Marc Jeannerod
Ομότιμος καθηγητής Φυσιολογίας στο
Πανεπιστήμιο Claude Bernard, Lyon-1 και
μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών.
Στο πλαίσιο του CNRS δημιούρησε στη
Lyon το Institut des Sciences Cognitives.
σύναψις 16 [2010 – τόμος 06]
Εισαγωγή
Το άρθρο επισκοπεί τις ιδέες που σημάδεψαν την εξέλιξη της έννοιας του σώματος στη νευροψυχολογία. Πώς γίνεται αντιληπτό το σώμα ως μία ενότητα; Πώς οι αισθήσεις που προέρχονται από περιοχές του δέρματος, των αρθρώσεων και των οργάνων απαρτιώνονται μεταξύ τους για να σχηματίσουν ένα όλον, αναγνωρίσιμο από το άτομο που το εγκατοικεί; Το σώμα δεν είναι παρά ένα φυσικό αντικείμενο, αλλά προπάντων είναι εκδήλωση ενός «εαυτού», ενός υποκειμένου, φορέα νοητικών καταστάσεων που εμψυχώνεται από συμπεριφορές. Ο Paul Schilder ήταν από τους πρώτους που αξιοποίησε την ιδέα μιας συνείδησης του ιδίου σώματος και ερεύνησε τις φυσιολογικές της βάσεις (Schilder, 1923). Σε μεταγενέστερη έκδοση του έργου του έγραφε: «Η εικόνα του ανθρώπινου σώματος είναι η εικόνα του ιδίου μας σώματος την οποία σχηματίζουμε στο νου μας ή, άλλως πως, ο τρόπος με τον οποίο τον ίδιόν μας σώμα φαίνεται σε εμάς τους ίδιους. Έχουμε αισθήσεις που προέρχονται από όλα τα μέρη του σώματος. Πέραν, όμως, αυτών των αισθήσεων, νιώθουμε άμεσα την ύπαρξη μιας σωματικής ενότητας» (Schilder, 1950/ 1968, σελ. 35).
Θα προσεγγίσουμε κατ’ αρχάς το πρόβλημα της εικόνας του σώματος από την ιστορική του πλευρά, αναφερόμενοι στις θεωρίες που επέτρεψαν το προοδευτικό πέρασμα από μια «μυϊκή αίσθηση» αμιγώς αισθητική, στις πλέον απομακρυσμένες αφαιρέσεις της αισθητικότητας που είναι το σχήμα του σώματος και κατόπιν η εικόνα του σώματος. Ένα δεύτερο μέρος θα αφιερωθεί στις πειραματικές μεταμορφώσεις της εικόνας του σώματος, που αποδεικνύουν την πλαστικότητα και την προσαρμογή της σε νέες καταστάσεις. Τέλος, στο τρίτο μέρος θα επεξεργαστούμε την εικόνα του εαυτού –μία συνιστώσα της οποίας είναι και η εικόνα του σώματος–, η οποία επιτρέπει στον καθένα να νιώσει τον εαυτό του ως κάτοχο ενός σώματος και αυτουργό των ενεργειών του.
1. Η γένεση της εικόνας του σώματος
Από το τέλος του 19ου αιώνα, ο νευρολογικός λόγος για το σώμα κυριαρχείται από την έννοια του σχήματος του σώματος. Η έννοια αυτή, που επιβλήθηκε ντε φάκτο στην κλινική με τις εργασίες των Head και Holmes γύρω στο 1910 (βλ. πιο κάτω), ήταν ήδη αντικείμενο μακρών συζητήσεων μεταξύ των ψυχολόγων. Η διαμάχη αφορούσε στη φύση των αισθητικών πληροφοριών που βρίσκονταν πίσω από το αίσθημα της θέσης των μελών του σώματος σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα: αντιπροσώπευαν άραγε μια στάση όπου θα μπορούσε να βρεθεί η θέση κάθε μέρους του σώματος; ή μήπως, αντίθετα, συνδέονταν με τις μετατοπίσεις των μελών του από μια θέση σε άλλη;
1.1. Μυϊκή αίσθηση και κιναισθησία

Ακόμα και με απλή ενδοσκόπηση φαίνεται πως αντιλαμβανόμαστε χωρίς καμία δυσκολία τη θέση των μελών μας όσο κινούνται, μόνο που αυτές οι αισθήσεις τείνουν να εξαλειφθούν ταχύτατα μόλις τα μέλη ακινητοποιηθούν. Όπως παρατηρούσε ο Claparède, είναι κάτι που το επιβεβαιώνουμε καθημερινά, «όταν, απορροφημένοι από μια ανάγνωση, χάνουμε την ακριβή αίσθηση των κνημών μας ή των ακίνητων χεριών μας που βρίσκονται έξω από το οπτικό μας πεδίο […]. Σε όλες αυτές τις εμπειρίες, αρκεί η παραμικρή κίνηση για να προκαλέσει την εικόνα της στάσης, προσφέροντας τον αναγκαίο για την αισθητικότητα ερεθισμό» (Claparède, 1901, σελ. 253). Η αίσθηση της θέσης των μελών έμοιαζε, λοιπόν, να συγχέεται με τη «μυϊκή αίσθηση» που ενεργοποιείται από τις ενεργητικές ή παθητικές μετακινήσεις των μελών σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα. Η εξαφάνιση της μυϊκής αίσθησης στους ταμπετικούς ασθενείς (εκείνους που πάσχουν από νωτιάδα φθίση [tabes dorsalis] λόγω νευροσύφιλης) ερμηνεύεται με την ανικανότητά τους να ανιχνεύσουν τις παθητικές μετατοπίσεις που επιβάλλουμε στα μέλη τους. Κατά την έκφραση του Pierre Marie, οι ασθενείς αυτοί «χάνουν τα πόδια τους μέσα στο κρεβάτι τους», καθότι στερούνται της ικανότητας να αποκαταστήσουν την αίσθηση της θέσης με μια ενεργητική κίνηση που θα επανα-ενεργοποιούσε τις μυϊκής προέλευσης πληροφορίες, όπως κάνει κάθε άτομο (αναφέρεται από τον Henri, 1899).
Η έννοια της μυϊκής αίσθησης, έτσι όπως την επικαλούνταν στην αρχή του 20ου αιώνα, ήταν αρκετά αμφίσημη. Κάλυπτε, πράγματι, πολλούς αισθητικούς τρόπους– πολλές αισθήσεις– που όλοι τους συνδέονταν με τις κινήσεις των τμημάτων μερών του σώματος. Η καθαυτό μυϊκή αίσθηση, που γεννιέται από σήματα που προέρχονται από τους μυς [και που επρόκειτο να οριστεί ως ιδιοδεκτικότητα], γειτόνευε με μια άλλη αίσθηση, που είχε σχέση και πάλι με τις κινήσεις αλλά που συνιστούσαν σήματα κεντρικής και όχι πλέον περιφερειακής προέλευσης. Πολλοί φυσιολόγοι –αρχικά Γερμανοί και κατόπιν Βρετανοί –, είχαν διατυπώσει την υπόθεση ότι οι «βουλητικές προσπάθειες», που παράγονται από τα κινητικά κέντρα κατά την εκτέλεση μιας κίνησης, έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη γνώση της κατεύθυνσης και της ισχύος της κίνησης. Παρά τις πολυάριθμες αντιπαραθέσεις γύρω από την νευροφυσιολογική ταυτοποίηση αυτών των σημάτων, κλινικές παρατηρήσεις απέδειξαν αδιαμφισβήτητα την ύπαρξή τους (για ανασκόπηση βλ. Jeannerod, 2006). Έτσι, ο Karl Lashley περιέγραφε με λεπτομέρειες την περίπτωση ενός ασθενούς με τραυματική βλάβη του νωτιαίου μυελού που είχε επιφέρει την απώλεια κάθε αίσθησης στα κάτω άκρα. Ο ασθενής αυτός ήταν, εντούτοις, ικανός να διπλώνει σε μια ορισμένη γωνία την αναισθητοποιημένη κνήμη του, όταν του το ζητούσαν χωρίς να τη βλέπει ή να σηκώνει το πόδι του στο ύψος που καθόριζε ο εξεταστής. Το συμπέρασμα του Lashley ήταν πως οι κινητικές εντολές μπορούσαν να είναι από μόνες τους επαρκείς για να ορίσουν τη θέση ενός μέλους εν απουσία ιδιοδεκτικών πληροφοριών (Lashley, 1917). Η επί μέρους συμβολή των δύο τύπων σημάτων, των κεντρομόλων (ιδιοδεκτικών) και των φυγόκεντρων (κινητικών εντολών) στην αίσθηση της θέσης και την εικόνα του σώματος θα συζητηθούν στο τέλος του άρθρου.
1.2. Από την αίσθηση των στάσεων στο σχήμα του σώματος
Η ιδέα ότι η γνώση του σώματος εξαρτάται αποκλειστικά από αισθήσεις που γεννώνται από την κίνηση μοιάζει εντούτοις αντι-διαισθητική. Όπως μπορεί ο καθένας να νιώσει, κατέχουμε μια «εικόνα» του σώματός μας που υπερβαίνει τις στιγμιαίες καταστάσεις ακινησίας ή κίνησης, που διατηρείται ακόμα κι όταν οι εμπλεκόμενες αισθήσεις βλαβούν ή διαταραχθούν και η οποία, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκη στα αντικειμενικά δεδομένα που ορίζουν το φυσικό σώμα. Μολαταύτα, η έννοια της αίσθησης του σώματος δεν επεβλήθη εύκολα. Μια πρώτη διατύπωση, αρκετά αβέβαιη ακόμη, την οφείλουμε στον P. Bonnier: στο έργο του L’Orientation [Ο προσανατολισμός], που εκδόθηκε το 1900, είχε επιχειρηματολογήσει θεωρητικά υπέρ της υπάρξεως «μιας αίσθησης των στάσεων», την οποία αντιμετώπιζε ως μια ειδική αίσθηση που απαρτιώνει απτικές και μυϊκές πληροφορίες, άμεσα αντιληπτές από το άτομο, επιτρέποντάς του έτσι να γνωρίσει τη θέση των μελών του. Όπως ο ίδιος την περιγράφει, «αυτή η αναπαράσταση της στάσης των τμημάτων του σώματος που προκύπτει από το σύνολο των απτικών εικόνων τις οποίες παρέχει η αισθητική-αισθητηριακή εννεύρωση […], δεν έχει τίποτε το κοινό με την αισθητηριακή αφή όπως την εννοούμε συνήθως…». Δεν αισθανόμαστε τους μυς και τις αρθρώσεις μας, συνέχιζε για το ίδιο θέμα, αλλά το σύνολο των διαδικασιών αυτών «μας αποκαλύπτεται υπό μια ασαφή, συνθετική και συνολική μορφή, πλην όμως απολύτως συνειδητή ως εικόνα στάσης ή μεταβολών στάσης…» (Bonnier, 1900, σελ. 32). Η αίσθηση των στάσεων του Bonnier αντιστοιχούσε στη «ικανότητά μας να μπορούμε κάθε στιγμή να προσανατολίζουμε ένα οποιοδήποτε μέρος του σώματός μας σε σχέση με όλα τα άλλα». Σύμφωνα με το απόφθεγμα που είχε διατυπώσει στην αρχή του βιβλίου του: « δεν αντιλαμβανόμαστε το κάτι χωρίς το κάπου», συνελάμβανε τις εικόνες αυτές ως τοπογραφικά εντοπισμένες: «Υπάρχει, έλεγε, στα κέντρα μας ένα τοπογραφικό υπόστρωμα, ένας πραγματικός χώρος όπου οι απτικές εικόνες είναι απολύτως φυσικά εντοπισμένες». Ακόμα κι αν, όπως παρατηρούσε ο Claparède, η χρήση του όρου «αίσθηση των στάσεων» μπορεί να προκαλέσει σύγχυση (η λέξη αίσθηση μπορεί να ορίζει τόσο αυτά που αισθανόμαστε περιφερειακά όσο και την υποκειμενική μετατροπή τους), δεν υπάρχει μεγάλη αμφιβολία ότι ο Bonnier τοποθετούσε την αίσθηση των στάσεων σε ένα επίπεδο ιεραρχικά υψηλότερο των περιφερειακών αισθήσεων. Η σκέψη του ήταν πως κατά την πραγματοποίηση μιας κίνησης, η στάση είναι αυτή που κατευθύνει τον συντονισμό των εμπλεκόμενων μυϊκών ενεργειών: ο συντονισμός αυτός παράγεται κατά μη-συνειδητό τρόπο, ενώ η προς επιτέλεση πράξη και οι διαδοχικές στάσεις που πρέπει να πραγματοποιηθούν αναπαρίστανται οπωσδήποτε πριν αυτή επιτελεστεί. Είχε έτσι διατυπωθεί η ιδέα μιας αναπαράστασης του σώματος που κατασκευάζεται βάσει των αισθητηριακών δεδομένων, όντας όμως ανεξάρτητη από αυτά.
Η αίσθηση των στάσεων του Bonnier προείκαζε την έννοια του σωματικού σχήματος, όπως αυτή εμφανίζεται στη νευρολογική βιβλιογραφία το 1911, στο άρθρο όπου οι Head και Holmes πρότειναν ότι οι αισθητηριακές πληροφορίες που προέρχονται από την επιφάνεια και το εσωτερικό του σώματος κατά τις κινήσεις του, εναποθηκεύονται στο επίπεδο του αισθητηριακού φλοιού, συγκροτώντας ένα απόθεμα «εντυπώσεων». «Αυτές μπορούν να φτάσουν στη συνείδηση υπό μορφή εικόνων, αν και πιο συχνά παραμένουν εκτός του πεδίου της. Σχηματίζουν οργανωμένα πρότυπα ημών των ιδίων που μπορούμε να αποκαλέσουμε “σχήματα”». Το σχήμα αντιπροσώπευε κατά κάποιο τρόπο ένα πρότυπο προς το οποίο θα μπορούσε να συγκρίνονται οι μεταβολές της στάσης του σώματος: «καθώς αλλάζουμε διαρκώς θέση, βρισκόμαστε πάντα σε διαδικασία κατασκευής ενός προτύπου στάσης του εαυτού μας σε αδιάκοπη μετάπλαση. Κάθε νέα στάση ή κίνηση εγγράφεται πάνω σε αυτό το πλαστικό σχήμα, ενώ η φλοιϊκή δραστηριότητα συσχετίζει με αυτό κάθε καινούργια ομάδα αισθήσεων που προκαλεί η νέα στάση. Τη στιγμή ακριβώς που συνάπτεται αυτή η σχέση επακολουθεί η άμεση γνώση της στάσης» (Head & Holmes, 1911/1912). Οι συγγραφείς προσέβλεπαν, πράγματι, στην ύπαρξη πολλών τέτοιων προτύπων, ανάλογα με το αν κατασκευάζονται με βάση οπτικές, απτικές ή άλλες πληροφορίες, τα οποία υπερτίθενται για να σχηματίσουν μια τρισδιάστατη εικόνα του σώματος με την οποία συσχετίζεται κάθε νέα αισθητηριακή εντύπωση πριν φτάσει στη συνείδηση.
1.3. Από το σχήμα του σώματος στην εικόνα του σώματος
Η έννοια του σχήματος του σώματος είναι κι αυτή διφορούμενη: όπως παρατηρούσε ο Claparède γράφοντας για την αίσθηση των στάσεων του Bonnier, το σωματικό σχήμα των Head και Holmes μπορεί να ορίσει το αίσθημα που έχουμε για το ίδιο το σώμα μας και για τον σωματικό μας χώρο, όσο και τον φυσιολογικό μηχανισμό που μας παρέχει το εν λόγω αίσθημα. Έτσι λοιπόν, κατά την έκφραση των Ajuriaguerra και Hécaen στο Le Cortex cérébral (Ο εγκεφαλικός φλοιός, 1949/1960), όταν μιλάμε για το μέλος φάντασμα ενός ακρωτηριασμένου, αναφερόμαστε στον πρώτο από τους ορισμούς αυτούς, λέγοντας πως ο ασθενής διατήρησε την υποκειμενική ακεραιότητα του σώματός του παρά τον ακρωτηριασμό του· αντίθετα, όταν μιλάμε για αλλοίωση του σωματικού σχήματος σε έναν ασθενή με δεξιά βρεγματική βλάβη, αναφερόμαστε στον δεύτερο ορισμό, δηλαδή στην έκπτωση ενός φυσιολογικού μηχανισμού. Ο Ajuriaguerra και ο Hécaen απέφυγαν αυτή τη δυσκολία προτιμώντας τον γενικότερο και ταυτόχρονα πιο τεχνικό όρο σωματογνωσία (somatognosie), που τους επέτρεπε να παρακάμψουν τη θεωρητική διαμάχη, προσεγγίζοντας ταυτόχρονα την κλινική. Πράγματι, οι ερευνητές αυτοί έφθασαν στην εμβριθή περιγραφή των «σωματικών παραγνωρίσεων και ψευδαισθήσεων» (Méconnais-sances et hallucinations corporel-les, Hécaen & Ajuriaguerra, 1952), βασιζόμενοι σε παρατηρήσεις αποσύνθεσης της σωματογνωσίας, τις οποίες αποκόμιζαν πειραματικά ή κλινικά, από παθολογικές βλάβες. Αυτές οι παρατηρήσεις – που περιλαμβάνουν το μέλος φάντασμα των ακρωτηριασμένων, τις πειραματικές δηλητηριάσεις με μεσκαλίνη και ψυχιατρικές παθήσεις– ήταν όλες «παραδείγματα της διατήρησης μιας εικόνας του σώματος ανεξάρτητης των πραγματικών στάσεων, ακριβώς όπως τα προσέφερε η φύση» (Ajuriaguerra & Hécaen 1949/1960, σελ. 40). Έκτοτε, πάμπολλες εργασίες αφιερώθηκαν στις διαταραχές της σωματογνωσίας που οφείλονταν σε εστιακές βλάβες, ακριβέστερα, σε βλάβες εντοπισμένες στο οπίσθιο τμήμα του δεξιού ημισφαιρίου: η ημισωματοαγνωσία, η άρνηση κυριότητας, η σωματοπαραφρένεια, παρατηρούμενες γενικώς στο πλαίσιο μιας έντονης νοσοαγνωσίας, είναι διαταραχές που εκφράζουν την προσβολή ενός κεντρικού συστήματος απαρτίωσης των αισθητηριακών πληροφοριών που είναι υπεύθυνες για τη γνώση του σώματος (για ανασκόπηση βλ. Berlucchi & Aglioti, 1997).
Ο Hécaen και ο Ajuriaguerra τοποθετούνταν στην ψυχοπαθολογική παράδοση που είχε εγκαινιάσει στη Γαλλία ο J. Lhermitte (βλ. Jeannerod, 2008), ο οποίος είχε πετύχει μια σύνθεση που του επέτρεπε να εντάσσει στον συλλογισμό του τόσο τις διαταραχές λόγω εστιακών εγκεφαλικών βλαβών όσο και διαταραχές από λειτουργικές παθήσεις που διαφεύγουν από τον κανόνα της ανατομικής εντόπισης. Η θέση του πάνω στο θέμα του σχήματος του σώματος είναι αξιοπαρατήρητη διότι επιτρέπει την ενοποίηση, εντός ενός και του αυτού θεωρητικού πλαισίου, των διαταραχών που εξαρτώνται από την προσβολή της σωματογνωσίας και των πλέον σύνθετων διαταραχών που εξαρτώνται από την προσβολή της εικόνας του εαυτού η οποία ξεπερνά το επίπεδο του καθαυτό σώματος. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Les Mécanismes du cerveau [Οι μηχανισμοί του εγκεφάλου] συμπυκνώνει αυτή την τοποθέτηση: «Εάν στοχαστούμε πάνω στις συνθήκες της κινητικής μας δραστηριότητας θα πεισθούμε ταχύτατα πως για να δράσουμε υπάρχει ανάγκη να κατέχουμε μιαν εικόνα του σώματός μας κάθε στιγμή που εκτυλίσσεται η δράση μας. Πώς, αλήθεια, θα ήμασταν σε θέση να κινούμε σωστά και με ακρίβεια τα μέλη μας […], πώς θα μπορούσαμε να δρούμε πάνω στα πράγματα που μας περιβάλλουν εάν απουσίαζε το σχήμα της φυσικής μας δραστηριότητας; Γι’ αυτό, στη βάση της κινητικής μας δραστηριότητας, συλλαμβάνουμε την πραγματικότητα μιας εικόνας του εαυτού, μιας εικόνας του σωματικού εγώ…» (Lhermitte, 1937, σελ. 165). Αυτή η εικόνα, διευκρίνιζε ο Lhermitte, δεν μας έχει δοθεί μια για πάντα, αποσαφηνίζεται και εξατομικεύεται με τα χρόνια, μπορεί όμως να «χειραφετηθεί» στην πορεία ορισμένων παθολογικών καταστάσεων.
2. Οι μεταμορφώσεις της εικόνας του σώματος
Πειραματικές εργασίες πάνω στην εικόνα του σώματος αναπτύχθηκαν ταχέως στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας (Knoblich et al, 2006). Σε ένα πρώτο μέρος περιγράφονται τα αποτελέσματα που έχουν οι πειραματικοί χειρισμοί των αισθητηριακών πληροφοριών πάνω στη γνώση που έχει το υποκείμενο για το σώμα του. Τα πειράματα αυτά αποκαλύπτουν τον πλαστικό και τροποποιήσιμο χαρακτήρα της εικόνας του σώματος και επιβεβαιώνουν με αδιαφιλονίκητο τρόπο την «αναπαραστατική» φύση της και την ανεξαρτησία της ως προς την αντικειμενική πραγματικότητα του φυσικού σώματος. Ένα δεύτερο μέρος αφιερώνεται στον ρόλο της δράσης. Η γενική εντύπωση, που αφήνει το μικρό ιστορικό του προηγούμενου μέρους, για τον πρωτεύοντα ρόλο της κίνησης στη συγκρότηση του σωματικού σχήματος ή της εικόνας του σώματος, ενδυναμώνεται και επεκτείνεται στη γένεση της γνώσης του εαυτού.
2.1. Η πλαστικότητα της εικόνας του σώματος
Θα κατανοήσουμε καλύτερα την πλαστικότητα της εικόνας του σώματος αν την επεκτείνουμε στα εργαλεία και τα άλλα αντικείμενα που συνδέονται με το σώμα (Holmes & Spence, 2006), των οποίων η χρήση μεταθέτει το όριο ανάμεσα στον προσωπικό και τον εξωπροσωπικό χώρο. Η ενεργητική χρήση του εργαλείου καταλήγει σε μια επανοργάνωση του αισθητηριακού χάρτη στο επίπεδο της αίσθησης που σχετίζεται με αυτό. Ο Iriki με τους συνεργάτες του κατόρθωσαν να δείξουν σε πίθηκο –εκπαιδευμένο να φτάνει την τροφή με ένα ραβδί στο χέρι– ότι το μέγεθος του υποδεκτικού οπτικού πεδίου των δίτροπων (οπτικών και απτικών) νευρώνων της διαβρεγμάτιας αύλακας αύξανε, επεκτεινόμενο έτσι ώστε να ενσωματώσει το εργαλείο στον προσωπικό χώρο του χεριού (Iriki et al, 1996). Το φαινόμενο χρησιμοποιήθηκε στην αποκατάσταση ασθενών που παρουσίαζαν παραμέληση του μισού του σώματος και του μισού χώρου («ημιπαραμέληση») μετά από βρεγματική βλάβη: η ικανότητα ανίχνευσης απτικών ερεθισμάτων του παραμελημένου χεριού βελτιωνόταν με το κράτημα του εργαλείου (Ladavas & Farnè, 2006).
Αποκτήσαμε καλύτερες γνώσεις γύρω από την πλαστικότητα της εικόνας του σώματος, αντιπαραθέτοντας την πραγματική θέση ενός τμήματος του σώματος ή ολοκλήρου του σώματος προς τη φαινομενική τους θέση. Αυτού του είδους οι διαισθητηριακοί ή αισθητηριακοί-κινητικοί «ανταγωνισμοί», που μπορούν να προκαλέσουν ακόμη και σωματικές παραισθήσεις –κάποτε θεαματικές– αποδεικνύουν εξ αντιδιαστολής τη συμβολή των οπτικών και των κιναισθητικών πληροφοριών, καθώς και των κινητικών εντολών, στη γένεση της εικόνας του σώματος. Πολλές από αυτές τις παραισθήσεις εξαρτώνται από το πολύ γνωστό φαινόμενο της «σύλληψης» των απτικών και κιναισθητικών σημάτων από την αίσθηση της όρασης. Γενικώς, όταν η όραση και η ιδιοδεκτικότητα βρίσκονται σε ανταγωνισμό, «αισθανόμαστε» το χέρι μας εκεί που το βλέπουμε, και όχι το αντίθετο.
Ένα παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι η αυταπάτη που αποκαλείται «χέρι καουτσούκ» (rubber arm illusion, Botvinick & Cohen, 1998): τοποθετείται μπροστά στο άτομο ένα αληθοφανές καουτσουκένιο αντιβράχιο, σε θέση ανατομικά συμβατή (στη συνέχεια του βραχίονά του), ενώ το πραγματικό του αντιβράχιο κρύβεται. Με ένα πινέλο εφαρμόζεται ένα απτικό ερέθισμα στα δύο αντιβράχια [το αληθινό και το ψεύτικο] ταυτόχρονα και συγχρονισμένα: το άτομο, πολύ γρήγορα, αντιλαμβάνεται τα αγγίγματα του πινέλου εκεί που τα βλέπει, στη θέση δηλαδή όπου βρίσκεται το μέλος από καουτσούκ και όχι πλέον στη θέση του δικού του αντιβράχιου. Η αυταπάτη γίνεται τόσο έντονη που το άτομο φτάνει να νιώσει τρόμο (που επιβεβαιώνει η ψυχο-γαλβανική αντίδραση) όταν στο καουτσουκένιο μέλος πλησιάσει ένα επικίνδυνο εργαλείο (βελόνα, νυστέρι) (Armel & Ramachandran, 2003). Ίδιου τύπου αυταπάτη, που όμως αφορά σε ολόκληρο το σώμα και όχι σε ένα μόνο μέρος του, περιέγραψαν πρόσφατα ο O. Blanke και οι συνεργάτες του: επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ενός εικονικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο «βυθίζεται» το άτομο και όπου αυτό βλέπει την τρισδιάστατη εικόνα του ίδιου του σώματός του σε απόσταση δύο μέτρων μπροστά του. Ένα απτικό ερέθισμα εφαρμόζεται τότε ταυτόχρονα στη πλάτη του και στην πλάτη του εικονικού του σώματος. Αρκετά γρήγορα, το άτομο νιώθει την απτική αίσθηση στο επίπεδο της εικονικής του εικόνας, ως εάν το σώμα του να είχε μετατοπιστεί σε σχέση με την πραγματική του θέση (Langgenhager et al, 2007).
Και άλλες αυταπάτες μετατόπισης ενός μέλους ή ολόκληρου του σώματος μπορεί να δημιουργηθούν με οπτικές μεθόδους. Σε μια κατάσταση που περιγράφεται από τους Ramachandran & Rogers-Ramachandran (1996), το άτομο βλέπει σε καθρέπτη –τοποθετημένο καθέτως προς το οβελιαίο επίπεδό του– την ανακλώμενη εικόνα του ενός βραχίονά του που έχει μετατοπιστεί στη θέση του άλλου του βραχίονα. Όταν σε αυτήν την κατάσταση βρεθούν άτομα με ακρωτηριασμένο βραχίονα, που παρουσιάζουν το φαινόμενο μέλος φάντασμα, νιώθουν την αυταπάτη να «ξαναδούν» το χέρι που λείπει: κινώντας το υγιές τους άκρο έχουν την εντύπωση ότι βλέπουν και νιώθουν ότι κινείται το μέλος φάντασμα. Αυτός ο τύπος οπτικής μετατόπισης χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία στη θεραπεία ορισμένων διαταραχών (πόνων) που συνδέονται με το μέλος φάντασμα (Giraux & Sirigu, 2003) ή στην αποκατάσταση ημιπάρεσης μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο (Altschuler et al, 1999). Στην περίπτωση της ημιπάρεσης, ο ασθενής, παρατηρώντας τις κινήσεις του υγιούς βραχίονά του, φτάνει να δραστηριοποιεί τις περιοχές του κινητικού φλοιού στην προσβεβλημένη περιοχή οι οποίες έχουν διασωθεί, σαν να φανταζόταν ή να προσομοίωνε νοητικώς αυτές τις κινήσεις με το παρετικό του άκρο. Οι Altschuler και Ramachandran (2007) χρησιμοποίησαν δύο μεγάλους καθρέπτες, τοποθετημένους κάθετα, που επιτρέπουν σε ένα όρθιο άτομο να βλέπει ολόκληρο τον εαυτό του υπό γωνία που διαφέρει από εκείνην της συνήθως ανακλώμενης εικόνας. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί την έντονη αυταπάτη ενός «άλλου εαυτού» δίπλα στον εαυτό του.
Η όραση δεν κατέχει βέβαια το μονοπώλιο της αυταπάτης τροποποίησης ή μετατόπισης του σώματος. Μπορούμε να προκαλέσουμε τέτοιες αυταπάτες και μέσω της ιδιοδεκτικής οδού, δια της εφαρμογής δονήσεων σε έναν τένοντα: όταν η δόνηση εφαρμόζεται σε έναν τένοντα στη βέλτιστη συχνότητα [γύρω στα 80 Hz], διεγείρονται οι νευρομυϊκές άτρακτοι του αντίστοιχου μυός ως εάν είχε επιμηκυνθεί ο μυς αυτός, αναπαράγοντας έτσι τα αποτελέσματα μιας σύσπασης του ανταγωνιστή του. Όταν η δόνηση εφαρμόζεται, για παράδειγμα, στον τένοντα του δικέφαλου βραχιόνιου προκαλείται η αυταπάτη μιας έκτασης του αντιβράχιου, ως εάν να συσπόταν πραγματικά ο τρικέφαλος. Το άτομο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν βλέπει το αντιβράχιό του, θα έχει την εντύπωση ότι αυτό μετατοπίζεται και βρίσκεται σε θέση διαφορετική της πραγματικής. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να δημιουργηθούν ακόμη πιο σύνθετες αυταπάτες, που αφορούν στη μορφή του σώματος: εάν, όσο δονείται ο τένοντας του δικεφάλου, το άτομο ακουμπάει το δάχτυλό του στην άκρη της μύτης του, τότε θα νιώσει την εντυπωσιακή παραίσθηση να μακραίνει η μύτη του, τη στιγμή που νιώθει το αντιβράχιό του να εκτείνεται («φαινόμενο Pinocchio», Lackner et Levine, 1979).

Όταν η δόνηση στον τένοντα εφαρμοστεί, όχι στο επίπεδο ενός μέλους, αλλά στο επίπεδο μιας κεντρικότερης άρθρωσης, τα αποτελέσματά της είναι πιο συνολικά και αποκαλύπτουν άλλες ιδιότητες της εικόνας του σώματος, ιδιαίτερα τις σχέσεις του με τον προσανατολισμό στον χώρο. Αυτό αποδεικνύεται σε ένα πείραμα των Biguer et al. (1988), όπου η δόνηση εφαρμόστηκε στους μυς της μιας πλευράς του αυχένα (την αριστερή). Στη διάρκεια του πειράματος, που εκτυλισσόταν στο σκοτάδι, το κεφάλι του ατόμου κρατιόταν ακίνητο, ευθυγραμμισμένο στον άξονα του σώματος. Το άτομο έπρεπε να εστιάσει το βλέμμα του σε ένα φωτεινό σημείο τοποθετημένο στο οβελιαίο επίπεδο που αντιστοιχούσε στον άξονα του σώματός του, ώστε να αποφεύγεται η κίνηση των ματιών. Όσο διαρκούσε η δόνηση, το άτομο ανέφερε την εντύπωση ότι το φωτεινό σημείο μετατοπιζόταν βραδέως αντίθετα προς την πλευρά της δόνησης (προς τα δεξιά). Εφόσον το κεφάλι και τα μάτια δεν κουνιόντουσαν, αυτή η εντύπωση οφειλόταν, στην πραγματικότητα, σε μια αυταπάτη περιστροφής του σώματος γύρω από τον άξονά του: το άτομο έβλεπε το σημείο να μετατοπίζεται προς τα δεξιά επειδή η εικόνα του σώματός του στρεφόταν προς τα αριστερά. Πράγματι, οι μετρήσεις που έγιναν για την εντόπιση της μέσης γραμμής του σώματός του από το ίδιο το άτομο, έδειξαν ότι συστηματικά απέκλινε προς τα αριστερά (Εικόνα 1). Επομένως, η αυταπάτη δεν αφορούσε μια μετατόπιση του χώρου ως προς το σώμα, αλλά μάλλον μια μετατόπιση του σώματος ως προς τον χώρο.
Παρόμοια είναι τα αποτελέσματα (και οδηγούν στα ίδια συμπεράσματα) όταν το άτομο εκτίθεται σε αισθητηριακούς-κινητικούς ανταγωνισμούς. Θα τα μνημονεύσουμε εδώ συνοπτικά. Η παρατήρηση φερ’ ειπείν των κινήσεων του χεριού του από το άτομο δια μέσου ενός πρίσματος θα προκαλέσει ταχύτατα αισθητηριακή-κινητική προσαρμογή: η θέση στην οποία «αισθάνεται» το προσαρμοσμένο μέλος έχει μετατοπιστεί προς τη θέση που το «βλέπει», σε τέτοιο βαθμό που, κι όταν αφαιρεθεί το πρίσμα, το άτομο θα διαπράξει συστηματικό σφάλμα όταν θα κατευθύνει το χέρι του προς έναν οπτικό στόχο. Όταν η έκθεση στην ανταγωνιστική αυτή συνθήκη δεν αφορά πλέον μόνο τις κινήσεις ενός άκρου, αλλά ολόκληρου του σώματος (το άτομο φέρει πρίσματα στα μάτια και μετακινείται ανάμεσα σε εμπόδια), η προσαρμογή γενικεύεται και διαχέεται στο σύνολο των κινήσεων: η εικόνα του σώματος γίνεται αντιληπτή σε μια νέα θέση ως προς τον οπτικό χώρο (Held & Freedman, 1963). Η έκθεση σε έναν αισθητηριακό-κινητικό ανταγωνισμό παράγει λοιπόν αποτελέσματα ίδιας τάξης με αυτά που περιγράψαμε πιο πάνω με την εικονική πραγματικότητα, τους καθρέφτες ή τη δόνηση των τενόντων: όταν ο χειρισμός των σημάτων που συμβάλλουν στην εικόνα του σώματος, επηρεάζει ολόκληρο το σώμα, θέτει εν αμφιβόλω την αίσθηση που έχει το άτομο για την ορισμένη θέση του στον χώρο, ανάμεσα στα άλλα σώματα και αντικείμενα. Δεν νιώθει πια μόνο το χέρι του να μετατοπίζεται εκεί που το βλέπει: αισθάνεται ο ίδιος να μετατοπίζεται εκεί που βλέπει τον εαυτό του.
2.2. Η γνώση του σώματος μέσω της δράσης
Τα πειράματα που παρουσιάσαμε ως τώρα περιλάμβαναν ελάχιστη συμμετοχή του ατόμου: οι διαταραχές της εικόνας του σώματός του συνάγονταν από τα σφάλματα του ατόμου σε προσπάθειες εντόπισης –σφάλματα που προκαλούσε είτε η παραπλάνηση των αισθητηριακών ερεθισμάτων είτε οι αισθητηριακές-κινητικές αντιπαραθέσεις. Ένας άλλος τρόπος να προσεγγίσουμε το πρόβλημα της εικόνας του σώματος και των σχέσεών της με τη γνώση του εαυτού είναι να διερευνήσουμε τη συνειδητή εμπειρία του ατόμου που υφίσταται αυτές τις διαταραχές. Τη μεθοδολογία αυτή, που εισήγαγε ο Nielsen ήδη από τη δεκαετία του 1960 (Nielsen, 1963), ακολούθησαν πιο πρόσφατα πολλά εργαστήρια (Fourneret & Jeannerod, 1998, Knoblich & Kircher, 2004). Περιλαμβάνει την πειραματική συνθήκη της «υποκατάστασης» κατά την οποία η εικόνα του χεριού ενός ατόμου μπορεί να αντικατασταθεί από την εικόνα ενός ξένου χεριού: το άτομο πρέπει να κρίνει σε ποιον ανήκει το χέρι που βλέπει, αν είναι δικό του ή ενός ξένου, να διατυπώσει δηλαδή μια κρίση απόδοσης.
Σε ένα τέτοιο πείραμα, που περιέγραψαν οι van den Bos και Jeannerod (2002), το άτομο και ο πειραματιστής κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλο· τα δεξιά τους χέρια, τοποθετημένα δίπλα-δίπλα πάνω σε ένα τραπέζι, βιντεοσκοπούνται και η εικόνα τους προβάλλεται σε μια οθόνη η οποία είναι τοποθετημένη μπροστά στο άτομο κατά τρόπο που να κρύβει από τα μάτια του τα δύο αυτά χέρια. Πραγματοποιήθηκαν επανειλημμένες δοκιμές κατά τις οποίες τα δύο χέρια ήταν ορατά πάνω στην οθόνη για μια σύντομη περίοδο 5 δευτερολέπτων. Ηλεκτρονικό σύστημα επιτρέπει να παρουσιάζονται τα χέρια πάνω στην οθόνη είτε στην ανατομική τους θέση, οπότε το χέρι του ατόμου και εκείνο του πειραματιστή φαίνονται κανονικά ως συνέχεια το καθένα του βραχίονά του, είτε με έναν άλλον προσανατολισμό, με περιστροφή 90° ή ακόμα και 180°: στην τελευταία αυτή περίπτωση, το χέρι του ατόμου εμφανίζεται σαν να βρίσκεται στη συνέχεια του σώματος του πειραματιστή και αντίστροφα. Επιπρόσθετα, κατά την περίοδο της έκθεσης, το άτομο δεχόταν την οδηγία να κάνει μια κίνηση, είτε του αντίχειρα, είτε του δείκτη. Ο πειραματιστής, ανάλογα με μια σειρά που είχε οριστεί εκ των προτέρων, εκτελούσε είτε την ίδια, είτε μια διαφορετική κίνηση. Κι ακόμα, στο τέλος κάθε δοκιμής, η εικόνα των χεριών εξαφανιζόταν από την οθόνη για να εμφανιστεί ένα φωτεινό σημείο, στη θέση που κατείχε το ένα από τα δυο χέρια: το άτομο έπρεπε τότε να υποδείξει λεκτικά ποιο χέρι, το δικό του ή του πειραματιστή, βρισκόταν στη θέση που έδειχνε το φωτεινό σημείο.
Στο πείραμα αυτό διαταράσσονταν επομένως πολλοί από τους παράγοντες που υπεισέρχονται δυνητικά στην κρίση του ατόμου όταν του ζητείται να πει που ανήκει το χέρι. Από τη μια, όταν η θέση του χεριού εμφανιζόταν μετατοπισμένη σε σχέση με το σώμα του, τα ιδιοδεκτικά σήματα που προέρχονταν από το δικό του χέρι έρχονταν σε αντιπαράθεση με τα οπτικά σήματα που έδειχναν μια διαφορετική θέση: αυτή η σύγκρουση αφορούσε την εικόνα του σώματος. Από την άλλη, όταν οι κινήσεις που εκτελούσαν ο πειραματιστής και το άτομο ήταν διαφορετικές, τα σχετικά με την κινητική εντολή σήματα που στέλνονταν προς το πραγματικό χέρι μπορούσαν να βρεθούν σε αντιπαράθεση με τα προερχόμενα από το ξένο χέρι οπτικά σήματα: αυτή η σύγκρουση αφορούσε την αίσθηση της κίνησης.
Τα αποτελέσματα αυτού του πειράματος αναδεικνύουν ξεκάθαρα την αμοιβαία συμβολή: (α) της αίσθησης της προέλευσης της κίνησης και (β) της αίσθησης κυριότητας του σώματος, στην κρίση αυτοαπόδοσης του ατόμου (Εικόνα 2, βλ. σελ. 36). Η σύγκρουση που αφορούσε στην προέλευση της κίνησης επιλυόταν εύκολα όταν τα δυο χέρια εκτελούσαν διαφορετικές κινήσεις: το άτομο ξεχώριζε χωρίς λάθη το χέρι του από εκείνο του πειραματιστή, όποια κι αν ήταν η ορατή θέση των χεριών σε σχέση με την πραγματική τους θέση. Αναφερόταν στην κινητική εντολή που είχε δώσει και απέδιδε στον εαυτό του το χέρι που εκτελούσε την αντίστοιχη κίνηση. Αντιθέτως, τα λάθη απόδοσης εμφανίζονταν όταν τα δυο χέρια πραγματοποιούσαν την ίδια κίνηση και, κατά συνέπεια, η πληροφορία που δινόταν από την κινητική εντολή γινόταν ανώφελη: σε αυτή την περίπτωση, η μόνη διαθέσιμη πληροφορία για το άτομο ήταν η αίσθηση της θέσης του χεριού σε σχέση με το σώμα του.

Μέσα από αυτό το πείραμα μπορούμε να αντλήσουμε πλείστες όσες πληροφορίες. Η πρώτη είναι, όπως άλλωστε το υποψιαζόμασταν εδώ και καιρό, ότι η απόδοση ενός μέρους του σώματος στον εαυτό μας βασίζεται κυρίως στα σήματα που σχετίζονται με τις κινήσεις. Η συμφωνία των μηνυμάτων που προέρχονται από τις κινητικές εντολές, οι οποίες προκαλούν την κίνηση, με τα ιδιοδεκτικά και οπτικά μηνύματα που προκαλούνται από αυτήν, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αυτοαπόδοση. Μια άλλη ενδιαφέρουσα πληροφορία μας δίδεται από την ανάλυση των σφαλμάτων απόδοσης που προκαλεί η τεχνητή ρήξη αυτής της συμφωνίας. Πράγματι, το άτομο μπορεί να παραπλανηθεί κατά δύο τρόπους: είτε αποδίδοντας το δικό του χέρι και τις δικές του κινήσεις στον πειραματιστή (σφάλματα υποαπόδοσης) είτε, αντιθέτως, αποδίδοντας στον εαυτό του το χέρι και τις κινήσεις του πειραματιστή (σφάλματα υπεραπόδοσης). Τα αποτελέσματα δείχνουν ξεκάθαρα μια τάση υπεραπόδοσης. Αυτή την τάση να αποδίδει κανείς στον εαυτό του χέρια και κινήσεις που δεν είναι δικά του, μπροστά στην αβεβαιότητα που προκαλεί η έλλειψη ενδείξεων, θα την ξαναβρούμε ακολούθως στην περιγραφή παθολογικών καταστάσεων.
Παραμένει, βέβαια, το ερώτημα για την επιμέρους συμμετοχή στις κρίσεις απόδοσης, (α) των καθαυτό κινητικών μηνυμάτων (που προέρχονται από τις κινητικές εντολές) και (β) των μηνυμάτων αισθητηριακής προέλευσης (κιναισθητικά). Η παρατήρηση ασθενών που παρουσιάζουν μια πλήρη διακοπή των κιναισθητικών τους προσαγωγών δεν προσφέρει παρά μια διφορούμενη απάντηση στο ερώτημα. Μια τέτοια ασθενής (η ασθενής GL, που μελέτησαν οι Cole και Paillard, 1995) υπεβλήθη σε μια πειραματική συνθήκη κατά την οποία είχαν παραποιηθεί οι κινήσεις της: αυτό που έβλεπε δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που πραγματικά έκανε. Στις απαντήσεις της, η ασθενής εμπιστευόταν αποκλειστικά αυτό που έβλεπε κι έτσι απέδιδε στον εαυτό της κινήσεις πολύ διαφορετικές από αυτές που είχε κάνει (Fourneret et al, 2002). Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαίωνε την κλινική παρατήρηση που έδειχνε πως η ασθενής, στερούμενη της αίσθησης της θέσης των μελών της, όφειλε να χρησιμοποιεί μονίμως την όρασή της για να ελέγξει τη στάση του σώματος και τις κινήσεις της. Τα κινητικά μηνύματα, από μόνα τους, δεν παρέχουν επομένως ενδείξεις επαρκείς για να επιτευχθεί η αυτοαπόδοση. Χρειάζεται να επιβεβαιώνονται από τα κιναισθητικά και τα οπτικά μηνύματα που προκαλεί η κίνηση. Η συμφωνία ανάμεσα στους δύο τύπους μηνυμάτων είναι λοιπόν αναγκαία συνθήκη για την κρίση αυτοαπόδοσης.
3. Η αίσθηση να είναι κανείς ο εαυτός του
Τα πειράματα που περιγράψαμε προηγουμένως δείχνουν όλη τη διαφορά ανάμεσα: (α) στις αυταπάτες που αφορούν στην εικόνα του σώματος και (β) στα σφάλματα αυτοαπόδοσης ενός μέρους του σώματος ή ολοκλήρου του σώματος. Οι αυταπάτες μετατόπισης του σώματος που παράγουν οι αισθητηριακοί χειρισμοί της εικόνας ολόκληρου του σώματος είναι παροδικές και εύθραυστες: εξαφανίζονται μόλις τροποποιηθούν οι συνθήκες εμφάνισής τους. Εδώ θα αναφερθούμε σε άλλης τάξεως διαταραχές που δεν προκύπτουν από πειραματικούς χειρισμούς των αισθητηριακών σημάτων, αλλά από παθολογικές προσβολές των κεντρικών συστημάτων, η αλλοίωση των οποίων θέτει εν αμφιβόλω την αίσθηση του να είναι κανείς ο εαυτός του.
Έχουν ήδη αναφερθεί παραπάνω τα αποτελέσματα εστιακών βλαβών εντός των συστημάτων αυτών. Βλάβες στη δεξιά κροταφοβρεγματική σύζευξη προκαλούν συχνά το κλασικό σύνδρομο της μονόπλευρης αριστερής χωρικής παραμέλησης, συνοδευόμενης ή μη από ημιπληγία και ομόπλευρη ημισωματοαγνωσία. Η κλινική αυτή εικόνα καταλήγει συχνά σε αληθή κατάσταση σωματοπαραφρένειας εξ αιτίας των μυθοπλασιών του ασθενούς που αρνείται την κυριότητα των παράλυτων μερών του σώματός του ή τα αποδίδει σε άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Παραγνώριση και μυθοπλασία μπορούν να επεκταθούν στο μισό του σώματος, το οποίο ο ασθενής νιώθει ως ξένο σώμα (ένα κομμάτι ξύλο, ένα άλλο πρόσωπο, ακόμα και ένα πτώμα) που έχουν βάλει στο κρεβάτι του. Οι εκδηλώσεις αυτές έχουν την έννοια μιας υποαπόδοσης, καθώς ο ασθενής αποδίδει σε άλλα πρόσωπα ένα μέρος του σώματός του (για ανασκόπηση, βλ. Blanke et al, 2008). Αντίθετα, ο ερεθισμός της ίδιας αυτής περιοχής, είτε από παθολογικές εκφορτίσεις στη διάρκεια εστιακών επιληπτικών κρίσεων είτε με ηλεκτρικούς ερεθισμούς στη διάρκεια μιας κλινικής εξέτασης, προκαλούν στον ασθενή εκδηλώσεις υπεραπόδοσης, που μπορούν να φτάσουν ως την εντύπωση πως έχει ένα υπεράριθμο μέλος. Σε ορισμένους ασθενείς, ο ερεθισμός μπορεί να προκαλέσει παροδικές εντυπώσεις πως βρίσκονται «έξω από το σώμα τους» ή πως έχουν διπλασιαστεί (Blanke et al, 2002).
Οι σφαλερές αποδόσεις και οι παραληρητικές αποδόσεις συναντώνται κυρίως στο πλαίσιο ψυχωτικών καταστάσεων, όπως η σχιζοφρένεια. Η σχιζοφρένεια εκδηλώνεται με ένα σύνολο συμπτωμάτων που μαρτυρούν την προσβολή της ικανότητας των ασθενών να αποδίδουν στον εαυτό τους τις σκέψεις ή τις πράξεις τους. Ο ασθενής ζει μια εμπειρία απώλειας του ελέγχου του εαυτού του και υποταγής σε ανεξέλεγκτες εξωτερικές επιδράσεις. Τα συμπτώματα αυτά (ακουστικολεκτικές ψευδαισθήσεις, αφαίρεση και επιβολή της σκέψης ή έλεγχος των ίδιων του των πράξεων από ξένες δυνάμεις) ομαδοποιούνται υπό τον γενικό όρο παραλήρημα επίδρασης. Αποτελούν τα συμπτώματα «πρώτης τάξης» της σχιζοφρένειας και θεωρούνται από παλιά ως διαγνωστικά κριτήρια της νόσου στην πιο χαρακτηριστική της μορφή (Schneider, 1959). Η υποαπόδοση είναι η συχνότερη μορφή αυτού του παραληρήματος· οι ασθενείς έχουν την τάση να αποδίδουν τις δικές τους πράξεις σε άλλους· εντούτοις, παρατηρείται εξίσου και το αντίθετο, η υπεραπόδοση, π.χ. στα παραληρήματα κατά τα οποία ο ασθενής παρουσιάζει τη μεγαλομανιακή εικόνα να θεωρεί πως είναι ικανός να επηρεάσει τη ροή των εξωτερικών γεγονότων ή να προσδιορίσει τη συμπεριφορά άλλων προσώπων.
Μια κλασική εξήγηση αυτών των συμπτωμάτων πρώτης τάξης είναι πως το σύστημα που εξασφαλίζει φυσιολογικά τον έλεγχο των πράξεων τη στιγμή που παράγονται –το σύστημα του self-monitoring– προσβάλλεται στους σχιζοφρενείς (Frith, 1992). Για τον λόγο αυτό γίνεται αδύνατη για τους ασθενείς αυτούς η διάκριση μεταξύ μιας αυτοπαραγόμενης πράξης και μιας διαταραχής που προέρχεται έξωθεν: η αυτοπαραγόμενη πράξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια γι’ αυτό και θα ερμηνευτεί ως ξένης προέλευσης. Αναπόφευκτη συνέπεια της εξάλειψης αυτών των διαφορών θα είναι η εγκατάσταση μιας σύγχυσης μεταξύ εαυτού και άλλου και η εμφάνιση ενός παραληρήματος προσδιορισμού. Οι ασθενείς βιώνουν τότε την εντύπωση ότι είναι αυτόματα ή μαριονέτες που τις χειρίζονται απ’ έξω. Όπως ακριβώς δηλώνει ένας τέτοιος ασθενής: « δεν ελέγχω [τις κινήσεις του χεριού μου και των δαχτύλων μου]. Κάθομαι και τα κοιτάζω να κουνιούνται, είναι πέρα για πέρα ανεξάρτητα, ό,τι κάνουν καμιά σχέση δεν έχει με μένα… Δεν είμαι παρά ένα νευρόσπαστο που το χειρίζονται με κοσμικά νήματα, που τα τραβούν και το σώμα μου αρχίζει να κινείται, χωρίς να μπορώ να το εμποδίσω » (Spence, 1996). Ένα κοινό σημείο των δηλώσεων αυτών των ασθενών είναι το αίσθημα ότι οι κινήσεις τους και οι προθέσεις τους, αν και παράγονται από το δικό τους σώμα, εκφεύγουν του βουλητικού τους ελέγχου: αισθάνονται περισσότερο σαν έξωθεν «ενεργούμενα» παρά ως ικανοί να δράσουν με δική του πρωτοβουλία.
Τις κλινικές αυτές παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν, εν μέρει τουλάχιστον, τα αποτελέσματα εργαστηριακών πειραμάτων στα οποία –όπως και σε εκείνα που πραγματοποιήθηκαν σε υγιή άτομα– χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι έκθεσης σε οπτικοκινητικούς ανταγωνισμούς ή μέθοδοι υποκατάστασης των πράξεων του ατόμου από εκείνες ενός πειραματιστή. Κατά γενικό τρόπο, οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια επιτυγχάνουν στις περισσότερες δοκιμασίες που περιέχουν έναν οπτικοκινητικό ανταγωνισμό: η ικανότητά τους να αντισταθμίσουν αυτούς τους ανταγωνισμούς προσεγγίζει το φυσιολογικό (Fourneret et al, 2001). Αποτυγχάνουν, αντίθετα, σε δοκιμασίες που εμπεριέχουν μια συνειδητή κρίση αυτοαπόδοσης. Όταν τους παρουσιάζεται μια παραποιημένη εικόνα των δικών τους κινήσεων –π.χ. με τη βοήθεια μιας διάταξης εικονικής πραγματικότητας– οι ασθενείς έχουν την τάση να αποδώσουν στον εαυτό τους κινήσεις πολύ διαφορετικές από αυτές που πραγματικά παρήγαγαν (Daprati et al, 1997, Franck et al, 2001). Αυτή η τάση υπεραπόδοσης είναι σαφώς πιο εξεσημασμένη από ό,τι συνήθως παρατηρείται σε υγιή άτομα.
Ο συνδυασμός των πειραματικών αυτών διατάξεων με νευροαπεικονιστικές μελέτες επέτρεψε να αποκαλυφθούν οι αλλοιώσεις του φλοιϊκού δικτύου που σχετίζεται με τη συνείδηση εαυτού. Μια από τις περιοχές που κυρίως εμπλέκονται είναι ο φλοιός του οπίσθιου βρεγματικού λοβού: πολλοί συγγραφείς παρατηρούν ότι σε συνθήκη ηρεμίας, κατά την οποία κανένα έργο δεν ζητείται από το άτομο, η αυθόρμητη δραστηριότητα αυτής της περιοχής, είναι αισθητώς υψηλότερη σε ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα πρώτης τάξης παρά σε υγιή άτομα_ αυτή η αύξηση της αυθόρμητης δραστηριότητας είναι πιο εξεσημασμένη στο δεξιό ημισφαίριο (Franck et al, 2002). Επιπρόσθετα, όταν εξετάζουμε τη δραστηριότητα της ίδιας αυτής οπίσθιας βρεγματικής περιοχής σε ασθενείς στη διάρκεια ενός έργου απόδοσης, κατά το οποίο οι κινήσεις που το άτομο βλέπει δεν αντιστοιχούν με αυτές που κάνει, διαπιστώνουμε σημαντικές διαφορές ως προς τα υγιή άτομα. Ενώ στα υγιή άτομα η δραστηριότητα αυξάνει με την ασυμφωνία μεταξύ κίνησης που βλέπει και κίνησης που πραγματοποιεί, αυτή η δραστηριότητα παραμένει σταθερή στους πάσχοντες από σχιζοφρένεια παρά την ύπαρξη ισχυρής ασυμφωνίας (Farrer et al, 2004). Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει πως η οπίσθια βρεγματική περιοχή φαίνεται να είναι υπεύθυνη για την επεξεργασία των ενδείξεων που φυσιολογικά χρησιμοποιούνται για να διατυπωθεί η κρίση αυτοαπόδοσης και ότι, εξ αιτίας της δυσλειτουργίας της, οι ασθενείς στερούνται αυτών των ενδείξεων.
Συμπέρασμα
Η εικόνα του σώματος αποτελεί μέρος της αναπαράστασης που ένα άτομο έχει για τον εαυτό του: αισθάνομαι το σώμα μου ως την έδρα αισθήσεων και εμπειριών που ζω «σε πρώτο πρόσωπο» και οι οποίες μου ανήκουν καθαυτές. Ανάμεσα στις εμπειρίες αυτές, οι πράξεις κατέχουν πρωτεύουσα θέση, καθώς ο εαυτός είναι ο τόπος καταγωγής τους και το σώμα ο τόπος εκδήλωσής τους. Το να αισθάνεσαι αυτουργός των ενεργειών σου και να τις αποδίδεις στον εαυτό σου ενισχύει την αίσθηση κατοχής του σώματος. Και τα δυο (κυριότητα και agentivite αντιπροσώπευση, σύμφωνα με τους όρους του Gallagher, 2000) συγχέονται υπό κανονικές συνθήκες, αλλά παραμένουν διακριτά, όπως το δείχνουν οι παθολογικές συνθήκες: ο σχιζοφρενής, αναγνωρίζοντας βέβαια το σώμα του ως δικό του, αμφισβητεί τον ρόλο του αυτουργού των ενεργειών που εκτυλίσσονται σε αυτό. Αυτή η παθολογική κατάσταση δεν είναι παρά μια διογκωμένη μορφή μιας κανονικής κατάστασης: μπορώ να νιώσω τον εαυτό μου ως αυτουργό προθέσεων και σκέψεων, χωρίς συμμετοχή του σώματός μου, κατά τον ίδιο τρόπο που μπορώ να εκτελέσω πράξεις με καθαρά αυτόματο τρόπο, χωρίς ρητή συμμετοχή του συνειδητού μου είναι.
Βιβλιογραφία
Ajuriaguerra, J. de, & Hécaen, H. (1949) Le cortex cérébral. Etude neuro-psycho-pathologique. Paris, Masson. 2ème Edition, 1960.
Altschuler, E.L. & Ramachandran, V.S. (2007) A simple method to stand outside oneself. Perception, 36, 632-634.
Altschuler, E.L., Wisdom, S.B., Stone, L., Foster, C., Galasko, D., Llewellyn, D.M.E. & Ramachandran, V.S. (1999) Rehabilitation of hemiparesis after stroke with a mirror. Lancet, 353, 2035-2036.
Armel, K.C. & Ramachandran, V.S. (2003) Projecting sensations to external objects: Evidence from skin conductance responses. Proceedings if the Royal Society, B 270, 1499-1506.
Biguer, B., Donaldson, I.M.L., Hein, A. & Jeannerod, M. (1988) Neck muscle vibration modifies the representation of visual motion and direction in man. Brain, 111, 1405-1424.
Blanke, O., Arzy, S. & Landis, T. (2008) Illusory perceptions of the human body and self. In Handbook of clinical neurology. Vol 88: Neuropsychology and behavioral neurology, G. Goldenberg & B. Miller (Eds). Elsevier, pp 429-458.
Blanke, O., Ortigue, S., Landis, T. & Seeck, M. (2002) Stimulating illusory own-body perceptions. The part of the brain that can induce out-of-body experiences has been located. Nature, 419, 269.
Bonnier, P (1900) L’orientation. Paris
Botvinick, M.M. and Cohen, J., (1998) Rubber hands ‘feel’ touch that eyes see. Nature, 391, 756.
Claparède, E. (1901) Avons-nous des sensations spécifiques de position des membres ? Année Psychologique, 7, 249-263.
Cole, J. & Paillard, J. (1995) Living without touch and peripheral information about body position and movement: studies with deafferented subjects. In The Body and the Self. Bermudez J.L., Marcel A. & Eilan N, (eds) Cambridge, Mass.: MIT Press, pp 245-266.
Daprati, E., Franck, N., Georgieff, N., Proust, J., Pacherie, E., Dalery, J. & Jeannerod, M. (1997) Looking for the agent. An investigation into consciousness of action and self-consciousness in schizophrenic patients. Cognition, 65, 71-86.
Farrer, C., Franck, N., Georgieff, N., Frith, C.D., Decety, J., Georgieff, N., d’Amato, T. & Jeannerod, M. (2004) Neural correlates of action attribution in schizophrenia. Psychiatry Research: Neuroimaging, 131, 31-44.
Fourneret, P. & Jeannerod (1998) Limited conscious monitoring of motor performance in normal subjects. Neuropsychologia, 36, 1133-1140.
Fourneret, P., Franck, N., Slachevsky, A. & Jeannerod, M. (2001) Self-monitoring in schizophrenia revisited. NeuroReport, 12, 1203-1208.
Fourneret, P., Paillard, J., Lamarre, Y., Cole, J. & Jeannerod, M. (2002) Lack of conscious recognition of one’s own actions in a haptically deafferented patient. Neuroreport, 13, 541-547.
Franck, N., Farrer, C., Georgieff, N., Marie-Cardine, M., Dalery, J., d’Amato, T., & Jeannerod, M. (2001) Defective recognition of one’s own actions in patients with schizophrenia. American Journal of Psychiatry, 158, 454-459.
Franck, N., O’Leary, D.S., Flaum, M. Hichwa, R.D. & Andreasen, N.C. (2002) Cerebral blood flow changes associated with schneiderian first-rank symptoms in schizophrenia. Journal of Psychiatry and Clinical Neuroscience, 14, 277-282.
Frith, C.D. (1992). The Cognitive Neuropsychology of Schizophrenia. Hove: Lawrence Erlbaum Associates.
Gallagher, S. (2000) Philosophical conceptions of the self: implications for cognitive science. Trends in Cognitive Science, 4, 14-21.
Giraux, P., & Sirigu, A. (2003). Illusory movements of the paralyzed limb restore motor cortex activity. NeuroImage, 20, 107-111.
Head, H. & Holmes, G. (1911-1912) Sensory disturbances from cerebral lesions. Brain, 34, 102.
Hécaen, H. & Ajuriaguerra, J. de (1952) Méconnaissances et hallucinations corporelles. Paris, Masson.
Held, R. & Freedman, S. (1963) Plasticity in sensorimotor control. Science, 142, 455-462.
Henri, V. (1899) Revue générale sur le sens musculaire. Année Psychologique, 5 : 397-513.
Iriki, A., Tanaka, M., Iwamura, Y. (1996) Coding of modified body schema during tool use by macaque postcentral neurones. Neuroreport, 7(14), 2325-30.
Jeannerod, M. (2006) The origin of voluntary action. History of a physiological concept. C.R. Biologies, 329, 354-362.
Jeannerod, M. (2008) Naissance de la neuropsychologie, Paris 1951-1961. In : L’Essor des neurosciences. France 1945-1975. C. Debru, J.G. Barbara & C. Cherici (Eds), Hermann, Paris, pp 113-121.
Knoblich, G. & Kircher, T.T.J. (2004) Deceiving oneself about being in control: conscious detection of changes in visuomotor coupling. Journal of Experimental Psychology. Human Perception and Performance, 30, 657-666.
Knoblich, G., Thornton, I.M., Grosjean, M. & Shiffrar, M. (2006) Human body. Perception from the inside out. Oxford, Oxford University Press.
Lackner, J.R. & Levine, M.S. (1979) Changes in apparent body orientation and sensory localization induced by vibration of postural muscles: vibratory myesthetic illusions. Aviation, Space and Environmental Medicine, 50, 346-354.
Ladavas, E. & Farnè, A. (2006) Multisensory representation of peripersonal space. In Human body. Perception from the inside out, Knoblich, G., Thornton, I.M., Grosjean, M. & Shiffrar, M. (Eds) Oxford, Oxford University Press pp 89-104.
Lenggenhager, B., Tadi, T., Metzinger, T. & Blanke, O. (2007) Video ergo sum: Manipulating bodily self-consciousness. Science, 317, 1096-1099.
Lashley, K. S. (1917). The accuracy of movement in the absence of excitation from the moving organ. American Journal of Physiology, 43, 169-194.
Lhermitte, J. (1937) Les mécanismes du cerveau. Paris, Gallimard
Nielsen, T.I., (1963) Volition: a new experimental approach. Scandinavian Journal of Psychology, 4, 225-230.
Ramachandran, V.S. & Rogers-Ramachandran, D. (1996) Synaesthesia in phantom limbs induced with mirrors. Proceedings of the Royal Society, B 263, 377-386.
Schilder, P. (1923) Das Körperschema. Ein Beitrag zur Lehre vom Bewusstein des eigenen Körpers. Springer, Berlin.
Schilder, P (1950) The image and appearance of the human body. International Universities Press. Traduction française: L’Image du corps. Gallimard, Paris, 1968.
Schneider, K. (1955) Klinische Psychopathologie. Stuttgart: Thieme Verlag.
Spence, S.A. (1996) Free will in the light of neuropsychiatry. Philosophy, Psychiatry and Psychology, 3, 75-100.
Van den Bos, E. & Jeannerod, M. (2002) Sense of body and sense of action both contribute to self-recognition. Cognition, 85, 177-187.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.