Hélène Francoual
Διδάκτωρ Γερμανικής Φιλολογίας
του Πανεπιστημίου της Rouen
(Lettres et Sciences Humaines)
σύναψις 14 [2009 – τόμος 05]
μετάφραση
Πέτρος Πετρίκης
Υπάρχουν πάντα λογαριασμοί για εκκαθάριση με το σαρκικό
Όλα είναι ξεκαθάρισμα λογαριασμών με το σαρκικό
Thomas Bernhard. Perturbations, Gallimard, 1989
Είναι αναγκαίο να θυμίσουμε ότι η ύπαρξη του Thomas Bernhard βρισκόταν σχεδόν πάντα υπό την συνεχή απειλή ασθενειών. Ας απαριθμήσουμε συνοπτικά τους κύριους σταθμούς της πορείας αυτού του Λάζαρου των σύγχρονων καιρών. Όλα άρχισαν με μια συνηθισμένη γρίπη που «άρπαξε» τον χειμώνα του 1948 ξεφορτώνοντας σακιά με πατάτες ενώ χιόνιζε. Δεν αντιμετωπίστηκε σωστά κι αυτό οδήγησε σε υγρά πλευρίτιδα και μια πρώτη νοσηλεία Ο Bernhard κόντεψε να πεθάνει ενώ, μόλις ξεπέρασε αυτή τη δοκιμασία, βρέθηκε πάλι αντιμέτωπος με την αρρώστια, αυτή τη φορά με τη φυματίωση. Εκείνη την εποχή η διάγνωσή της ισοδυναμούσε με «αναγγελτήριο θανάτου» και ήταν συνώνυμη του στιγματισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού. Έτσι, πέρασε περισσότερο από ένα χρόνο της νιότης του σε σανατόρια και υποβλήθηκε σε πάμπολλες επεμβάσεις, ανάμεσά τους ένας πνευμοθώρακας και ένα πνευμοπεριτόναιο. Γνώρισε κατόπιν κάποια ήσυχα χρόνια στη διάρκεια των οποίων γεύτηκε τη «ζωή μέσα στη σιγή των οργάνων». Ήταν τα χρόνια μεταξύ της αποθεραπείας της φυματίωσης το 1951 και της εμφάνισης νέων ενοχλημάτων το 1967, όταν υποβλήθηκε σε σοβαρή επέμβαση (αφαίρεση πνευμονικού όγκου) στο Πνευμονολογικό Νοσοκομείο της Baumgartnerhohe στη Βιέννη. Ταυτόχρονα, διέγνωσαν και μια ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήματος που προσβάλλει την καρδιά και τους πνεύμονες. Επρόκειτο για το «morbus Boeck» ή σαρκοείδωση ή νόσος των Besnier – Boeck – Schau-mann. Το 1978 νοσηλεύτηκε και πάλι εξαιτίας σοβαρών πνευμονικών προβλημάτων, αλλά και για την αντιμετώπιση διαταραχών της όρασης που οφείλονταν σε αρχόμενο γλαύκωμα. Από δω και πέρα θα γνωρίζει ότι η κατάστασή του είναι ανίατη και ότι κάθε μέρα που κερδίζει πάνω στην ασθένεια οφείλεται μόνο στη «μέγιστη λήψη φαρμάκων».
Αυτό το βαθιά ανασφαλές σωματικό βίωμα, η διαρκής υπενθύμιση ότι «ανά πάσα στιγμή μπορεί να πάρουμε την κατρακύλα» βρίσκει την απήχησή της πάνω στο συνολικό αίσθημα μιας ύπαρξης που τη σημαδεύει η ανησυχία. Αυτή η ζωτικής σημασίας εμπειρία που έχει το άτομο για το σώμα του παρεμβαίνει στην πράξη της γραφής και –ακόμη και αν υπάρχουν και άλλες συνιστώσες – υπαγορεύει τη διαδικασία της συγγραφής.
Ριζωμένη στο βίωμα της σάρκας, η γραφή του Bernhard είναι κυρίως η συγγραφή των παθών του σώματος που αποτελούν ταυτόχρονα υλικό σκέψης, ενεργό υποκείμενο της συγγραφής και ιστορία οδύνης. Ο σημαντικός ρόλος του σωματικού βιώματος για τον ίδιο τον Bernhard, βρίσκει την αντιστοιχία του στο έργο του που αποτελεί μια μακρά διαπραγμάτευση με το σωματικό υποκείμενο: γι’ αυτόν το σώμα είναι αρχιτεκτονική δομή εύθραυστη και διαρκώς υπό αίρεση, συνεχώς στα πρόθυρα της κατάρρευσης, που βρίσκεται πολύ συχνά στην άσχημη πλευρά του ναρκισσισμού, δηλαδή στην μεριά του τραύματος, του ενδεχόμενου και της ανημπόριας. Το σώμα εμφανίζεται στα συγγράμματα του Bernhard ταυτόχρονα ως αντικείμενο και ως υποκείμενο, με την έννοια του χειριστή του λόγου, με μια ιδιαίτερη μνεία στο «σώμα εν κινδύνω» της δραματουργικής του γραφής, ενός ιδιαίτερου τρόπου παρουσίας της σωματικότητας στο έργο του.
Το σώμα-γραφή, μορφές της σάρκωσης
Η αρρώστια και το πάσχον σώμα ως αντικείμενο της συγγραφής εμφανίζονται με δύο διαφορετικούς τρόπους, από τον πιο απλό, όπου τα πρόσωπα του έργου φέρουν τα συμπτώματα του συγγραφέα μέχρι τον πιο σύνθετο της θέασης μιας ανθρωπότητας πάνω στην οποία χαράσσονται οι δυστυχίες της σάρκας. Ως μέσο επαφής με τον κόσμο, το σώμα χαρακτηρίζεται κυρίως από τις μειονεξίες του, ενώ η παρουσία του γίνεται αντιληπτή από τις διαταραχές που το προσβάλλουν. Στο έργο του Bernhard δεν βλέπουμε καθόλου κάποιο αίσθηση ευχαρίστησης που να αναδύεται από το ίδιο το σώμα που δεν είναι παρά ένας τόπος όπου νιώθει κανείς όλα τα ενδεχόμενα και οι ρήξεις. Θα ήταν παρά ταύτα καταχρηστικό, αν όχι λανθασμένο, να επεκτείνουμε με κάθε τρόπο την ερμηνεία του φιλολογικού έργου στη στάση του ανθρώπου Thomas Bernhard απέναντι στη ζωή. Σύμφωνα με τους οικείους του, ήξερε να επωφελείται από τα διαστήματα ανάπαυλας που του άφηνε η αρρώστια. Ο συγγραφέας διαφέρει από το ιστορικό πρόσωπο, άτομο με επικούρεια χαρακτηριστικά, σε απόσταση από τους μεγάλους του ήρωες.

Οι άνθρωποι που αναπαριστώνται στο έργο του Bernhard είναι ριζωμένοι στο σώμα τους περισσότερο για το χειρότερο παρά για το καλύτερο. Ο συγγραφέας σχεδιάζει μια σωματικότητα απελπιστικά διαβρωμένη, που γίνεται αισθητή ως έλλειμμα και ως ανεπάρκεια. Οι σωματικές του αδυναμίες του θυμίζουν διαρκώς την ίδια στον άνθρωπο οντολογική αδυναμία και το πρόσκαιρο της ύπαρξής του που εξαρτάται από αυτήν ακριβώς την συνθήκη της σάρκωσής του. Αυτή η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα εγγράφονται ως δομική εμπειρία. Η παρουσία του σώματος, που γίνεται κυρίως αισθητή μέσα από τις δυσλειτουργίες του, εμφανίζεται κατά πρώτον ως η προσωπική εμπειρία της αρρώστιας του συγγραφέα που περιγράφεται στην αυτοβιογραφία του (Η ανάσα και Το κρύο), δυο πραγματικές αυτοπαθογραφίες. Ο Bernhard αφηγείται εκεί με λεπτομέρειες και με ακρίβεια κλινικού, χωρίς καμιά επιείκεια για τους γιατρούς ή τους ασθενείς, για την ίδια του την αρρώστια ή τις πολλαπλές του νοσηλείες σε σανατόρια προκειμένου να θεραπευθεί η φυματίωσή του.
Η αντιπαράθεση με τη σωματική κατάσταση συνεχίζεται στο μυθιστορηματικό έργο του Berhard που φέρνει στο προσκήνιο σώματα που έχουν δεχτεί επίθεση, κατακερματισμένα, διαμελισμένα, που επικυρώνουν την απώλεια της ακεραιότητας και το τέλος ενός ενιαίου, γαληνεμένου σώματος. Οι πολλαπλές επιθέσεις εναντίον της σωματικής ακεραιότητας, είτε πρόκειται για ακρωτηριασμούς λόγω του πολέμου είτε για ανθρώπινα μέλη που δόθηκαν βορά στις μηχανές του βιομηχανικού κόσμου είτε ακόμα για νεκροτομηθέντα σώματα, χαρακτηρίζονται από ακραία βία, που γίνεται τόσο πιο φοβερή όσο σφραγίζει αναπότρεπτα το άτομο. Η συνάντηση του ατόμου με τον περιβάλλοντα κόσμο ολοκληρώνεται με τη διάλυση της σωματικής του ενότητας που αποτελεί μέτρο της. Οι σκηνές της σφαγής και του τεμαχισμού των ζώων απηχούν άλλες εικόνες, εικόνες ανθρώπων που παραδίδονται στο σφαγείο των μαχών ή στο ατσάλι του νυστεριού. Το ανθρώπινο είδος υποβαθμισμένο σε μια οργανική μόνο ενότητα, δηλώνει την αναμφισβήτητη συγγένειά του με το ζωικό βασίλειο, μη διακρινόμενο (πλέον) από το πάσχον ζώο. Το σώμα, κομματιασμένο, ξεσκισμένο, αποδομημένο, όντας παρουσία του υποκειμένου εν τω κόσμω, απώλεσε οριστικά την αρμονία του και σηματοδοτείται ως τόπος όλων των δυσαρμονιών.
Η υγιεινή του Geistesmensch, o διανοούμενος και το σώμα
Οι Geistesmenschen, οι διανοούμενοι, σημεία αναφοράς στο σύμπαν του Βernhard, διατηρούν μια προκλητική στάση απέναντι στην ύλη και την οργανικότητα. Υιοθετούν τον παλιό δυισμό σώματος-ψυχής. Αυτή η οπτική αξιοδοτεί την ψυχή και απαξιώνει το σώμα, εγκαθιστά δε μια διαλεκτική της ανεπάρκειας που απαιτεί τη διάλυση του σώματος ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στην πληρότητα του κόσμου του πνεύματος. Στο σύμπαν του Βernhard, οι διανοούμενοι απορρίπτουν το σώμα και υποτιμούν σφόδρα τη φύση τους. Σώμα και πνεύμα είναι ανταγωνιστικές αρχές. Γι’ αυτό λοιπόν, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισχύς και η ανάπτυξη του πνεύματος πρέπει να συρρικνωθεί το σώμα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο διανοούμενος πρέπει να υποταχθεί σε μια πραγματική πειθάρχηση του σώματος, κάποιες φορές πιο κοντά στην καταπίεση, και να επιχειρήσει την εγκατάσταση μιας σχέσης αφέντη- σκλάβου μεταξύ πνεύματος και σώματος. Αυτή η ιδεολογία του ελέγχου του εαυτού, θέτει σε εφαρμογή σωματικές τεχνικές ώστε να καταστρέψει τη διονυσιακή πλευρά του ανθρώπου.
Η σεξουαλικότητα αντιμετωπίζεται ως καταστρεπτική επιθυμία, κτηνώδης και νοσηρή που οδηγεί στην αποσύνθεση και από την οποία πρέπει κανείς να προστατευτεί. Οι γυναίκες ταυτίζονται με τον υπόγειο κόσμο των ορέξεων και των ενστίκτων που χαρακτηρίζουν τη σωματική φύση και, επίσης, παρεμποδίζουν την αποστολή των διανοουμένων, διαφθείροντας και αφυπνίζοντας τα ένστικτά τους. Κάθε πνευματική κλίση αποκλείει τη γυναίκα, η οποία καταβροχθίζει την ενέργεια των ανδρών –ακόμη περισσότερο αν είναι ήδη σημαντικά εξασθενημένοι. Έτσι, ο Rudolf στο Μπετόν βεβαιώνει ότι είναι αδύνατο «να έχει μια φίλη και ταυτόχρονα πνευματικές φιλοδοξίες όταν βρίσκεται σε τόσο άσχημη σωματική κατάσταση».
Οι άνθρωποι που δεν ανήκουν σ’ αυτήν την ανώτερη πνευματική κάστα χαρακτηρίζονται από υπερτροφική σωματικότητα, η οποία παραβιάζει τα όρια που συνήθως της αντιστοιχούν, αφήνοντας ελεύθερη δίοδο στα ένστικτα και υιοθετώντας μια μηχανιστική, βίαιη, και κτηνώδη συμπεριφορά. Η ζωτικότητα των υγιών σωμάτων αντιμετωπίζεται αρνητικά και με έντονη περιφρόνηση Αυτές οι νοσηρές αναθυμιάσεις διαποτίζουν ιδιαιτέρως τον κόσμο των αγροτών και κάποιες φορές και των εργατών, έναν κόσμος της γενικευμένης διαφθοράς, σε πλήρη αντίθεση με την παραδοσιακή εικόνα της εξοχής και του ειδυλιακού τοπίου.
Το υποβαθμισμένο σώμα, φυλακή του πνεύματος.
Το υποβαθμισμένο σώμα δεν ευνοεί συστηματικά το άνοιγμα στη σφαίρα του πνεύματος. Αντιθέτως, μπορεί να αποτελέσει φυλακή του πνεύματος. Για κάποια πρόσωπα του έργου του Bernhard, η σωματική δυσπραγία δεν αποτελεί τον βατήρα για κάποια «υπέρβαση», αλλά αντιθέτως οδηγεί σε διάφορες βαθμίδες πνευματικής κατάπτωσης. Αν η υγεία παρουσιάζεται ως εγκλεισμός σε ζωτικές προφάνειες, η αρρώστια ή η αναπηρία παρουσιάζονται επίσης ως υποδούλωση στη σωματική πραγματικότητα. Οι καταστάσεις όπου η ύπαρξη θυμάται το σώμα με ιδιαίτερη επίγνωση της ευαλωτότητάς της, συνοδεύονται από επιστροφή στην τάξη της ύλης που καταλαμβάνει, συνθλίβει ή και διαφθείρει ακόμα την ψυχική ζωή. Κάποια πρόσωπα που υποφέρουν από σωματικές παθήσεις εκφράζουν μια πραγματική λίμναση στο σωματικό επίπεδο η οποία, εξαιτίας της ασθένειας, καταλαμβάνει όλο τον χώρο, ακόμα και τον εσωτερικό, χωρίς αυτό να αντισταθμίζεται από κάποια πνευματική ανάταση. Το βούλιαγμα στην ύλη παίρνει διάφορες μορφές, λιγότερο ή περισσότερο τραγικές, ανάλογα με το αν οδηγεί το άτομο στην τρέλα ή περιορίζεται σε στείρα αναδίπλωση γύρω από το σαρκικό. Πράγματι, η ασθένεια κάνει τον άνθρωπο απολύτως σωματικό, περιορίζει τον ορίζοντά του στην άμεση υλικότητα και σωματικότητα και κάποιες φορές τον κατεβάζει ως την πιο ασήμαντη μετριότητα, όπως για παράδειγμα μαρτυρεί η συμπεριφορά των αναπήρων στο Μια γιορτή για τον Boris που εγκατέλειψαν το άσυλο την ώρα της γιορτής των γενεθλίων. Οι άνθρωποι αυτοί, όλοι θύματα σωματικής αναπηρίας, οι περισσότεροι χωρίς πόδια, σύμφωνα με τις ωμές και στεγνές υποδείξεις του συγγραφέα για το ανέβασμα του έργου, ήταν απολύτως εγκλωβισμένοι στη σωματικότηταά τους. Η σωματική αναπηρία, πολύν καιρό μετά την εγκατάστασή της, εξακολουθεί να αποσπά σχεδόν εξολοκλήρου την προσοχή τους, αποκλείοντας κάθε άλλο αντικείμενο. Ο κόσμος των αναπήρων, περιορισμένος σε ένα άμεσο περιβάλλον, γεμάτο ασήμαντα συμβάντα, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για πνευματική ανάταση, πολύ περισσότερο για πρόσβαση στην τέχνη ή τη διανόηση. Τα λόγια που ανταλλάσσουν, μεταξύ τυρού και αχλαδιού, συνήθως συντηρούν την κακοτυχιά τους, ιδίως μέσα από αναφορές που αναμασούν, στο διηνεκές και εν είδει τελετουργίας, τις συνθήκες εκείνες που στάθηκαν αιτία για να περάσουν από τη κατάσταση του «καλώς υγιαίνοντος ανθρώπου» στη θέση του ανάπηρου. Ένα άρρωστο σώμα μπορεί δυστυχώς να «έλξει πάνω του ένα άρρωστο πνεύμα» και έτσι το σώμα να αναδειχθεί σε μείζον εμπόδιο για την πνευματική ανάπτυξη. Ο νεαρός Krainer της Διαταραχής, για παράδειγμα, που εμφανίζεται ως πρώην –ή το λιγότερο ως πρώην εν τω γίγνεσθαι διανοούμενος–, καταστρέφεται ταυτόχρονα από την σωματική και την ψυχική αρρώστια.
Το σώμα επί το έργον: μια γραφή της σωματικότητας
Αν και ο γενικός τόνος φαίνεται να είναι –τουλάχιστον από θεματική άποψη– ο τόνος της απόρριψης και της θέλησης για εκμηδένιση της σαρκικής διάστασης του ατόμου, παρατηρούμε ωστόσο την ανάσταση του σώματος που εκφράζεται με τη γραφή. Η κειμενοποίηση του σώματος δεν περιορίζεται στην επίκληση των πολλαπλών προβλημάτων του πάσχοντος σώματος ούτε στα διακυβεύματα που σχετίζονται με τον πνευματικό ιδίως τομέα, αλλά αποκαλύπτεται διαμέσου μιας εν-σαρκωμένης γραφής· δηλαδή μέσα από το έργο ενός σώματος που μετατρέπεται από αντικείμενο του λόγου σε δρών υποκείμενο, σε επεξεργαστή αντιλήψεων, λειτουργικός ταυτόχρονα στο επίπεδο της έκφρασης αλλά και τρόπου σύλληψης των αντικειμένων του.

Για να γίνει κατανοητή η ιδιαίτερη γραφή του Thomas Bernhard χρησιμοποιούμε συχνά την μεταφορά της αναπνοής, μιας αναπνοής τραυματισμένης, γι’ αυτό και συχνά αναφέρεται η φράση της Ingeborg Bachmann που συνέκρινε το στυλ του αυστριακού συγγραφέα με μια μεγάλη φλεγόμενη ανάσα. Η γραφή αυτή, που σχεδιάζεται από το σώμα, εκφράζει και πραγματοποιεί τη φιλοδοξία, το όνειρο μιας μεγάλης ανάσας. Ο Thomas Bernhard δεν γράφει όπως ανασαίνει αλλά, αντίθετα, όπως δεν μπορεί να ανασάνει, μπορεί έτσι η ανάσα της συγγραφής να αναπληρώσει την ασθμαίνουσα ανάσα του λυρικού τραγουδιστή που ο Bernhard δεν έγινε ποτέ.
Η συγγραφή εμφανίζεται γενικότερα ως «ζωτική ανάγκη», άμεσα συνδεδεμένη με το πάσχον σώμα του συγγραφέα. Το φάσμα του σώματος, είτε πρόκειται για την ανάσα είτε πρόκειται για τη ναυτία, η καθεμιά με τον δικό της τρόπο, επιβάλλεται ως η προνομιακή διαδικασία της πρόσληψης και της αντίληψης του κόσμου. Η απαξίωση και η απαρέσκεια γίνονται αντιληπτές ως φαινόμενα ταυτοχρόνως σωματικά και ψυχικά. «Αποπνικτικός», «ασφυκτικός» είναι τα επίθετα που ο συγγραφέας προτιμά για να εκφράσει την αντίθεσή του προς ένα γεγονός ή μια κατάσταση. Το σύμπαν του Bernhard χαρακτηρίζεται από την επανάληψη συγκεκριμένων αναπνευστικών «αλλεργιογόνων». Πρόκειται κυρίως για την «πατρίδα» ή, ακριβέστερα για το αυστριακό κράτος, την Αυστρία, την Βιέννη και τους Βιεννέζους, το Ζάλτσμπουργκ, το Ντύσσελμπρουν αλλά και το Γκρατς ή την Ελβετία που ο συγγραφέας τα αισθάνεται σαν να τον πνίγουν. Η ίδια πνιγηρή ατμόσφαιρα χαρακτηρίζει και άλλους τόπους, την ιδιοκτησία της οικογένειας, το Peiskam, το Altensam, το Βόλφσεγκ, πάντα σε σχέση με την προοπτική της κληρονομιάς και το βάρος που αυτή προκαλεί. Άλλα «αλλεργιογόνα» στοιχεία που προκαλούν αναπνευστική καταστολή, όπως είναι οι αντιπρόσωποι της εξουσίας ή ενός συστήματος είτε πρόκειται για το σχολείο και γενικά για τη διδασκαλία και την εκπαίδευση είτε για δομές στις οποίες υποτάσσονται οι νέοι, γίνονται αντικείμενο σφοδρής κριτικής και καταγγέλλονται ως προσβολή, συχνά μη αναστρέψιμη, της αρμονικής ανάπτυξης του ατόμου.
Με σώματα – σαλπίσματα [cor(p)s]1 και κραυγές, η προθανάτια γραφή.
Το σώμα μορφοποιεί το κείμενο καθορίζοντας μια γραφή οργίλη, κάτι που είναι ιδιαιτέρως εμφανές στον προκλητικό και κάποιες φορές πρωτογενή, σχεδόν σπλαγχικό και ενστικτώδη χαρακτήρα των θέσεων του συγγραφέα. Η παραφορά που χαρακτηρίζει αυτόν τον λόγο σηματοδοτεί την επιστροφή στην ενορμητική αμεσότητα, στο προ-σκεπτικό, σε έναν συναισθηματισμό χωρίς αποστασιοποίηση, βιούμενο πολύ κοντά στο σώμα, πολύ μεροληπτικό και πολύ άμεσα εμπλεκόμενο. Αυτή η επιδερμική αντίδραση, αληθινή αναμέτρηση σώμα με σώμα, απελευθερώνει μια καταστροφική σπλαχνική ενέργεια που υπερισχύει της κριτικής και αιτιολογημένης ανάλυσης. Η διάχυση, η σπλαγχνική υπερχείλιση σηματοδοτούν την επιστροφή στην ενορμητική αμεσότητα –που είναι το πρωταρχικό ρίζωμά μας στον κόσμο–, στο προ-σκεπτικό του χώρου του σώματος, σε χρόνο και κόσμο προγενέστερους κι αρχαϊκά πλήρως σωματικούς, δηλαδή σταματημένους πριν από την έναρξη της σκέψης, στο πιο αρχαϊκό επίπεδο της πράξης, στο ενστικτώδες επίπεδο των δυνάμεων της ζωής. Δεν πρόκειται διόλου για διανοητική επεξεργασία ή στάση υψηλής συνειδητοποίησης· αντίθετα, η γραφή του Bernhard επιστρέφει στο βίωμα ως τρόπο γνώσης του γιγνώσκειν και επικυρώνει μια σχέση «συναισθηματική» και αισθητή με τον κόσμο.
Η παροξυσμική ευσυγκινησία που εκδηλώνεται μεταφράζεται κάποιες φορές σε γλώσσα πιο κοντινή στη «γλώσσα του σώματος» –λέξεις συσσωρευμένες, πεταμένες, κραυγάζουσες, χαοτικά συνταγμένες– παρά στην καθαυτό γλώσσα. Αυτές οι πράξεις της ομιλίας που είναι κυρίως οι βρισιές, πραγματικές σωματικές χειρονομίες, χτυπήματα που απευθύνονται εναντίον όποιου στοχεύουν, αποτελούν όχημα έντονης επιθετικότητας. Αυτές οι μορφές επίθεσης επικαλούνται ιδιαιτέρως τον σημαίνοντα πόλο του σώματος, κατά προτίμηση τις λειτουργίες της σεξουαλικότητας και των απεκκριμάτων, αναπαραστάσεις κατεξοχήν της απαξίας, ενώ το πτώμα σε σήψη, το ψοφήμι, αναπαριστά το έσχατο σημείο της απαξίωσης. Όλες οι ύβρεις φαίνεται να συγκλίνουν στον πόλο αυτόν ενώ οι ύβρεις που βασίζονται στο ζωικό βασίλειο φαίνονται ξεκάθαρα πιο εύστοχες. Όλα εξυπηρετούν την έκφραση της λυσσαλέας του οργής. Ο Bernhard δε διστάζει να τα βάλει μεταφορικά με το σώμα των θυμάτων του που συρρικνώνονται σε ένα σωματικό χαρακτηριστικό ελάχιστα κολακευτικό.
Αν κάποια χωρία μοιάζουν περισσότερο με λυσσαλέες κραυγές παρά με καρπό διανοητικής επεξεργασίας, αυτή η σφοδρότητα επιβάλλεται ως ζωτική ανάγκη, έκφραση ενστικτώδης των δυνάμεων της ζωής και συναισθηματική εκφόρτιση χωρίς την οποία θα ασφυκτιούσε. Στην προοπτική αυτή, ο λόγος της αμφισβήτησης, η ίδια η βιαιότητά της, εμφανίζεται ως το ουσιώδες ερέθισμα. Σε αυτή τη δραματική, υπαρξιακή κατάσταση θα προστεθεί και μια παιγνιώδης, γιορταστική, διάσταση που δεν πρέπει να υποτιμήσουμε. Η ευχαρίστηση, τόσο από την πλευρά του συγγραφέα όσο και από την πλευρά του αναγνώστη, προκύπτει από αυτές τις προσβλητικές κραυγές.
Το σώμα – διακύβευμα
Αν, όπως τονίζουν πολλοί κριτικοί, το θέατρο του Bernhard σκηνοθετεί την απεξάρθρωση του όντος δια της εργαλειοποίησης και της μηχανοποίησης του σώματος του καλλιτέχνη, οργανώνοντας μια αναπαράσταση à la Beckett των καταστάσεων του πάσχοντος σώματος, παραμένει εντούτοις γεγονός ότι, παρά τις ομοιότητες, ο αυστριακός συγγραφέας αμφισβητεί σε βάθος την έννοια της θεατρικότητας και προτείνει μια δική του θεώρηση για τη σκηνοθεσία. Εν τέλει, η δραματουργία του Bernhard αμφισβητεί την αρχή σύμφωνα με την οποία το θεατρικό συμβάν είναι κατεξοχήν ο τόπος του σωματικού, το θέαμα της ανάσας που αρχίζει να γεννάται, στο μέτρο που παραβιάζει τους όρους του θεάτρου με την ετυμολογική σημασία του όρου, ως τόπου θεάματος όπου βλέπουμε δρώντα πρόσωπα. Επίσης, η ταύτιση που κάνει ο Bernhard, τουλάχιστον σε επίπεδο πατρωνύμου –σκεφτόμαστε τον Μinetti ή ακόμα τους Ritter, Dene, Voss– ανάμεσα σε ηθοποιούς και πρόσωπα του έργου, η ανάμιξή του στην επιλογή των ηθοποιών ή η τάση του να καθορίσει άπαξ δια παντός τον τρόπο της θεατρικής αναπαράστασης των έργων του, θέτει σε δοκιμασία τον ορισμό του θεάτρου όπως είναι γενικά αποδεκτός, συνεχίζοντας το διαρκές ερώτημα σχετικά με την ανυπέρβλητη πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, την εν-σωμάτωση.
Η εμφάνιση επί σκηνής πολλών ηθοποιών σε αναπηρικές πολυθρόνες που φέρνει στο προσκήνιο την ακαμψία και την μηχανικότητα, ακυρώνοντας εν μέρει το ζωντανό σώμα και, ταυτόχρονα, τις εκφραστικές του δυνατότητες, αμφισβητεί την εργασία του ηθοποιού που επιστρατεύεται σε έναν «αγώνα» εναντίον της προσπάθειας του συγγραφέα να τον καταστήσει μαριονέτα· αποκορύφωμα αυτής της τακτικής, το Μια γιορτή για τον Boris, όπου εμφανίζει επί σκηνής 15 ανάπηρους με κομμένα πόδια έναντι 5 αρτιμελών, οι ανάπηροι κάθε είδους, ο Caribardi και το ξύλινο πόδι του στη Δύναμη της συνήθειας, το ακρωτηριασμένο χέρι του στρατηγού στον Κυνηγετικό σύλλογο, η παράλυτη Κλάρα στο Πριν τη σύναξη, «θύμα» των συμμαχικών βομβαρδισμών στο τέλος του πολέμου, για να αναφέρουμε μόνο μερικές περιπτώσεις.
Ως συμπέρασμα
Η κειμενική εγγραφή του σώματος δεν περιορίζεται λοιπόν σε μια θεματική παρουσία, ασχέτως αν πρόκειται για την απόδοση των βιωμάτων του συγγραφέα στους ήρωές του, την αφήγηση της παθολογικής εμπειρίας σε πρώτο πρόσωπο, την εννοιολόγηση μιας διαλεκτικής της ανεπάρκειας, υποκείμενη άλλωστε σε εξέλιξη-επανάσταση [r-évolution] ή, ακόμη, τη χρήση των εκφραστικών δυνατοτήτων της μεταφοράς της ασθένειας. Αν το σώμα είναι υποκείμενο της γραφής, αυτό συμβαίνει ως έκφραση και όχι ως απλή αναπαράσταση. Υπάρχει μια γραφή του σώματος που είναι εργασία με τη μαιευτική σημασία της λέξης.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1 Θέτοντας το p εντός παρενθέσεως η συγγραφέας γράφει ταυτόχρονα δυο ομόηχες στα γαλλικά λέξεις: corps ( σώμα) και cors (το κόρνο, μουσικό όργανο μιας ορχήστρας ή το κυνηγτικό κέρας που σαλπίζει).
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.