σύναψις 14 [2009 – τόμος 05]
Υπό Ι. Σ. Πατρικίου (1895-1977)*
Διευθυντού της Νευρολογικής Κλινικής του Ευαγγελισμού
[Ανάτυπον εκ των «Ιατρικών Αθηνών», 1939, τχ 131]
Η μελέτη των κατά τον παγκόσμιον πόλεμο παρατηρηθεισών ψυχοπαθολογικών καταστάσεων έδωσεν την ευκαιρίαν να παρατηρηθή άπαξ έτι η αιτιολογική σπουδαιότης του συναισθηματικού παράγοντος εις την γένεσιν των ψυχικών παθήσεων. Η δε οργάνωσις νευροψυχιατρικών κέντρων όχι μόνον εις το εσωτερικόν των εμπολέμων χωρών, αλλά και πλησίον του μετώπου, επέτρεψε την παρακολούθησιν των ψυχοπαθολογικών τούτων εκδηλώσεων από της πρώτης των εμφανίσεως μέχρι της απωτέρας των εξελίξεως. Η παρουσία τέλος ψυχιάτρων τινών και εις σώματα εκστρατείας ακόμη, επέτρεψεν ενίοτε και την μελέτην της γενέσεως των εκδηλώσεων τούτων, ήτοι των δοκιμασιών της ψυχής του στρατευμένου.

Αποτελέσματα του συνδυασμού των δυσμενών πολεμικών τούτων περιστάσεων και της ευνοϊκής ταύτης επιστημονικής οργανώσεως, υπήρξεν η δικαιοτέρα εκτίμησις της σπουδαιότητος των διαταραχών της συναισθηματικότητος εις την γένεσιν των ψυχικών παθήσεων. Ετέρα περίπτωσις καθ’ ην αι συναισθηματικαί συνθήκαι αναφαίνονται ως ουσιώδης παράγων ψυχικών νόσων είναι η ζωή του μετανάστου.
Κατά την ζωήν ταύτην, εάν εξαιρέση τις τους βιαίους συγκινητικούς ψυχικούς κλονισμούς του πολέμου (βομβαρδισμοί, σκηναί σφαγών κ.λ.π.), συναντά τις, ως και κατά την ζωήν του πολεμιστού, οίον την είδομεν κατά το μέγαν πόλεμον, την συχνότητα, και δύναταί τις να είπει, την συνέχειαν των δυσαρέστων συγκινήσεων, γεγονός ευνόητον, αφού ο μετανάστης, και αυτός εξόριστος εκ της γενετείρας του, άγει καθημερινώς τον άχαριν αγώνα του βίου υπό ψυχολογικάς συνθήκας δυσμενεστάτας.
Η μετανάστευσις εμελετήθη ήδη βεβαίως υπό των ψυχιάτρων. Αλλ’εμελετήθη ιδία εις τας χώρας τας δεχομένας μετανάστας, ιδίως δε από της απόψεως της αυξήσεως του αριθμού των ασθενών την οποίαν η μετανάστευσις προκαλεί. Η μελέτη της συχνάκις πολυκυμάντου ταύτης ζωής είναι φυσικώτερον να κινήση το ενδιαφέρον των χωρών, αίτινες διατελούν συναισθηματικώς συνδεδεμέναι με τα τέκνα των εκείνα από τα οποία, εν τούτοις, τας χωρίζουν αι σκληραί ανάγκαι της ζωής.
Η κλασική ψυχιατρική, πλην εξαιρέσεων, απορροφημένη προ πάντων από την νοσολογικήν κατάταξιν, αν και αναφέρουσα εις το κεφάλαιον της αιτιολογίας των ψυχικών νόσων τας συγκινήσεις, παρέκαμπτε τον σπουδαίον τούτον παράγοντα, εν τάχει. Η σχετικώς όμως πρόσφατος εξέλιξις των ροπών της ψυχολογίας, ήτις, παύουσα να απορροφάται σχεδόν εκ ολοκλήρου από της μελέτην του καθαρώς διανοητικού πεδίου, έτρεψεν τας ερεύνας της προς το συναισθηματικόν μέρος της ανθρωπίνης ψυχής, δεν ηδύνατο παρά να έχη ευνοϊκήν επίδρασιν και επί των αντιλήψεων των ψυχιάτρων όσον αφορά την εκδήλωσιν των ψυχικών παθήσεων.
Δύο ονόματα ιδίως τοποθετούνται εις την αρχήν της εξελίξεως ταύτης. Πρώτον το του γηραιού διδασκάλου Ribot, ένεκα των μελετών του επί των ανθρωπίνων παθών και της επιδράσεως αυτών επί του ρεύματος των ιδεών, και βραδύτερον το του Freud, του οποίου το έργον έρριψε τόσον φως επί του δυναμισμού του συναισθηματικού υποσυνειδήτου, όπερ κυβερνά με τρόπον τόσον σκοτεινόν όσον και αποφασιστικόν την ανθρωπίνην δράσιν.
Ζην είναι προ πάντων αισθάνεσθαι. Αλλ’ η συναισθηματικότης δεν είναι απλώς μία ψυχική αισθητικότης, μία ψυχαισθησία παράλληλος προς την αισθητικότητα του δέρματος (δερμοαισθησία) π.χ. Αύτη περιλαμβάνει βεβαίως εν τη συνθέσει της ένα παράγοντα σαφώς αισθητικόν και δυνάμεθα μάλιστα να είπωμεν σωματικής αισθητικότητος, αφ’ ου λαμβάνωμεν ιδίως συνείδησιν ταύτης δι’ αντιδράσεων σπλαγχνικής αισθητικότητος (θλίψις, φόβος, χαρά), μυϊκής αισθητικότητος (αίσθημα ατονίας, αίσθημα σθένους) και πιθανώτατα αγγειακής αισθητκότητος (άγχος).
Αλλ’ ο αισθητικός ούτος παράγων δεν είναι το παν. Ο έτερος παράγων, ο και σπουδαιότερος, είναι ο καθαρώς ψυχικός χρωματισμός της «αισθήσεως» ταύτης διά του ευαρέστου ή του δυσαρέστου, χρωματισμός γενόμενος αισθητός υπό του εγώ, αναλόγως του εάν τα εξωτερικά γεγονότα τα οποία χρησιμεύουν ως ερεθισμός της «αισθητικότητος» ταύτης –όπως η νύξις, το θερμόν, και το ψυχρόν κλπ, χρησιμεύουν ως ερεθισμοί της αισθητικότητος του δέρματος ή η διάτασις της αισθητικότητος των σπλάγχνων–, είναι ευμενή ή δυσμενή εις τας εκ του ενστίκτου μας ώσεις (pulsions), είναι ευνοϊκαί ή ενάντιαι του «ιερού μας εγωϊσμού».
Το ευάρεστον και το δυσάρεστον προκύπτουν εκ της συναντήσεως δύο δυνάμεων, εξ ων η μία: «το συμβάν», είναι εξωτερική και πρόσκαιρος, δη δε άλλη: η εκ του ενστίκτου ώσις (ή ροπή), είναι εσωτερική, συνεχής και θα ηδύνατό τις να είπη αιωνία ως η ζωή, πρωτόγονος, έχουσας τας ρίζας της εις το υποσυνείδητον, ενίοτε δε ζώσα, λανθανόντως, από της συνειδήσεως. Εκ της συναντήσεως των δύο τούτων δυνάμεων εξαρτάται η συναισθηματική κατάστασις του ατόμου. Εάν η πρώτη τούτων ευνοεί την δευτέραν, το σύνολον της σωματικής και της ψυχικής λειτουργίας ευνοείται. Εάν τουναντίον είναι δυσμενής, εάν αντιτίθεται εις την διαρκώς προς κατάκτησιν τεταμένην ορμήν της δευτέρας, το σύνολον των λειτουργιών τούτων δυστυχεί.
Το αποτέλεσμα της συμφωνίας ή ασυμφωνίας ταύτης, το οποίον υποκειμενικώς γεννά την αίσθησιν του ευαρέστου ή του δυσαρέστου υπήκει λοιπόν εις κανόνα λογικόν, κατανοήσιμον, είναι όμως τελείως ανεξάρτητον της συνειδητής διανοήσεως του όντος, της προσφάτου ταύτης, από απόψεως εξελίξεως, λειτουργικής τελειοποιήσεως του κεντρικού νευρικού συστήματος. Το ευάρεστον ή το δυσάρεστον επηρεάζουν ουσιωδώς τας καθαρώς σωματικάς ημών λειτουργίας, αυτήν ταύτην την δράσιν μας, αλλ’ έτι ουσιωδέστερον, τον διανοητικόν μας μηχανισμόν.

Η παρατήρησις και ο πειραματισμός μας εδίδαξεν ήδη την επίδρασιν της συναισθηματικής καταστάσεως επί των σωματικών λειτουργιών (Lange, James, Cannon κλπ). […] Δύναταί τις να παραβάλη τα αποτελέσματα ενός συγκινησιακού κλονισμού με τα αποτελέσματα ενός οδυνηρού τραυματισμού αποτόμως δρώντος επί μέρους τινός του σώματος. Εις την περίπτωσιν ταύτην η αισθητική δόνησις, μεταβιβαζομένη εις τον θάλαμον, επεκτείνεται αφ’ ενός μεν προς τα κέντρα της τρίτης κοιλίας, όθεν τα γνωστά σωματικά επακολουθήματα (αγγειοκινητικότης, εκκρίσεις, μυϊκός τόνος κλπ), αφ’ ετέρου δε εις την αισθητικήν μοίραν του φλοιού, του πόνου εισβάλλοντος ούτως εις την συνείδησιν. Η βιαιότης όμως του τραύματος,δύναται να προκαλέση αναστολήν των λειτουργιών αυτής. […] Προσεπαθήσαμεν να εξηγήσωμεν τοιαύτας μετασυγκινησιακάς ψυχοπαθολογικάς καταστάσεις διά μηχανισμού καθαρώς δυναμικού, οίος προκύπτει όχι μόνον εκ της ψυχολογικής μελέτης τούτων, αλλά και εκ των γνωστών εργασιών της Σχολής του Pavlow, εις αποδοχήν του οποίου οδηγούν επίσης τα πειραματικά αποτελέσματα της Σχολής του Lapique. […]
*
Είχομεν ήδη την πείραν των τοιούτων ψυχικών τραυμάτων κατόπιν της παρατηρήσεως αυτών παρά τοις στρατευθείσι ή τοις αιχμαλώτοις, εις τους οποίους συχνάκις εσημειώθησαν τα ψυχοπαθολογικά τούτων αποτελέσματα. Η ζωή του μετανάστη, εκθέτουσα αυτόν εις ανάλογα αισθηματικά τραύματα, δύναται να έχη τα αυτά βλαβερά αποτελέσματα επί του ψυχισμού τούτου. Ας αναλύσωμεν ήδη εκ του πλησίον αυτά.
Η πρώτη συναισθηματική δόνησις του μετανάστου είναι η της αναχωρήσεως, τουτέστιν η απόσπασις εκ του περιβάλλοντος όπου μέχρι τούδε είχε ζήσει. Ενίοτε τα αποτελέσματά της αναφαίνονται ήδη κατά τας προηγουμένας του χωρισμού ημέρας, επιτεινόμενα εφ’ όσον ούτος προσεγγίζει. Γνωρίζομεν δε όλοι περιπτώσεις, καθ’ ας σχέδιον αποδημίας δια μακρών προπαρασκευασθέν εν ταις λεπτομερείαις του, εματαιώθη την τελευταίαν στιγμήν δια μηχανισμού αληθούς φυγής εκ συγκινήσεως (raptus emotif), την οποίαν άλλως τε συχνάκις επηκολούθησε μεταγενεστέρως αληθής δευτεροπαθής καταθλιπτική κατάστασις. Άλλοτε η συγκινητική δόνησις παράγεται κατά την στιγμήν των αποχαιρετισμών, προοδευτικώς αυξάνουσα κατά τας ακολούθους ημέρας, άλλοτε τέλος το άτομον αποκλειστικώς ασχολούμενον έως τότε με την προπαρασκευήν του ταξειδίου και απορροφημένον από τα όνειρα της μελλούσης επιτυχίας δεν αφυπνίζεται, ούτως ειπείν, ειμή μετά την αναχώρησιν, ανακαλύπτον τότε αιφνιδίως τον συναισθηματικόν παράγοντα τον οποίον μέχρι τούδε δεν είχεν αντιμετωπίσει.

Κατά την περίπτωσιν ταύτην, εις τον ψυχικόν πόνον του χωρισμού έρχεται να προστεθή η λύπη διότι τούτο δεν είχε προνοηθή, και η αμφιβολία δια την επιτυχίαν ενός εγχειρήματος το οποίον κακώς υπελογίσθη. Υπό την επίδρασιν της ψυχικής ταύτης καταστάσεως, το άτομον, ρίπτον το βλέμμα εις τον περιβάλλον το οποίον το αναμένει και προσβλέπον το μέλλον με μελανά χρώματα ευρίσκει την αφορμήν ψυχικής αγωνίας, καταλαμβανόμενον υπό του αισθήματος του «πηδήματος εις το άγνωστον». Ως επί το πλείστον, αι λεπτομέρειαι του ταξειδίου, η συνάντησις συμπατριωτών, αι φροντίδες αναζητήσεως εργασίας μέχρι τούδε αγνώστου εις αυτό ή δια μηχανισμού αντισταθμιστικού, η ικανοποίησις εκ του πρώτου κέρδους, κάμνουν να ωχριά ολίγον κατ’ ολίγον ο πόνος του αποχωρισμού, ο οποίος δεν ανανύφει πλέον ειμή από καιρού εις καιρόν, κατά τας στιγμάς της σχολής, επί μάλλον και μάλλον σπάνιος. Αι συνθήκαι της προσαρμογής εις το νέον περιβάλλον δημιουργούνται τοιουτοτρόπως ολίγον κατ’ ολίγον και το άτομον συμπληροί προοδευτικώς την ψυχικήν του μεταμόρφωσιν. Όλοι όμως δεν παρουσιάζουσι την αυτήν ευτυχή εξέλιξιν και γνωρίζομεν περιπτώσεις κατά τας οποίας το άτομον, ανίκανον να υπερπηδήση τας πρώτας ταύτας δοκιμασίας, ανίκανον να συγκεντρωθή εις την εργασίαν του, με το θυμικόν του εν καταθλίψει και την διανοητικήν του λειτουργίαν εν τινι αναστολή, εισέρχεται εις κατάστασιν ψυχικού μαρασμού, από τον οποίον δεν δύναται να σωθή ειμή δια ταχείας παλινοστήσεως.
Τοιαύτη είναι η πρώτη συναισθηματική περιπέτεια του μετανάστου. Ας ακολουθήσωμεν ήδη αυτόν εις το νέον του περιβάλλον.
Εκείνοι εις τους οποίους η προσαρμογή είναι ατελής, παρουσιάζουσα κατάστασιν χαρακτηριζομένην υπό συνεχούς συναισθηματικού τόνου καταθλιπτικής αποχρώσεως, τον οποίον επιτείνουν καθημεριναί σχεδόν μικραί συγκινήσεις, κατά των βλαβερών αποτελεσμάτων των οποίων το άτομον αμύνεται δια τινων μικρών επιτυχιών, και δια μιας μεγάλης ελπίδος. Το ουσιωδέστερον στοιχείον της δυσφορήτου ταύτης συναισθηματικής ατμοσφαίρας είναι η νοσταλγία, η τόσον γνωστή εις τας χώρας των αποδημούντων, κατά την οποίας έχει τόσον εκμεταλλευθή η ποίησις. Πρόκειται περί μιας καταστάσεως άλγους ψυχικού, υποκώφου αλλά πικρού, καυστικού και συνεχούς. Εάν εις μερικάς δυνατάς ιδιοσυγκρασίας αύτη εξαίρει την δραστηριότητα του ατόμου, εις μερικάς όμως είναι παραγωγός καταθλίψεως, εμποδιζούσης την δράσιν του, μειούσης την απόδοσιν του, την «οικονομικήν του αξίαν», προπαρασκευάζουσα δ’ ούτω τους κινδύνους της αποτυχίας.
Αύτη αυξάνει συγχρόνως την ευαισθησίαν του εις τας καθημερινάς εναντιότητας. Τα δε δυσάρεστα γεγονότα δεν σπανίζουν εις την ζωήν του μετανάστου και δεν θα ήτο υπερβολικόν να είπη τις ότι πρώτος όρος της επιτυχίας είναι η αντοχή του εις αυτά.
Ας θεωρήσωμεν πρώτον τας υλικάς συνθήκας του βίου του μετανάστου τας σχεδόν πάντοτε ελαττωματικάς. Ο συνήθως μέχρι τούδε αγρότης ζήσας πάντοτε εις το ύπαιθον, εγκλείεται αιφνιδίως εντός μυρμηγκιώντος εργοστασίου ή εντός στενοχώρου εργαστηρίου το οποίον σπανίως βλέπει ο ήλιος, διανυκτερεύει εντός στενοκατωκημένων δωματίων, φειδωλεύεται και επί αυτής έτι της τροφής του. Προσπαθεί ούτω, πραγματοποιών γλισχράς οικονομίας, τόσον δε μάλλον δυσκόλους καθ’ όσον τα κέρδη της αρχής είναι ισχνά δι’ έναν άνθρωπον ο οποίος ουδεμίαν έχει τεχνικήν ειδικότητα, να αποταμιεύση το πρώτον «κομπόδεμα» –απαρχήν πραγματοποιήσεως της επιθυμητής επανόδου ή αποστολής εις εκείνους οι οποίοι περιμένουν εις την γενέτειραν.

Έλθωμεν ήδη εις τας ηθικάς συνθήκας. Ο αγρότης ούτος όστις έστω και πτωχός έζη πάντοτε εν ελευθερία, αναγκάζεται αιφνιδίως να κύψη υπό τον ζυγόν της κεκανονισμενης εργασίας των εργατικών μαζών. Εκείθεν αντλεί ούτος αίσθημα μειώσεως του εγώ κατά το μάλλον ή ήττον συνειδητόν, το οποίον πολλοί παλαιοί μετανάσται δεν ηδυνήθησαν να σβύσουν από την μνήμην των. Επιπροστίθενται ο φόβος του εργοδότου, αι επιπλήξεις του επιστάτου, συνήθως αλλοφύλου και του οποίου η συμπεριφορά εγείρει ενίοτε εις την ευαισθητοποιμένην ψυχήν του μετανάστου το αίσθημα του υποβιβασμού εις κατώτερον ανθρώπινον επίπεδον. Ας προσθέσωμεν εις ταύτα την λύπην της αποπομπής, την ενίοτε αγωνιώδη αναζήτησιν νέας προσλήψεως. Ποσάκις ηκούσαμεν την διήγησιν της θλιβεράς ταύτης περιόδου αναζητήσεων και εξαιτήσεων κατά την οποίαν το άτομον περιεπλανάτο δια μέσου της μεγαλουπόλεως, καταφεύγον εις τα νυκτερινά άσυλα, περιόδου ήτις εξαίρει την νοσταλγίαν και εξασθενεί την ψυχικήν αντοχήν του δοκιμαζομένου, όστις εις τας στιγμάς ταύτας έχει την ψυχολογίαν του ναυαγού.
Ας φθάσωμεν ήδη εις τον συνήθη μετανάστην, τον σχετικώς ευνοηθέντα υπό της τύχης, τον πραγματοποιήσαντα κεφάλαιον τι και εργαζόμενον πλέον αυτοτελώς. Εις την περίπτωσιν αυτήν η ζωή ομαλοποιείται τρόπον τινα, το άτομον έχει συνδεθή με την νέαν χώραν, την οποίαν αρχίζει να αισθάνεται ως δευτέραν πατρίδα. Εις την περίπτωσιν ταύτην τα ψυχικά τραύματα γίνονται σπανιώτερα, υπάρχει όμως έν το οποίον συνηντήσαμεν ως ψυχοπαθολογικόν παράγοντα: η χρεωκοπία της μικράς επιχειρήσεως την οποίαν τόσον εργωδώς είχε δημιουργήσει ο μετανάστης ή η, κατόπιν γενικής οικονομικής κρίσεως, απώλεια του δια τόσων μόχθων κτηθέντος κεφαλαίου. Ήδη η μεγάλη ελπίς η οποία τον ενεθάρρυνε και προς την πραγματοποίησιν της οποίας έβαινε εξαφανίζεται, και ούτος πρέπει να προσαρμοσθή εκ νέου εις τας αυτάς επιπόνους συνθήκας της αρχής. Συνηντήσαμεν τοιαύτα παραδείγματα καταρρεύσεως, κατόπιν της τελευταίας παγκοσμίου οικονομικής κρίσεως, καταλήξαντα εις μονίμους ψυχοπαθολογικάς καταστάσεις.
Τοιαύται είναι εις τας μεγάλας αυτών γραμμάς αι περιπέτειαι της συναισθηματικής ζωής τας οποίας επάγεται η μεταναστευτική ζωή. Εις το σύνολον τούτο περιελάβομεν μέχρι τούδε τας συναισθηματικάς περιπετείας, αίτινες προέρχονται εκ του περιβάλλοντος εις το οποίον το άτομον μετεφυτεύθη.
Μένει όμως να γνωρίσωμεν εκείνας αίτινες προέρχοντο εκ της γενετείρας. […] Ο μετανάστης αναχωρεί βαρυαλγών, αλλά με την ακτινοβόλον ελπίδαν της κατακτήσεως του χρυσομάλλου δέρατος και της παλιννοστήσεως. Εις τους παραμένοντας, εν μέσω βεβαίως της θλίψεως του αποχωρισμού, γεννάται η ελπίς της υλικής υποστηρίξεως την οποίαν αναμένουν προς βελτίωσιν της τύχης των, ίσως μάλιστα και του μέλλοντος πλούτου, ελπίς υποδαυλιζομένη υπό του παραδείγματος ευτυχούς γείτονος.
Προϊόντος όμως του χρόνου η «αποζήτησις» του απόντος ωχριά, βοηθούσης προς τούτο και της υλικής βελτιώσεως της ζωής. Το «αποζητούμενον» τέκνον ή αδελφός μεταβάλλεται ολίγον κατ’ ολίγον εις την ψυχήν των εις παραγωγόν εισοδήματος. Αι αιτήσεις γίγονται επί μάλλον και μάλλον συχναί και με χαρακτήρα επί μάλλον και μάλλον φυσικόν. Ο εκπατρισθείς, αν και αργά, αντιλαμβάνεται την μεταβολήν ταύτην ολίγον κατ’ ολίγον· η αγανάκτησις του και η λύπη του είναι τόσω μάλλον έντονοι καθ’ όσον βλέπει την αισθηματικήν ούτως ειπείν βασιν του εγχειρήματος του να καταρρέη, ως ο σύζυγος όστις αιφνιδίως ανακαλύπτει ότι τον απατούν· η δ’ εκ τούτου πικρά απογοήτευσις, δεν είναι βεβαίως το μικρότερον των συναισθηματικών τραυμάτων τα οποία του επιφυλάσσει η υπερπόντιός του εκστρατεία.
Εις πάντα ταύτα δέον να προστεθή ιδιαιτέρα περίπτωσις αφορώσα τας νέας γυναίκας, αίτινες «ετοποθετήθησαν» δι’ υπερποντίων γάμων. Είτε ο γάμος συναφθή κατά την διάρκειαν βραχέος τινός ταξειδίου του μετανάστου, κατά το οποίον οι δύο μέλλοντες σύζυγοι μόλις είδον αλλήλους, είτε, όπερ και μάλλον παρακεκινδυνευμένον, συναφθή δι’ αλληλογραφίας και αποστολής φωτογραφίας οπότε οι σύζυγοι είναι τελείως άγνωστοι μεταξύ των, οι γάμοι ούτοι είναι υπέρ πάντας άλλους εστερημένοι παντός συναισθηματικού παράγοντος. Η γυνή, εκριζωθείσα από το οικογενειακόν της περιβάλλον με την ελπίδα μιας «καλής τύχης», είναι εκτεθειμένη, όπως και πας άλλος μετανάστης, εις τους σημειωθέντας ψυχικούς τραυματισμούς: του χωρισμού, της νοσταλγίας, των αγωνιών, των υλικών δυσκολιών, όταν η ευπορία του συζύγου δεν είναι οία της περιεγράφετο, των οικογενειακών ατυχημάτων όταν ταύτα επέρχωνται. Εις ταύτα όμως προστίθεται και ένα άλλο: η τόσον συχνή ασυμφωνία ηλικίας, η όχι σπάνια διαφορά διανοητικότητας, προκειμένου ενίοτε περί νέας καλής οικογενείας εχούσης ποιαν τινα μόρφωσιν, αλλ’ ουδεμίαν προίκα και συναντώσης σύζυγον, πεπροικισμένον βεβαίως, αλλά πρωτόγονον, αμόρφωτον και ενίοτε σκληρυθέντα εις την πάλην της ζωής. Υπό τοιαύτας περιστάσεις, η συζυγική συγχώνευσις ουδέποτε πραγματοποιείται, η ψυχική επαφή ουδέποτε αποκαθίσταται, η δυσαρμονία χρονίζει. Τότε η απογοήτευσις και η πικρία της αναγκαστικής μεν, αλλά δισπαραδέκτου εγκαρτερήσεως αρχίζει εις την μεταφυτευθείσαν ταύτην γυναίκα, ήτις και εν αυτή τη εστία της μόνη, άνευ συναισθηματικής συγγενικής προσφυγής, θα «καταφύγη» εις την νεύρωσιν ή θα καταλήξει εις την κατά το μάλλον ή ήττον βαρείαν ψύχωσιν, την οποίαν είχομεν επανειλημμένως την ευκαιρίαν να ίδωμεν.
[ Το κείμενο κλείνει με περιγραφή κλινικών περιπτώσεων ]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
* Ο Ιωάννης Πατρίκιος (1895-1977) γεννήθηκε στον Άσσο της Κεφαλονιάς. Σπούδασε την Ιατρική στο Παρίσι, διακριθείς διεθνώς για το έργο του στην Νευρολογία, όντας συνεργάτης του P. Marie από το 1918. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή το 1917, με θέμα Sclérose latérale amyatrophique [πλαγία μυατροφική σκλήρυνσις], που αποτέλεσε έργο αναφοράς επί του θέματος. Διηύθυνε τη Νευρολογική Κλινική του Ευαγγελισμού από το 1929 ως το 1942 και από το 1945 ως το 1957. Διετέλεσε Καθηγητής Νευρολογίας-Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών από το1957 μέχρι το1962.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.