Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Κώστας Πόταγας
Επίκουρος Καθηγητής στη Νευρολογική Κλινική
του Πανεπιστημίου Αθηνών – Αιγινήτειο Νοσοκομείο

σύναψις 14 [2009 – τόμος 05]

Bαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση: εισαγωγή στις διαταραχές της συμπεριφοράς

Η βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση

Οι διαταραχές της συμπεριφοράς των ατόμων που έχουν υποστεί σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (ΚΕΚ) είναι καθοριστικές για την μακροπρόθεσμη πορεία τους λόγω (α) της δυσμενούς πρόγνωσής τους, (β) των σημαντικών επιπτώσεων στις δυνατότητες επανόδου ή μη στην εργασία και (γ) της φυσικής και συναισθηματικής κόπωσης που προκαλούν στην οικογένειά τους. Κατά την επιγραμματική διατύπωση του Thomsen, «oι αλλαγές της συμπεριφοράς που προκύπτουν από την ΚΕΚ αποτελούν χωρίς αμφιβολία τις πιο σοβαρές συνέπειες αυτού του γεγονότος» [16]. Κι ο Levin θα τονίσει: «μας εντυπωσίαζε πάντα ο ιδιαίτερος αστερισμός συναισθηματικών και συμπεριφορικών προβλημάτων μετά από ΚΕΚ, που συμβάλλουν στην παρατεταμένη λειτουργική ανικανότητα, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν υφίσταται αξιοσημείωτο νευρολογικό ή νοητικό έλλειμμα» [4, βλ και 1]. Για τον Prigatano, «η κατανόηση και η αντιμετώπιση των διαταραχών της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς γίνονται όλο και πιο σημαντικές διότι τα προβλήματα αυτά δεν βελτιώνονται αναγκαστικά με τον χρόνο. Προκαλούν μείζονα απελπισία στα μέλη της οικογένειας και συνδέονται αναπόφευκτα με την αποτυχία της αποκατάστασης και την απώλεια της εργασίας» [13, 14, 15].

 

Οι διαταραχές συμπεριφοράς

Τι περιλαμβάνουμε υπό τον τίτλο «διαταραχές της συμπεριφοράς»; Είναι δύσκολο να δοθεί ένας σαφής ορισμός στον όρο «συμπεριφορά»· είναι συνεπώς ακόμη δυσκολότερο à fortiori να περιγραφούν και να εξηγηθούν οι διαταραχές που αναφέρονται σε αυτήν. Για τον Levin, «οι νευροσυμπεριφορικές συνέπειες της ΚΕΚ εμπλέκουν τη σκέψη, τη μνήμη, τη γλώσσα και την ψυχοκοινωνική λειτουργία» (conation –motivation/will/drive– θα λέγαμε σήμερα) [3, βλ και 2, 5]. Οι περισσότεροι αγγλοσάξονες χρησιμοποιούν τον γενικό όρο των «νευροσυμπεριφορικών διαταραχών» που αντανακλά τη δυσκολία να συμπεριληφθούν οι παραπάνω διαταραχές σε ένα αμιγή νοητικό ή ψυχικό πλαίσιο, όπως θα φανεί στη συνέχεια αναλύοντας αυτές τις διαταραχές.

 

Η κλίμακα του Levin

Από το σχετικό με τις «νευροσυμπεριφορικές διαταραχές» της ΚΕΚ ερωτηματολόγιο του Levin [4]  προκύπτουν οι παρακάτω 27 παράμετροι, η επισήμανση και η βαθμολόγηση των οποίων «ιχνογραφεί», κατά κάποιον τρόπο, το «προφίλ» ενός ατόμου με ΚΕΚ:

 • απροσεξία και εύκολη διάσπαση της προσοχής (αφηρημάδα) • σωματικές αιτιάσεις • αποπροσανατολισμός • άγχος • διαταραχές της προφορικής έκφρασης • απόσυρση του ατόμου στον εαυτό του • διαταραχές σχηματισμού εννοιών • άρση αναστολών • αίσθημα ενοχής • διαταραχές της μνήμης • διέγερση • νοσοαγνωσία ή λανθασμένη γνώμη του ατόμου για τον εαυτό του • κατάθλιψη • εχθρικότητα, απουσία συνεργασίας • ασθενής κινητοποίηση και μείωση των πρωτοβουλιών • επιφυλακτικότητα • εύκολη κόπωση • ψευδαισθήσεις • ψυχοκινητική επιβράδυνση • παραδοξότητες σκέψης • άμβλυνση του συναισθήματος • ψυχική διέγερση • διαταραχές της επεξεργασίας των σχεδίων • κύμανση της διάθεσης • νευρική ένταση • διαταραχές της προφορικής κατανόησης • δυσαρθρία.

Πρόκειται εμφανώς για διαταραχές οι οποίες, υπό τον υπερβολικά γενικό τίτλο των «νευροσυμπεριφορικών» διαταραχών, παραπέμπουν σε διαφορετικούς τομείς. Ξαναπιάνοντάς τες μία προς μία, βλέπουμε ότι μπορούμε να τις ταξινομήσουμε σε ορισμένες υποομάδες που, όμως, δεν ορίζονται ικανοποιητικά από το διαθέσιμο λεξιλόγιο: συγκίνηση ή συναίσθημα, κοινωνική συμπεριφορά, νόηση ή ανώτερες λειτουργίες, οργάνωση της δραστηριότητας και στρατηγική, περιεχόμενο της σκέψης. Πράγματι, οι εν λόγω διαταραχές συχνά συγκεντρώνονται σε τρεις, σχηματικά, ομάδες: (α) διαταραχές των ανώτερων λειτουργιών (υπονοούνται εδώ η γλώσσα, η μνήμη, η νόηση ή η ευφυΐα), (β) ψυχιατρικές διαταραχές (διαταραχές που συνηθίζουμε να βλέπουμε στην ψυχιατρική: διαταραχές του συναισθήματος όπως η κατάθλιψη ή διαταραχές της σκέψης όπως η παράνοια) και (γ) διαταραχές της συμπεριφοράς ή «διαταραχές της ψυχοκοινωνικής λειτουργίας», δηλαδή διαταραχές της συμπεριφοράς προς τους άλλους ή διαταραχές στις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής (την πρωτοβουλία, τους τρόπους και τον κοινωνικό λόγο, τις αντιδράσεις προς το περιβάλλον και προς τις διάφορες απογοητεύσεις – ματαιώσεις).

Εάν όμως είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς διασυνδέονται οι «ψυχιατρικές» διαταραχές με τις «διαταραχές της συμπεριφοράς», δεν είναι το ίδιο εύκολη και εμφανής η διασύνδεσή τους με τις διαταραχές των ανώτερων λειτουργιών. Πράγματι, η ΚΕΚ είναι η νοσολογική οντότητα όπου, κατ’ εξοχήν, διαταραχές των «ανώτερων λειτουργιών» και «διαταραχές της συμπεριφοράς» βρίσκονται αλληλένδετες. Υπάρχει, ωστόσο, ανάγκη να σχηματοποιήσουμε –χωρίς βέβαια αξίωση ταξινόμησης– και να διακρίνουμε τις διαταραχές αυτές στην πράξη, βασιζόμενοι σε τρεις πόλους «ψυχονοητικής» λειτουργίας που αφορούν στο περιβάλλον: (α) την κατανόηση του περιβάλλοντος (νόηση), (β) τη σκέψη πάνω στο περιβάλλον και την αίσθησή του (ψυχισμός) και (γ) τον χειρισμό του περιβάλλοντος (συμπεριφορά). Με γνώμονα τους τρεις αυτούς πόλους και εν επιγνώσει ότι είναι προφανής η αλληλεξάρτησή τους, θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε τις συνέπειες των διαταραχών αυτών στη ζωή και την καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου που έχει υποστεί ΚΕΚ.

*

Χωρίς να εξαντλούμε το θέμα, θα απαριθμήσουμε τις πιο σημαντικές διαταραχές της ψυχοκοινωνικής λειτουργίας που μπορούν να αναλυθούν σε διαταραχές του ελέγχου των συναισθημάτων και σε διαταραχές της πρωτοβουλίας –η άρση των αναστολών και η αναστολή είναι φαινόμενα που αναφέρονται στην πρωτοβουλία.

  • Η άρση των αναστολών, η απώλεια της κοινωνικής συγκράτησης, του ελέγχου, της «αυτολογοκρισίας» μπορεί να εκφράζονται μόνο μέσω της λεκτικής οδού, μέσω ενός άστοχου «χιούμορ», μέσω αμφίβολων «αστεϊσμών». Μπορεί να πρόκειται για παρατηρήσεις άκαιρες μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, που «ενοχλούν» τον περίγυρο και τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Διαπιστώνεται εδώ ένας «παιδισμός» ευδαίμων και παιγνιώδης. Το πέρασμα στην πράξη είναι επίσης δυνατό («λόγω και έργω»). Θα μπορούσε κανείς να δει εδώ ένα είδος «περιορισμού» του υπερεγώ ή, πιο πεζά –και νευρολογικά–, τα σημάδια των βλαβών του μετωπιαίου λοβού.
  • Η αναστολή εκδηλώνεται με εικόνα παθητικότητας και «μαγνητισμού»: απουσία πρωτοβουλίας, έλλειψη αυθορμητισμού, στερεοτυπικές απαντήσεις, πλήρη απουσία πράξεων που θα ξεκινούσαν εκούσια, στερεοτυπίες των ίδιων των πράξεων, υποταγή –μερικές φορές απόλυτη– στο περιβάλλον, υποταγή σε όλες τις υλικές συνθήκες («σύνδρομο εξάρτησης από το περιβάλλον», κατά τον Lhermitte [7]. Ο ασθενής μπορεί να διατηρεί μια βραχυπρόθεσμη θέληση ή να εκφράζει την επιθυμία για κάποιο πράγμα_ να επιθυμεί, μάλιστα, άμεσα και πολύ έντονα, με τον τρόπο ενός ιδιότροπου παιδιού, χωρίς όμως να αναλαμβάνει καμία δράση μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. Οι δυο αυτές καταστάσεις, φαινομενικά αντίθετες, απαντώνται στην κλασική νευροψυχολογία σε βλάβες των μετωπιαίων λοβών και αποτελούν μέρος του «μετωπιαίου συνδρόμου». Ωστόσο, στην ΚΕΚ, ο παράγων «χρόνος» παρεμβαίνει πολύ ουσιαστικά: συχνά παρατηρούμε το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη, ενίοτε μάλιστα και τη συνύπαρξή τους.
  • Η αντίθεση (αρνητισμός) είναι διαταραχή που αναφέρεται στον συγκινησιακό έλεγχο· πρόκειται για την αδυναμία αντοχής των απογοητεύσεων, των ματαιώσεων: ο εκνευρισμός, η ευερεθιστότητα και η επιθετικότητα εκφράζονται συχνότερα λεκτικά και, επίσης, με την εγκατάλειψη μιας δοκιμασίας που έχει ζητηθεί από τον ασθενή. Μπορεί όμως να φτάσει μέχρι και το σπάσιμο των γύρω του αντικειμένων. Έχουμε εδώ, επιπλέον, ένα παράδειγμα διασύνδεσης του συγκινησιακού ελέγχου με τις «ανώτερες» λειτουργίες, σε περίπτωση που ο εκνευρισμός καταλήγει να οδηγήσει σε αποτυχία στην εξέταση.

Ας προσθέσουμε και ένα πρόβλημα που δεν έχει εμφανώς άμεση σχέση με τις παραπάνω διαταραχές, αλλά συμβάλλει στην επιδείνωσή τους. Πρόκειται για το έλλειμμα της συνείδησης του εαυτού, της αυτοεπίγνωσης, τη νοσοαγνωσία, την απώλεια της αυτοαξιολόγησης. Ο ασθενής αρνείται ή αγνοεί τα σωματικά ή νοητικά του ελλείμματα ή μιλά γι’ αυτά με αδιαφορία, με αμέλεια. Μπορεί, εντούτοις, να παρατηρηθεί κάποτε μια αποκλειστική υπερεστίαση σε έναν τύπο ελλείμματος, συχνά σωματικής τάξεως. Μείζων είναι εδώ ο κίνδυνος, να παρασυρθεί το οικογενειακό, αλλά και το ιατρικό περιβάλλον στην κατεύθυνση που υποδεικνύεται από τον ασθενή –αν και όχι πάντα από αυτόν, καθώς ο αριθμός των προβλημάτων των διαπροσωπικών σχέσεων και των διακυβευμάτων, που μπορεί να αποκρυσταλλωθούν γύρω από ένα τεχνικό θέμα αυτού του είδους, συνοψίζουν από μόνα τους την πολύπλοκη και αξεδιάλυτη κατάσταση του κρανιοεγκεφαλικού τραυματισμού. Ο ασθενής λοιπόν θα εμπλακεί σε μια ατέρμονα ακολουθία χειρουργικών ή άλλων επεμβάσεων που δεν θα δικαιολογούνται εκ του αποτελέσματος: για παράδειγμα, αντιμέτωποι με δυσεπίλυτα προβλήματα βάδισης κεντρικής αιτιολογίας, μπορεί να προσανατολιστούμε και να αγωνιζόμαστε για την διόρθωση μιας βλάβης της ποδοκνημικής ή του γόνατος· καθώς το πρόβλημα δεν θα λύνεται γίνεται φανερό με ποιον τρόπο μπαίνει κανείς σε έναν φαύλο κύκλο.

*

Σύμφωνα με τον Prigatano, υπάρχουν, πράγματι, δυο μείζονα συμπεριφορικά ελλείμματα στην ΚΕΚ: (α) το έλλειμμα κινήτρων και (β) το έλλειμμα του συναισθηματικού ελέγχου [13]. Ως προς το πρώτο, τα άτομα με ΚΕΚ «κινητοποιούνται» μεν συχνά, έχουν «κίνητρο» για να εκπληρώσουν μια άμεση ανάγκη, αλλά η επιμονή στα κίνητρα και η δυνατότητα ενδιάμεσων θυσιών για να φτάσουν σε έναν τελικό στόχο, καθώς και η αυτοεπίγνωση –στη συγκεκριμένη περίπτωση, των πραγματικών ικανοτήτων που διαθέτει το άτομο για να φτάσει σε αυτόν τον στόχο– ελλείπουν. Συχνά υπάρχει απουσία αυθορμητισμού και μερικές φορές μάλιστα απάθεια. Ως προς το δεύτερο, η απώλεια του συναισθηματικού ελέγχου μεταφράζεται σε τάση ευερεθιστότητας. Λεκτικές εκφορές κοινωνικά απαράδεκτες, ακατάλληλες, εκτός τόπου και χρόνου, καταναγκαστικές, παιδισμός και ανώριμες διαπροσωπικές αντιδράσεις είναι συχνά υπολλείμματα της ΚΕΚ. Οι διαταραχές αυτές χαρακτηρίζουν το άτομο με ΚΕΚ σε σχέση με το περιβάλλον του, το οποίο «απαρτιώνεται» κατά τρόπο πρωτόγονο, άμεσο και κυριολεκτικό.

 

Διαταραχές αυτοαξιολόγησης

Ποια είναι η πηγή αυτών των διαταραχών της συμπεριφοράς;
Οι αιτιολογικοί παράγοντες: Αδυνατώντας να μιλήσουμε για «αίτια», εφόσον κατά βάσιν τα αγνοούμε, περιοριζόμαστε στους «αιτιολογικούς παράγοντες» που (α) σχετίζονται με τις βλάβες, (β) είναι αντιδραστικοί και (γ) συνδέονται με την προτραυματική προσωπικότητα. Μπορούμε, πράγματι, να αναφερθούμε σε διαταραχές οι οποίες συνδέονται λιγότερο ή περισσότερο άμεσα με τις βλάβες ορισμένων εγκεφαλικών δομών οι οποίες υποστηρίζουν το συναίσθημα –τη συγκίνηση και τα κίνητρα–, την κινητοποίηση (την αμυγδαλή, τα ανώτερα φλοιϊκά κέντρα που ασχολούνται με την ανάλυση και την ερμηνεία τους)· ό,τι περιγράφεται ως διαταραχές της προσωπικότητας με «νευροψυχολογικό υπόστρωμα». Πολλές δυσχέρειες που αφορούν στην προσωπικότητα και την κοινωνική προσαρμογή φαίνεται να έχουν άμεση νευρολογική βάση. Έτσι, η κοινωνική απομόνωση συνδέεται με τη βαρύτητα των νευροψυχολογικών διαταραχών. Από την άλλη, πολλές έρευνες θεωρούν υπεύθυνους τους μετωπιαίους λοβούς και τη βάση του εγκεφάλου. Οι πειραματικές εργασίες, που ξεκίνησαν με τους Ommaya και Genarelli στη δεκαετία του 1970 [10], έδειξαν ότι υπάρχουν σταθερά βλάβες στις οριακές περιοχές του εγκεφάλου, εκεί όπου υπάρχει αλλαγή της σύστασης των ιστών (οστό και εγκέφαλος ή όρια μεταξύ δύο λοβών), πράγμα που αντιστοιχεί γενικά στη βάση του εγκεφάλου και στα όρια μεταξύ μετωπιαίου και κροταφικού λοβού [10, Βλ και 6]. Τα πειραματικά δεδομένα βρίσκουν την επιβεβαίωσή τους στην κλινική παρατήρηση. Παραδείγματος χάριν, για τον Lishman, οι βλάβες του δεξιού μετωπιαίου λοβού σχετίζονται με τις «ψυχιατρικές διαταραχές» περισσότερο από κάθε άλλο τύπο εστιακής βλάβης [8, 9] ενώ ο Primbram και άλλοι έχουν δείξει ότι οι βλάβες της αμυγδαλής στα ζώα προκαλούν αντιδράσεις λύσσας σε ελάχιστες προκλήσεις, καθώς και σε διαταραχές που αφορούν τη διατροφική συμπεριφορά [12].

Εξάλλου, ίσως υπάρχουν και «αντιδραστικές» διαταραχές: συγκινησιακές αντιδράσεις και αντιδράσεις της κινητοποίησης, οι οποίες, με δεδομένη τη μείωση των αποθεματικών της νόησης και της προσωπικότητας, αντανακλούν τις αποτυχίες σε καταστάσεις όπου πρέπει κανείς να απαντήσει στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Στην ακραία τους μορφή, αυτές οι αντιδραστικές διαταραχές μπορεί να πάρουν καταστροφικές διαστάσεις. Σε μια λιγότερο βαριά μορφή, ο τραυματίας μπορεί απλά να απομονωθεί και να αποσυρθεί κοινωνικά διότι δεν είναι πια σε θέση να αναλάβει κατά τρόπο προσαρμοσμένο τη διεκπεραίωση αυτών των απαιτήσεων. Μπορεί επίσης να γίνει ευερέθιστος, επιθετικός, να θυμώνει όταν είναι ανίκανος να πραγματοποιήσει εργασίες που συνήθιζε να ολοκληρώνει χωρίς προσπάθεια. Μπορεί να γίνει καταθλιπτικός, όταν αναγνωρίζει τις απώλειες της λειτουργικής του ικανότητας και, επίσης, όταν ζει μια οπισθοδρόμηση στην εργασία του (θέση και μισθός).

Τέλος, υπάρχουν οι «προτραυματικοί παράγοντες», τα στοιχεία του προτραυματικού χαρακτήρα του τραυματία που μεγιστοποιούνται εξαιτίας του τραυματισμού, ενώ ταυτόχρονα υποστρέφουν εξίσου εξαιτίας του νευροψυχολογικού και του αντιδραστικού παράγοντα. Έτσι, πολύ συχνά ακούμε την οικογένεια να λέει, στις λιγότερο βαριές περιπτώσεις, ότι ο τραυματίας ήταν «λίγο, κάπως έτσι προηγουμένως». Αλλά τώρα, οι παραξενιές αυτές καταλαμβάνουν τη σκηνή κατά τρόπον ανεξέλεγκτο και δυσανάλογο. «Ένας όρος της αξιολόγησης [των διαταραχών της συμπεριφοράς] είναι ο συνυπολογισμός των προνοσηρών χαρακτηριστικών –πριν από την ΚΕΚ– του ατόμου» [4]. Ήδη το 1937, ο νευρολόγος Sir Charles Symonds επεσήμαινε πως «δεν είναι μόνο ο τύπος του τραυματισμού που μετρά, αλλά, επίσης, και ο τύπος του κεφαλιού».

«Ολόκληρο το φάσμα του ατομικού ύφους του καθενός εδρεύει μέσα στον εγκέφαλο» [11], «εκεί όπου τα νευροχημικά και νευροφυσιολογικά γεγονότα απαρτίζουν το βιολογικό υπόστρωμα που υποστηρίζει τις στρατηγικές επιβίωσης εκείνες (τους μηχανισμούς άμυνας) οι οποίες ενδιαφέρουν τους ειδικούς της συμπεριφοράς. Η απαρτίωση αυτών των στοιχειωδών στρατηγικών σε τύπους συμπεριφοράς πιο επεξεργασμένους και προβλέψιμους, σε απάντηση ενός ορισμένου ερεθίσματος, μεταφράζονται κατά τρόπον παρατηρήσιμο στην κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου. Ακριβώς αυτή η τριάδα καθοριστικών παραγόντων –βιολογικός, ψυχολογικός και κοινωνικός– είναι προσβεβλημένη συνεπεία ενός κρανιοεγκεφαλικού τραυματισμού. Με απλούς όρους, οι αλλοιώσεις της συμπεριφοράς θα μπορούσαν να είναι το αποτέλεσμα αλλαγών σε καθένα από αυτά τα πεδία. Έτσι, το ψυχολογικό τραύμα, που προκαλείται από το καταστροφικό γεγονός που σωρεύεται στον κρανιοεγκεφαλικό τραυματισμό, θα μπορούσε να μεταφράζεται μέσω ενός μετατραυματικού στρες που θα μπορούσε να επιπλέξει τη διαδικασία της ανάρρωσης. Τέλος, οι βαθιές κοινωνικές αλλαγές που προκύπτουν από την απώλεια της επαγγελματικής παραγωγικότητας επηρεάζουν τον τραυματία και την οικογένειά του μετά τον κρανιοεγκεφαλικό τραυματισμό» [11].

 

Αξιολόγηση και εξέλιξη των διαταραχών

Η αξιολόγηση και η πρόγνωση συνιστούν περίπου ένα και μόνο πρόβλημα, εφόσον, μιλώντας για πρόγνωση, έχουμε κατά νου τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να εξελιχθεί ο τραυματίας από τη στιγμή που θα βρεθεί στην κοινωνία· αναφερόμαστε, δηλαδή, στην πραγματικότητα, στην επανένταξή του. Όπως και για τις «ανώτερες λειτουργίες», τις νοητικές λειτουργίες καθεαυτές, υπάρχουν συχνά περιπτώσεις κρανιοεγκεφαλικών τραυματιών οι οποίοι αποδίδουν μεν επιτυχώς στις κλασικές δοκιμασίες, αλλά μια δοκιμή επανένταξης σε «κανονικό» περιβάλλον καταλήγει σε καταστροφή· δεν μπορούμε να προβλέψουμε –προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση άλλωστε– τι μας επιφυλάσσουν οι «συνθήκες της πραγματικότητας»: για παράδειγμα, ένα άτομο με απραγματισμό αποδεικνύεται ικανό να εργαστεί στις ιδιαίτερες συνθήκες ερεθισμάτων ενός κέντρου βοήθειας μέσω της εργασίας.

Για να εκτιμηθούν ορθά οι ικανότητες του τραυματία, οι αληθινές του ικανότητες, πρέπει να παρακολουθηθεί δια μακρών, συνυπολογίζοντας μια καινούργια προσωπικότητα η οποία φτιάχνεται, πολύ σχηματικά, από την υπερβολή, τη μεγιστοποίηση των στοιχείων του «προηγούμενου» χαρακτήρα του.

Ο κλινικός θα πρέπει, επίσης, κατά την αξιολόγηση του δυναμικού αποκατάστασης και επανεκπαίδευσης, να λάβει υπόψη του το κοινωνικό σύστημα υποστήριξης που διαθέτει το κάθε άτομο. «Είναι βέβαιο», όπως το σημειώνει ο Levin, «ότι η γνώση μας για αυτές τις διαταραχές προόδευσε πολύ με τη χρήση πιο προσαρμοσμένων κλιμάκων και, συχνά, με τον συνυπολογισμό καταστάσεων όπως το πραγματικό πλαίσιο ή η επιστροφή στην εργασία» [4]. Σε κάθε περίπτωση, η εξαγωγή συμπερασμάτων βάσει των βαθμολογήσεων στο ψυχολογικό εργαστήριο, χωρίς πληροφόρηση όσον αφορά τη συμπεριφορά του ατόμου σε καθημερινές καταστάσεις, μπορεί να είναι παραπλανητική. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση πρέπει να συμπεριλαμβάνει συνέντευξη με ένα μέλος της οικογένειας ή έναν οικείο για να σχηματίσουμε μια ιδέα των καθημερινών επιδόσεων του ατόμου, ιδέα η οποία, αφού έχει έτσι διασταυρωθεί, χρησιμοποιεί πλήρως την κλινική κρίση του εξεταστή.

Για τον O’Shanick, «η καλύτερη στρατηγική για την περιγραφή και τον ορισμό των αλλαγών αυτών της συμπεριφοράς θα ήταν –εφόσον αυτές οι αλλαγές εξελίσσονται στον χρόνο– μια μακροπρόθεσμη μελέτη του ολικού προφίλ του κρανιοεγκεφαλικού τραυματία. Το προφίλ αυτό περιλαμβάνει την αξιολόγηση των προνοσηρών παραγόντων, τον τύπο του τραυματισμού, τις μετατραυματικές επιπλοκές, την αγωγή που ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας, τους παράγοντες του περιβάλλοντος πριν, κατά και μετά την ΚΕΚ» [11]. Με άλλους όρους, οι νευροψυχολογικές δοκιμασίες που εφαρμόζονται στους κρανιογκεφαλικούς τραυματίες θα μπορούσαν να βελτιωθούν εάν λάμβαναν υπόψη τους την εκτίμηση των πραγματικών καταστάσεων. Αυτό προσπάθησαν να εφαρμόσουν στην ευρωπαϊκή χάρτα αξιολόγησης της ΚΕΚ.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τη θεραπευτική (τις αγωγές, τις θεραπείες), αναμένοντας κάτι καλύτερο και πιο αποτελεσματικό, θα έπρεπε ίσως να προσπαθήσουμε να «τα καταφέρουμε με ό,τι έχουμε». Μια στρατηγική επανένταξης που λαμβάνει υπόψη της τις υπολειμματικές ικανότητες του τραυματία, η οποία αποφεύγει να τον φέρει αντιμέτωπο με την αποτυχία, προσπαθώντας να προσαρμοστεί σε αυτόν με την αναδιοργάνωση των εργασιών, των ωραρίων, των ατόμων… Ολόκληρο πρόγραμμα και μοιάζει ουτοπικό… Ούτως ή άλλως, το πιο δύσκολο έγκειται στην προσπάθεια να το πραγματοποιήσουμε, αποδεχόμενοι το άτομο όπως είναι τώρα –ώστε οι διαταραχές της συμπεριφοράς να περάσουν σε δεύτερη μοίρα, αφού δεν απαλείφονται. Υπάρχει εκεί ίσως μια διέξοδος που δεν πρέπει να αγνοείται.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Eisenberg HM, Levin HS. The devastated head injury patient. Clin Neurosurg 1988, 34, 572-86.
  2. Levin HS. Head injury and its rehabilitation. Curr Opin Neurol Neurosurg 1992, 5, 673-6.
  3. Levin HS, Grossman RG, Rose JE, Teasdale G. Long-term neuropsychological outcome of closed head injury. J Neurosurg. 1979, 50, 412-22.
  4. Levin HS, High WM, Goethe KE, Sisson RA, Overall JE, Rhoades HM, Eisenberg HM, Kalisky Z, Gary HE. The neurobehavioural rating scale: assessment of the behavioural sequelae of head injury by the clinician. J Neurol Neurosurg Psychiatry 1987, 50, 183-93.
  5. Levin HS, Eisenberg HM. Management of head injury. Neurobehavioral outcome. Neurosurg Clin N Am 1991, 2, 457-72.
  6. Levin HS, Mendelsohn D, Lilly MA, Yeakley J, Song J, Scheibel RS, Harward H, Fletcher JM, Kufera JA, Davidson KC, Bruce D. Magnetic resonance imaging in relation to functional outcome of pediatric closed head injury: a test of the Ommaya-Gennarelli model. Neurosurgery 1997, 40, 432-40, discussion 440-1.
  7. Lhermitte F. “Utilization behaviour” and its relation to lesions of the frontal lobes. Brain 1983, 106, 237-55.
  8. Lishman WA. Brain damage in relation to psychiatric disability after head injury. Br J Psychiatry 1968, 114, 373-410.
  9. Lishman WA. Physiogenesis and psychogenesis in the “post-concussional syndrome”. Br J Psychiatry 1988, 153, 460-9.
  10. Ommaya AK, Gennarelli TA. Cerebral concussion and traumatic unconsciousness. Correlation of experimental and clinical observations of blunt head injuries. Brain 1974, 97, 633-54.
  11. O’Shanick GJ. Neuropsychiatric complications in head injury. Adv Psychosom Med 1986, 16, 173-93.
  12. Pribram KH. The new neurology and the biology of emotion: a structural approach. Am Psychol 1967, 22, 830-8.
  13. Prigatano GP, Altman IM. Impaired awareness of behavioral limitations after traumatic brain injury. Arch Phys Med Rehabil 1990, 71, 1058-64.
  14. Prigatano G.P. Principles of Neuropsychological Rehabilitation. Oxford University Press, New York, 1999.
  15. Prigatano GP, Borgaro S, Baker J, Wethe J. Awareness and distress after traumatic brain injury: a relative’s perspective. J Head Trauma Rehabil 2005, 20, 359-67.
  16. Thomsen IV. Late psychosocial outcome in severe blunt head trauma. Brain Inj 1987, 1, 131-43.

 

 

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Ben-Yishay Y. Postacute neuropsychological rehabilitation. A holistic perspective. In Christensen AL, Uzzell BP (eds) International Handbook of Neuropsychological Rehabilitation. Kluwer Academic Publishers 2000.
  • Levin HS, Benton AL, Grossman RG. Neurobehavioral consequences of closed head injury. Oxford University Press, New York, 1982.
  • Levin HS, Grafman J, Eisenberg HM (eds.). Neurobehavioral recovery from head injury. Oxford University Press, New York, 1987.
  • Pélissier J, Barat M, Mazaux JM. (eds) Traumatisme crânien grave et médecine de rééducation. Masson, Paris 1991

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.