς εγγραφόταν στην ψυχωτική παθολογία ή μήπως ήταν απλή αντίδραση στην αποτυχία μιας πρώτης ψυχιατρικής επαφής.
Στο πρώτο ραντεβού βρέθηκα μπροστά σε έναν μεγαλόσωμο νέο που δήλωνε πως δεν ήξερε γιατί ερχόταν να με δει. Ευγενικός, απλά ντυμένος, κάπως αποσυρμένος, με καθηλωμένο πρόσωπο, παρέμεινε σιωπηλός τα λίγα λεπτά που ακολούθησαν την υποδοχή μου. Πρόσεξα πως η χειραψία του ήταν σύντομη και χαλαρή. Μου φάνηκε προφανές ότι προσερχόταν με επιφύλαξη στη συνάντησή του μαζί μου.
Τον ξάφνιασα ευχαριστώντας τον για την επίσκεψή του, προσθέτοντας ότι θα ήταν, πράγματι, ενδιαφέρον να δούμε όλες τις συνιστώσες της πρώτης του απόφανσης. Από τη μια δεν ήθελε να έρθει, από την άλλη έμοιαζε πως κάτι τον απασχολούσε, αλλιώς δεν θα ερχόταν. Μέσα από την αντίθεση αυτών των δύο δυνάμεων, θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε το γεγονός της προσέλευσής του και της αρχικής, a priori αινιγματικής, φράσης του πως δεν γνώριζε γιατί ήταν εδώ. Πρόσθεσα, ακόμη, ότι η μητέρα του μου είχε τηλεφωνήσει και ότι αυτός υπάκουε στο δικό της αίτημα. Εντούτοις, αν πρόκειται να εργαστούμε μαζί, αυτό το γεγονός δεν θα γινόταν στοιχείο της συνάντησής μας, στοιχείο που θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη, όπως έκανα και για την αινιγματική του φράση.
Έκδηλα αιφνιδιασμένος ο Richard με ρώτησε τι μου είπε τηλεφωνικά η μητέρα του. Του απάντησα πως επέτρεψα την εκδήλωση της μητρικής της ανησυχίας, αλλά απέκλεισα επίτηδες τις λεπτομέρειες γύρω από αυτή, διότι ήθελα να ακούσω από πρώτο χέρι την κατάσταση οδύνης που την δημιουργούσε. Ο Richard μου φάνηκε ταυτόχρονα ξαφνιασμένος και συγκινημένος. Ξαφνιασμένος επειδή, είπε, κατάφερα να δώσω προτεραιότητα στο λόγο του και συγκινημένος μέσα στην αναγνώριση της κατάστασής του. Μετά από μια μικρή σιγή, σηκώθηκε για να ρωτήσει, με ελαφρά θυμωμένο ύφος, τι μου επέτρεπε να κρίνω τη κατάστασή του και να την χαρακτηρίσω οδυνηρή.
Μπροστά σε αυτή την ερώτηση, που κινδύνευε εξ αρχής να εισαγάγει παρανοειδή στοιχεία, του είπα πως όταν βρίσκομαι μπροστά σε σύνθετες και αινιγματικές ανθρώπινες καταστάσεις, που είναι δύσκολο να κατανοηθούν εκ προοιμίου, τις αναλύω στα συστατικά τους μέρη και καταφεύγω σε υποθέσεις τις οποίες προτείνω, κατόπιν, στους ασθενείς για επιβεβαίωση ή διόρθωση του τρόπου με τον οποίο σκέφτηκα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι απαντήσεις του ασθενούς θα είναι αυτές που θα μου επιτρέψουν να συνεχίσω τη σκέψη μου, κάτι που θα μπορούσε να γίνει και μαζί του. Με αυτή την παρέμβασή μου, που επεξηγούσε την προηγούμενη ερμηνεία, φάνηκε να ανακουφίζεται και να ενδιαφέρεται. Ύστερα, με ρώτησε τι περίμενα από αυτόν.
Του απάντησα ότι με ενδιέφερε να μάθω εάν η υπόθεσή μου για την οδύνη του, αυτή που προκάλεσε την ανησυχία της μάνας του, ήταν δικαιολογημένη. Μισοθυμωμένος εκ νέου, απάντησε με ένα «ίσως». Του αντέτεινα ότι στην περίπτωση αυτή μπορούσε να μου μιλήσει για την οδύνη του ή για τη ζωή του, με τον πιο απλό τρόπο, έτσι όπως θα του ’ρχονταν στο νου.
Μου απάντησε πως δεν έβλεπε καμιά χρησιμότητα σε αυτό. Του είπα πως, σαν πρώτη άμεση εκτίμηση, είχε δίκιο, αν σκεφτούμε την εμπειρία που είχε μέχρι τη συνάντησή μας. Εντούτοις, του ζήτησα να αναστείλει για λίγο την κρίση του αυτή και να δοκιμάσει τον τύπο εργασίας που του είχα προτείνει, έτσι που, στο τέλος αυτής της δοκιμής, να κρίνουμε τη χρησιμότητα του αιτήματός μας.
«Δηλαδή θέλετε να με ψυχαναλύσετε»; Ρώτησε. Του απάντησα ότι ήθελα πράγματι να κατανοήσω μαζί του τα στοιχεία της συνάντησής μας σε σχέση με τα στοιχεία της ιστορίας του και, στο μέτρο που η σκέψη μου ήταν σκέψη ψυχαναλυτική, να εκτιμήσω τη δυνατότητα μιας ψυχαναλυτικής εργασίας στο πέρας των συναντήσεών μας.
Το γεγονός ότι τον ενέπλεκα και ότι δεν είχα μια προκατασκευασμένη ιδέα, του άρεσε. Σχεδόν πεπεισμένος, ξεκίνησε μια αρκετά φτωχή διήγηση, χωρίς συνειρμούς και με συχνές διακοπές λόγω αλλαγής κατεύθυνσης που έδειχναν σκιερές περιοχές στην ιστορία του. Στο βαθμό που η αρχική μου παρουσία ήταν σημαντική, τον άφησα να μιλήσει χωρίς διακοπές.
Ο Richard θεωρούσε τον εαυτό του σαν να ήταν πάντα μόνος, ανεσταλμένος, χωρίς θέση στην ομάδα. Ζούσε τότε στο σπίτι της μητέρας του, αφού προηγουμένως είχε περάσει ένα χρόνο στο σπίτι του πατέρα του. Οι γονείς του ήταν διαζευγμένοι από 10ετίας. Ζούσε απομονωμένος, δίχως πάθος ή κάποια συγκεκριμένη επιθυμία. Στην ερώτησή μου για το πώς περνά τις μέρες του μου είπε πως προετοίμαζε ένα δίπλωμα πληροφορικής με εκπαίδευση εξ αποστάσεως. Εγκατέλειψε το σχολείο στην τελευταία τάξη, καθώς υπέμενε όλο και λιγότερο την παρουσία των άλλων. Είχε μεγάλες δυσκολίες μάθησης, αλλά πιθανό να οφείλονταν στη κατανάλωση κάνναβης, συμπέρανε πριν από μια παύση όπου έμοιαζε να σκέφτεται.
Δεν είχε αναμνήσεις πριν από την ηλικία των 7-8 ετών, όταν πήγε στο σχολείο, είπε, βγαίνοντας από μια σύντομη σιωπή. Από το δημοτικό είχε μια συγκεχυμένη ανάμνηση του περιβάλλοντος: θυμόταν το σχολείο, τους τοίχους, αλλά όχι τους συμμαθητές του. Οι γονείς του φιλονικούσαν διαρκώς και φοβόταν πως θα χωρίσουν. Τον τελευταίο λόγο τον είχε πάντα η μητέρα του. Για παράδειγμα, διευκρίνισε, όταν ρωτούσε τον πατέρα του εάν μπορούσε να πάει να δει τους φίλους του, αυτός τον παρέπεμπε σταθερά στη μητέρα του. Ο αδερφός του, μεγαλύτερος κατά επτά χρόνια, ήταν ήδη προβληματικός, ενώ ο Richard ήταν ένα ήσυχο παιδί που δεν δημιουργούσε καθόλου προβλήματα. Μου είπε, άλλωστε, ότι για τη μητέρα του –που είχε ζήσει τις δυσκολίες του Armand, του πρωτότοκου– αυτός, ένα ήσυχο παιδί, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Τον Richard τον πρόσεχε ένα άλλο ζευγάρι επειδή οι γονείς του εργάζονταν. Έπειτα από μικρή σιγή, πρόσθεσε πως δεν είχε τι άλλο να πει.
Τον ρώτησα εάν οι μαθησιακές του δυσκολίες προέρχονταν από κάποιο πρόβλημα συγκέντρωσης. Μου απάντησε αρνητικά. Όταν θέλησα να διερευνήσω τους λόγους αυτής της διαταραχής δεν θέλησε να πάμε μακρύτερα, επικαλούμενος το χασίς. Ανταπάντησα ότι ίσως χρησιμοποιούσε το χασίς για τα άγχη του. Ναι, μου είπε, αλλά για άγχη που δεν καταλάβαινε. Μπροστά σε αυτή τη διαταραχή της σκέψης και της ικανότητας για αναπαράσταση, του είπα πως θα ήταν σημαντικό να δοκιμάσουμε μαζί να ταβ καταλάβουμε, διότι αν ο ίδιος δεν το μπορούσε, ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν θα μπορούσα να προχωρήσω χωρίς τη βοήθειά του.
Ο Richard φαινόταν και πάλι να ξαφνιάζεται. Όταν επικαλούνταν τα άγχη του στη μητέρα του, αυτή είτε καταλάβαινε είτε δεν καταλάβαινε τίποτε. Ποτέ δεν του ζήτησε τη βοήθειά του κι εγώ υποτίθεται ήμουν ειδικός! Του είπα πως οι λίαν αξιέπαινες προσπάθειες της μητέρας του δεν τον βοήθησαν να προχωρήσει στην αναζήτησή του. Αντί, λοιπόν, να επαναλαμβάνει αναποτελεσματικές προσπάθειες, ίσως θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε από κοινού. Του πρότεινα την ιδέα ότι τα άγχη του πρέπει να αντιστοιχούσαν σε καταστάσεις που δύσκολα μπορούσε να αναπαραστήσει και τις οποίες έδιωχνε γρήγορα από τη σκέψη του, είτε μέσα στα σύννεφα της κάνναβης είτε με μια απότομη συγκέντρωση που έκανε τη σκέψη ασαφή.
Ξαφνιασμένος και πάλι, πρόσθεσε: «Η Diane»; Πράγματι, φλερτάροντας για πρώτη φορά με μια νεαρά κοπέλα, αυτός έπαιξε με τη μοίρα της. Τη δυνατότητά του να την φλερτάρει την έπαιξε στα ζάρια με τον καλύτερο φίλο του, καθώς ήταν και οι δύο ενδιαφερόμενοι. Έκτοτε αισθάνεται σα να τον καταδιώκει η μοίρα του. Ένοιωθε σα μηδενικό, σα να τον παρακολουθούσαν κάθε φορά που έμπαινε σε ένα χώρο. Στην αρχή ήταν στο μετρό, κατόπιν, προοδευτικά το αίσθημα αυτό τον ακολουθούσε παντού, υποχρεώνοντάς τον να περιορίσει ολοένα και περισσότερο την ακτίνα των μετακινήσεών του.
«Και από τότε κρύβεστε», πρόσθεσα. Κρύβεστε από τους άλλους και σιγά-σιγά από τον εαυτό σας. Σε τέτοιο σημείο που, αν και στην αρχή αυτό δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι –να μην σας βρίσκουν–, κατέληξε να μην έχετε συμπαίκτη κι αυτό γίνεται δύσκολα, μια αληθινή οδύνη (Winnicott 1971, Green 1984).
Με ρώτησε αν τα γνώριζα όλα αυτά όταν, στην αρχή της συνέντευξης, μιλούσα για οδύνη. Του απάντησα πως προφανώς δεν είχα ιδέα για την Diane, αλλά πως μπορούσα να φανταστώ ότι θα υπήρχαν πολύ σημαντικά πράγματα πίσω από μια συμπεριφορά που προκαλούσε τη μητρική ανησυχία, τόσο που να καταφύγει σε έναν ψυχαναλυτή. Το ενδιαφέρον ήταν να δούμε εάν αυτού του τύπου οι προβληματισμοί θα μπορούσαν από εδώ και πέρα να τον αφορούν προσωπικά. Ο Richard είπε πως είχε ανάγκη να πάρει μια ανάσα πριν απαντήσει. Πρόσθεσα πως θα ήταν πολύ σημαντικό αυτή τη φορά να με συναντήσει με δική του πρωτοβουλία.
Διαγνωστική συζήτηση. Η κλινική εικόνα δεν είναι εύκολη. Βρισκόμαστε βεβαίως μπροστά σε προφανείς ψυχωτικούς μηχανισμούς. Τίποτε όμως δεν έχει συγκροτηθεί. Ο Richard, μέσα στην εφηβική του κρίση και με τον τρόπο που την διαχειρίζεται, εικονογραφεί τον χαρακτηρισμό που έδωσε ο André Green, το 1984: «ο εκτός νόμου ξένος». Δηλαδή κάποιος που στιγμιαία ή σταθερά δεν είναι σε θέση να ενταχθεί στην κοινωνία με τους ισχύοντες νόμους. Όλα είναι ακόμα σε υπερένταση: ο προβλητικός μηχανισμός, το αίσθημα της εχθρικής ατμόσφαιρας που δεν έχει ακόμα οργανωθεί σε δίωξη, η δυσπιστία, η επιφυλακτικότητα. Στο οικονομικό επίπεδο της ψυχικής διαχείρισης, ο Richard μοιάζει να γλιστρά προς μια δαπανηρή στάση ναρκισσιστικής απόσυρσης με συνοδό της την ταχεία αποκοινωνικοποίησή του.
Τι να κάνουμε; Πρώτα απ’ όλα, να αναγνωρίσουμε τις ψυχικές και κοινωνικές προκλήσεις και να προτείνουμε μια κατανόηση που φαίνεται να του διαφεύγει. Ήταν η πρόκληση αυτής της συνάντησης, πολύ περισσότερο που η προηγούμενη συνάντηση δεν είχε φέρει κανένα αποτέλεσμα. Αυτονόητα, δεν θα έπρεπε να αποτύχει αυτή η ευκαιρία, με κόστος μια νέα αποτυχία γι’ αυτή την εύθραυστη ψυχική οικονομία.
Είναι προφανές ότι μπροστά σε αυτή την κατάσταση αιτήματος θα έπρεπε να αντιδράσουμε με ερμηνευτική στάση και όχι με στάση σιωπής. Ο σκοπός της στάσης του αναλυτή παραμένει ο ίδιος, δηλαδή να αποσταθεροποιήσει τις συνήθεις αμυντικές στάσεις για να εισαγάγει μια στάση διερώτησης του ασθενούς που θα επιτρέψει τη λειτουργία του ερμηνευτικού καμβά. Μόνο το μέσο διαφέρει. Η σιωπή έναντι ενός ασθενούς που βρίσκεται ήδη σε απόσυρση, κινδυνεύει να ξεστρατίσει σε δοκιμασία εξουσίας, κάτι εντελώς ανώφελο διότι, στο μέτρο που είμαστε ασθενέστεροι από τις σκοτεινές δυνάμεις της ενόρμησης θανάτου, μπορεί απλώς να βγούμε όλοι χαμένοι από μια τέτοια αντιπαράθεση. Αντίθετα, η ερμηνεία –τις λεπτομέρειες της οποία θα εξηγήσω πιο κάτω– επιτρέπει να κάνουμε έκδηλη την κατανόηση της παράδοξης κατάστασης της απόσυρσης και, κατά συνέπεια, να διανοίξουμε το δρόμο σε μια πιθανή συνέχεια.
Ας επιχειρήσουμε τώρα να εφαρμόσουμε σε αυτό το περιστατικό την έννοια της απρόσωπης έκκλησης. Όντας αποσυρμένος ο Richard έρχεται να μου αναγγείλει ότι δεν ξέρει γιατί ήρθε να με δει. Δεν κατέχει την οδύνη του και σε ένα πρώτο χρόνο δεν σκοπεύει να έρθει σε επαφή μαζί μου. Η ερμηνεία αυτής της στάσης μέσα από την κατάτμησή της σε αντιθετικές συνιστώσες του επιτρέπει να διαπιστώσει ότι το πρόσωπο απέναντί του επενδύει αν όχι στο πρόσωπο, τουλάχιστον στην κατάσταση και του προτείνει να εμπλακεί σε ένα παιχνίδι ερωτημάτων στο κέντρο του οποίου θα είναι ο ίδιος. Μπορεί να διαπιστώσει την αναγνώριση της οδύνης του χωρίς απόρριψη (δεν καταλαβαίνω τίποτε) ή μεγαλομανία (όλα τα καταλαβαίνω). Αυτό το άνοιγμα επιτρέπει στον αναλυτή να αναγνωρίσει ένα παράδοξο λανθάνον αίτημα. Μένει το πιο σημαντικό μέρος, εάν δηλαδή ο ασθενής αποδέχεται τις υποθέσεις κι εάν τις αναλαμβάνει για λογαριασμό του με τρόπο που να τον ολοκληρώνει. Αυτό, ακριβώς, πρόκειται να δείξω με τη δεύτερη συνάντηση.
Η δεύτερη συνάντηση
Στο δεύτερο ραντεβού, που είχε πάρει μόνος του, ήρθε με σημαντική καθυστέρηση. Δικαιολογήθηκε με πολύ ευγένεια και είπε πως δεν ήξερε εάν είχε κάτι να προσθέσει, κι αυτό τον έκανε να ξεχάσει την ώρα της συνάντησής μας. Του είπα πως το γεγονός αυτό μου φαινόταν σημαντικό και τον ρώτησα εάν μου επέτρεπε να του εκθέσω κάποιες ιδέες σχετικά με ό,τι θεωρούσα ως ένα παράδοξο. Αφού συγκατατέθηκε του είπα πως η καθυστέρησή του μου φαίνεται μια σύνθετη χειρονομία που απευθυνόταν σε μένα. Όλα ήταν σα να ήθελε να θέσει υπό δοκιμή την τελευταία μας συναλλαγή. Έβλεπα, λοιπόν, το γεγονός ότι επιθυμούσε να έρθει, αλλιώς, όποια κι αν ήταν ή ενθάρρυνση ή ακόμα και η πίεση της μητέρας του, δεν θα είχε έρθει. Από μια άλλη πλευρά, είχε ανάγκη να δείξει έμπρακτα την επιφυλακτικότητα έναντι της διαδικασίας και ίσως έναντι του τρόπου να παρεμβαίνω.
Ο Richard φαινόταν σκεφτικός. Δεν είχε πρόθεση να αργοπορήσει, είπε, αλλά ίσως και να είχα δίκιο. Κατά κάποιο τρόπο του θύμιζα τη μητέρα του, αλλά αυτή ήταν πολύ πιο καταφατική από ό,τι εγώ, όταν παρενέβαινε. Από μια άλλη πλευρά, έβρισκε πως ήταν ενδιαφέρον το γεγονός ότι του άφηνα την ευκαιρία να σκεφτεί πάνω στην χρησιμότητα της συνάντησης. Γνώριζε πως γινόταν ολοένα και πιο απομονωμένος, σε σημείο που δεν το έλεγχε πλέον και ότι κατέβαλε προσπάθεια για να έρθει στη συνάντησή μας. Η έξοδός του από το σπίτι είχε γίνει δύσκολη υπόθεση. Να πάει να συναντήσει κάποιον ήταν σχεδόν συνώνυμο του κινδύνου. Ένιωθε ντροπή, σα να μην ήταν άξιος. Επανέλαβα με ερωτηματικό τρόπο την τελευταία του λέξη, γιατί δεν καταλάβαινα αυτήν τη μην κατανοητή, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, λέξη, η οποία μου φαινόταν πυκνή.
Ο ίδιος δεν μπορούσε να απαντήσει. Η λέξη του ερχόταν έτσι, του φαινόταν εντελώς φυσικό και αναρωτιόταν τι δεν καταλάβαινα. Του είπα ότι η λέξη άξιος αναφερόταν σε κάτι σαν ιδανικό ή σε κάποιον κι ήταν αυτό ακριβώς που μου έλειπε για να παρακολουθήσω τη διήγησή του. Συνέχισε χωρίς να καταλαβαίνει τη δυσκολία μου. Ήταν βέβαιο ότι δεν επρόκειτο για ιδανικό –όλος ο κόσμος είχε–, συνέχισε, καθώς άρχιζε μια κοινότυπη απαρίθμηση αντικειμενικών στόχων προς επίτευξη, όπως για παράδειγμα να έχει ένα κοινωνικό στάτους, να πετύχει στις εξετάσεις του κ.λπ.
Καθώς αισθανόμουν μια ορισμένη ένταση σε αυτή την ερώτηση, του είπα πως επειδή εγώ δεν καταλάβαινα δεν πάει να πει ότι κάτι μέσα στη διήγησή του δεν ήταν κανονικό και πως δεν χρειαζόταν να δικαιολογείται αναφέροντάς μου τυπικά πράγματα που τον έθεταν ανάμεσα στους άλλους, όχι διαφορετικό, δηλαδή. Εντούτοις, η λέξη άξιος παρέμενε αινιγματική για μένα και υπέθετα πως θα είχε κάποια αναφορά που θα ήταν αρκετά σύνθετη για να την εκθέσει αν δεν αισθανόταν εμπιστοσύνη. Μου απάντησε πως κατανοούσε την προσπάθειά μου να καταλάβω, αλλά σε ό,τι τον αφορούσε αισθάνονταν ένα κενό. Του πρότεινα να δοκιμάσουμε να καλύψουμε το κενό αυτό με τις υποθέσεις μου και τις αναμνήσεις που μπορούσε να προσκομίσει.
Ξεκινώντας από την έννοια «διαφορετικός από τους άλλους» και τις λέξεις ντροπή και άξιος, του είπα πως αυτό μου έφερνε στη σκέψη καταστάσεις όπως όταν ένα παιδί βρίσκεται μπροστά σε μια άγνωστη κατάσταση την οποία πρέπει να αντιμετωπίσει μόνο του. Την πρώτη μέρα στο σχολείο, για παράδειγμα, πρόσθεσα. Μετά από σκέψη μου είπε όχι το σχολείο, αλλά σίγουρα η κατασκήνωση. Είχε φρικτές αναμνήσεις. Ήταν εκεί που αισθανόταν διαφορετικός, σε δύσκολη θέση και συχνά σαν ένα μηδενικό. Αλλά δεν διαμαρτυρόταβν. Ούτε στους γονείς σας, ρώτησα. Όχι, είπε εχθρικά, δεν του έλεγε τίποτε. Επιθυμούσε συχνά να κλάψει, αλλά δεν το έκανε. Θυμόταν, επίσης, ότι, εκείνη την πρώτη μέρα στο σχολείο ή έπειτα από ένα μηδέν στην ορθογραφία, η μητέρα του τον αντάμειβε με δώρα.
«Σα να ήθελε να σας ενθαρρύνει μετά από μια δυσκολία, απαγορεύοντας όμως την αναγνώριση της αποτυχίας», του παρατήρησα. Ίσως, απάντησε, αλλά και πάλι ένιωθε χάλια, το κεφάλι άδειο. Του είπα πως και οι δυο μας είχαμε μια δυσκολία μπροστά σε επώδυνες αναμνήσεις. Αναγνωρίζοντάς τες για πρώτη φορά θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε να τις κατανοήσουμε, είτε την ίδια μέρα είτε μια άλλη φορά, το σημαντικό ήταν ότι η δυσκολία μπορούσε να υπερπηδηθεί μια και είχε εντοπιστεί. Αυτό όμως τον άφηνε μόνο με το κενό του, μου αντέτεινε. Του είπα τότε ότι επρόκειτο για μισή αλήθεια, γιατί αναλάμβανα κι εγώ ένα μέρος του προβλήματος, κατά συνέπεια ήμασταν έκτοτε μαζί απέναντι σε ένα πρόβλημα που έπρεπε να λύσουμε. Μαζί, να ένα συναίσθημα που δεν γνώριζε καλά, απάντησε. Μόνος, αναγνώριζε τον εαυτό του. Με τη μητέρα του, ήταν αυτή που κρατούσε τις απαντήσεις. Μαζί; Δεν καταλάβαινε σε τι αυτό αντιστοιχούσε. Του είπα τότε ότι αυτό ακριβώς θα μπορούσε να γίνει ο χώρος της θεραπευτικής μας συνάντησης.
Εκεί, όπου υπήρχε το κενό και το άγχος της διαφορετικότητας, αλλά με ένα πρόβλημα που δεν είχε ειπωθεί, εμείς θα βρισκόμασταν σε μια νέα κατάσταση που θα καλούμασταν να αντιμετωπίσουμε μαζί. Δηλαδή, αυτός με τις αναμνήσεις του και εγώ με την κατανόηση και τα ερωτήματα που θα πρότεινα ώστε να συλλάβουμε τι κρύβονταν πίσω από το κενό. Ο Richard μου είπε πως δεν ήταν αντίθετος σε αυτή την ιδέα, ίσως ακόμα και να τον ενδιέφερε.
Θα διακόψω εδώ τη διήγηση από την αρχή αυτής της θεραπείας χωρίς να εισάγω τις σημαντικές παραμέτρους που ακολούθησαν: δηλαδή τη συνάντηση με τους γονείς και την εισαγωγή της ιδέας ενός ιδρύματος και μιας φαρμακευτικοθεραπείας που έγιναν σύμφωνα με τους κανόνες της ερμηνευτικής στάσης που έδωσα πρόχειρα και την οποία θα σχολιάσω τώρα ώστε να την προσφέρω στη συζήτηση.
Θεωρητικές αντιλήψεις πάνω στην έννοια της ερμηνείας
Θα ξεκινήσω από ορισμένες θεωρητικές αναφορές για να σας προτείνω τον τρόπο μου να χειρίζομαι τη σύνθετη επικοινωνία με έναν ψυχωτικό ασθενή, τρόπο που, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε κάθε κατάσταση ερμηνευτικού αδιεξόδου. Αυτή η στάση αφορμάται από τη μελέτη της θεραπευτικής αποτυχίας με τον Άνθρωπο με τους λύκους, που κατέληξε στο αδιέξοδο της τεχνικής που εκπορευόταν από την πρώτη τοπική θεωρία. Για να επισπεύσω, πρόκειται για τεχνική που προέρχεται από την αυτό-ανάλυση του Freud. Περιγράφηκε στην Ερμηνευτική των ονείρων και ακολούθως προσφέρθηκε λεπτομερώς στις τεχνικές συμβουλές του (Fβreud 1900; 1913). Η ερμηνευτική οφείλει να καθιστά συνειδητές τις ασυνείδητες κινήσεις δια μέσου της άρσης της απώθησης που επιφέρει η ερμηνευτική. Αυτό που δεν έλεγε ο Freud ήταν πως αυτό προϋπέθετε εκ μέρους του ασθενούς μια ικανότητα σύνθεσης. Αυτό ήταν προφανές στην περίπτωση της αυτο-ανάλυσης και η Ερμηνευτική των ονείρων μας προσφέρει θαυβμάσια παραδείγματα. Ήδη, στις αναλύσεις των ετών 1900-1910 και παρά τις επιτυχίες του Freud, ιδίως με τον Άνθρωπο με τους λύκους –το κατ’ εξοχήν απόγειο αυτής της τεχνικής– άρχισαν να φαίνονται οι απαρχές του αδιεξόδου. Η περίπτωση της Elfriede Hirschfeld, όπως εκτέθηκε από τον Ernst Falzeder μέσα από έξι άρθρα της ίδιας εποχής για μια οριακή περίπτωση, δείχνει τα όρια αυτής της τεχνικής. Η περίπτωση του Ανθρώπου με τους λύκους υπήρξε το πλήρες αδιέξοδο. Θα αφήσω ανοιχτό για τη συζήτηση ένα ευρύτερο σχόλιο.
Η στροφή τουβ 1920 μας επιτρέπει να δούμε τη θεωρητική βάση (ενόρμηση θανάτου, δεύτερη τοπική) που οδηγεί στη διάσημη, αλλά και αινιγματική φράση της 31ης Διάλεξης: «Εκεί όπου Αυτό ήταν πρέπει να έρθει το Εγώ». Συνδυάζοντας την ανάγνωση των μετά το 1920-1938 άρθρων (την άρνηση, τον φετιχισμό, την κατασκευή μέσα στην ανάλυση4 κ.λπ.), μπορούμε να παρατηρήσουμε τις απαρχές μιας νέας τεχνικής που περιέχεται στο έργο του Freud, ένα σχεδίασμα μιας τεχνικής που ποτέ δεν την διατύπωσε ρητά. Αυτό που έλειπε ήταν ένας νέος τρόπος να δούμε τη μεταβίβαση ως γενική θεωρία της σχέσης και όχι μόνο ως μεταβιβαστική νεύρωση. Η Melanie Klein μας πρότεινε ένα βασικό άνοιγμα με το άρθρο της του 1946. Εντούτοις, αυτό το βασικό άρθρο πρέπει να το θεωρήσουμε μόνο ως άνοιγμα. Χωρίς τα συμπληρώματα που προσέφεραβν ο Bion, ο Rosenfeld, η Heimann και ο Winnicott παραμένουμε σε μια στάση που είναι πολύ κοντινή σε εκείνη του Freud στον Άνθρωπο με τους λύκους, δηλαδή σε ερμηνείες που, χωρίς να απαξιώσουμε από την άποψη μιας ορθής κατασκευής, παρέμεναν εντούτοις αναφομοίωτες. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, όσο κι αν σωζόταν ένας ερειπωμένος ψυχισμός, δημιουργούνταν συνθήκες για να κατασκευαστεί ένας ψευδής εαυτός, εξαιρετικά εξαρτημένος από τη μαζική μεταβίβαση στον αναλυτή (Βλ. τη βιβλιογραφία για τον Άνθρωπο με τους λύκους).
Ο Bion και ο Rosenfeld βελτίωσαν την έννοια της προβλητικής ταυτοποίησης και έτσι την επανάφεραν τελικώς στη θέση της μη νευρωτικής μεταβίβασης που επιτρέπει τη λειτουργία μιας ερμηνευτικής στάσης με μη νευρωτικούς ασθενείς. Ο Bion, στο άρθρο του «επίθεση εναντίον των δεσμών», και ο Rosenfeld (1969) μας παρέδωσαν τις απαρχές της χρήσης αυτής της έννοιας. Εντούτοις, αυτή η τεχνική παρέμενε ιδιαίτερα εξαρτημένη από τη θεωρητική κατάρτιση του αναλυτή. Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις στα άρθρα των ετών 1950-1960 την ερμηνευτική ταχύτητα των μεγάλων κλαϊνικών, που απέφευγαν, παρόλα αυτά, το θέμα της κατασκευής του πλαισίου. Οι προσπάθειες του Winnicott, κυρίως του Winnicott όπως τον διάβαζε ο André Green (2000), επιτρέπουν να πάμε πιο μακριά. Ο Winnicott (1971) επέμενε στη δυνατότητα του ασθενούς να ενσωματώνει, ενώ ο Green προώθησε αυτή τη στάση, δείχνοντάς μας τους τόπους όπου υπήρχε εμπόδιο και πώς να ξεπεραστεί ένα πρόβλημα τέτοιου τύπου.
Θα επιχειρήσω να σχολιάσω, περισσότερο συζητώντας, την ερμηνευτική εργασία που είναι παρούσα στη δεύτερη συνάντηση. Είναι προφανές ότι η σχέση του Richard με τον συνομιλητή του δεν είναι μια μεταβιβαστική νεύρωση, υπό την έννοια ότι το υποκείμενο συνειδητοποιεί μια σχέση βπου του θυμίζει προηγούμενες οικείες καταστάσεις. Ο Richard βρίσκεται σε μία κατάσταση όπου εγώ πρέπει να του δείξω το δεσμό ανάμεσα στο παρελθόν και το τώρα, γύρω από μια έννοια που δημιούργησε ένα πρόβλημα που επανεμφανίζεται. Μια έννοια, λοιπόν, που απαιτεί μια ερμηνεία, με κίνδυνο να επαναληφθεί το τραύμα εκεί που ήταν το παλιό, καθώς και η δοθείσα τότε κακή λύση, αυτή που οδήγησε στη σημειολογία της απόσυρσης την οποία διαπιστώσαμε.
Είναι κάτι που παίχτηκε στη συνάντηση, γύρω από τη λέξη «άξιος» και σκόνταψε στην έννοια «μαζί». Η ερμηνευτική εργασία, απόρροια της εργασίας του παιχνιδιού squiggle [μουτζούρα] του Winicott, μοιάζει εδώ σχεδόν με μάχη, σώμα με σώμα, με μη νευρωτικές αντιστάσεις, όπου η σκέψη του ασθενούς κινδυνεύει να εκμηδενιστεί. Το γεγονός της δημιουργίας δεσμών σε αυτούς τους τόπους επιτρέπει, εν τέλει, στον ασθενή να ενσωματώσει όχι μόνο τη διατύπωση, αλλά και τη διαδικασία του δεσμού με τον αναλυτή επιπλέον. Απαρχές μιας μεταβιβαστικής κατάστασης. Αυτό που τον στοίχειωνε εδώ και μια στιγμή: το κενό της σκέψης που οδηγούσε στην κάνναβη ή στην απομόνωση μπορούσε να γίνει ένα ερώτημα που θα το αναλάμβανε ο ίδιος για λογαριασμό του και το οποίο θα μοιραζόταν από εδώ και πέρα μαζί μου.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Les moments d’ouverture dans le traitement psychanalytique des psychoses débutantes
1 Βλ. την αλληλογραφία Freud-Ferenczi Vol I, όπου σχολιάζει το γραπτό αυτό ως σχολικό. Στην επιστολή της 4. 1. 1928 (vol. III) επιμένει στο τακτ και την αρνητική πλευρά των συμβουλών προς αποφυγή των υπάκουων μαθητών.
2 Πρέπει εδώ να κάνουμε περισσότερο ρητή την έννοια της απρόσωπης έκκλησης που έχω προτείνει ως είδος αντιστοιχίας στην έννοια του αιτήματος του νευρωτικού. Ο ψυχωτικός ασθενής παρουσιάζει διαταραχές και βρίσκεται σε μια κατάσταση που δεν την επιδίωξε ηθελημένα, αλλά της οποίας είναι εντουτοις ο αδιαφιλονίκητος δημιουργός. Θεωρώ αυτή την παράξενη συμπεριφορά αίτημα που το χαρακτηρίζω ως απρόσωπο. Σύμφωνα με το Λεξικό Robert, το επίθετο impersonnel [απρόσωπο] σημαίνει: (1) που εκφράζει μια δράση (action) χωρίς πραγματικό υποκείμενο, (2) που δεν συγκροτεί ένα πρόσωπο, που δεν απευθύνεται σε ένα ιδιαίτερο πρόσωπο. Οι ορισμοί αυτοί περιγράφουν αρκετά καλά την ψυχική κατάσταση της κρίσης του ψυχωτικού: μια εκδήλωση θορυβώδης ή σιωπηλή που δεν bεκφράζεται στο όνομά του ούτε απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα.
3 Η σκέψη του Freud μας έχει δώσει ένα ωραίο παράδειγμα «απρόσωπης έκκλησης» στο χωρίο του Σχεδιάσματος όπου αναφέρεται στην αδυναμία του βρέφους που εκφράζεται με κλάματα, καθώς και στην αντίληψή του από τον ενήλικο. Ο Freud περιγράφει εκεί την αύξηση της διέγερσης που «δεν μπορεί να ανακουφιστεί παρά μόνο με μια συγκεκριμένη παρέμβαση, μια ορισμένη τροποποίηση που θα προέλθει έξωθεν» [«η ειδική δράση» εκ μέρους ενός έμπειρου προσώπου. Σημειώνει ότι, χάρη σε αυτή την παρέμβαση «η οδός της αποφόρτισης αποκτά μια δευτερογενή λειτουργία εξαιρετικής σημασίας: τη λειτουργία της αμοιβαίας κατανόησης» και προβλέπει ότι «το γεγονός της ικανοποίησης» που παράγεται από το σύνολο αυτής της διαδικασίας «έχει τις πλέον σημαντικές συνέπειες στη λειτουργική ανάπτυξη του ατόμου» (Freud, 1954).Το χωρίο αυτό πρέπει να το συνδυάσουμε, με την υποσημείωση στο κείμενο του 1911, όπου ο Freud αναφέρεται στις σχέσεις του βρέφους με το πρώτο περιβάλλον. Θα μπορούσαμε να πούμε, υπερβάλλοντας κάπως, ότι η σκέψη του Winnicott «το βρέφος δεν υπάρχει» περιέχεται στην υποσημείωση αυτή.
4 Ιδίως με την εισαγωγή της διάκρισης μεταξύ υπαρξιακής εκτίμησης και ηθικής εκτίμησης, την έννοια της αδιαφορίας έναντι μιας άρνησης και το γεγονός της προτίμησης μόνο για τη συνειρμική γονιμότητα έπειτα από μια κατασκευή, τη θεραπεία του διχασμού ως διακριτού μηχανισμού της απώθησης.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.