Bruno Rossion
σύναψις 15 [2009 – τόμος 05]
Ο Bruno Rossion είναι ερευνητής στο εργαστήριο νευροφυσιολογίας και την ερευνητική μονάδα «Cognition et développement, FNRS» του καθολικού Πανεπιστημίου της Louvain (Belgique). Διδάσκει επίσης στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Κλινική Νευροψυχολογία» της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών – Νευρολογική Κλινικής, Αιγινήτειο Νοσοκομείο
μετάφραση
Θανάσης Καράβατος
Κώστας Πόταγας
Η Π. φροντίζει παιδιά εδώ και 30 χρόνια. Έχει πάθος με τη δουλειά της. Η αναγνώριση των προσώπων των μαθητών της είναι μέρος αναπόσπαστο της δουλειάς της, αποτελεί βάση της σχέσης που έχει μαζί τους. Κι όμως, 15 χρόνια τώρα δουλεύει χωρίς να μπορεί να αναγνωρίσει τα πρόσωπα, είναι προσωποαγνωσική.
Για να φανεί καλύτερα αυτό που η Π. ζει καθημερινά θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Μια μέρα, στο νοσοκομείο όπου η Π. ανάρρωνε, φόρεσα μια μπλούζα νοσηλευτή και κάθισα σε έναν πάγκο στην είσοδο του νοσοκομείου. Ήθελα να παρατηρήσω την αντίδρασή της. Όταν έφτασε στο ύψος μου, μου έριξε ένα βλέμμα και χωρίς καμιά άλλη αντίδραση συνέχισε το δρόμο της. Σηκώθηκα και την πήρα στο κατόπι. Περπατήσαμε έτσι δίπλα-δίπλα μέχρι το ασανσέρ και μόνο όταν την κοίταξα χαμογελώντας διάβασα κάποια αμφιβολία στα μάτια της. Λίγα δευτερόλεπτα μετά η Π. αναφώνησε, ελαφρώς συγκεχυμένη: μόλις με είχε αναγνωρίσει.
Τέτοια γεγονότα αποτελούν την καθημερινότητα της Π. Από τότε που είχε το δυστύχημα με εκείνο το λεωφορείο σε ένα σχολικό ταξίδι, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, είναι ανίκανη να αναγνωρίσει ανθρώπους από το πρόσωπό τους. Πρόσωπα γνωστά από χρόνια της φαίνονται άγνωστα όταν τα συναντά έξω από το σύνηθες πλαίσιό τους. Γνωριζόμαστε εδώ και πέντε χρόνια και το πρωί της μικρής μου σκηνοθεσίας είχαμε περάσει πολλές ώρες μαζί στο σπίτι της. Κι όμως, μια ώρα αργότερα, όταν βγήκα από το πλαίσιό μου με είδε σαν ξένο. Η Π., χωρίς προβλήματα όρασης, έχει και θαυμάσια μνήμη. Είναι ικανή να έλθει μόνη της στο νοσοκομείο, να βρίσκει το δρόμο της στην πόλη και να αναγνωρίζει όλα τα αντικείμενα του περιβάλλοντος. Γνωρίζει τα άτομα από τη φωνή τους. Αν της είχα μιλήσει θα με είχε αμέσως αναγνωρίσει. Να αναγνωρίσει όμως κάποιον από το πρόσωπό του της είναι σχεδόν αδύνατο.

Το ατύχημα στοίχισε στην Π. πολλές εγκεφαλικές βλάβες, από τις οποίες η κύρια βρισκόταν στο πίσω μέρος τους εγκεφάλου, στη δεξιά κατώτερη ινιακή περιοχή που είναι υπεύθυνη γι’ αυτήν την απώλεια της ικανότητας να αναγνωρίζει πρόσωπα. Πριν το ατύχημα, θυμάται πως ήταν πολύ «φυσιογνωμίστρια»: αναγνώριζε με μια ματιά τους ανθρώπους. Φροντίζοντας παιδιά εδώ και τριάντα χρόνια στην κοινότητά της, αναγνωρίζει, εκτός από την οικογένεια και τους φίλους της, εκατοντάδες πρόσωπα με ένα κοίταγμα. Έκτοτε, αν και γνωρίζει πως πρόκειται για πρόσωπο, όταν βλέπει ένα δεν μπορεί να το ταυτοποιήσει. Εκτός πλαισίου, της συμβαίνει να μην αναγνωρίσει ούτε πρόσωπα της οικογένειά της, ακόμα και την κόρη και τον άντρα της. Δεν αναγνωρίζει ακόμα και το πρόσωπό της σε φωτογραφίες. Εντούτοις, η Π. είναι απολύτως ικανή να ταυτοποιήσει αυτά τα πρόσωπα με άλλους τρόπους, ακουστικούς κυρίως (π.χ. τη φωνή, το ρυθμό του βηματισμού, το γέλιο, έναν βήχα) ή οσφρητικούς (την αναγνώριση ενός οικείου αρώματος). Κατά τρόπο πιο συναρπαστικό μπορεί να αναγνωρίζει τα άτομα από τις οπτικές πληροφορίες που προσφέρουν, όπως είναι η περπατησιά, η σιλουέτα, η στάση του σώματος, ο γραφικός χαρακτήρας ή και τα προσωπικά τους αντικείμενα, τα ρούχα, για παράδειγμα, το αυτοκίνητό τους, το ζώο που τους συνοδεύει. Παρόλα αυτά τα «υποκατάστατα αναγνώρισης», η διαταραχή της αναγνώρισης των προσώπων είναι μια αναπηρία στην κοινωνική και επαγγελματική της ζωή που την υποχρεώνει να χρησιμοποιεί αντισταθμιστικές στρατηγικές. Φανταστείτε να ξυπνάτε κάθε πρωί και να πρέπει να απευθυνθείτε σε αυτόν/ήν που είναι δίπλα σας για να καταλάβετε εάν πρόκειται για τον/την σύζυγό σας, που μοιράζεστε τη ζωή για πολλά χρόνια, ή για έναν/μια απατεώνα.
Η αμιγής προσωπαγνωσία: ένα σπάνιο σύνδρομο.
Σε άτομα που έχουν υποστεί εγκεφαλικές βλάβες εντοπισμένες στον ινιακό και βρεγματικό λοβό, δεν είναι σπάνιο να παρατηρήσουμε τέτοιες δυσκολίες στην αναγνώριση των προσώπων. Εντούτοις, το αξιοσημείωτο στην Π. δεν είναι τόσο η ανικανότητά της να ταυτοποιεί τα πρόσωπα, όσο το γεγονός ότι μπορεί ακόμα να αναγνωρίζει τα χρώματα, να προσανατολίζεται κανονικά στο χώρο και, κυρίως, να αναγνωρίζει τα αντικείμενα με την όραση. Στη πράξη, τα περισσότερα προσωποαγνωσικά άτομα παρουσιάζουν δυσκολίες στην αναγνώριση των αντικειμένων.
Όσο κι αν τα πρώτα περιστατικά χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο όρος προσωπαγνωσία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1947 από τον γερμανό νευρολόγο Joachim Brodamer που τον δημιούργησε από τις ελληνικές λέξεις πρόσωπον και αγνωσία. Ο ορισμός του συνοδευόταν από την περιγραφή πολλών περιστατικών και άφηνε να φανεί ότι υπήρχε στον εγκεφαλικό φλοιό μια περιοχή που είναι υπεύθυνη για τη λειτουργία της αναγνώρισης των προσώπων. Όταν καταστρέφεται αυτή η περιοχή κατόπιν ενός αγγειακού επεισοδίου ή ενός κρανιακού τραυματισμού, το άτομο θα παρουσιάσει μια αμιγή προσωποαγνωσική διαταραχή, δηλαδή απώλεια της ικανότητας αναγνώρισης προσώπων, εν απουσία διαταραχών στην αναγνώριση αντικειμένων. Έτσι, στη διεθνή βιβλιογραφία έχουν περιγραφεί μερικοί αμιγώς προσωποαγνωσικοί ασθενείς που, όμως, δέχτηκαν έντονες κριτικές καθώς η ικανότητά τους στην αναγνώριση αντικειμένων –εκτός των προσώπων– δεν είχε επαρκώς διαπιστωθεί. Εντούτοις, διάφορες μελέτες έδειξαν ότι πράγματι υπάρχουν ασθενείς με εγκεφαλικές βλάβες που εμφανίζουν προβλήματα τα οποία περιορίζονται στην οπτική αναγνώριση των προσώπων.

Η παρατήρηση αυτή δεν εμπλέκει εγκεφαλικές περιοχές που να είναι αποκλειστικά και μόνο προορισμένες στην επεξεργασία των προσώπων. Αντίθετα, οι διαδικασίες εντός των περιοχών αυτών έγιναν αναγκαίες για την ταυτοποίηση των προσώπων. Όταν, έπειτα από εγκεφαλική βλάβη, διαταράσσονται αυτές οι διαδικασίες το σύστημά μας για την οπτική αναγνώριση μπορεί να είναι ικανό να αντισταθμίσει αυτές τις διαταραχές για όλα τα αντικείμενα, με εξαίρεση τα πρόσωπα. Η αντίληψη αυτή, που τονίζει τον κριτικό ρόλο ορισμένων εγκεφαλικών περιοχών συμφωνεί, από τη μια, με το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια αποκλειστικά ευαίσθητη στα πρόσωπα περιοχή του εγκεφάλου κι από την άλλη, ότι υπάρχουν τουλάχιστον περιπτώσεις αμιγούς προσωπαγνωσίας. Οι ασθενείς αυτοί μπορούν να αναγνωρίζουν αντικείμενα επιστρατεύοντας μηχανισμούς που είναι ανεπαρκείς για την αναγνώριση προσώπων. Όπως στην περίπτωση ενός αγρότη που αδυνατούσε να αναγνωρίσει πρόσωπα αν και αναγνώριζε πολύ καλά τις αγελάδες του ή ενός ασθενούς με προσωπαγνωσία που αναγνώριζε χωρίς δυσκολία καθεμιά από τις μινιατούρες αυτοκινήτων της συλλογής του.
Η μελέτη των ασθενών με προσωπαγνωσία ήταν για πολλά χρόνια προνομιακός χώρος των νευρολόγων που ενδιαφέρονταν για την εντόπιση των σημαντικών για την αναγνώριση των προσώπων περιοχών του εγκεφάλου. Ταυτοποιώντας αυτή ή εκείνη την περιοχή την οποία κατάστρεφε μια βλάβη και συσχετίζοντας τις αιτιάσεις του ασθενούς, αναζητούσαν να προσδιορίσουν τις περιοχές που συμμετείχαν στην αναγνώριση των προσώπων. Αυτό το ενδιαφέρον για τον εντοπισμό των βλαβών που προκαλούν την προσωπαγνωσία περιορίστηκε μετά την εμφάνιση, κατά την τελευταία εικοσαετία, των ιατρικών απεικονιστικών τεχνικών του τύπου της τομογραφίας με εκπομπή ποζιτρονίων (PET) και της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (MRI), οι οποίες μας επιτρέπουν να παρατηρήσουμε τον ανθρώπινο εγκέφαλο εν λειτουργία. Οι γνωσιακοί νευροψυχολόγοι συνέχισαν να ενδιαφέρονται γι’ αυτή τη διαταραχή, εστιάζοντας όμως κατ’ ουσία το ενδιαφέρον τους στη συμπεριφορά του ασθενούς και όχι πια στον εντοπισμό των βλαβών.
Η νευροβιολογία της αναγνώρισης των προσώπων
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η Καναδή νευροψυχολόγος Justine Sergent άρχισε να μελετά την προσωπαγνωσία με PET. Πιο πρόσφατες μελέτες με MRI επέτρεψαν την ταυτοποίηση στον υγιή άνθρωπο πολλών εγκεφαλικών περιοχών που ενεργοποιούνται περισσότερο όταν παρουσιάζονται φωτογραφίες ή σχέδια προσώπων παρά άλλες κατηγορίες αντικειμένων [βλ. την εικόνα 2]. Η πλέον ευαίσθητη στην παρουσίαση προσώπων περιοχή εντοπίζεται στη συμβολή του ινιακού λοβού με τον κάτω κροταφικό λοβό, στην περιοχή της ατρακτοειδούς έλικας. Γι’ αυτό το λόγο, ορισμένοι ερευνητές της έδωσαν το όνομα ατρακτοειδής περιοχή των προσώπων (FFA), έστω κι αν αυτή η περιοχή ενεργοποιείται επίσης (αλλά λιγότερο) και από άλλα αντικείμενα. Οι περιοχές OFA (ινιακή περιοχή των προσώπων) και FFA του δεξιού ημισφαιρίου ενεργοποιούνται περισσότερο από τα πρόσωπα από ό,τι εκείνες του αριστερού ημισφαιρίου. Οι παρατηρήσεις αυτές επιβεβαιώνουν την κυριαρχία του δεξιού ημισφαιρίου για την αναγνώριση των προσώπων που παρατηρούμε στον άνθρωπο καθώς και σε άλλα είδη, όπως σε άλλα πρωτεύοντα ή το πρόβατο.
Αυτές οι εγκεφαλικές περιοχές ενεργοποιούνται από πρόσωπα παρά από άλλες κατηγορίες αντικειμένων. Πώς όμως γνωρίζουμε εάν εμπλέκονται ιδιαίτερα στην αντίληψη και την αναγνώριση των προσώπων; Μα μελετώντας, ακριβώς, τα άτομα που έχουν προσβληθεί από προσωπαγνωσία με τις μεθόδους της νευροαπεικόνισης: έχει δειχτεί ότι δύο εγκεφαλικές περιοχές του δεξιού ημισφαιρίου, στο επίπεδο του ινιακού και του κροταφικού λοβού (οι περιοχές OFA και FFA) είναι αναγκαίες για να γίνουν αντιληπτά τα ξεχωριστά στοιχεία του προσώπου, επιτρέποντας έτσι την ταυτοποίησή του ως ατόμου.
Όταν παρουσιάζουμε σε άτομα φωτογραφίες προσώπων ποια είναι η σειρά των απαντήσεων σε αυτές τις περιοχές; Η οπτική πληροφορία από τον αμφιβληστροειδή προβάλλεται διά μέσου του έξω γονατώδους σώματος του θαλάμου στον πρωτογενή οπτικό φλοιό. Κατόπιν μεταφέρεται σε πιο πρόσθιες περιοχές ακολουθώντας δύο κύριες οδούς επεξεργασίας: προς τον βρεγματικό λοβό ως προς τον εντοπισμό της πληροφορίας και προς τον κροταφικό λοβό ως προς την αναγνώριση των προσώπων και των αντικειμένων. Ενώ οι νευρώνες των οπίσθιων περιοχών επεξεργάζονται μικρό μέρος του οπτικού πεδίου και απαντούν σε απλές ιδιότητες – π.χ. τον προσανατολισμό μιας φωτεινής γραμμής –, οι νευρώνες των πρόσθιων περιοχών παρουσιάζουν ένα ευρύτερο υποδεκτικό πεδίο και απαντούν σε πιο σύνθετα ερεθίσματα, για παράδειγμα σε συνδυασμούς χαρακτηριστικών, πολύπλοκες σκηνές ή πρόσωπα. Σύμφωνα με αυτή την ιεραρχική αντίληψη του οπτικού συστήματος, προτάθηκε η ακόλουθη εξήγηση: οι απαντήσεις στα πρόσωπα στο επίπεδο της περιοχής FFA εξαρτώνται από τη μεταβίβαση της πληροφορίας στην οπίσθια περιοχή, την OFA. Η τελευταία αυτή περιοχή αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την είσοδο του συστήματος αναγνώρισης των προσώπων στον εγκέφαλο.
Μια άμεση οδός για την ανίχνευση των προσώπων
Αυτή η αυστηρά ιεραρχική αντίληψη του νευρωνικού συστήματος επεξεργασίας των προσώπων κατέστη, εντούτοις, διάτρητη όταν πήραμε τις πρώτες εικόνες του εγκεφάλου της Π. με το MRI. Κατ’ αρχάς, διαπιστώσαμε ότι στo δεξιό ημισφαίριο, η οπίσθια βλάβη κατάστρεψε τον εγκεφαλικό ιστό στο επίπεδο της περιοχής OFA. Αντίθετα, η πρόσθια εγκεφαλική περιοχή, όπου εντοπίζεται η περιοχή FFA, ήταν ανέπαφη. Καταγράψαμε, λοιπόν, την εγκεφαλική δραστηριότητα στον εγκέφαλο της Π. με MRI και διαπιστώσαμε ότι, παρά την απουσία δραστηριότητας στην περιοχή OFA, η περιοχή FFA αντιδρούσε στα πρόσωπα, ακριβώς όπως σε ένα κανονικό εγκέφαλο (βλ. την εικόνα 2)!

Συμπεράναμε έτσι ότι ως απάντηση στα πρόσωπα, η περιοχή FFA – πρόσθια – μπορεί να δραστηριοποιείται και όταν η περιοχή OFA – οπίσθια – του ίδιου ημισφαιρίου δεν αποστέλλει πληροφορίες. Το ιεραρχικό μοντέλο επεξεργασίας που αφορούσε στα πρόσωπα ετέθη, έτσι, σε αμφισβήτηση. Ξεκκινώντας από αυτά τα αποτελέσματα που επιβεβαιώθηκαν έκτοτε και σε άλλον ασθενή, προτείναμε την υπόθεση για την ύπαρξη μιας οδού επεξεργασίας των προσώπων που οδεύει κατευθείαν από τις κατώτερες οπτικές περιοχές προς την δεξιά κροταφική περιοχή (FFA), χωρίς να περάσει από την οπίσθια περιοχή OFA (βλ. την εικόνα 3).
Πώς όμως γίνεται ώστε η Π. να είναι προσωποαγνωσική και, ταυτόχρονα, να παρουσιάζει ενεργοποίηση της δεξιάς περιοχής FFA όταν της δείχνουν πρόσωπα; Το παράδοξο αυτό είναι μόνο φαινομενικό. Η Π. γνωρίζει ότι έχει να κάνει με φωτογραφίες προσώπων, αλλά δυσκολεύεται, όπως και άλλοι ασθενείς με προσωπαγνωσία, να ταυτοποιήσει τα πρόσωπα. Κατόπιν όλων αυτών διερευνήσαμε σε ποιο βαθμό η περιοχή FFA της Π. ήταν ικανή να ξεχωρίσει τα πρόσωπα. Τοποθετώντας την στο MRI της παρουσιάσαμε ζεύγη προσώπων τα οποία είτε ήταν ίδια είτε διαφορετικά. Στον εγκέφαλο μη προσωποαγνωσικών μαρτύρων, παρατηρήσαμε μείωση της δραστηριότητας στο επίπεδο και της περιοχής FFA και της περιοχής OFA όταν επαναλαμβάνονταν η ίδια φωτογραφία προσώπου. Αντίθετα, στον εγκέφαλο της Π. η δραστηριότητα της περιοχής FFA που προκαλούσαν τα ζεύγη των όμοιων φωτογραφιών έμοιαζε κατά πολύ με τη δραστηριότητα που προκαλούσαν τα ζεύγη των διαφορετικών φωτογραφιών: η περιοχή FFA της Π. συμπεριφερόταν ως εάν να είχε να κάνει πάντα με το ίδιο πρόσωπο αντί με διαφορετικά πρόσωπα.

Αυτές οι παρατηρήσεις που συνδύαζαν μελέτες νευροαπεικονιστικές και ασθενών με εγκεφαλικές βλάβες μας επέτρεψαν να προτείνουμε την ακόλουθη υπόθεση σχετικά με την επεξεργασία των προσώπων στον κανονικό εγκέφαλο: ως απάντηση στα πρόσωπα η περιοχή της δεξιάς ατρακτοειδούς έλικας (FFA) ενεργοποιείται ανεξάρτητα από την περιοχή OFA και εξασφαλίζει την ανίχνευση των προσώπων. Εντούτοις, αυτή η αρχική αναπαράσταση του προσώπου είναι χονδροειδής και απαιτεί πρόσθετους μηχανισμούς για να διασαφηνιστεί στον εγκέφαλο η εικόνα του προσώπου. Ορισμένες από αυτές τις διαδικασίες εντοπίζονται στην περιοχή OFA, όπου οι νευρώνες έχουν πιο περιορισμένο υποδεκτικό πεδίο, και επιτρέπουν την αποκωδικοποίηση των λεπτομερειών του προσώπου. Ένα είδος επαναλαμβανόμενου κυκλώματος τίθεται έτσι σε λειτουργία μεταξύ αυτών των κρίσιμων περιοχών για την ανίχνευση και αναγνώριση των προσώπων.
Τα μάτια ή το στόμα
Θεωρούμε γενικώς ότι είμαστε ικανοί να αναγνωρίζουμε τα πρόσωπα. Όχι μόνο μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα πρόσωπα σε λιγότερο από ένα λεπτό και να τα απομνημονεύουμε χωρίς κόπο κατά εκατοντάδες, αλλά χρησιμοποιούμε εξίσου το πρόσωπο για να προσδιορίσουμε σε κλάσμα του δευτερολέπτου το φύλο του προσώπου που βρίσκεται απέναντί μας, να εκτιμήσουμε την ηλικία του, το θυμικό του μέσω των εκφράσεων του προσώπου του κ.λπ. Αυτό, λοιπόν, που αποτελεί πρόβλημα για την Π., όπως και για άλλους ασθενείς με προσωπαγνωσία, είναι η ταυτοποίηση των προσώπων. Χρησιμοποιεί άλλες πληροφορίες και όχι το πρόσωπο για να αναγνωρίσει τους ανθρώπους και στηρίζεται κατ’ ουσία στο πλαίσιο, ιδίως τον τόπο όπου τους συναντά. Για παράδειγμα, η Π. με αναγνωρίζει χωρίς δυσκολία όταν την περιμένω στο αεροδρόμιο, αλλά θα μπορούσε να με προσπεράσει χωρίς να με αναγνωρίσει αν συναντιόμασταν τυχαία στο δρόμο. Κάποιοι προσωποαγνωσικοί αποφεύγουν να κοιτάξουν τους άλλους στα μάτια, ενοχλημένοι από την αδυναμία τους να τους αναγνωρίσουν. Η Π. κοιτάζει τα πρόσωπα και δοκιμάζει να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνατές πληροφορίες, ακόμα κι όταν αυτό δεν είναι εφικτό.
Με σκοπό να καταλάβουμε ποιες πληροφορίες εκ του προσώπου χρησιμοποιεί η Π. ή, αντίθετα, αυτές που δεν είναι πια σε θέση να αποκωδικοποιήσει ορθώς ώστε να αναγνωρίσει τα πρόσωπα, της δώσαμε να απομνημονεύσει τα πρόσωπα δέκα ατόμων από τις φωτογραφίες τους τα οποία και κατόρθωσε να αναγνωρίσει αλάνθαστα μετά από πολλές ώρες (τα μη προσωποαγνωσικά άτομα πραγματοποιούν τη δοκιμασία αυτή σε δέκα λεπτά). Κατόπιν, ελέγξαμε την ικανότητά της να αναγνωρίσει πρόσωπα δείχνοντάς της μία φωτογραφία τη φορά, αλλά κατά τρόπο που να αποκαλύπτει μόνο ένα μικρό μέρος του προσώπου, επιλεγμένο κατά τυχαίο τρόπο από το πρόγραμμα ενός υπολογιστή. Αυτά τα ορατά μέρη εμφανίζονται υπό μορφή «φυσαλίδων», αποκαλύπτοντας πότε ένα μάτι και τη γωνία του άνω χείλους, πότε τα μαλλιά, ένα φρύδι και τη μύτη κ.λπ.

Σε κάθε δοκιμασία η Π. όφειλε να προσδιορίσει το πρόσωπο για το οποίο επρόκειτο αποκλειστικά δια μέσου αυτών των αποσπασματικών πληροφοριών. Όταν έσφαλε, το πρόγραμμα της πρόσφερε όλο και περισσότερες πληροφορίες, έτσι ώστε να κάνει λιγότερα σφάλματα. Όταν πετύχαινε σε περισσότερες δοκιμασίες, ο αριθμός των πληροφοριών («φυσαλίδων») μειωνόταν εκ νέου. Διαπιστώσαμε έτσι ότι η Π. χρειαζόταν πολύ περισσότερες πληροφορίες για να φτάσει στην ίδια απόδοση αναγνώρισης (τρεις στις τέσσερες φορές) με τα άλλα άτομα. Στο πέρας χιλιάδων δοκιμών, μετρήσαμε το πλήθος των εικόνων που η Π. είχε αναγνωρίσει σωστά και αφαιρέσαμε, πίξελ προς πίξελ, το πλήθος των εικόνων που είχαν δώσει λανθασμένες απαντήσεις. Χάρη σε αυτή τη μέθοδο των «φυσαλίδων», που αναπτύχθηκε από τους Frederic Gosselin και Philippe Schyns του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης, ταυτοποιήσαμε τις πληροφορίες από το πρόσωπο που χρησιμοποιεί η ασθενής για να το αναγνωρίσει.
Ενώ τα μη προσωποαγνωσικά άτομα που μετείχαν στο πείραμα βασίζονταν στα μάτια, το δεξιό ιδιαίτερα, η Π. εμπιστευόταν κυρίως το στόμα και το κατώτερο εξωτερικό περίγραμμα του προσώπου (βλ. την εικόνα 4). Παρουσιάζει, λοιπόν, ένα έλλειμμα στην αποκωδικοποίηση και τη χρήση των πληροφοριών που προέρχονται από τα μάτια και προτιμά περισσότερο τις πληροφορίες που συνδέονται με το κάτω μέρος του προσώπου και το στόμα.
Πιο πρόσφατα, επιβεβαιώσαμε αυτές τις παρατηρήσεις πραγματοποιώντας σειρά πειραμάτων αναγνώρισης προσώπων, τα οποία η Π. είχε μάθει να αναγνωρίζει στην καθημερινή της ζωή. Παρά την αναπηρία της, η Π. εξακολουθεί να εργάζεται στον ίδιο παιδικό σταθμό και αναγνωρίζει τα μικρά παιδιά μέσα από αντισταθμιστικούς μηχανισμούς, με την προϋπόθεση ότι βρίσκονται στο σύνηθες περιβάλλον τους. Εντούτοις, όταν της παρουσιάσαμε τις φωτογραφίες με σβησμένα τα μαλλιά, αντίθετα με τους συναδέλφους της, αυτή δεν τα αναγνώριζε πια καλά. Για να προσδιορίσουμε ποιες πληροφορίες εκ του προσώπου χρησιμοποιούνταν ακόμα, παρουσιάσαμε στην Π. και τους συναδέλφους της φωτογραφίες όπου όφειλαν να συνδυάσουν ένα όνομα με ένα πρόσωπο. Τα πρόσωπα παρουσιάζονταν δυο-δυο: το πρώτο αντιστοιχούσε επακριβώς σε ένα συγκεκριμένο παιδί, ενώ στο άλλο είχαν αλλάξει είτε τα μάτια είτε το στόμα του παιδιού με τα αντίστοιχα ενός άλλου παιδιού της τάξης. Τότε οι μεν συνάδελφοι της Π. μπορούσαν να διακρίνουν ευκολότερα και ταχύτερα τα πρόσωπα όταν δεν είχαν τροποποιηθεί τα μάτια, ενώ η Π. ήταν αποτελεσματική όταν το στόμα ήταν το σωστό. Φαίνεται λοιπόν ότι ένα μείζων χαρακτηριστικό της προσωπαγνωσίας είναι αυτή ακριβώς η ανικανότητα να εξαχθεί και αποκωδικοποιηθεί η πληροφορία στο επίπεδο των ματιών.
Μια απώλεια της ολικής αντίληψης

Γιατί το στόμα εις βάρος των ματιών; Καθώς τα μάτια μεταφέρουν περισσότερα χρήσιμα στοιχεία για την αναγνώριση προσώπων, δεν θα ήταν τάχα ελάχιστα αποτελεσματική η αντισταθμιστική στρατηγική που χρησιμοποιεί το στόμα; Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο αυτό καταγράψαμε τις οφθαλμικές κινήσεις της Π. και μιας συναδέλφου της όταν έπρεπε να ταυτοποιούν πολύ οικείες φωτογραφίες παιδικών προσώπων. Η συνάδελφος της Π. ταυτοποιούσε τα παιδιά χωρίς δυσκολία και με λίγες οφθαλμικές κινήσεις, εστιάζοντας σε κεντρικό σημείο του προσώπου, στο κέντρο και ακριβώς κάτω από τα μάτια (βλ. την εικόνα 5). Το στόμα δεν προσέλκυσε καθόλου την προσοχή για την αναγνώριση των προσώπων. Αντίθετα, η Π. εστιαζόταν κυρίως στο στόμα, προσηλώνοντας εξίσου στα μάτια, ακριβώς στο κέντρο κάθε ματιού. Έτσι, η Π. έμοιαζε να αναλύει διαδοχικά τις διάφορες συνιστώσες του προσώπου, με προεξάρχουσες εκείνες του στόματος. Γι’ αυτό διατυπώσαμε την ακόλουθη υπόθεση. Το σύστημα που διαθέτουμε για την επεξεργασία των προσώπων μας επιτρέπει να ανιχνεύουμε και να αναγνωρίζουμε ταχέως (σε λιγότερο από 200 millisecondes) ένα πρόσωπο. Όταν το πρόσωπο εμφανίζεται σε κεντρική θέση, η ανίχνευση και ταυτοποίηση θα γίνει κατά τον λεγόμενο σφαιρικό ή ολιστικό τρόπο. Προσηλώνοντας στο βέλτιστο κεντρικό σημείο, στο κεντρικό (πάνω από τη μύτη), μπορούμε να αντιληφθούμε το σύνολο των χαρακτηριστικών ως ολοκληρωμένο σύνολο που μας επιτρέπει να το εξατομικεύσουμε. Τούτο μας εξηγεί πώς, προσηλώνοντας σε ένα κεντρικό σημείο του προσώπου, αντιλαμβανόμαστε το σύνολο των απομακρυσμένων χαρακτηριστικών και χρησιμοποιούμε την πληροφορία στο επίπεδο των ματιών για να ταυτοποιήσουμε τα πρόσωπα. Αυτό το φαινόμενο της ολιστικής αντίληψης εικονογραφείται κάλλιστα από την παραίσθηση των ανόμοιων προσώπων: στο πείραμα αυτό συνδυάζουμε τα άνω και κάτω μισά διαφορετικών προσώπων. Όταν τα άνω μισά τους είναι όλα ταυτόσημα αλλά συνδυασμένα με τα κάτω μισά διαφορετικών προσώπων, τότε και τα άνω τμήματα γίνονται αντιληπτά ως διαφορετικά (βλ. την εικόνα 7).

Μια ανάλυση του προσώπου, χαρακτηριστικό προς χαρακτηριστικό
Ο προσωποαγνωσικός ασθενής είναι πάντα ικανός να αντιληφθεί ένα πρόσωπο ως τέτοιο, ακόμα κι όταν η αντίληψή του εξαρτάται από την σφαιρική απαρτίωση στοιχείων που δεν ανήκουν στο πρόσωπο (π.χ. τα γυαλιά ή ένα καπέλο). Έτσι, η Π. αντιλαμβάνεται αμέσως ένα πρόσωπο όταν της παρουσιάζουν τους πίνακες του Arcimboldo (1527-1593), στους οποίους ο καλλιτέχνης δίνει την εντύπωση προσώπων αν και τα συνθέτει με στοιχεία όλως διάφορα από μάτια, μύτη ή στόμα (βλ. την εικόνα 1). Αντίθετα, ο προσωποαγνωσικός ασθενής χάνει την ικανότητα της ολιστικής επεξεργασίας προσώπων τη στιγμή που πρέπει να τα ταυτοποιήσει.
Δείξαμε έτσι ότι η Π. δεν είναι καθόλου ευάλωτη στην οφθαλμαπάτη των σύνθετων προσώπων: αντιλαμβάνεται καλώς τα άνω τμήματα των προσώπων σαν να είναι ίδια. Εξ αιτίας της απώλειας της ολιστικής αντίληψης, ο προσωποαγνωσικός πρέπει να προσηλώνει επακριβώς σε κάθε σημείο του προσώπου και να το αναλύει ανεξάρτητα από τα άλλα. Γι’ αυτό το λόγο, τα μάτια γίνονται λιγότερο χρήσιμα από ό,τι το στόμα: όταν κάθε στοιχείο πρέπει να το επεξεργαστεί ξεχωριστά, το στόμα επιτρέπει μια ταχύτερη επεξεργασία από ό,τι τα μάτια που είναι δύο και αποτελούνται από ίριδα, βλέφαρα, βλεφαρίδες, φρύδια, οπότε όλα αυτά θα πρέπει να αναλυθούν ένα προς ένα, αφού η θέαση του συνόλου είναι ελαττωματική.
Στο άρθρο μας αυτό αναφερθήκαμε κατ’ ουσία σε μία μόνο προσωποαγνωσική ασθενή, αν και άλλα περιστατικά επιβεβαίωσαν τις παρατηρήσεις μας. Είναι σπάνια μια τόσο λεπτομερής νευροψυχολογική και ψυχολογική μελέτη. Άλλοι ασθενείς παρουσιάζουν ποικίλα χαρακτηριστικά ανάλογα με την εντόπιση και την αιτία των βλαβών τους. Οφείλουμε λοιπόν να κρατήσουμε στο νου μας ότι υπάρχουν διαφορετικές περιπτώσεις προσωπαγνωσίας, που είναι ικανές να μας βοηθήσουν στην κατανόηση ορισμένων φυσιολογικών μηχανισμών αναγνώρισης προσώπων. Ορισμένοι νευροψυχολόγοι διακρίνουν δύο χαρακτηριστικούς τύπους προσωπαγνωσίας: κάποιοι ασθενείς είναι αντιληπτικοί, κάποιοι άλλοι συνειρμικοί.
Οι πρώτοι, αν και βλέπουν κανονικά, είναι ανίκανοι, όπως η Π., να κατασκευάσουν μια συνολική και λεπτομερή εικόνα ενός προσώπου. Παρουσιάζουν ένα έλλειμμα αντιληπτικής φύσης και εγκεφαλικές βλάβες στο επίπεδο των οπτικών περιοχών (FFA και OFA) του δεξιού ημισφαιρίου. Αντίθετα, οι συνειρμικοί προσωποαγνωσικοί αντιλαμβάνονται τα πρόσωπα, αλλά δεν μπορούν να συνδυάσουν αυτά τα αντιλήμματα με μνημονευμένες αναπαραστάσεις. Εντούτοις, τα δικά μας αποτελέσματα μας υποχρεώνουν να σκεφτούμε ότι ακόμα και αυτοί οι συνειρμικοί προσωποαγνωσικοί ασθενείς παρουσιάζουν ελλείμματα στην αντιληπτική αναπαράσταση των προσώπων. Φαίνεται, λοιπόν, ότι πρόκειται περισσότερο για βαθμούς προσβολής παρά για κατηγορίες προσωπαγνωσίας. Όταν χάσουμε τη μνήμη των προσώπων δεν μπορούμε πια να τα αντιληφθούμε σωστά: τα αντιλήμματά μας δεν αποκτούν το πλήρες νόημά τους παρά μόνο όταν συνδέονται με μνημονευμένα στοιχεία.
Ότι κι αν συμβαίνει, ορισμένα δεδομένα επιτρέπουν να σκεφτούμε ότι αυτοί οι προσωποαγνωσικοί ασθενείς, παρά την αναμφισβήτητη ποικιλομορφία τους, παρουσιάζουν πολλά κοινά σημεία. Αυτά ακριβώς τα κοινά σημεία πρέπει να ταυτοποιήσουμε για να κατανοήσουμε καλύτερα την προσωπαγνωσία, κυρίως όμως να κατορθώσουμε να αποκαλύψουμε τα μυστικά ενός τόσο αποδοτικού μηχανισμού, του μηχανισμού της αναγνώρισης προσώπων.
Βιβλιογραφία
Schiltz C. et al. Impaired face discrimination in acquired prosopagnosia is associated with abnormal response to individual faces in the rightmiddle fusiform gyrus. Cerebral Cortex, 2006, 16, 574-86.
Caldara R. et al. Does prosopagnosia take the eyes out from faces ? Evidence for a defect in the use of diagnostic facial information in a braindamaged patient. Journalof Cognitive Neuroscience, 2005, 17, 1652-1666.
Rossion B. et al. A network of occipito-temporal face-sensitive areas besides the right middle fusiform gyrus is necessary for normal face processing. Brain, 2003, 126, 2381-2395.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.