σύναψις 14 [2009 – τόμος 05]
Μια σφραγίδα χωρίς αντίκρισμα
Είστε 17-18 χρόνων, δίνετε εισαγωγικές εξετάσεις με όνειρο να περάσετε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Βρίσκεστε όμως στο Τμήμα Γεωπονίας Φυτικής και Ζωικής Παραγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, γιατί εκείνο που μετράει τελικά δεν είναι το είδος των σπουδών αλλά η σφραγίδα της εισαγωγής σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. «Μόνο το 25% από όσους θα εισαχθούν θα καταφέρουν να πετύχουν στο τμήμα ΑΕΙ – ΤΕΙ που επιθυμούν», διαβάζουμε στα χθεσινά «Νέα». Ας υποθέσουμε ότι αποφοιτάτε γύρω στα 24 -25, κρατώντας ένα πτυχίο που στην καλύτερη περίπτωση κατακτήσατε με συνέπεια και αδιαφορία, στη χειρότερη με ψυχαναγκασμό και αντικαταθλιπτικά. Στην έξοδο, σας περιμένει η… συνέχεια της έρευνας: «Τέσσερις στους δέκα πτυχιούχους ασκούν άλλο επάγγελμα από το γνωστικό τους αντικείμενο, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα στη δεύτερη θέση στην ετεροαπασχόληση στην Ευρώπη». Τι μπορεί να σημαίνει η συνεχής απόκλιση από την «επιθυμία», η διαρκώς αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στο «γνωστικό αντικείμενο» και στην επαγγελματική απασχόληση; Η δυναμική της νεότητας εξαντλείται ή προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα; «Έχουμε ηττηθεί πριν μπούμε καν στην αρένα», υποστηρίζει 30χρονη άνεργη, απόφοιτη της αγγλικής φιλολογίας, που είχε άλλα όνειρα για το μέλλον της. Θα πείτε: Η ιστορία των διαψεύσεων είναι τόσο παλιά όσο και η ζωή. Όμως, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα κινείται, λες, διά των διαψεύσεων. Υπάρχει χάρη στη στρέβλωση των υγιών τάσεων και προθέσεων.
[…] Πρόκειται για ένα σύστημα που καθιστά σχεδόν αδύνατο τον (και οικονομικό) απογαλακτισμό από την οικογένεια, που εκτρέφει μια γενιά παιδιών δύσθυμων, αναποφάσιστων, ανώριμων, υποταγμένων στην αδυναμία τους να «πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους». Για ένα σύστημα που κατασκευάζει εύκολα χειραγωγούμενους εργαζόμενους. Πόσο είναι εφικτό να διαρραγεί αυτός ο ελληνικός φαύλος εκπαιδευτικός κύκλος; [ …] Σταδιακά, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα που κανείς δεν διατύπωσε καλύτερα από τον Τζεμ Σεμπρούν στο έργο του «L’abime se repeuple» («Η άβυσσος επανοικίζεται»), για διαφορετικούς λόγους: «Όταν ο οικολόγος πολίτης ισχυρίζεται ότι θέτει το πιο ενοχλητικό ερώτημα «ποιον κόσμο θα αφήσουμε στα παιδιά μας;», αποφεύγει να θέσει ένα άλλο πραγματικά ανησυχητικό ερώτημα: «Σε τι είδους παιδιά θα αφήσουμε τον κόσμο;».
Μαρία Κατσουνάκη
Καθημερινή 21-7-2009
Πέρα απ’ τα συνηθισμένα
[…] Αργά το βράδυ, στην οδό Ασκληπιού, με την πυκνή δόμηση, όπου όλοι οι ήχοι πολλαπλασιάζονται. Οι μόνιμοι κάτοικοι έχουν συνηθίσει ν’ ακούν τις παρέες που επιστρέφουν από διασκέδαση να φωνάζουν, χωρίς να ενδιαφέρονται αν κάποιοι δυο – τρεις ορόφους πάνω απ’ το κεφάλι τους κοιμούνται γιατί έχουν και δουλειά την επόμενη μέρα. Έχουν εξοικειωθεί με τις κομμένες εξατμίσεις των μηχανών, με τους συναγερμούς που κάθε λίγο και λιγάκι ενεργοποιούνται. Με λίγα λόγια έχουν συνηθίσει τους υπερφυσικούς θορύβους. Προχθές το βράδυ, μια παρέα τριών νέων παιδιών, περνούσε ήσυχα, τραγουδώντας ένα παλιό τραγούδι – νομίζω Θεοδωράκης ήταν. Κοίταξα με δυσπιστία. Όχι, στ’ αλήθεια κάποιοι τραγουδούσαν…
Oλγα Σελλά
Καθημερινή 16-5-09
[Θα περίμενε κανείς ν’ αφιερώνονται μυθιστορήματα στη γρίπη…]
Αν αναλογιστεί κανείς πόσο κοινό πράγμα είναι η αρρώστια, πόσο τρομερή η πνευματική αλλαγή που επιφέρει, πόσο εκπληκτικές οι ανεξερεύνητες χώρες που αναδύονται καθώς τα φώτα της υγείας χαμηλώνουν, αν αναλογιστεί τα χερσοτόπια και τις ερήμους της ψυχής που αποκαλύπτει μια ελαφριά γρίπη, τους γκρεμούς και τα λιβάδια με τα ζωηρά άνθη που φανερώνει μια ελάχιστη άνοδος της θερμοκρασίας, τις αιωνόβιες και πείσμονες δρυς που ξεριζώνονται μέσα μας όταν μας έρθει εμετός, αν αναλογιστεί πώς κατρακυλάμε μες στο πηγάδι του θανάτου και νιώθουμε τα νερά της εκμηδένισης να κλείνουν πάνω απ’ το κεφάλι μας και πώς, ύστερα, ξυπνάμε νομίζοντας ότι βρεθήκαμε ανάμεσα στους αγγέλους και στους παίκτες της άρπας, όταν μας βγάζουν το δόντι, και πώς επανερχόμαστε στην επιφάνεια πάνω στην πολυθρόνα του οδοντογιατρού συγχέοντας το «ξέπλυνε το στόμα-ξέπλυνε το στόμα» με το χαιρετισμό της θεότητας που βγαίνει στο κατώφλι του παραδείσου για να μας υποδεχτεί –αν τα σκεφτούμε όλ’ αυτά, μια που τόσο συχνά αναγκαζόμαστε να τα σκεφτούμε, είναι πράγματι παράξενο πώς η αρρώστια δεν έχει πάρει τη θέση της μαζί με τον έρωτα και τον πόλεμο και τη ζήλεια στα πρωτεύοντα θέματα της λογοτεχνίας. Θα περίμενε κανείς ν’ αφιερώνονται μυθιστορήματα στη γρίπη· επικά ποιήματα στον τυφοειδή πυρετό· ωδές στην πνευμονία· λυρικοί στίχοι στον πονόδοντο. Κι όμως όχι· με λίγες εξαιρέσεις –ο ντε Κουίνσι το επιχείρησε με κάποιο τρόπο στις Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου· και σίγουρα υπάρχουν ένας, δυο τόμοι για την αρρώστια σκορπισμένοι στις σελίδες του Προυστ –η λογοτεχνία κάνει το παν για να ισχυριστεί ότι μόνη της έγνοια είναι ο νους· ότι το σώμα είναι ένα στρώμα λείου γυαλιού μέσα από το οποίο η ψυχή κοιτά απευθείας κι ολοκάθαρα, και, εκτός από ένα-δυο πάθη όπως ο πόθος κι η απληστία, το σώμα είναι μηδενικό, αμελητέο και ανύπαρκτο.
Βιρτζίνια Γουλφ, Πώς είναι να είσαι άρρωστος (1930)
Μετάφραση Άννυ Σπυράκου, Εκδόσεις Συνάψεις 2008
Μαύρες μέρες του Αυγούστου
[…] Τραγωδία είναι αυτό που συνέβη και η τηλεόραση υπογράμμισε το μέγεθος αυτής της τραγωδίας. Ωστόσο, διαχρονική πρόκληση και τραγωδία είναι η εγκληματική οικοπεδοποίηση της αττικής γης. «Δείτε πόσο κοντά στα σπίτια έχουν φτάσει οι φλόγες!», έλεγαν οι ρεπόρτερ. Ταυτόχρονα βλέπαμε πόσο βαθιά, στην καρδιά του δάσους, έχουν φτάσει τα σπίτια. […]
Μαριάννα Τζιαντζή
Καθηερινή 25-8-2009
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.