Θανάσης Καράβατος
σύναψις 16 [2010 – τόμος 06]
Ο μεθοδολογικός αναγωγισμός έχει προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη βιολογία πλην όμως στη μελέτη των συμπεριφορών «μετατρέπει ανοικτά συστήματα σε κλειστά», υποστηρίζει εδώ και δέκα χρόνια ο βιολόγος Steven Rose. Tα προβλήματα αυξάνουν, λέει, όταν ο αναγωγισμός γίνεται φιλοσοφικός, όταν δηλαδή «συνθλίβει τις ανωτέρου επιπέδου εξηγήσεις με εκείνες του κατώτερου επιπέδου». Τα πράγματα χειροτερεύουν, συνεχίζει, όταν ο αναγωγισμός γίνεται ιδεολογία, ιδίως στο πλαίσιο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όταν επιχειρεί να εξηγήσει πολύπλοκα κοινωνικά φαινόμενα, όπως τη βία, τον αλκοολισμό ή τη σεξουαλικότητα, με όρους αποκλειστικά των νευροεπιστημών, οπότε και «συσσωρεύονται μεθοδολογικά και λογικά σφάλματα».1 Όπως, δηλαδή, έχουμε δει να γίνεται στον ριζοσπαστικό μπηχεβιορισμό του ψυχολόγοy B. F. Skinner (1904-1990) που επεχείρησε να μεταφέρει στην κοινωνιολογία τα άκρως ενδιαφέροντα πορίσματα της έρευνάς του σε ζώα, τις αρχές δηλαδή της «συντελεστικής μάθησης» (operant conditioning) ή δεύτερου τύπου εξαρτημένα αντανακλαστικά (την επεμβατική ή ενεργό εξάρτηση) όπου τον σημαντικότερο ρόλο παίζει το δίπολο «ανταμοιβή/τιμωρία» και όχι η απλή «επανάληψη του ερεθίσματος».
Επρόκειτο για τον εμπλουτισμό του κλασικού μπηχεβιορισμού [που είχε αναπτυχθεί από τον Watson παράλληλα και ανεξάρτητα του παυλοφισμού] με νέα πειραματικά δεδομένα που παρείχαν οι έρευνες του Thorndike, του Konorski και του ίδιου του Skinner. Αναπτύχθηκαν, ακολούθως, και νέα ρεύματα που τόνιζαν είτε την ύπαρξη διάμεσων –μεταξύ ερεθίσματος και απάντησης– μεταβλητών (κίνητρα, συνήθεια) είτε προσδιόριζαν σύνθετα πλέγματα ερεθισμάτων που επιδρούν ως σύνολα επάνω σε έναν οργανισμό που κι αυτός, με τη σειρά του, απαντά επιλέγοντας μεταξύ πολλών πλεγμάτων εναλλακτικών αντιδράσεων και δράσεων. Ο μπηχεβιορισμός παρέμενε, πάντως, σταθερά προσανατολισμένος στο θετικιστικό εμπειριστικό επιστημολογικό ρεύμα που έδινε προβάδισμα στις επίκτητες συμπεριφορές και απέρριπτε απόλυτα κάθε ενδογενές ψυχικό φαινόμενο, μη άμεσα παρατηρήσιμο και αντικειμενικά μετρήσιμο.
Όλα αυτά ήταν έντονα στο έργο του Skinner, συμπυκνωμένα ιδιαίτερα στην αντίληψή του για τον «έλεγχο της κοινωνικής συμπεριφοράς» μέσω ειδικών τεχνικών. Ο Skinner πίστευε ότι όχι μόνο μπορούμε αλλά και πρέπει να ενισχύσουμε επιλεκτικά όλες τις «επιθυμητές» συμπεριφορές. Άποψη, φυσικά, η οποία παραπέμπει κατευθείαν στον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο (1932) του Huxley ή το 1984 (1950) του Orwell [μόνο που εδώ οι ανάλογες πρακτικές καταγγέλλονται]· άποψη, βέβαια, που διαθέτει και προγονικές καταβολές: (α) στην πλατωνική Πολιτεία [η ανθρωπότητα θα ευτυχεί όταν οι φιλόσοφοι γίνουν βασιλείς και οι βασιλείς φιλόσοφοι], (β) στην αναγεννησιακή Ουτοπία (1516) του Thomas More [οι ηγεμόνες ασχολούνται μόνο με τον πόλεμο, ενώ η ανάπτυξη των πρώτων καπιταλιστικών σχέσεων θα προωθήσει την αναγκαιότητα της αυστηρότητας των νόμων και των θεσμών] και (γ) στην Νέα Ατλαντίδα (1627) του Francis Bacon [με τον διαφωτισμό η προσοχή θα στραφεί στην επιστήμη].
Οι θαυμάσιες αυτές προθέσεις υπόσχονταν να εγκαθιδρύσουν ειδυλλιακές κοινωνίες αλλά δεν απέτρεψαν την άνιση κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη, τόσο ανάμεσα σε χώρες όσο και μέσα σε κάθε χώρα· προθέσεις πίσω από τις οποίες διακρίνονταν, κάποιες φορές, το απόλυτα αρνητικό τους πρόσημο, όπως έδειξαν οι κάθε είδους ολοκληρωτικές τους εκδοχές από τον σταλινισμό, τον φασισμό και το ναζισμό του μεσοπολέμου έως τις πιο πρόσφατες τριτοκοσμικές δικτατορίες και τις φονικές ονειρώξεις τύπου Πολ-Ποτ που φαίνεται να ερεθίζουν και σήμερα τα πνεύματα μπροστά στην λαίλαπα της σύγχρονης κοινωνικο-οικονομικής κρίσης και της κατάρρευσης αξιών και ιδεολογιών. Το έργο έχει ξαναπαιχτεί στο παρελθόν, τότε που οι απογοητευμένες μάζες κατέφευγαν είτε με τη βία είτε ανεπαισθήτως στο χωνευτήρι που προετοίμασε έναν ακόμα παγκόσμιο πόλεμο. Στο γνωστό φιλμ Καμπαρέ πρωταγωνιστεί βέβαια η ναζιστική βία αλλά και εκείνος ο νέος που αρχίζει να τραγουδά καλλικέλαδα τη φύση για να πάρει σιγά-σιγά το τραγούδι του στρατιωτικό ρυθμό και να γίνει εμβατήριο πολεμικό. Η γνώση τέτοιων παραμέτρων δεν ανέστειλε καμιά δράση στο παρελθόν· αντίθετα, γονιμοποιούσε την ιδεολογική περιρρέουσα ατμόσφαιρα που εκδηλωνόταν παράλληλα, ενισχύοντας τη δράση.
*
Με ένα ρομαντικό ουτοπικό μυθιστόρημα θα εκφραστεί και ο Skinner στα μέσα του 20ου αιώνα, γράφοντας στο πέρας του 2ου παγκόσμιου πολέμου (1945) το Walden Two, όπου περιγράφει τη ζωή μιας κοινότητας που λειτουργεί με βάση τους νόμους του μπηχεβιορισμού, όπως αποκαλύφτηκαν μέσω της πειραματικής ανάλυσης των συμπεριφορών στα ζώα. Ο τίτλος του βιβλίου αναδιπλασιάζει ένα ρομαντικό κειμένου του 19ου αιώνα, το Walden –or life in the wood (1854) του Henry David Thoreau που περιγράφει τη μοναχική του ζωή στα δάση της Μασαχουσέτης, αποτραβηγμένος από την κοινωνία σε μια καλύβα δίπλα στη λίμνη Walden. Όχι τυχαία, το βιβλίο θα εκδοθεί το 1948, όταν θα είναι ιδιαίτερα ορατοί οι κίνδυνοι εντός του διπολικού κόσμου που ανέδειξε ο πόλεμος: ολοκληρωτισμός από τη μια, κι από την άλλη το χρήμα ως υπέρτατη αξία, κι ανάμεσά τους ο Skinner, που θα αντιδράσει καλώντας την ανθρωπότητα να «επιλέξει μεταξύ της επιστήμης ή του τίποτε»· την ίδια εποχή, ο Καστοριάδης προτιμούσε να διακρίνει ανάμεσα σε «σοσιαλισμό ή βαρβαρότητα».
Ο Skinner αντιτίθεται στην άσκηση βίας και αποφεύγει την «τιμωρία», επιχειρεί όμως να «βιάσει» τη συμπεριφορά μέσω της τεχνικής της «θετικής ενίσχυσης». Κι ύστερα στοχάζεται: «Ένας κόσμος στον οποίο θα υπάρχει τροφή, ενδυμασία και κατοικία για όλους, όπου ο καθένας επιλέγει την εργασία του και δεν εργάζεται κατά μέσο όρο παρά μόνο επί 4 ώρες την ημέρα, όπου αναπτύσσονται η μουσική και οι τέχνες, όπου οι προσωπικές σχέσεις αναπτύσσονται μέσα στις πιο ευνοϊκές συνθήκες, όπου η παιδεία προετοιμάζει κάθε παιδί για την κοινωνική και διανοητική ζωή που το περιμένει, κοντολογίς όπου ο κόσμος είναι παραγωγικός, δημιουργικός και προσβλέπει προς το μέλλον. Τι μπορεί να προσάψει κανείς σε ένα τέτοιο κόσμο; Μόνο αυτό: υπάρχει κάποιος που τα σχεδίασε όλα αυτά με αυτόν τον τρόπο». Γίνεται όμως φανερό ότι αυτό το μόνο αρκεί για να ανατρέψει όλο το συλλογισμό. Ακόμα κι αν το ερώτημα τεθεί με τον τρόπο του C. R. Rogers2: «ποιος θα ελεγχθεί; ποιος θα ελέγχει; και πάνω απ’ όλα με ποιο στόχο, με ποιο σκοπό και στο όνομα ποιας αξίας θα ασκήσει κανείς αυτόν τον έλεγχο», πάλι το πρόβλημα παραμένει, έστω κι αν διευκρινιστούν οι όροι που τελικά το συνθέτουν. Ο Skinner δεν διστάζει να υπεραμυνθεί τη μόνη αξία που αποδέχεται: «την πολιτισμική επιβίωση» και να προτείνει στο βιβλίο του Beyond freedom and Dignity (1971): «Πρέπει να επιχειρήσουμε βαθιές αλλαγές στην ανθρώπινη συμπεριφορά (…). Αυτό που μας χρειάζεται επιτακτικά είναι μια εφαρμοσμένη επιστήμη, μια τεχνολογία της συμπεριφοράς». Πρόκειται για έναν προγραμματισμένο κοινωνικό μπηχεβιορισμό, σε εποχές που η εξουσία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο μάλλον αυξάνει, σε εποχές που κατά την έκφραση του Jean Bernard «ο άνθρωπος κυμαίνεται ανάμεσα στην ελπίδα και την ανησυχία».
Η χειραγώγηση του ανθρώπου δεν είναι σημερινή υπόθεση, ούτε αφορά μόνο την ψυχολογία. Ο φανατισμός που ωθεί είτε στο έγκλημα είτε στη θυσία, η κατασκευή ειδώλων, ο έλεγχος της πληροφορίας αποτελούν μερικές μόνο εκφράσεις ανάλογης χρήσης. Παρόλα αυτά, το πρόβλημα δεν τίθεται έτσι διότι ο περιβαλλοντικός προσδιορισμός της ανθρώπινης συμπεριφοράς προσφέρει μόνο ένα μέρος των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν εξαντλείται στο άθροισμα των εξαρτημένων του αντανακλαστικών. Υπάρχει πάντα και εκείνο το πεδίο της γλώσσας που κάνει τη διαφορά.
Η αποστείρωση του περιβάλλοντος δεν αποτελεί λύση για τα κοινωνικά προβλήματα. Η Hannah Arendt, πολέμια κάθε ολοκληρωτισμού, αυτό ακριβώς φοβόταν: «το κακό με τις σύγχρονες θεωρίες του μπηχεβιορισμού δεν είναι ότι σφάλλουν αλλά ότι μπορούν να γίνουν αληθινές».3 Γι’ αυτό και ο Noam Chomsky θεωρούσε πως ο κοινωνικός μπηχεβιορισμός του Skinner ήταν μια ειδική εκδοχή των θεωριών για την χειραγώγηση του ανθρώπου.4
Σημειώσεις
1 Rose S. What is wrong with reductionist explanations of behavior. Novartis Foundation Symposium 1998, 213, 176-86 (βλ και τη συζήτηση, σελ. 186-92, 218-21).
2 Rogers CR, Skinner BF. Some issues concerning the control of human behavior; a symposium. Science 1956, 124 (3231),1057-66.
3 Arendt A. The human condition. Chicago, University of Chicago Press. 1958. Ελληνική έκδοση Η ανθρώπινη κατάσταση, Γνώση 1985.
4 Chomsky N. The case against B. F. Skinner. The New York Review of Books, Dec 30, 1971 [www.chomsky.info/articles/19711230.htm].
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.