Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αναστασία Μαστρογιάννη
Ψυχίατρος – Επιμελήτρια Α΄ στο
Δ΄ Τμήμα Βραχείας Νοσηλείας & Υπεύθυνη
του Διαπολιστισμικού Ιατρείου του ΨΝΘ

 

σύναψις 14 [2009 – τόμος 05]

Μετανάστευση και ψυχική υγεία

Η μετανάστευση είναι μία διαδικασία κοινωνικής μεταβολής κατά την οποία το άτομο μεταβαίνει από ένα πολιτισμικό πλαίσιο σε κάποιο άλλο με σκοπό την παρατεταμένη ή μόνιμη εγκατάστασή του. Η μετακίνηση αυτή μπορεί να γίνει για πληθώρα λόγων, πιο συχνά οικονομικών, πολιτικών ή εκπαιδευτικών. Σε καμία περίπτωση οι μετανάστες δεν αποτελούν ομοιογενή ομάδα –δε μεταναστεύουν όλοι για τους ίδιους λόγους, δε βιώνουν τις ίδιες εμπειρίες και δεν τυχαίνουν της ίδιας αντιμετώπισης από τις κοινωνίες που τους υποδέχονται [5]. Έχουν γίνει προσπάθειες ταξινόμησης της μετανάστευσης ανάλογα με: (α) τον τρόπο που λαμβάνεται η απόφαση –ατομική επιλογή/επιβολή–, (β) το συνειδητό κίνητρο –οικονομικό, εργασιακό, εκπαιδευτικό–, (γ) τη σύνδεση κοινωνίας προέλευσης και κοινωνίας εγκατάστασης –εσωτερική/διεθνής μετανάστευση–, (δ) τα άτομα που συμμετέχουν στο εγχείρημα –ατομική, οικογενειακή, ομαδική μετανάστευση– και (ε) τη νομιμότητα του εγχειρήματος [10].

Ανεξάρτητα από ταξινομήσεις, η μετανάστευση υποβάλει το άτομο σε μία αλληλουχία ψυχοπιεστικών γεγονότων, τα οποία μερικές φορές μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την ψυχική κατάστασή του. Η προετοιμασία της μετανάστευσης, η διαδικασία αυτή καθαυτή και η υποδοχή από την κοινωνία εγκατάστασης αποτελούν μακρο-παράγοντες που δυνητικά σχετίζονται με την επιβάρυνση της ψυχικής υγείας. Οι μικρο-παράγοντες περιλαμβάνουν τα στοιχεία προσωπικότητας του μετανάστη, την ψυχολογική ευρωστία, την πολιτισμική ταυτότητα και την κοινωνική στήριξη και αποδοχή της εθνικής ομάδας στην οποία ανήκει [5]. Εγγενής στη διαδικασία της μετανάστευσης είναι η συνεχής αλληλεπίδραση αμυντικών και προσαρμοστικών μηχανισμών. Ο μετανάστης υφίσταται σειρά απωλειών: χάνει τη στήριξη ενός οικείου γεωγραφικά και κοινωνικά περιβάλλοντος, χάνει μακροχρόνιες σχέσεις, χάνει κοινωνικές αξίες και ρόλους. Ακόμα κι αν προετοιμαστεί για το εγχείρημα και το ολοκληρώσει σχετικά εύκολα, θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπος με μεταβατικούς παράγοντες που θα επηρεάσουν τις αντιλήψεις, τις απόψεις και την ικανότητά του να χειριστεί το νέο περιβάλλον [2].

Αυτοκινητόδρομος στα σύνορα Μεξικού - ΗΠΑ
Αυτοκινητόδρομος στα σύνορα Μεξικού – ΗΠΑ

Η μετανάστευση –ένα πανάρχαιο φαινόμενο– έχει λάβει στη σύγχρονη εποχή τεράστιες διαστάσεις. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των μεταναστών έχει υπερδιπλασιαστεί από τη δεκαετία του ’70, με τους περισσότερους να διαμένουν στην Ευρώπη (56 εκατομμύρια), την Ασία (50 εκατομμύρια) και τη Βόρεια Αμερική (41 εκατομμύρια). Το 1990, οι μετανάστες αποτελούσαν το 15% του πληθυσμού σε 52 χώρες. Τα κύρια μεταναστευτικά κύματα είναι από αναπτυσσόμενες προς ανεπτυγμένες χώρες, αν και παρατηρείται αύξηση της μετακίνησης μεταξύ αναπτυσσόμενων χω-ρών [8]. Ο μετανάστης αποτελεί στην ουσία το έμβλημα της νέας εποχής της παγκοσμιοποίησης. Έχει διασχίσει τα διπλά σύνορα του τόπου γέννησης και της χώρας που τον υποδέχεται. Έχει εγκλωβιστεί ανάμεσα στην έλξη των αναμνήσεων και την ανάγκη να ξεχάσει, ανάμεσα στους δεσμούς με μία μακρινή πατρίδα και ιστορία και την προσπάθεια να θεμελιώσει νέους δεσμούς με τη φιλοξενούσα κουλτούρα και το καινούριο πλαίσιο της καθημερινότητάς του [7].

Η μεταναστευτική διαδικασία μπορεί να διαχωριστεί σε τρία στάδια. Το πρώτο, το προ-μεταναστευτικό περιλαμβάνει την απόφαση και το σχεδιασμό της μετανάστευσης. Το δεύτερο είναι η μετανάστευση ως γεγονός, με τη μετάβαση από τον ένα τόπο στον άλλο και με τα απαραίτητα ψυχολογικά και κοινωνικά βήματα. Το τρίτο στάδιο, το μετα-μεταναστευτικό, ξεκινά με την επαφή του μετανάστη με το νέο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο και με τις προσπάθειές του να προσαρμοσθεί στους νέους ρόλους και να ενταχθεί σε μία ομάδα. Κάθε στάδιο της μεταναστευτικής διαδικασίας θα πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψη ότι τόσο ατομικοί όσο και περιβαλλοντικοί (εξαρτημένοι) παράγοντες σε συνδυασμό με σημαντικά γεγονότα ζωής και χρόνιες δυσκολίες μπορούν δυνητικά να προκαλέσουν άλλοτε άλλου βαθμού δυσχέρεια και δυσφορία στο άτομο [5] (Πίνακας 1).

Πίνακας 1.
Παράγοντες που σχετίζονται με τη μετανάστευση και την ψυχική δυσφορία. Από: Bhugra D, Jones P. Migration and mental illness. Advances in Psychiatric Treatment 2000; 7:216-223.
Πίνακας 1.
Παράγοντες που σχετίζονται με τη μετανάστευση και την ψυχική δυσφορία. Από: Bhugra D, Jones P. Migration and mental illness. Advances in Psychiatric Treatment 2000; 7:216-223.

Η επαφή με την εμπειρία του αποχωρισμού γίνεται πριν ακόμα ο μετανάστης εγκαταλείψει τον τόπο του, δηλαδή από το προ-μεταναστευτικό στάδιο. Έρχεται αντιμέτωπος με την προοπτική της απώλειας πραγματικών και ιδεατών αντικειμένων, προσώπων, σχέσεων και ρόλων. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται το μοντέλο των επτά απωλειών: οικογένεια και φίλοι, γλώσσα, κουλτούρα, πατρίδα, απώλεια του κοινωνικού ρόλου, απώλεια της επαφής με την εθνική ομάδα στην οποία ανήκει και έκθεση σε φυσικούς κινδύνους [8]. Με συμβολικούς/ψυχαναλυτικούς όρους μιλάμε για την εγκατάλειψη μίας περιέχουσας (containing) ιδέας, για την απώλεια πολύτιμων αντικειμένων με τα οποία το άτομο είχε ταυτιστεί. Η μεταναστευτική εμπειρία συνδέεται έτσι άρρηκτα με τη διαδικασία του πένθους, μέσω της οποίας το άτομο εξωτερικεύει τη θλίψη και τις ενοχές για την απώλεια/εγκατάλειψη με τρόπους αποδεκτούς και αναγνωρίσιμους από το πολιτισμικό του πλαίσιο. Το πένθος λειτουργεί καθαρτικά και εξιλεωτικά, κινητοποιεί τα υποστηρικτικά συστήματα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε το άτομο να επεξεργαστεί και να αποδεχτεί τις απώλειες, να αναζητήσει νέα αντικείμενα και να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα [10].

Η διαδικασία του αποχωρισμού δεν ολοκληρώνεται με τη μετάβαση στο νέο τόπο. Συνεχίζεται συχνά για μεγάλο χρονικό διάστημα και μερικές φορές δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αυτό έχει συσχετισθεί και με το ότι η απώλεια στη μεταναστευτική διαδικασία είναι μερική [αφού το αντικείμενο δε χάνεται πραγματικά] και επαναλαμβανόμενη [αφού οποιαδήποτε επαφή με τη χαμένη πατρίδα αναβιώνει τους δεσμούς]. Η αδυναμία εξόδου από την κατάσταση πένθους ή η δυσκολία στην έκφραση της θλίψης, αφήνει το μετανάστη ευάλωτο στη χρονιοποίηση της καταθλιπτικής διάθεσης, στην επίταση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων και στην εκδήλωση γενικότερα προβλημάτων ψυχικής υγείας [8, 10].

Κάποιες φορές, ο μετανάστης όχι μόνο δεν βιώνει πένθος, αλλά αναπτύσσει μανιακόμορφες αντιδράσεις φυγής προς τα εμπρός. Ξεκινά υπερδραστήριος, παράτολμος και αισιόδοξος και επιδεικνύει μία υπερπροσαρμοστικότητα στο νέο περιβάλλον όπου εγκαθίσταται. Αυτού του είδους οι άμυνες, όταν δεν υπερβαίνουν κάποια όρια, μπορούν να βοηθήσουν στην προσαρμογή και την αντιμετώπιση των προβλημάτων εγκατάστασης. Ενέχουν όμως τον κίνδυνο να δημιουργήσουν ένα χάσμα στην ψυχική ζωή του ατόμου. Η αποποίηση του παρελθόντος και της πολιτισμικής ταυτότητας σε συνδυασμό με το βομβαρδισμό από νέα, αντιφατικά ασαφή και ανολοκλήρωτα μηνύματα, μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση των μηχανισμών αυτοπροστασίας και στην εκδήλωση ψυχικών διαταραχών [10].

Ατομικοί παράγοντες, όπως το φύλο, η ηλικία, ο λόγος της μετανάστευσης, η προετοιμασία για την όλη διαδικασία, η δομή της προσωπικότητας, η ικανότητα διαχείρισης των αποχωρισμών, και εξωγενείς παράγοντες, όπως το οικονομικό, κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο του μετανάστη, φαίνεται να επηρεάζουν την ομαλή ολοκλήρωση του προ-μεταναστευτικού σταδίου [5]. Για παράδειγμα, στην περίπτωση των προσφύγων που εγκαταλείπουν αναγκαστικά και απροετοίμαστα την πατρίδα τους για το φόβο των διώξεων, η διαδικασία του πένθους είναι πιο σύνθετη και πιο εύκολη στο να επιπλακεί. Δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα τους και άρα στην ουσία βιώνουν κυριολεκτικά απώλειες και όχι απλά αποχωρισμούς. Επιπλέον, εμπειρίες πολέμου, αλλά και η εργασιακή κατάσταση πριν από τη μετανάστευση έχουν συσχετισθεί με την εμφάνιση ψυχιατρικών συμπτωμάτων σε πρόσφυγες, οι οποίοι φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην κατάθλιψη, τη μετατραυματική διαταραχή stress (PTSD) και την αυτοκτονικότητα [6, 11].

Η άφιξη και εγκατάσταση του μετανάστη στη χώρα υποδοχής είναι μία εξίσου κρίσιμη και δύσκολη περίοδος, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με μία σειρά από περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά προβλήματα στην προσπάθειά του να οργανώσει τη ζωή του. Η μείωση του stress συσχετίζεται με παράγοντες όπως η γνώση της γλώσσας, οι ρεαλιστικές προσδοκίες, η εύρεση μηχανισμών υποδοχής και στήριξης, η μετανάστευση με ομάδα και η δυνατότητα ανάπτυξης δεσμών με άτομα κοινής καταγωγής, καθώς και οι ομοιότητες της κοινωνίας υποδοχής με τη χώρα καταγωγής [5, 10]. Όταν το άτομο έρχεται απροετοίμαστο σε επαφή με μία νέα πολιτισμική πραγματικότητα που διαφέρει σημαντικά από τη δική του και που του φαίνεται ακατανόητη, μπορεί να περιπέσει σε κατάσταση οξείας ψυχικής και συμπεριφορικής αποδιοργάνωσης με συμπτώματα πανικού, οδύνης, και «παγώματος» –μία κατάσταση που περιγράφεται ως «πολιτισμικό shock» [9]. Η προσαρμογή στο νέο πολιτισμικό πλαίσιο είναι μακρά και δυσχερής διαδικασία κατά την οποία ο μετανάστης θα πρέπει να αποκτήσει νέες σχέσεις και συνήθειες, να αναλάβει καινούριους ρόλους, να δημιουργήσει καινούρια νοήματα. Η πολιτισμική του ταυτότητα τίθεται σε κρίση και καλείται να απαρτιώσει τα παλαιότερα στοιχεία με τα νεο-αποκτηθέντα σε μία νέα ψυχική οργάνωση σταθερή, συνεκτική, ευέλικτη και χωρίς αντιφάσεις [10].

 Φωτογραφίες μεταναστών -gastarbeiter, απο αρχεία της Γερμανίας και της Αυστραλίας
Φωτογραφίες μεταναστών -gastarbeiter, απο αρχεία της Γερμανίας και της Αυστραλίας

Στο μετα-μεταναστευτικό στάδιο, ο μετανάστης μπαίνει πλέον στην «επιπολιτισμική διαδικασία» (acculturation). H επιπολιτισμική διαδικασία θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο αντανακλά τις μεταβολές που υφίσταται ένα άτομο όταν εκτίθεται σε ένα νέο πολιτισμικό περιβάλλον. Σε σχέση με τη μετανάστευση, πρόκειται στην ουσία για ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων μεταξύ των μεταναστευτικών ομάδων και της φιλοξενούσας κοινωνίας, με αποτέλεσμα την πιθανή τροποποίηση του ενός ή και των δύο αρχικών πολιτισμικών μοντέλων με ταυτόχρονη διατήρηση της μοναδικότητας της κάθε ομάδας [4]. Υπάρχει βέβαια ο αντίλογος ότι συνήθως στην πραγματικότητα η κυρίαρχη ομάδα (φιλοξενούσα κοινωνία) παραμένει ανεπηρέαστη και η μη κυρίαρχη ομάδα (μετανάστες) είναι αυτή που αλλάζει πολιτισμικά [4]. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η επιπολιτισμική διαδικασία μπορεί να εξελιχθεί προς τις παρακάτω κατευθύνσεις. Η πιο επιθυμητή εξέλιξη είναι αυτή της απαρτίωσης (integration), όπου το άτομο συνθέτει δημιουργικά τα γνωρίσματα της δικής του πολιτισμικής ταυτότητας με τις νέες επιρροές και προσαρμόζεται στην καινούρια πραγματικότητα. Περισσότερο δυσπροσαρμοστική είναι η κατεύθυνση προς την αφομοίωση (assimiliation), η οποία προϋποθέτει πλήρη απόρριψη της παλαιάς ταυτότητας και υπερ-προσαρμογή στο νέο περιβάλλον, ο διαχωρισμός (separation) και η άρνηση ένταξης και τέλος η περιθωριοποίηση (marginalization), που συνιστά αδυναμία επιλογής μίας πολιτισμικής ταυτότητας. Πρόκειται στην ουσία για καταστάσεις προσαρμογής (adjustment), αντίδρασης (reaction) ή απόσυρσης (withdrawal) ή αλλιώς κίνησης προς, ενάντια ή μακριά από το ερέθισμα [1, 4]. Ατομικοί παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξη προς μία περισσότερο ή λιγότερο προσαρμοστική κατεύθυνση είναι η πολιτισμική ταυτότητα του μετανάστη και ο αυτο-προσδιορισμός του, καθώς και η ύπαρξη κοινωνικών δικτύων στήριξης. Εξωγενείς παράγοντες –σχετιζόμενοι κυρίως με την κοινωνία υποδοχής– αποτελούν η κοινωνική απομόνωση και ο ρατσισμός, η ανεργία και τα επιτεύγματα, η παρουσία ομάδας με την ίδια εθνική καταγωγή [5].

Η διερεύνηση της επιπολιτισμικής διαδικασίας πραγματοποιείται μέσα από δύο κανάλια. Το πρώτο είναι η αξιολόγηση της μεταναστευτικής εμπειρίας στο συγκεκριμένο άτομο. Οι Bhugra και Bhui επισημαίνουν δέκα τομείς που θα πρέπει να διερευνηθούν (Πίνακας 2). Το δεύτερο κανάλι αφορά στον καθορισμό της πολιτισμικής ταυτότητας του μετανάστη, όπως αυτή προκύπτει από στοιχεία της καθημερινότητάς του: α) θρησκεία β) γλώσσα γ) έθιμα που σημασιοδοτούν σημαντικές φάσεις ζωής (ritesof passage), όπως η ενηλικίωση και ο γάμος δ) διατροφή ε) εργασία και διασκέδαση και στ) προσδοκίες και απόψεις για τον εαυτό του [4, 3]. Στον Πίνακα 3 καταγράφονται συνοπτικά οι παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της ψυχικής υγείας των μεταναστών [5].

Πίνακας 2.  Από Bhugra D, Bhui K. Cross-cultural psychiatric assessment. Advances in Psychiatric Treatment 1997; 3:103-110.
Πίνακας 2. Από Bhugra D, Bhui K. Cross-cultural psychiatric assessment. Advances in Psychiatric Treatment 1997; 3:103-110.

 

Πίνακας 3: Από Bhugra D, Jones P. Migration and mental illness. Advances in Psychiatric Treatment 2000; 7:216-223.
Πίνακας 3: Από Bhugra D, Jones P. Migration and mental illness. Advances in Psychiatric Treatment 2000; 7:216-223.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Berry JW, Kim U. Acculturation and Mental Health. In: Dasen P, Berry JK, Sartorius W (eds): Health and Cross-cultural Psychology, London, Sage 1988.
  2. Bhugra D. Migration and schizophrenia. Acta Psychiatrica Scandinavica 2000, 102 (suppl. 407), 68-73.
  3. Bhugra D, Bhui K. Cross-cultural psychiatric assessment. Advances in Psychiatric Treatment 1997, 3, 103-110.
  4. Bhugra D, Bhui K, Mallet R, Desai M, Singh J, Leff J. Cultural identity and its measurement: a questionnaire for Asians. International Review of Psychiatry 1999, 11, 244-249.
  5. Bhugra D, Jones P. Migration and mental illness. Advances in Psychiatric Treatment 2000, 7, 216-223.
  6. Bhui K, Abdi A, Abdi M, Pereira S, Dualeh M, Robertson D, Sathyamoorthy G, Ismail H. Traumatic events, migration characteristics and psychiatric symptoms among Somali refugees – preliminary communication. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology 2003, 38, (1), 35-43.
  7. Bibeau G. Cultural psychiatry in a creolizing world: Questions for a new research agenda. Transcultural Psychiatry 1997, 34, 9-41.
  8. Carta M.G, Bernal M, Hardoy M.C, Haro-Abad J.M. Migration and mental health in Europe (the state of the mental health in Europe working group: appendix 1). Clinical Practice and Epidemiology in Mental Health 2005, 1, 13.
  9. Garza-Guerrero AC. Culture shock: its mourning and the vicissitudes of identity. Journal of the American Psychoanalytic Association 1974, 22, (2), 408-429.
  10. Λειβαδίτης Μ. Πολιτισμός και Ψυχιατρική. Εκδόσεις Παπαζήση 2003.
  11. Ramsay R, Gorst-Unsworth C, Turner S. Psychiatric morbidity in survivors of organized state violence including torture: a retrospective series. British Journal of Psychiatry 1993, 162, 55-59.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.