Έμη Βαϊκούση
Φιλόλογος, Αθήνα

σύναψις 15 [2009 – τόμος 05]

Ψυχιατρική και Ιστορία. H συμβολή της μαρτυρίας των «αδαών»*

* Ανακοίνωση στο 20ό Πανελλήνιο Ψυχιατρικό Συνέδριο της ΕΨΕ (Ηράκλειο Κρήτης, 2008), με τίτλο: Γερμανική ορολογία για τη Σχιζοφρένεια. H συμβολή της προφορικής αφήγησης των ασθενών.

«Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκλιπαρώ την Εξοχότητά σας,
να μεριμνήσει όπως μου επιστραφούν οι δικές μου σκέψεις.»1

 

Karl Jaspers (1883-1969)
Karl Jaspers (1883-1969)

Διαβάζοντας τη Γενική Ψυχοπαθολογία του Karl Jaspers στάθηκα ιδιαίτερα σ’ έναν όρο της σχιζοφρενικής συ­ μπτωματολογίας ο οποίος αποδίδει, δια στόματος των ιδίων των ασθενών, την υποκειμενική αίσθηση ότι η εν γένει δραστηριότητά τους παράγεται από τρίτα πρόσωπα ή άλλες εξωγενείς δυνάμεις και τους επιβάλλεται παρά τη βούλησή τους· ότι είναι φτιαγμένη (gemacht). Αυτός είναι ο όρος: μια απλή μετοχή παρακειμένου του ρήματος κάνω. Η Σχολή της Χαϊδελβέργης την υιοθέτησε, λόγω της εντυπωσιακής επανάληψής της στις αφηγήσεις των ασθενών και την καταξίωσε ως όρο που εκφράζει την ποιότητα ενός βιώματος συναρτώμενου άμεσα με την πρωταρχική σχιζοφρενική σχάση και, κατά συνέπεια, με τον κατακερματισμό της συνείδησης του Εγώ και την ειδοποιό σχιζοφρενική αποπροσωποποίηση –όπως την εξέφρασε επιγραμματικά μια ασθενής: «άλλοι μου φτιάχνουν το χαρακτήρα μου»2. Ο όρος αυτός έχει εμπεδωθεί στη γερμανική βιβλιογραφία και έχει τη θέση του στα ειδικά λεξικά3, όχι όμως και στη διεθνή βιβλιογραφία, όπου ωστόσο το περιεχόμενό του σκιαγραφείται πλήρως ή μερικώς και πάντως χωρίς να λαμβάνει μορφή συγκεκριμένου όρου με την εμβέλεια που του προσέδωσε η Σχολή της Χαϊδελβέργης.

Στη Γενική Ψυχοπαθολογία του Karl Jaspers, o όρος gemacht αντιστοιχεί στην ακόλουθη, οικεία στους κλινικούς, περιγραφή: Οι ασθενείς αισθάνονται ότι ευρίσκονται υπό την εξουσία ξένων δυνάμεων· ότι δεν ορίζουν κανένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την προσωπικότητά τους: σκέψη, αντίληψη, συναίσθημα, διάθεση· ότι η εκούσια κινητικότητα του σώματός τους βιώνεται ως ακούσια, με αποτέλεσμα να αισθάνονται σαν εκτελεστικά όργανα μιας καθ’ υπαγόρευση βούλησης· ότι η δραστηριότητά τους σκηνοθετείται από τρίτα πρόσωπα ή δυνάμεις (π.χ. πομπούς ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας), που τους χειρίζονται σαν μαριονέτες. Στο πεδίο της σκέψης, το βίωμα δεν συνοδεύει μόνο τη γένεση των σκέψεων, αλλά και την υφαρπαγή της σκέψης, καθώς και την ανακοπή της ροής της σκέψης και της ομιλίας. Χαρακτηριστική είναι η βίωση και των σωματικών αισθημάτων4: οι ασθενείς, ενώ αντιλαμβάνονται φυσιολογικά τον πόνο που προκαλούν οργανικά νοσήματα (π.χ. αρθρίτιδα), άλλα αισθήματα, σεξουαλικής ιδίως υφής, τα αντιλαμβάνονται ως αποτέλεσμα ξένης ενέργειας στο σώμα τους.

Ο Jaspers εγγράφει αυτή την ειδοποιό ποιότητα του σχιζοφρενικού βιώματος (το οποίο τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από συστηματοποιημένες παραληρητικές ιδέες) στο παρανοειδές σύμπλεγμα της σχιζοφρενικής συμπτωματολογίας.5 Την αποδίδει στη διαταραχή της συνείδησης του Εγώ και επιμέρους παραμέτρων της, όπως η συνείδηση της εγκοσμιότητας του Εγώ (Daseins-bewusstsein) και η λειτουργία της που επικεντρώνεται στη συνείδηση της εν γένει δραστηριότητας του Εγώ (Ich-Vollzug)6. Επίσης, επισημαίνει μια παράμετρο που τη συνδέει με τη λειτουργία της προσοχής, πράγμα που τεκμηριώνει με την παρατήρηση ότι το βίωμα αυτό εμφανίζεται κυρίως σε στιγμές χαμηλής συνειδησιακής ετοιμότητας.7 Ο Kurt Schneider, επίσης το εγγράφει στη σειρά των σχιζοφρενικών συμπτωμάτων πρώτου βαθμού, η συνοπτική καταγραφή των οποίων καταλήγει με την εξής διατύπωση: […] «καθώς και όλα όσα ο ασθενής εκλαμβάνει ως ενεργήματα φτιαγμένα από άλλους ή που υφίστανται την επίδραση άλλων».8 Ο προσδιορισμός gemacht περιγράφει τελικώς μια διάχυτη, κατ’ εξοχήν ειδοποιό χροιά του σχιζοφρενικού βιώματος. «Ορισμένα μη σχιζοφρενικά σύνδρομα», γράφει ο Jaspers, «όταν εκδηλώνονται σε σχιζοφρενείς, φέρουν τη σφραγίδα αυτής της ιδιότυπης, χαρακτηριστικής χροιάς […]. Οι ψυχίατροι έχουμε μια συγκεχυμένη αντίληψη ενός Όλου που ονομάζουμε σχιζοφρένεια, το οποίο ωστόσο δεν είμαστε σε θέση να συλλάβουμε ως ενιαίο_ απαριθμούμε ένα πλήθος επιμέρους στοιχείων […] και καθένας μας το κατανοεί με δικό του τρόπο, στην επαφή με τους ασθενείς του».9

Υποθέτω λοιπόν ότι η θεωρητική επένδυση μιας τέτοιας, ακατέργαστης, λέξης, η οποία αποτυπώνει γνήσιο το βίωμα του αρρώστου, χωρίς τη διαμεσολάβηση υποκειμενικών παραγόντων, όπως η «ενεστωτική αναπλαστική ικανότητα»,10 αλλά και η θεωρητική αφετηρία του ψυχοπαθολόγου, σχετίζεται με το γεγονός ότι, ειδικά, το βίωμα της εγκύστωσης ξένων δυνάμεων στην προσωπικότητα του αρρώστου συγκαταλέγεται σε εκείνα που, κατά τον Jaspers, δεν είναι κατανοήσιμα, ούτε βεβαίως προσβάσιμα στο βιωματικό πεδίο του ψυχοπαθολόγου. «Εμείς», τονίζει ο ίδιος, «δεν μπορούμε να βιώσουμε τα ψυχικά φαινόμενα, χωρισμένα από τη συνείδηση του Εγώ. Μόνο διαμέσου αρνητικών συγκρίσεων μπορούμε απλώς να φανταστούμε αυτή την ουσιώδη, ολοκληρωτική αλλαγή της ψυχικής ζωής, στην οποία υπεισέρχεται το στοιχείο του “φτιαγμένου”, του “έτοιμου”, του “τετελεσμένου”»]11.

Μεταφρασμένη στα ελληνικά, η λέξη «ge-macht» δεν έχει κανένα αντίκρισμα ως ψυχιατρικός όρος. Θα μπορούσε κανείς να την προσπεράσει, αποδίδοντας το νόημά της με πιο λόγιους όρους, που αντιστοιχούν στην ελληνική ψυχιατρική ορολογία, όπως, κατά περίπτωση, οι όροι επίδραση, έλεγχος και κατοχή (π.χ. της σκέψης), παθητικότητα και παθητικοποίηση. Όμως, πρόθεσή μου εδώ δεν είναι να καταλήξουμε σε μια λύση του ζητήματος της απόδοσης, όσο να εξετάσουμε ορισμένες άλλης τάξεως παραμέτρους, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης τόνιζε πάντα στους μεταφραστές, ως βασική αρχή, την προτεραιότητα των λέξεων που αντιστοιχούν επακριβώς στο πρωτότυπο· σκέπτομαι τώρα, ότι η αρχή αυτή παραπέμπει απ’ ευθείας στην πρακτική της ιστοριογραφικής επιστήμης, στη μεταγραφή κειμένων: σεβασμό στη γλώσσα, την ορθογραφία, ακόμα και τη στίξη, διότι μεταφέρουν ατόφιο ένα κλίμα που οξύνει την ευαισθησία του ιστορικού. Η τοποθέτηση αυτή απέναντι στην ιστορικότητα των αντικειμένων διατηρεί την εγκυρότητά της σε όλες τις Επιστήμες του Ανθρώπου: οι ψυχιατρικοί όροι έχουν δικαιωματικά μια ιστορική διάσταση, μέσα από την οποία εκδιπλώνονται ποικίλες παράμετροι και αποχρώσεις του περιεχομένου τους. Στην περίπτωση που συζητούμε, μια τέτοια σημαντική παράμετρος είναι ότι ο γερμανικός όρος μεταφέρει την εκπεφρασμένη πεποίθηση των ασθενών και την ακλόνητη υποκειμενική προφάνεια της πεποίθησής τους αυτής ότι τα ενεργήματά τους τα «κάνουν» άλλοι. Η Σχολή της Χαϊδελβέργης επέλεξε ως όρο μια λέξη-κλειδί στις αφηγήσεις των ασθενών.

Σε μία μακρά συζήτηση με τον Νίκο Τζαβάρα, αναζητήσαμε, βάσει της δικής του βεβαίως κλινικής πείρας, μια ανάλογη, χαρακτηριστική λέξη στις αφηγήσεις των Ελλήνων ασθενών. Αυτό που τελικά αναδύθηκε μέσα από τη συζήτηση ήταν η ύπαρξη μιας ασυμφωνίας, μιας ασυμβατότητας μεταξύ των δυο γλωσσών και στο επίπεδο της βιωματικής, της πρωτογενούς αφήγησης. Εδώ εντοπίζεται ένα σημείο επαφής της Ψυχιατρικής με τις Κοινωνικές Επιστήμες, όπου μπορεί να σταθεί κανείς, με ερωτήματα του τύπου: Τι θα μπορούσε να αποφέρει μια συγκριτική μελέτη της κλινικής συμπτωματολογίας, όπως αναδεικνύεται μέσα από το λεξιλόγιο των ασθενών; Τι είναι αυτό που καθορίζει περισσότερο τις αποκλίσεις, τη διαφορετικότητα στις δικές τους αυθόρμητες αφηγήσεις, μέσα από τις οποίες αναδύεται η πολυμορφία των κλινικών εικόνων; η εθνική, η γλωσσική και, συνακόλουθα, πολιτισμική τους ταυτότητα ή η δι-εθνική, η κοινωνική ταυτότητα; Αν κρίνουμε απ’ ό,τι σε πρώτη ματιά προκύπτει αναφορικά με το βίωμα που μας απασχολεί, είναι η γλωσσική-πολιτισμική ταυτότητα. Δεν αναφέρομαι σε μείζονες πολιτισμικές διαφορές, αλλά σε αποκλίσεις στην περιγραφή του ιδίου βιώματος, στο πλαίσιο μιας ψυχιατρικής διαταραχής, η οποία έχει οριοθετηθεί διαγνωστικά, και η κλινική της εικόνα είναι αποδεκτή σε ομοιότυπα πολιτισμικά περιβάλλοντα· ας πούμε στις ευρωπαϊκές χώρες. Ο Karl Jaspers πραγματεύεται διεξοδικά στη Γενική Ψυχοπαθολογία τα ζητήματα των σχέσεων της Ψυχιατρικής με τις Επιστήμες του Ανθρώπου, και οι θέσεις του έχουν συζητηθεί σε μια συναγωγή μελετών για τη σχιζοφρένεια, με συμβολές Ελλήνων ψυχιάτρων.12

Η δική μου μικρή συμβολή έχει προσωπική, βιωματική χροιά η οποία, όπως γνωρίζουμε, συνοδεύει πάντα την ανάμνηση ενασχολήσεων του παρελθόντος. Η θεματική λοιπόν που συζητούμε μου έφερε στο νου συγκεκριμένες διατυπώσεις σε μια ιστοριογραφική μελέτη, οι οποίες, με μια ανάλογη αλλαγή πλαισίου, μεταφέρονται αβίαστα στο κλίμα της Ψυχιατρικής: «Κατά κανόνα οι λαϊκοί άνθρωποι μένουν βουβοί για την ιστορία: και γιατί τα λαϊκά στρώματα τα χαρακτηρίζει, σε παλιότερες ιδίως εποχές, ένα εκπληκτικά υψηλό ποσοστό αναλφαβητισμού –πράγμα που δημιουργεί ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για τη γραπτή έκφραση· και γιατί η κάθε μορφής άσκηση και έκφραση στο γραπτό λόγο δεν αποτελεί στοιχείο κανονικής συμπεριφοράς των λαϊκών ομάδων».13

Στις αφηγήσεις των ψυχιατρικών ασθενών δεν ενδιαφέρει πρωτίστως η κοινωνική ταυτότητα: εδώ, την αξία που έχει για τον ιστορικό η σπάνια γραπτή μαρτυρία ενός λαϊκού ανθρώπου, την έχει για τον ψυχοπαθολόγο η μαρτυρία οποιουδήποτε αρρώστου, απλώς και μόνον επειδή είναι «λαϊκός» (layman, Laie) με άλλη έννοια, δηλαδή «αδαής», τουλάχιστον όσον αφορά την επιστήμη που έχει ως αντικείμενο αυτό που του συμβαίνει και που ο ίδιος περιγράφει με την αμεσότητα του «αδαούς». Υπό αυτήν ειδικά την έννοια, είτε ο ασθενής είναι μια εξέχουσα προσωπικότητα, όπως ο πρόεδρος Schreber, είτε ο υπηρέτης του Schreber, αυτό που προσφέρεται ως αντικείμενο ψυχιατρικής μελέτης, δηλαδή το ψυχωτικό βίωμα, παραμένει το ίδιο. Ή, με άλλα λόγια, ο Schreber ήταν για τον Freud ό,τι ήταν για τον Jaspers το πλήθος των ανώνυμων ασθενών, τις μαρτυρίες των οποίων παραθέτει συστηματικά στη Γενική Ψυχοπαθολογία, τοποθετώντας τις στην ίδια σειρά μ’ ένα εξαίσιο κείμενο του Baudelaire που περιγράφει την εμπειρία του χασίς·14 και όλοι αυτοί οι επώνυμοι και ανώνυμοι, γραμματισμένοι ή αγράμματοι άρρωστοι ήταν για τον Karl Jaspers ό,τι ήταν για τον ιστορικό Φίλιππο Ηλιού ένας από τους ελάχιστους λαϊκούς ανθρώπους του 18ου αιώνα που μας άφησαν γραπτά κείμενα: ένας παραγιός του Αδαμάντιου Κοραή στην εμπορική του επιχείρηση, «που τον συνόδευσε το 1771 στο Άμστερνταμ». Εκεί, ο υπηρέτης αυτός (ένας outsider της Ιστορίας που έγινε σημαντικός χωρίς να το γνωρίζει, χάρη στις πολύτιμες περιγραφές μιας ιστορικής φυσιογνωμίας) παρακολουθεί, «με τη φρεσκάδα που έχει το μάτι όταν αντικρίζει νέα αντικείμενα και νέες καταστάσεις, ό,τι ξεφεύγει από την κανονικότητα και από την ισορροπία» και καταγράφει στην αλληλογραφία του, με τρόπο μοναδικό και πολύτιμο για την ιστοριογραφική προσέγγιση, «την εξέλιξη του νεαρού Κοραή από το κλειστό σύστημα αξιών της Σμύρνης, προς τους ευρύτερους ορίζοντες του ευρωπαίου αστού που κυοφορεί τη Γαλλική Επανάσταση». Συνεχίζω το παράθεμα που ξεκινάει με την εμβληματική φράση «Κατά κανόνα οι λαϊκοί άνθρωποι μένουν βουβοί για την ιστορία», επισημαίνοντας ορισμένα σημεία εμφανών αντιστοιχιών με μια προβληματική στο πεδίο της Ψυχοπαθολογίας, όπου καταφαίνεται μια σύγκλιση του ενδιαφέροντος των δύο επιστημών για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν και αντιλαμβάνονται τα πράγματα της ατομικής και της συλλογικής ζωής, του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου: «[Γ]ενικά, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τη ζωή, τη νοοτροπία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις των λαϊκών ανθρώπων (βλ. των ασθενών), παρά μόνο μέσα από όσα γράφουν οι άλλοι (βλ. οι ψυχίατροι) γι’ αυτούς, δηλαδή μέσα από πολλαπλές κοινωνικές διαθλάσεις, τις οποίες προκαλούν οι αντιθετικές κοινωνικές σχέσεις (βλ. αντιθετικές επιστημονικές προσεγγίσεις) […] τα γραπτά κείμενα, τα προερχόμενα από ανθρώπους που βρίσκονται στις κάτω βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας και που επιτρέπουν να συλλάβουμε συλλογικές κοινωνικές λειτουργίες, νόρμες, νοοτροπίες και συμπεριφορές, έτσι όπως τις ζούσαν και τις αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι οι φορείς τους, σπανίζουν. Και ακριβώς η σπανιότητα πηγών αυτού του είδους, καθιστά τα γράμματα που συγκεντρώνονται σ’ αυτόν τον τόμο πολύτιμα».15

Επανερχόμενη στη Γενική Ψυχοπαθολογία του Jaspers, opus magnum των νεανικών του μάλιστα χρόνων, η οποία διατηρεί, έναν αιώνα μετά την πρώτη έκδοση, τον χαρακτήρα μνημειώδους έργου αναφοράς στη διεθνή ψυχιατρική βιβλιογραφία, θα ήθελα να τελειώσω την εισήγηση αυτή με την ακόλουθη παρατήρηση: χώρια από τις επιστημονικές αρετές που δεν είμαι αρμόδια να εκτιμήσω, η καταγραφή του πλούσιου πρωτογενούς υλικού που συνοδεύει τις κλινικές εικόνες, το καθιστά συν τοις άλλοις και υπόδειγμα πνευματικής εντιμότητας και ελευθερίας του συγγραφέα· διότι προφανώς είχε επίγνωση ότι το υλικό αυτό (που είναι στατικό, με την έννοια ότι οι εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχοπαθολογίας, στο βαθμό που συναρτώνται και με το ιστορικo-κοινωνικό πλαίσιο όπου ζουν οι πάσχοντες, μεταβάλλονται με τους ίδιους βραδείς ρυθμούς όσο και οι κοινωνικές συμπεριφορές και νοοτροπίες) προσφέρει τη δυνατότητα πολλαπλών, διαδοχικών αναγνώσεων, σε βάθος χρόνου· και ότι οι αναγνώσεις αυτές υποβάλλουν τη δική του κατανόηση και ερμηνεία, ακρογωνιαίους λίθους της φαινομενολογικής προσέγγισης της Ψυχοπαθολογίας, στη βάσανο διαδοχικών επίσης αναθεωρήσεων.

Προϊούσης μιας διαδικασίας του τύπου αυτού, ο όρος gemacht είναι πιθανό να αντικατασταθεί από άλλους όρους: ο ίδιος ο Jaspers σημειώνει ότι οι ψυχωτικοί άρρωστοι εμπλουτίζουν συνεχώς το λεξιλόγιο με το οποίο εκφράζουν τα βιώματά τους και η Ψυχοπαθολογία οικειοποιείται τις λέξεις αυτές και τις εγγράφει στο δικό της λεξιλόγιο [16]· αυτό που τελικώς επέλεξα να παρουσιάσω εδώ, είναι το στοιχείο που καθιστά τον όρο αυτόν τυπικό δείγμα όσμωσης της πρωτογενούς αφήγησης με τον επιστημονικό στοχασμό.

Σημειώσεις

1 Ο αρχιμουσικός, που απευθύνει την έκκληση αυτή σε πρόεδρο του Δικαστηρίου, είχε νοσηλευθεί στην Ψυχιατρική Κλινική της Χαϊδελβέργης. Βλ. Karl Jaspers, Allgemeine Psychopathologie, Springer Verlag, Berlin, Heidelberg New York 1973 (9η έκδ.), σ. 485.

2 «Mir wird der Charakter gemacht». Ό. π., σ. 104.

3 Ενδεικτικά, Uwe Henrik Peters, Lexikon. Psychiatrie, Psychotherapie, Medizinische Psychologie, Urban & Fischer Verlag, München Iena, 1999 (5η έκδ.).

4 Leibgefühle. Φιλοσοφικός όρος του Μαξ Σέλερ, τον οποίο ο Κουρτ Σνάιντερ εισήγαγε στη γερμανική ψυχιατρική ορολογία, όπου έχει έκτοτε εμπεδωθεί.

5 Jaspers, ό. π., σ. 501 κ. εξ.

6 Ό. π., σ. 101 κ. εξ.

7 Ό. π., σ. 117, 347.

8 Peters, ό. π., σ. 550.

9 Jaspers, ό. π., σ. 487.

10 Vergegenwärtigung. Λέξη σχεδόν ταυτόσημη με τον όρο empathy (γερμ. Einfühlung): η ικανότητα του ψυχιάτρου να αναπλάθει μέσα του, άμεσα κατά την επαφή με τον ασθενή, το βίωμα εκείνου.

11 Jaspers, ό. π., σ. 484.

12 Σχιζοφρένεια. Φαινομενολογική και ψυχαναλυτική προσέγγιση­  , εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2002.

13 Φίλιππος Ηλιού, Γράμματα απ’ το Άμστερνταμ, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1976, σ. ε΄. βλ. και σχετικά με την ιστορικότητα της γλωσσικής μορφής των κειμένων.

14 Jaspers, ό. π., σ. 105 – 106.

15 Φίλιππος Ηλιού, ό. π., σ. ζ΄, σ. εσωφύλλου και σ. ε΄- στ΄, αντίστοιχα. (Οι υπογραμμίσεις στα παραθέματα δικές μου).

[16] Jaspers, ό. π., σ. 102.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.