Βασίλης Καψαμπέλης
Ψυχίατρος και Ψυχαναλυτής της
Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού.
Γενικός Διευθυντής της Εταιρείας Ψυχικής Υγείας
στο 13ο Διαμέρισμα του
Παρισιού

σύναψις 16 [2010 – τόμος 06]

Το παραλήρημα ως ψυχική δραστηριότητα*

* Διάλεξη στην Διημερίδα που οργάνωσαν η ΕΠΑΨΥ και ο Τομέας Ψυχιατρικής του ΔΠΘ με θέμα «Το παραλήρημα και το υποκείμενο» (Αθήνα, 4-5 Νοεμβρίου 2005)

Στη διάλεξη αυτή θα εξετάσουμε το παραλήρημα ως ψυχική δραστηριότητα, υπό την πληρέστερη έννοια αυτού του όρου: θα μελετήσουμε δηλαδή με ποιο τρόπο, και σε ποιο βαθμό, το παραλήρημα αποτελεί ένα είδος αυτοτελούς ψυχικής δραστηριότητας, ίδιας τάξεως με ψυχικές δραστηριότητες όπως, για παράδειγμα, η αγάπη ή η δημιουργία, υπό την έννοια ότι κινητοποιεί περίπου τόσες ψυχικές δυνάμεις όσες κι αυτές, και ότι εμπλέκει, σε μια χρονικότητα παρόμοια με την δική τους, ένα ανάλογο σύνολο ψυχικών συνιστωσών (είτε ψυχικών θεσμών είτε στοιχειωδών ψυχικών λειτουργιών, όπως η παράσταση, η σκέψη, ο συνειρμός, η αντίληψη, η πράξη…).

Η θεώρηση του παραληρήματος ως «ψυχικής δραστηριότητας» σημαίνει επίσης – και μάλιστα κυρίως – την θεωρητική απαίτηση να το ορίσουμε ως το προϊόν της συνάντησης δύο διακινήσεων, εξωτερικών σε σχέση με τον ψυχισμό:

  • Η μία, που σχετίζεται με την ιδιοδεκτική αντιληπτική δραστηριότητα, έλκει την καταγωγή της από την βιολογική φύση του οργανισμού στον οποίο εδρεύει ο ψυχισμός. Η ψυχική της εκπροσώπηση – και η «μυθολογική» της προέλευση – αντιστοιχεί σ’ αυτό που ονομάζουμε ενόρμηση.
  • Η άλλη θεμελιώνεται στην εξωδεκτική δραστηριότητα, δηλαδή στις αντιλήψεις που προκύπτουν από τις πέντε αισθήσεις (είτε αυτές οι αντιλήψεις είναι στραμμένες προς τον ίδιο τον οργανισμό, είτε όχι). Η εξωδεκτική αντίληψη είναι ψυχική δραστηριότητα που απευθύνεται σε, και τείνει να επενδύσει «κάτι άλλο, έξω από τον εαυτό», η γενική ονομασία του οποίου είναι «αντικείμενο» (υπό την έννοια υπό την οποία ο Pasche έλεγε ότι αντίληψη και αγάπη «είναι ίσως ίδιας φύσεως φαινόμενα»). Ορισμός που λαμβάνει υπόψη ότι η συσχέτιση αυτή ανάμεσα σε «εξωδεκτική αντιληπτική δραστηριότητα» και «αντικείμενο» δεν σημαίνει ότι η καταγωγή της συγκρότησης του αντικειμένου είναι η αντίληψη, αλλά ότι, όπως έδειξε ο Winnicott, μόνο η αντίληψη επιτρέπει στην ψυχική κατηγορία του αντικειμένου να αποκτήσει αυτό το ποιόν υπάρξεως που είναι απαραίτητο ώστε ο ψυχισμός να μπορέσει να αναπτύξει αξιόπιστες ψυχικές δραστηριότητες με προορισμό το αντικείμενο· ακόμη κι όταν, όπως συμβαίνει με μεγάλο αριθμό σημαντικών ψυχικών δραστηριοτήτων, το αντικείμενο δεν χρειάζεται καν να είναι αντιληπτό κι αρκεί να είναι αντικείμενο μνήμης, αντικείμενο παραστάσεως ή ακόμη αντικείμενο ανακατασκευής/ επανεύρεσης.
Από τη 2η Πανελλήνια Έκθεση Η Τέχνη στην Ψυχιατρική (1997-1998). Έκδοση της εταιρείας Lundbeck.
Από τη 2η Πανελλήνια Έκθεση Η Τέχνη στην Ψυχιατρική (1997-1998). Έκδοση της εταιρείας Lundbeck.

Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύθηκαν πολλές και σημαντικές εργασίες γύρω από τους μηχανισμούς που οδηγούν στη συγκρότηση των ψευδαισθήσεων και των παραληρηματικών ιδεών και στη σχέση τους αφενός με τη γλώσσα (ή ακριβέστερα, με τα λεκτικά ίχνη των παραστάσεων λέξεως), αφετέρου με τις παραστάσεις πράγματος και γενικότερα με τα ίχνη που αυτά τα πρώτα εντυπώματα αφήνουν – ή δεν αφήνουν – στον ψυχισμό. Πολλοί συγγραφείς, ιδιαίτερα της γαλλικής σχολής (A. Green, C. et S. Botella, R. Roussillon, C. Janin, F. Duparc…), προσκόμισαν καίριες συμβολές στα ζητήματα της ψευδαίσθησης (ως βασικής συνιστώσας της λειτουργίας του ψυχικού οργάνου), καθώς και στις έννοιες του «αδιανόητου», του «μη-παραστάσιμου» και του «αρνητικού». Οι δημοσιεύσεις αυτές προεκτείνουν προηγούμενες εργασίες πάνω στις ιδιοτυπίες της παραληρηματικής ιδέας και στις σχέσεις της με τις πρώιμες, μη λεκτικές παραστάσεις είτε σαν οπτική εικόνα (Aulagnier) είτε σαν ανεπεξέργαστη συγκινησιακή εμπειρία (Bion, Winnicott). Εδώ δεν θα θίξουμε παρά περιθωριακά τις εργασίες αυτές, γιατί το ενδιαφέρον μας θα στραφεί κυρίως στο πώς τα πράγματα λειτουργούν παρά στο πώς είναι φτιαγμένα. Θα αναφερθούμε δηλαδή περισσότερο στο έργο που παράγουν παρά στους στοιχειώδεις μηχανισμούς που επιτρέπουν την επιτέλεση αυτού του έργου. Η σχέση ανάμεσα στο παρόν κείμενο και τις εργασίες αυτές είναι ανάλογη με τη σχέση ανάμεσα σε μακρο-οικονομικές και μικρο-οικονομικές μελέτες.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι δύο προοπτικές έρευνας, διαφορετικές και συμπληρωματικές, είναι εξίσου παρούσες στο έργο του Freud. Ορισμένα κείμενα (Το ασυνείδητο και το Μεταψυχολογικό συμπλήρωμα στη θεωρία του ονείρου της Μεταψυχολογίας, ο Άνθρωπος με τους λύκους και το σχόλιο πάνω στον μηχανισμό της προβολής του Προέδρου Σρεμπέρ…) ανήκουν στην πρώτη κατηγορία: προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα της συγκρότησης και της φύσης της στοιχειώδους παραληρηματικής ιδέας και στη σχέση της με την ψευδαίσθηση. Άλλα κείμενα μοιάζουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για το παραλήρημα ως ψυχική δραστηριότητα. Σε τι χρησιμεύει; Ως προς τι ιδιάζει σε σχέση με άλλες ψυχικές δραστηριότητες; Τι αποκομίζει στο άτομο που παραληρεί;

Θα διατρέξουμε στη συνέχεια δύο από τα κείμενα αυτής της δεύτερης κατηγορίας, που μελετούν την «μακρο-οικονομία» του παραληρήματος, τις λειτουργίες του ως ψυχικής δραστηριότητας. Σε διάστημα λίγων ετών, ο Freud μελετά: αφενός, το είδος παραληρηματικής δραστηριότητας, που περιγράφεται στη νουβέλα Gradiva του Jensen και την οποία μπορούμε να θεωρήσουμε σαν το πρότυπο των παραληρηματικών εκδηλώσεων των οξειών ψυχώσεων· αφετέρου, την παραληρηματική δραστηριότητα που αναπτύσσεται κυρίως με αφετηρία τις υποθέσεις που διατυπώνει για την σχιζοφρένεια στο κείμενο Για μια εισαγωγή του ναρκισσισμού γύρω από την έννοια της απόσυρσης της λιβιδούς, που επενδύεται στο αντικείμενο, φαινόμενο που η σύγχρονη ψυχανάλυση αποδίδει με τον όρο «αποαντικειμενοτροπισμός»1 (désobjectalisation, Raca-mier, Green). Η μελέτη των ομοιοτήτων, και κυρίως των διαφορών ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο τύπους παραληρηματικής δραστηριότητας θα μπορούσε ίσως να φωτίσει καθαρότερα την ειδική λειτουργία της παραληρηματικής δραστηριότητας στις σχιζοφρένειες, οι οποίες, περισσότερο κι από τις υπόλοιπες χρόνιες ψυχώσεις (τις λεγόμενες «συστηματικές»), θα αποτελέσουν εδώ το επίκεντρο της σκέψης μας.2

Η παραληρηματική δραστηριότητα στην Gradiva του Jensen

Στη φροϋδική βιβλιογραφία, το πρότυπο των οξέων παραληρηματικών επεισοδίων είναι ο Norbert Hanold, νεαρός αρχαιολόγος, κεντρικό πρόσωπο της νουβέλας του Jensen « Gradiva », την οποία ο Freud χρησιμοποίησε σαν αναφορά κλινικού περιστατικού για να συντάξει τα σχόλιά του πάνω στο «παραλήρημα και τα όνειρα», που περιγράφονται στην αφήγηση αυτή. Από κλινική άποψη, μπορούμε να επισημάνουμε στην περίπτωση αυτή όλους τους παράγοντες οξέος παραληρηματικού και ψευδαισθητικού, μη ψυχωσικού, επεισοδίου, με έντονη συγχυτική συνιστώσα. Ο νεαρός ήρωας είναι προφανώς μη ψυχωσικής ψυχικής οργανώσεως, έχει αξιοσημείωτες δυνατότητες μετουσιώσεως, αλλά παρουσιάζει επίσης, από το τέλος της εφηβείας και πέρα, μια σημαντική αναστολή της γενετησιότητάς του. Ωστόσο, το αντικείμενο συνεχίζει να είναι παρόν, υπό τη μορφή μιας νεαρής κοπέλας, της Ζωής, συντρόφισσας των παιδικών παιχνιδιών, και ξεχασμένης μετά τον κυκεώνα της εφηβείας. Το αντικείμενο είναι παρόν, δηλαδή ο ήρωας το βλέπει – αν και δεν το κοιτάζει – κι αυτή η διαπλοκή ανάμεσα σε «βλέπω» και «κοιτάζω» του αρκεί ώστε να οργανώσει τη συμβολική του μετάθεση πάνω σ’ ένα ρωμαϊκό ανάγλυφο και να πυροδοτήσει μία ισχυρή ενορμητική διακίνηση που οδηγεί τον μέλλοντα ασθενή μέχρι την Πομπηία. Εκεί κάνουν την εμφάνισή τους και άλλα συστατικά του οξέος επεισοδίου, κλασικά στην παραδοσιακή ψυχιατρική, για να συμβάλλουν στην τελική, και λυτρωτική, παραληρηματική έκρηξη: η αστόχαστη κατανάλωση του «έξοχου σικελικού κρασιού», καθώς και ένας βαθμός εκθέσεως στον ήλιο που, για τους θιασώτες των χλωμών φωτισμών των βιβλιοθηκών της ευρυμάθειας, εμπεριέχει όλους τους κινδύνους σοβαρής ηλιάσεως. Ο νεαρός αρχαιολόγος καταφέρνει λοιπόν τελικά να παρουσιάσει ένα οξύ ψυχοπαθολογικό επεισόδιο καθ’ όλα ανάλογο με αυτά των σημερινών νέων υπό την επήρεια διαφόρων τοξικών ουσιών – και μάλλον και σε ανάλογο πλαίσιο προβληματικής διαχείρισης της γενετησιότητάς τους.

Από εκείνη τη στιγμή και πέρα, τα ερείπια της αρχαίας πόλης γίνονται η απέραντη σκηνογραφία όπου, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, θα διαδραματισθεί το εσωτερικό θέατρο του ήρωα: ο Norbert Hanold μυρίζει τα τριαντάφυλλα του Σορέντο με μια ιδιαίτερη οξύτητα, συλλαμβάνει τα ερωτικά μηνύματα που του στέλνουν, απευθύνεται στην παιδική του φίλη, που συναντά επί τόπου αλλά δεν αναγνωρίζει, σαν να ήταν ένα πλάσμα από μάρμαρο που ξαφνικά ξαναβρήκε το ζωντανό του μοντέλο. Ονειρεύεται με ανοιχτά μάτια και με πλήρη συμμετοχή της ψυχοκινητικότητάς του: πηγαινοέρχεται, επισκέπτεται, διαπληκτίζεται, μονολογεί, κοιμάται ύπνο βραχύ και ανήσυχο. Πρόκειται ακριβώς για την κλινική εικόνα που οι συγγραφείς του 19ου αιώνα απομόνωσαν υπό την ονομασία ονειρισμός, ένα «παραλήρημα ονείρου και δράσης» κατά τον κλασικό του ορισμό, δηλαδή μία παραληρηματική και ψευδαισθητική δραστηριότητα οξείας ή υποξείας εκδηλώσεως, σε συνδυασμό με μερικό ή πλήρη χωρο-χρονικό αποπροσανατολισμό και διαταραχές της εγρήγορσης, που τροφοδοτείται από την αϋπνία και την ψυχοκινητική διέγερση και που ξοδεύει αλόγιστα μέχρις εξαντλήσεως τις δυνάμεις του ατόμου μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντρομου μερικές φορές, αλλά ευρηματικού αναβρασμού.

Για ποιο λόγο παραλληλίζονται αυτά τα παραληρηματικά και ψευδαισθητικά επεισόδια με την δραστηριότητα του ονείρου – παραλληλισμός τον οποίο υποδηλώνει τόσο ο τίτλος του δοκιμίου του Freud («Παραλήρημα και όνειρα στην Gradiva του Jensen») όσο και ο ψυχιατρικός τους ορισμός ως «ονειρισμός»; Διότι, και στις δύο περιπτώσεις, η δύναμη της ενορμητικής διακίνησης θα υπερκεράσει τις αντιστάσεις του συστήματος αντίληψη-συνείδηση, το οποίο από την πλευρά του αποτυγχάνει στην άσκηση της λειτουργίας της «δοκιμασίας της πραγματικότητας» (υπό την έννοια του «πιστοποιητικού υπάρξεως» των αντιληπτικών δεδομένων), εξ αιτίας μιας σειράς εξωτερικών και εσωτερικών συνθηκών. Δρομολογείται έτσι μία ευρύτατη κίνηση παλινδρόμησης, κατά την οποία το πάθος αντικειμένου υπερτερεί της δυνατότητας αντικειμένου, μέσα από δολιχοδρομίες που περιγράφει εύστοχα ο Augustin Jeanneau στα Μη ψυχωσικά παραληρήματα (Presses Universitaires de France, 1990). Το αποτέλεσμα είναι μία ψυχική δραστηριότητα που έχει την ιδιότητα να ζωντανεύει το παρελθόν και τα άψυχα αντικείμενα, να ιδιοποιείται, μέσα από ένα ακατάσχετο ταξίδι των ματιών, των αυτιών και του μυαλού, ολόκληρο τον περιβάλλοντα κόσμο, να μετατρέπει τις εκτενέστερες δυνατές περιοχές του αντικειμενικού κόσμου σε κόσμο αντικειμενοτρόπο.

Αυτό ακριβώς το σημείο αποκαλύπτει τη διάσταση οδών ανάμεσα στον ονειρισμό και την παραληρηματική δραστηριότητα των ψυχώσεων υπό την αυστηρή έννοια του όρου, δηλαδή κυρίως των χρονίων ψυχώσεων. Στο βαθμό που το άτομο, υπό το κράτος ονειρισμού, βυθίζεται στην παλίνδρομη τροχιά που πηγαίνει από τις σκέψεις στις ηχητικές και κυρίως στις οπτικές εικόνες, η παραγωγή του γίνεται όλο και πιο πλούσια, η εσωτερική του σκηνή διευρύνεται μέχρι να περικαλύψει το σύνολο του άμεσου αντιληπτού περιβάλλοντος: βρισκόμαστε σε τυπικές συνθήκες καταστολής της διαφοράς ανάμεσα σε «μέσα» και «έξω», «εσωτερικό» και «εξωτερικό», πράγμα που σημαίνει πάντοτε, για τον ανθρώπινο ψυχισμό, κατάργηση της διαφοράς ανάμεσα σε ιδιοδεκτικές και εξωδεκτικές διεγέρσεις. Ωστόσο – και σε αντίθεση με ό,τι παρατηρείται στις χρόνιες ψυχώσεις – η εξωτερική διέγερση θα αντιμετωπισθεί εν προκειμένω από τον ψυχισμό σαν εσωτερική και θα γίνει δεκτή σαν τέτοια. Ή μάλλον, θα μπορούσαμε να πούμε: ένα είδος συνδιεγέρσεως εγκαθίσταται προοδευτικά, όχι πλέον ανάμεσα σε διάφορες ερωτογόνες ζώνες, αλλά ανάμεσα στο άτομο και τον εξωτερικό κόσμο. Έτσι, το άτομο που βρίσκεται σε οξεία ψυχωσική κατάσταση αρμενίζει στο έλεος των κυμάτων της εσωτερικής του θύελλας και των τυχαίων συναντήσεων του χαοτικού της δρομολογίου· οι προτάσεις και επιθυμίες των άλλων γίνονται και δικές του· ακόμη και τα άψυχα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου του στέλνουν σήματα επιθυμιών που το άτομο προθυμοποιείται να ακολουθήσει («Είδα μια πινακίδα που έγραφε Brest, κατάλαβα αμέσως ότι πρέπει να φύγω για Βρετάνη», εξηγούσε μία ασθενής μετά από μία παθολογική περιπλάνηση). Δηλαδή, στον κόσμο του ονειρισμού, τα πάντα γίνονται αντικειμενοτρόπα: τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου γίνονται αντικείμενα, η επιθυμία του αντικειμένου είναι επιθυμία του εγώ, και το εγώ προσφέρεται σαν αντικείμενο της επιθυμίας, φιλητικής ή διωκτικής, των άλλων – και σχεδόν κάθε άλλου, με την ίδια πρόθυμη ορμή και με μια μεθυστική έξαρση που μόνο τα μέτρα απομόνωσης και η αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή κατορθώνουν να ανατάξουν.

Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, η κατάσταση αυτή δεν μοιάζει διόλου να θέτει στο άτομο το πρόβλημα της απώλειας των ορίων και της ακεραιότητας του εγώ του. Στα οξέα ψυχωσικά επεισόδια, στις ψυχονοητικές συγχύσεις, η ψευδαισθητική φαντασμαγορία σκηνοθετεί και ενσωματώνει ακατάπαυστα πρόσωπα και πράγματα της λεγόμενης εξωτερικής πραγματικότητας· αισθήματα αγάπης και μίσους, διώξεως και εκστατικής σύμπνοιας κυκλοφορούν και ανταλλάσσονται αδιάλειπτα· και, παρόλα αυτά, ένα είδος «εγώ» παραμένει διαρκώς παρόν και εν ενεργεία, όπως μέσα στο όνειρο. Θα έπρεπε ίσως σωστότερα να πούμε: το ζήτημα της ύπαρξης και της ακεραιότητας του εγώ δεν τίθεται καν σ’ αυτές τις καταστάσεις διότι, όπως στο όνειρο, όλα είναι εγώ. Πράγματι, σ’ αυτές τις οξείες παραληρηματικές καταστάσεις, δεν θα ήταν ακριβές να θεωρήσουμε ότι βρισκόμαστε υπό συνθήκες όπου το εγώ αντιμετωπίζει μία εξωτερική πραγματικότητα εχθρική και ξένη. Θα ήταν ορθότερο να πούμε ότι το εγώ επέκτεινε τα όριά του μέχρι του σημείου να μεταχειρίζεται σαν ψευδαίσθηση το αντιληπτικό δεδομένο, και τα όρια του αντιληπτού κόσμου να συμπίπτουν με τα όρια του εγώ. Συναντάμε εδώ, νομίζω, αυτό το βασικό στοιχείο της θεωρίας του ονείρου: το όνειρο είναι «εγωιστικό», λέει ο Freud. Αυτός ο «εγωισμός» εκφράζεται στην εικαστικότητα (στην εικονοπλασία, figurabilité) του ονείρου, με το γεγονός ότι το «εγώ» μπορεί να είναι πίσω από οποιοδήποτε πρόσωπο του ονείρου και, αντίστροφα, η εμφάνιση του «εγώ» μέσα στο όνειρο μπορεί να παραπέμπει σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Ο «εγωισμός» του ονείρου θα μπορούσε λοιπόν να γίνει κατανοητός υπό την έννοια αυτού που ονομάζουμε «πρωτογενή ναρκισσισμό», αυτό το «ψυχικό σύστημα» που ο Freud περιγράφει στο κείμενο Διατυπώσεις γύρω από τις δύο αρχές λειτουργίας του ψυχικού γίγνεσθαι σαν συναποτελούμενο «από το βρέφος, αρκεί να του προσθέσουμε τις μητρικές φροντίδες». Έτσι, στον ονειρισμό και στην οξεία ψύχωση, ο κόσμος όλος γίνεται αντικείμενο, και συμμετέχει σ’ αυτή την εναρκτήρια, θεσπέσια ή απειλητική κατάδυση στις διασταυρούμενες και αλληλοσυγχωνευόμενες επιθυμίες, από την οποία είχε αρχικά αναδυθεί το εγώ ως σταδιακά αυτόνομη οντότητα. Για το άτομο, η βύθιση στον κόσμο της οξείας ψύχωσης είναι η δυνατότητα να κάνει, για κάποιες ημέρες ή εβδομάδες, ένα ταξίδι στην ανάμνηση του παρελθόντος με τα πρόσωπα της επικαιρότητας και του παρόντος: να αγαπήσει και να αγαπηθεί – και άρα να μισήσει και να μισηθεί – με μία ένταση που έκτοτε δεν ξαναβρήκε ποτέ.

Η παραληρηματική δραστηριότητα στο
Για μια εισαγωγή του ναρκισσισμού του Freud

Εντελώς διαφορετική είναι η πορεία που οδηγεί στην παραληρηματική δραστηριότητα της σχιζοφρένειας, έτσι όπως την περιγράφει ο Freud στο Για μια εισαγωγή του ναρκισσισμού. Ο μηχανισμός συγκρότησης των παραληρηματικών καταστάσεων περιγράφεται σε δύο χρόνους. Ένα πρώτο στάδιο είναι η αποεπένδυση του εξωτερικού κόσμου, η «απόσυρση των επενδύσεων». Ο Freud υπογραμμίζει σ’ αυτό το σημείο ευθύς εξ αρχής τη διαφορά με την νευρωσική παθολογία: «Ο υστερικός ή ο ψυχαναγκαστικός έχουν και αυτοί εγκαταλείψει τη σχέση με την πραγματικότητα […] Αλλά η ανάλυση δείχνει ότι διόλου δεν κατάργησαν την ερωτική σχέση με τα πρόσωπα και τα πράγματα. Την συντηρούν ακόμα στη φαντασίωσή τους, δηλαδή, αφενός αντικατέστησαν τα πραγματικά αντικείμενα με τα φαντασιακά αντικείμενα της φαντασίωσης ή ανέμειξαν τα μεν και τα δε, αφετέρου παραιτήθηκαν κάθε κινητικής δράσης για να επιτελέσουν σκοπούς σχετικούς με αυτά τα αντικείμενα […] Τα πράγματα είναι διαφορετικά για τους παραφρενείς [σχιζοφρενείς]. Ο σχιζοφρενής φαίνεται να απέσυρε όντως τη λιβιδώ του από τα πρόσωπα και πράγματα του εξωτερικού κόσμου, χωρίς όμως να τα αντικαταστήσει από άλλα μέσα στη φαντασίωσή του». Το δεύτερο στάδιο, από την μεριά του, αντιστοιχεί στην αδυναμία του ατόμου να ζήσει ψυχικά αυτή την «μεγαλομανιακή» κατάσταση, όπου όλη η λιβιδώ αναρροφήθηκε προς το εγώ. Η «απόπειρα επαναπόδοσης» της λιβιδούς στα αντικείμενα, που κατά συνέπεια παρομοιάζεται με «απόπειρα ιάσεως», θα οδηγήσει στη δημιουργία αυτής της «νεο-πραγματικότητας» που οικοδομείται με αφετηρία την ψευδαισθητική δραστηριότητα και τις παραληρηματικές ιδέες, και η οποία ξαναρχίζει λοιπόν ένα είδος αντικειμενοτρόπου ζωής, αλλά, όπως το υποδεικνύει ο Freud, «με αφετηρία ένα άλλο επίπεδο και υπό άλλες συνθήκες απ’ ό,τι η αρχική επένδυση» (ή προ της νοσήσεως).

Εισαγωγή στον  ναρκισισμό (1914).  Σελίδα από το  χειρόγραφο του Freud
Εισαγωγή στον ναρκισισμό (1914). Σελίδα από το χειρόγραφο του Freud

Ένα στοιχείο της φροϋδικής επιχειρηματολογίας προσελκύει την προσοχή σ’ αυτό το κείμενο: ο Freud δεν εξετάζει ιδιαίτερα την αμυντική λογική στην οποία υπακούει το πρώτο στάδιο, το στάδιο της ναρκισσιστικής απόσυρσης. Για ποιο λόγο το άτομο αναγκάζεται να αποσύρει τις επενδύσεις του προς το αντικείμενο, ακόμη και μέσα στην φαντασίωση, στον εσωτερικό του κόσμο; Οι εργασίες του Federn, έτσι όπως προεκτάθηκαν από πολυάριθμους αναλυτές από το 1950 (Searles, Racamier, Benedetti, Pasche), προσπάθησαν να διαλευκάνουν αυτό το σημείο. Αυτό που μερικοί ασθενείς μας επιτρέπουν να υποθέσουμε, μέσα από την θεραπευτική σχέση, είναι η απειλή που μοιάζει να αποτελεί για το εγώ τους η παρουσία του αντικειμένου: διείσδυση και διάχυση, απώλεια των ορίων και συγκερασμός, σύγχυση και «βαμπιρισμός» (υπό την έννοια της φαντασίωσης ότι η επένδυση του αντικειμένου θα απορροφήσει τις ζωτικές δυνάμεις του ατόμου, αφήνοντάς το σε κατάσταση «ζωντανού νεκρού»). Ορισμένα ψυχωσικά φαινόμενα (για την ακρίβεια, περισσότερο τυπικά σχιζοφρενικά παρά εν γένει ψυχωσικά) μοιάζουν να οδηγούν το εγώ στην επαναβίωση μιας πρωταρχικής και μυθικής σύντηξης με το αντικείμενο – αλλά με το πρόσημο, όχι κάποιας ευδαιμονικής συνένωσης, αλλά ενός επικείμενου εκμηδενισμού. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια τη φύση αυτής της απειλής. Όπως και να έχει το πράγμα, ας συγκρατήσουμε επί του παρόντος ότι είναι δύσκολο να καταλάβουμε το πρώτο στάδιο διαμόρφωσης της χρόνιας ψύχωσης κατά τον Freud – τη ναρκισσιστική απόσυρση, τον αποαντικειμενοτροπισμό (Racamier, Green) – χωρίς την υπόθεση ενός προκαταρτικού, προγενέστερου σταδίου, που εμπεριέχει το αντικείμενο σαν ζωτική απειλή. Αυτό πρέπει να είναι το πραγματικό «πρώτο» στάδιο, εκείνο που πυροδοτεί τις αμυντικές επιχειρήσεις που οδηγούν στην σχιζοφρένεια. Έτσι ώστε φαίνεται πιο σωστό να αντιλαμβανόμαστε την συγκρότηση των παθολογιών αυτών με όρους τριών, και όχι δύο, σταδίων: απειλή που αντιπροσωπεύει το αντικείμενο – ναρκισσιστική απόσυρση (απο-αντικειμενοτροπισμός) –, ανασύσταση του αντικειμένου μέσα από την ψευδαισθητική και παραληρηματική δραστηριότητα.

Το ερώτημα αυτό της σχέσης ανάμεσα σε ναρκισσιστική απόσυρση και σχιζοφρένεια είναι πολλώ μάλλον θεμιτό που οι επεξεργασίες του Freud στο Για μια εισαγωγή του ναρκισσισμού, όταν περιγράφει αυτό που ονομάζει μεγαλομανιακό στάδιο, εμπεριέχουν όλα τα απαραίτητα συστατικά της οξείας ψυχώσεως. Πράγματι, αυτό το στάδιο παραληρήματος μεγαλείου, γράφει ο Freud, είναι κανονικά «η μεγέθυνση και η πιο σαφής εκδήλωση μιας κατάστασης που είχε ήδη υπάρξει προηγουμένως». Αυτή η προηγούμενη κατάσταση είναι ο «πρωτογενής ναρκισσισμός», μια κατάσταση που «εσωκλείει και τις επενδύσεις αντικειμένου», για την οποία ακριβώς ο Freud έγραφε, λίγα χρόνια νωρίτερα, στο κείμενο που ήδη αναφέραμε, ότι αποτελείται από το σύστημα βρέφος-μητρικές φροντίδες. Επιπλέον, η κλινική παρατήρηση επιτρέπει να υποθέσουμε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες το άτομο βρίσκει καταφύγιο στη λύση του παραληρήματος είναι γενικά αρκετά παρόμοιες· αυτό τουλάχιστον παρατηρούμε στους εφήβους και νεαρούς ενήλικες που εισέρχονται, οι μεν σε οξύ ψυχωσικό επεισόδιο (όπως ο ήρωας της Gradiva), οι δε σε σχιζοφρένεια. Οπότε, σε τι οφείλεται το γεγονός ότι ο σχιζοφρενής δεν παίρνει τον δρόμο της οξείας ψύχωσης έτσι όπως τον περιγράψαμε προηγουμένως; Γιατί, στην περίπτωση της σχιζοφρένειας, η παθολογία δεν εκτυλίσσεται όπως και στις οξείες ψυχώσεις; Στην πραγματικότητα, έτσι εκτυλίσσεται, εν μέρει· πολλοί σχιζοφρενείς μπορεί να αρχίσουν σαν οξείες ψυχώσεις. Αλλά τότε, τι ακριβώς συμβαίνει στη συνέχεια; Γιατί οι μεν (τα άτομα που παρουσιάζουν οξείες ψυχώσεις χωρίς συνέχεια) βιώνουν ένα πρόσκαιρο και θριαμβευτικό ξαναντάμωμα με τον κόσμο-αντικείμενο, υπό την σκέπη της παραληρηματικής και ψευδαισθητικής φαν-τασμαγορίας, ενώ στους δε (εκείνους που γίνονται σχιζοφρενείς) η διαδικασία αυτή μοιάζει να ανακόπτεται στα μισά του δρόμου, και στο εξής να τους αφήνει για πάντα μετέωρους ανάμεσα στην αναζήτηση της τελείωσης και την αδυνατότητα της συνάντησης; Και τέλος, θα μπορούσε η μελέτη των ιδιοτυπιών του παραληρήματος που προκύπτει από αυτή την ανακοπή – δηλαδή του τυπικά παρανοειδούς, σχιζοφρενικού παραληρήματος – να μας φωτίσει πάνω σ’ αυτό που διακυβεύεται ειδικά σ’ αυτές τις παθολογίες, σε αντίθεση με τις οξείες ψυχώσεις;

Παραλήρημα ονείρου και παραλήρημα πραγματικότητας

Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τα όσα στοιχεία προσπαθήσαμε να αναδείξουμε μέχρι τώρα με τον ακόλουθο τρόπο: το παραλήρημα συνίσταται στο να ζήσει κανείς, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μια κοινή ιστορία με το αντικείμενο – πράγμα που προϋποθέτει μια ενορμητική διακίνηση, όποια κι αν είναι η φύση της, που σε τελευταία ανάλυση βρίσκει τον φυσικό της παραλήπτη, το αντικείμενο, έστω κι αν ο εν λόγω παραλήπτης είναι εξ ολοκλήρου ανακατασκευασμένος. Νομίζω ότι όποιος κι αν είναι ο άξονας που θα χρησιμοποιήσουμε για την προσέγγιση του παραληρήματος και όποια κι αν είναι η υπό θεώρηση παθολογία (οξείες ψυχώσεις, συγχυτικά επεισόδια, σχιζοφρένειες ή άλλες χρόνιες μη σχιζοφρενικές παραληρηματικές ψυχώσεις), το παραλήρημα αντιστοιχεί πάντα σε μια πρωτότυπη και ιδιότυπη, ψυχική δραστηριότητα συνάντησης και συναλλαγής με τον αντικειμενοτρόπο κόσμο – ή, για την ακρίβεια, με έναν κάποιο αντικειμενοτρόπο κόσμο, βαθιά διαφορετικό από εκείνον των νευρωσικών οργανώσεων. Το παραλήρημα εμφανίζεται όταν οι άλλοι τρόποι συνάντησης, συναλλαγής και ψυχικού έργου με το αντικείμενο απουσιάζουν ή αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί, και αποτελεί απάντηση σ’ αυτή την ενδεχομένως βιολογική αναγκαιότητα – βιολογική με την πλήρη έννοια του όρου – για το ανθρώπινο ον, δηλαδή την αναγκαιότητα να οικοδομήσει την ψυχική του ζωή μαζί με, και με αφετηρία, τα αντικείμενά του. Με άλλα λόγια: για το παραλήρημα, όπως και για κάθε άλλο ψυχικό πεπρωμένο ενορμητικής διακίνησης, ο ύστατος σκοπός είναι η συνάντηση με το αντικείμενο, μέσα σε μια κίνηση που συνδέει αξεδιάλυτα την αναζήτηση του ψυχισμού για να το βρει και την ελπίδα να το ξαναβρεί.

Η αναζήτηση της διαφοράς ανάμεσα σε οξείες ψυχώσεις και σχιζοφρένεια μας οδηγεί λοιπόν στο εξής ερώτημα: τι συμβαίνει όταν το άτομο, αντιμέτωπο με τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα της παρούσας αντικειμενοτρόπου ζωής, παίρνει το δρόμο αυτής της παλινδρόμησης που θα δώσει υπόσταση πραγματικότητας στα ηχητικά και οπτικά μνημονικά του ίχνη; Συγκρίνοντας σ’ αυτή την βάση τις δύο παθολογίες, έχει κανείς την εντύπωση ότι, στην πορεία αυτή, δύο δυνατότητες παρουσιάζονται στο άτομο. Ή η παλινδρόμηση θα συναντήσει τα ίχνη των πρώτων του αντικειμένων ικανοποίησης, και μαζί τους θα οργανώσει, για το χρονικό διάστημα μιας οξείας ψύχωσης, την καινούργια συνάντηση με μια πρωταρχική κατάσταση όπου βρέφος και μητέρα ήσαν ο κόσμος όλος. Ή, σ’ αυτόν ακριβώς το δυνητικό χώρο του ξανανταμώματος, θα βρει κάτι που δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε παρά με την αρνητική του ιδιότητα: κάτι που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με ένα κενό, ένα άδειο διάστημα, μια απουσία – εν πάση περιπτώσει, ένα είδος μη-ίχνους, ακατάλληλου να παράσχει το αναγκαίο υλικό ώστε οι ενορμητικές διακινήσεις να μπουν σε διαδικασίες επεξεργασίας ανάλογες με εκείνες που παρατηρούνται στις οξείες ψυχώσεις και τον ονειρισμό. Αυτά είναι τα φαινόμενα, στα οποία αναφερόμασταν στην αρχή του κειμένου μας, και που αποτελούν εδώ και μερικά χρόνια αντικείμενο έρευνας των ψυχαναλυτών της γαλλικής σχολής. Αλλά είναι αναγκαίο να χρησιμοποιεί κανείς προσεχτικά αυτή την έννοια του αρνητικού η οποία, στην πλούσια βιβλιογραφία που της έχει αφιερωθεί τα τελευταία χρόνια, περιλαμβάνει τουλάχιστον τρία νοήματα που είναι ίσως συμπληρωματικά, αλλά που είναι αναγκαίο να διαφοροποιήσουμε: α) την απουσία του πράγματος αυτού καθαυτού (το «O» του Bion) ως αναγκαία φάση για την συγκρότηση της παράστασής του, β) το μίσος ως «αρνητικό» συναίσθημα, μορφή επένδυσης που μπορεί να έχει ένταση συμμετρική με εκείνην της αγάπης, αλλά και που μπορεί να οδηγήσει σε ρήξη, πράγμα που το κάνει μη-συμμετρικό ως προς αυτήν, γ) την καθαυτό αποεπένδυση (ή την μη-επένδυση) ως φαινόμενο που αντιτίθεται τόσο στην αγάπη όσο και στο μίσος, τόσο στην παράσταση όσο και στο λίγο ή πολύ αντίστοιχο αντιληπτικό δεδομένο· φαινόμενο που στη γλώσσα των αισθημάτων και συγκινήσεων αντιστοιχεί σ’ αυτό που ονομάζουμε άγνοια (υπό την έννοια του «αγνοώ κάποιον») ή αδιαφορία.

Επιβάλλεται εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση για ένα θεωρητικό σχόλιο, αναγκαστικά σύντομο και ελλειπτικό. Νομίζω ότι αυτό που κυρίως πρέπει να θεωρηθεί σαν το αρνητικό στην ιδιαίτερη περίπτωση της σχιζοφρένειας – και αυτό σε αντίθεση με τις άλλες ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις, περιλαμβανομένων και των οξειών ψυχωσικών καταστάσεων – είναι το γεγονός ότι, κατά την παλινδρόμηση, η οποία δρομολογείται από διάφορες ενορμητικές διακινήσεις που ζητούν ικανοποίηση και οδηγεί αυτοστιγμεί προς τα πρώτα αντικείμενα, ο ασθενής βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με κάτι – μία εμπειρία, μία σχέση που δεν έγινε αντικειμενοτρόπος – που δεν μπόρεσε να βρει, ή που έχασε το λιβιδινικό της ποιόν, ακόμα και υπό την έννοια της άρνησης ικανοποιήσεως, της στέρησης (της «ματαίωσης»). Κάτι το οποίο δεν γίνεται, ή δεν έγινε, αντικείμενο, ούτε αποδοχής, ούτε επιθέσεως· ούτε αγαπήθηκε ούτε μισήθηκε· και δεν αποτέλεσε στόχο του έργου της αποσύνδεσης (déliaison) (της ρήξης των δεσμών, που κλασικά θεωρούμε σημάδι της ενόρμησης θανάτου), διότι δεν συνδέθηκε ποτέ ή διότι δεν βρίσκουμε κανένα ίχνος αυτής της διεργασίας αποσύνδεσης. Δεν είναι ίσως ικανοποιητικό, σε θεωρητικό επίπεδο, να εξομοιώνουμε αποσύνδεση και μη-σύνδεση, επίθεση κατά των δεσμών (η οποία, αν και οδηγεί στην αποεπένδυση, δεν πραγματώνει παρά ένα είδος «μαχητικής», «επιθετικής» αποεπένδυσης, μιας αποεπένδυσης που ενδεχομένως συγκαλύπτει την επένδυση μίσους) και απουσία δεσμών (την αμιγώς μη-επένδυση).

Αντίστοιχα, η αναγκαιότητα της ενόρμησης θανάτου για την κατανόηση των ψυχικών φαινομένων, δεν έγκειται ίσως στην ενσωμάτωση, μέσα στην θεωρία, του μίσους και της επιθετικότητας – φαινόμενα που είναι σύμφυτα με την λιβιδώ, αποτελούν κομμάτι του Έρωτα, συνοδεύουν και διευκολύνουν την ανάπτυξή του, και συνιστούν ευνόητο ζεύγος αντιθέτων μ’ αυτόν, υπό την οικονομική προϋπόθεση της ύπαρξης κάποιας αρχικής ψυχικής επένδυσης (την οποία, για την ευληψία των διατυπώσεων, υποδιαιρούμε σε λιβιδινική και επιθετική). Η ενόρμηση θανάτου έγκειται ίσως σ’ αυτή την ενδεχόμενη μη-επένδυση, η οποία δεν αφορά στην ιδιότητα του άλλου ως αντικειμένου (αγάπης ή μίσους), αλλά πολύ συγκεκριμένα στην απάρνηση της ύπαρξής του ως προς επένδυση αντικειμένου. Η μητέρα τρέφει το βρέφος με γάλα και αγάπη, μπορεί να το υπερτροφοδοτήσει λόγω άγχους, ή να το υποβάλλει σε στερήσεις λόγω μίσους, όπως συμβαίνει καμιά φορά με ιδιαίτερα διαταραγμένες ή ψυχωσικές μητέρες. Αλλά χρειάζεται εδώ να φαντασθούμε ασθενείς που παράγουν ένα ψυχικό έργο, το οποίο μεταχειρίζεται το αντικείμενο σαν μηχανή ή ρομπότ, ικανό ενδεχομένως να παράσχει την πρέπουσα διατροφή, αλλά που έχει απεκδυθεί από κάθε ιδιότητα που να επιτρέπει την ψυχική εγγραφή του με όρους λιβιδινικούς. Αυτό είναι, νομίζω, η μη-επένδυση (ή η απόσυρση της αντικειμενοτρόπου επενδύσεως που υποθέτει ο Freud στην σχιζοφρένεια) και γι’ αυτό και η θεωρητική της επεξεργασία δεν καλύπτεται από θεωρητικοποιήσεις που έχουν σαν αφετηρία το μίσος ή την επίθεση: εάν η απειλητικότητα του αντικειμένου είναι πράγματι το εκλυτικό αίτιο της λιβιδινικής απόσυρσης, το αποτέλεσμά της δεν είναι (ή για την ακρίβεια: δεν είναι μόνο) η συγκρότηση ενός διωκτικού αντικειμένου, αντικειμένου μίσους (πράγμα που επίσης ισχύει μέσα στο παραλήρημα, αλλά αποτελεί την απόπειρα ιάσεως για την οποία μιλά ο Freud), αλλά ταυτόχρονα μία ιδιαίτερη επεξεργασία που μετατρέπει το αντικείμενο σε μη-αντικείμενο (Racamier).

Η παλινδρόμηση λοιπόν αποτυγχάνει, στην περίπτωση της σχιζοφρένειας, να παράσχει το αναγκαίο υλικό για μία ψευδαισθητική και παραληρηματική δραστηριότητα τύπου οξείας ψυχώσεως. Απογυμνωμένο από παραστάσεις, αλλά υποκείμενο στην πίεση της απαίτησης εικαστικότητας (διότι η εικονοπλασία επιβάλλεται τόσο στη διεργασία του ονείρου όσο και σε κάθε διαδικασία παλινδρόμησης), το άτομο βρίσκεται λοιπόν στην ανάγκη, για να προμηθευτεί τα αναγκαία υλικά των ψυχικών του διεργασιών, να απευθυνθεί στον άλλο πόλο του ψυχικού του οργάνου – στο αντίπερα άκρο του αντανακλαστικού τόξου που ο Freud σχεδιάζει στο έβδομο κεφάλαιο της Ερμηνευτικής των ονείρων –, απευθύνεται στον αντιληπτικό πόλο, συχνότερα στον εξωδεκτικό (καθαυτό παραληρηματικές ιδέες και ψευδαισθήσεις), αρκετά συχνά και στον ιδιοδεκτικό (υποχονδριακές αισθήσεις).

Προκύπτει έτσι μία παραληρηματική δραστηριότητα η οποία θα στηριχθεί, για την ανάπτυξή της, κυρίως πάνω σε αντιληπτικά δεδομένα, και όχι σε αναβιώσεις παλαιών αποτυπωμάτων (έστω κι αν χρειασθεί, στην πορεία και ευκαιρίας δοθείσης, να τα ανασχηματίσει με ψευδαισθητικούς μηχανισμούς). Αλλά βασικά, το «παραλήρημα ονείρου» της θορυβώδους και αυθόρμητα ιάσιμης οξείας ψυχώσεως θα γίνει στην σχιζοφρένεια «παραλήρημα πραγματικότητας» μακράς διαρκείας, υπόγειο και πρακτικά διαρκές. Εξού και αυτή η εντύπωση «υπερπραγματικότητας» (Angelergues) που χαρακτηρίζει το είδος της παραληρηματικής δραστηριότητας των ασθενών αυτών, σε βαθμό που κανένα στοιχείο εσωτερικής προελεύσεως («ψευδαισθητικής», υπό την έννοια της ψευδαισθητικής ικανοποίησης της επιθυμίας) δεν έρχεται να σημαδέψει με κάποιο προσωπικό χρώμα και, κατά συνέπεια, να ενσωματώσει και αφομοιώσει την αντιληπτική τους δραστηριότητα: η πραγματικότητα εμφανίζεται κατά κάποιο τρόπο σ’ αυτούς «ακατέργαστη», σαν το βλέμμα της Μέδουσας χωρίς την προστατευτική διαμεσολάβηση της ασπίδας του Περσέα (Pasche), επιβάλλοντας στο άτομο την παθητικότητα (ή μάλλον την «παθητικοποίηση») μιας υποταγής, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει παρά με τρεις τρόπους: είτε αποδεχόμενο μια αυστηρή αυτοεξορία (αυτιστική λύση), είτε προσφεύγοντας σε βίαιες όσο και αναποτελεσματικές κινητικές εκφορτίσεις είτε, τέλος, δραπετεύοντας οριστικά με την αυτοκτονία.

Ενορμητική ζωή και αντικείμενο στην παραληρηματική δραστηριότητα του σχιζοφρενούς

Είναι ίσως τώρα δυνατό να επανέλθουμε στην αρχική μας ερώτηση, εκείνη που προσπαθούσε να καταγράψει το προϊόν της σύγκλισης ανάμεσα σε ενορμητική διακίνηση και αντικείμενο. Πράγματι, όλες οι υποθέσεις που διατυπώθηκαν μέχρι τώρα πάνω στην αποτυχία της παλινδρόμησης, το αρνητικό, την υπερπραγματικότητα… καθόλου δεν θα πρέπει να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι έννοιες που επικαθορίζουν συνήθως την εν γένει ψυχική ζωή δεν μπορούν να εφαρμοσθούν και στην περίπτωση της σχιζοφρένειας. Αντίθετα μάλιστα, ένα μεγάλο μέρος της ορατής κλινικής των σχιζοφρενών, όπως οι παραληρηματικές ιδέες, οι ψευδαισθήσεις, η ιδεο-λεκτική αποδιοργάνωση, οι διάφορες εκδηλώσεις απροσφορότητας και οι διαταραχές της συμπεριφοράς – όλη αυτή η παραληρηματική δραστηριότητα που έγινε κάτι παραπάνω από αφήγηση: τρόπος ζωής – διερμηνεύουν ακριβώς τις ιδιομορφίες που παίρνει στους ασθενείς αυτούς η συνάντηση ενορμητικής διακίνησης και αντικειμένου. Ένα στιγμιότυπο κλινικής αφήγησης μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν σημείο αναφοράς.

  • Ο Φρανσουά είναι ένας νεαρός άνδρας που παρουσιάζει παρανοειδή σχιζοφρένεια από το τέλος της εφηβείας. Ακολούθησε την ελικοειδή διαδρομή των παθολογιών αυτών, όταν τα παθολογικά τους προβλήματα επιτείνονται από δυσμενείς κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες, δηλαδή τις επανειλημμένες νοσηλείες, την απώλεια των συνήθων σημείων αναφοράς, την περίοδο περιπλάνησης με τους άστεγους, την επιστροφή σε μια πιο κανονική ζωή χάρη στην επανάληψη των ψυχιατρικών φροντίδων. Ζει στο εξής σε ένα δημοτικό διαμέρισμα χάρη σε ένα επίδομα αναπηρίας, χωρίς φιλικές σχέσεις και χωρίς οικογενειακούς δεσμούς. Κατά περιόδους δοκιμάζει, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, να ξαναρχίσει τις σπουδές του ή να βρει κάποια μικρή επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει στις σχέσεις του με τους άλλους και οι διαταραχές της σκέψης του εμποδίζουν τόσο την αναγκαία αυτοσυγκέντρωση όσο και την ελάχιστη ευελιξία επαφής, που αποτελούν τις βάσεις κάθε κοινωνικής δραστηριότητας.

    Περνά λοιπόν τον περισσότερο χρόνο του ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, βλέποντας σπάνια τηλεόραση και χωρίς να μπορεί να διαβάσει· είναι μόλις ικανός να βγει φευγαλέα στο δρόμο για να κάνει τα βιαστικά ψώνια που εξασφαλίζουν την επιβίωσή του. Περιγράφει την κατάστασή του λέγοντας ότι δεν έχει «εγκεφαλικούς φραγμούς». Τα πάντα εισχωρούν, τα πάντα μπορούν να δηλώσουν την παρουσία τους. Στο δρόμο, άγνωστοι περαστικοί αλλάζουν πεζοδρόμιο μόλις τον δουν, χαμογελούν με υπονοούμενα ή σχολιάζουν πίσω από την πλάτη του. Στο διαμέρισμά του, ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούν φτάνει στ’ αυτιά του με ιδιαίτερο νόημα, οι διακυμάνσεις των ήχων του στέλνουν μηνύματα που δεν μπορεί να αποκρυπτογραφήσει. Του είναι αδύνατον να ακούσει τραγούδι στο ραδιόφωνο χωρίς να έχει την βεβαιότητα ότι προορίζεται γι’ αυτόν. Οι μέρες λοιπόν περνάνε πολύ αργά· γι’ αυτό και τις περνά ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, χωρίς να τολμά να βγει έξω, να ανοίξει ραδιόφωνο ή τηλεόραση. Τι κάνει; «Σκέφτομαι». Τι σκέφτεται; «Ακριβώς, αυτό είναι το πρόβλημα», απαντά. «Προσπαθώ να βάλω κάτι στο μυαλό μου, κάτι οτιδήποτε, για παράδειγμα τα ψώνια που έχω να κάνω ή να ξαναρχίσω σπουδές. Αλλά είναι δύσκολο να σκεφτώ χωρίς όλοι να μάθουν αμέσως τι σκέφτο-μαι. Ό,τι σκέφτομαι, όλοι γύρω μου το μαθαίνουν αμέσως.

Βλέπουμε εδώ καθαρά, σ’ αυτή την τυπική αφήγηση των βασάνων της σχιζοφρένειας, τις ιδιομορφίες της παραληρηματικής δραστηριότητας σ’ αυτές τις παθολογίες, στη βάση συμπτωματικών μηχανισμών που η ψυχιατρική κλινική έχει περιγράψει εδώ και δεκαετίες (σύνδρομο αναφοράς, σύνδρομο επιδράσεως…). Η τελευταία φράση του ασθενούς είναι ίσως αυτή που εκφράζει πιστότερα την ιδιάζουσα μορφή αυτής της παραληρηματικής δραστηριότητας. Ας θυμηθούμε ότι η παραδοσιακή ψυχιατρική χαρακτήριζε τον ονειρισμό σαν «παραλήρημα ονείρου και δράσης». Εν προκειμένω, η δράση είναι εντελώς απούσα: στους αντίποδες της γενικευμένης ανάφλεξης της οξείας ψύχωσης, ο ασθενής υποβάλλεται εδώ στα λόγια και στα βλέμματα των άλλων χωρίς καμία δυνατότητα συναλλαγής και χωρίς καν δυνατότητα μιας απάντησης που να μπορεί να γίνει κατανοητή από τον συνομιλητή του. Τίθεται δηλαδή το ερώτημα: στο βαθμό που κάθε ψυχική δραστηριότητα παραπέμπει σε κάποια ενορμητική διακίνηση, ποιου ενορμητικού χαρακτηριστικού, ποιας συνιστώσας των πεπρωμένων των ενορμήσεων μια τέτοια ψυχική ζωή είναι αποκύημα και πραγμάτωση;

Η επιβολή της παθητικότητας, η «παθητικοποίηση», κεντρικό στοιχείο της προβληματικής αυτής, προδίδει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τον τύπο ενορμητικής διακίνησης που ενέχεται σ’ αυτή την περίπτωση. Θα μπορούσαμε να πούμε: το κυριότερο ενορμητικό χαρακτηριστικό της παραληρηματικής δραστηριότητας του σχιζοφρενούς σχετίζεται με εκείνα τα «πεπρωμένα ενορμήσεων» που ο Freud, στην Μεταψυχολογία του, χαρακτηρίζει σαν μεταστροφή της ενόρμησης από ενεργητικότητα σε παθητικότητα και επαναστροφή προς το ίδιο το άτομο. Ο Freud σημειώνει, στο ίδιο κείμενο, ότι οι δύο αυτές διακινήσεις συχνά «συναντώνται και συγχέονται»: «με κοιτάζουν» ή «μου μιλάνε», για παράδειγμα, εμπεριέχει τόσο την παθητική μορφή του «κοιτάζω» και «μιλώ» όσο και την αλλαγή αντικειμένου στη βάση του ίδιου ενορμητικού σκοπού. Θα μπορούσαμε άλλωστε να αντλήσουμε, μέσα από αυτές τις μεταμορφώσεις των ενορμήσεων, ενδιαφέρουσες προεκτάσεις γύρω από τη φύση της σχιζοφρενικής παθολογίας και τις δυσκολίες –την μη δυνατότητα, κατά τον Freud– εγκατάστασης μεταβιβαστικής σχέσης: η επαναστροφή προς το ίδιο το άτομο περιγράφει, με όρους «πεπρωμένων» των ενορμήσεων, αυτό που ο Freud υποστηρίζει από την οπτική γωνία της ανάπτυξης της λιβιδούς, δηλαδή εκείνη την τάση «αυτο-» η οποία, στη λογική του, ορίζει την σχιζοφρενική παθολογία – αυτή την ίδια τάση που θα οδηγήσει τον Bleuler να συμπυκνώσει τον φροϋδικό όρο του αυτο-ερωτισμού σε ένα νεολογισμό που έγινε διάσημος: τον αυτισμό. Από αυτή τη σκοπιά, μεταστροφή της ενεργητικότητας σε παθητικότητα και επαναστροφή προς το ίδιο το άτομο, πρέπει να θεωρούνται ως κομβικά στοιχεία για μια μελέτη της ενορμητικής ζωής στην σχιζοφρένεια.

Ωστόσο, οι επισημάνσεις αυτές δεν μας επιτρέπουν ακόμη να εντοπίσουμε τον κρίκο που αναζητούμε ανάμεσα στην ενορμητική ζωή και το ίχνος του αντικειμένου στις σχιζοφρενικές παθολογίες. Ποια η σχέση ανάμεσα σ’ αυτά τα πεπρωμένα ενορμήσεων και την μη-επένδυση στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως;

Νομίζω ότι εάν θεωρήσουμε τον οργανισμό (και άρα τον ψυχισμό), όχι σαν μεμονωμένη οντότητα, αλλά από την άποψη της δυάδας εγώ-αντικείμενο, αυτό που, σε ατομικό επίπεδο, εκφράζεται σαν μεταστροφή της ενεργητικότητας σε παθητικότητα και σαν επαναστροφή προς το ίδιο το άτομο, σε επίπεδο δυάδας, παραπέμπει στην ενορμητική δραστηριότητα που το αντικείμενο αναπτύσσει με κατεύθυνση το εγώ. «Με βλέπουν» σημαίνει ότι το αντικείμενο βλέπει το εγώ –και μάλιστα, πριν καν το εγώ να είναι σε θέση να δει τον εαυτό του· «μου μιλάνε» σημαίνει ότι ακούμε το αντικείμενο να μας απευθύνει το λόγο –και μάλιστα, πολύ πριν μάθουμε να μιλάμε στον εαυτό μας. Με άλλα λόγια: οι έννοιες της ενορμητικής παθητικότητας και της επαναστροφής προς το ίδιο το άτομο δεν είναι μόνο «πεπρωμένα ενορμήσεων» του ατόμου, αλλά επίσης και ενορμητικές βάσεις, χάρη στις οποίες το εγώ αναγνωρίζει την ύπαρξη του αντικειμένου – ή για την ακρίβεια: χάρη στις οποίες αναγνωρίζει ότι επενδύεται από το αντικείμενο, αναγνωρίζει ότι το αντικείμενο είναι κι αυτό ένα εγώ, που επενδύει με τη σειρά του το εγώ (και το σώμα) του ατόμου ως αντικείμενο. Δηλαδή, χάρη σ’ αυτά τα ενορμητικά πεπρωμένα, το εγώ αναγνωρίζει τον εαυτό του ως επενδεδυμένο από το αντικείμενο: αναγνωρίζει τον εαυτό του ως «αντικείμενο του αντικειμένου» – διαδικασία χωρίς την οποία το άτομο δεν μπορεί να συγκροτήσει κανενός είδους αίσθημα πραγματικής υπάρξεως. Εάν πρέπει να υιοθετήσουμε τον όρο του «ψυχικού οργασμού (jouissance)» για την σχιζοφρένεια (στην αντίθεσή του με τον όρο της απόλαυσης (plaisir) της σκέψης), για να δηλώσουμε τις πιο ακραίες κλινικές της εκδηλώσεις, το κεντρικό της ελατήριο έγκειται ίσως σ’ αυτό το φαινόμενο «μαζικής επένδυσης από τον άλλο», μιας επένδυσης απεριόριστης εκτάσεως και διαρκείας, σε σημείο που το άτομο να μην είναι ποτέ μόνο του, να μην έχει καμία προσωπική ζωή – ενώ παράλληλα του απαγορεύεται η παραμικρή ενεργητική ενορμητική εκδήλωση προς το αντικείμενο.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το σημείο στο οποίο αποτυγχάνει ο ασθενής που πάσχει από σχιζοφρένεια και στο οποίο ο ονειρισμός και γενικότερα η οξεία ψύχωση επιτυγχάνουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, είναι αυτό το στάδιο κατά το οποίο το εγώ αναγνωρίζει τον εαυτό του ως αντικείμενο, και ειδικότερα ως αντικείμενο της επιθυμίας του άλλου – ενός άλλου που το εγώ του υποκειμένου επενδύει συνακόλουθα ως αντικείμενο των δικών του επιθυμιών.

Υπ’ αυτή την έννοια, η παραληρηματική δραστηριότητα, ανάμεσα σε όλες τις άλλες ψυχικές δραστηριότητες, είναι αυτή που αναδεικνύει εναργέστερα το πόσα οφείλει η εκτύλιξη μιας ψυχικής δραστηριότητας στην ψυχική δραστηριότητα ενός άλλου ψυχισμού: όχι μόνον ενός άλλου ψυχισμού που υπήρξε το αντικείμενό μας, αλλά προπαντός ενός άλλου ψυχισμού του οποίου υπήρξαμε εμείς οι ίδιοι το αντικείμενο.

Το ύστατο στάδιο της παραληρηματικής δραστηριότητας: η αφήγηση και ο παραλήπτης της

Μπορεί κανείς να παραληρεί μονάχος του, μέσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου του, χωρίς κανείς άλλος να συμμετάσχει ποτέ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σ’ αυτή την ψυχική δραστηριότητα; Ίσως ναι. Αλλά ακόμα κι αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, ποτέ δεν θα μάθουμε εάν αυτή η παραληρηματική δραστηριότητα είναι ίδιας φύσεως με εκείνην που συναντάμε στην κλινική μας πράξη και η οποία έχει ένα επιπλέον βασικό χαρακτηριστικό: έγινε αφήγηση, και όπως κάθε αφήγηση, προϋποθέτει κάποιον παραλήπτη, για τον οποίο και προορίζεται.

Δεν πρόκειται να επεκταθούμε σε ζητήματα θεραπευτικής αντιμετώπισης. Θα περιορισθώ λοιπόν στο να υπογραμμίσω ένα σημείο σχετικό με τις ιδέες που αναπτύχθηκαν εδώ. Μου φαίνεται ότι, από την οπτική γωνία της ανάλυσης της παραληρηματικής δραστηριότητας που εξέθεσα, είναι δυνατόν να αντλήσει κανείς μία γενικότερη ένδειξη για την αντιμεταβιβαστική διάταξη που τείνει να δημιουργήσει κάθε θεραπευτική σχέση με παραληρηματικό ασθενή. Η διάταξη αυτή χαρακτηρίζεται από το εξής: υποτελής στην επένδυση και στο βλέμμα πλήθους αινιγματικών «άλλων», για τους οποίους δεν ξέρει σχεδόν τίποτε και στους οποίους δεν μπορεί παρά να υποταγεί παθητικά (ή να εξεγερθεί εναντίον τους με τρόπο ακατανόητο και ατελέσφορο), ο ασθενής που μπαίνει σε αγωγή βρίσκεται ξαφνικά σε θέση «πληρεξούσιας» ενεργητικότητας, στο βαθμό που έρχεται να εκθέσει στην ακοή και το βλέμμα ενός άλλου, και κατά κάποιο τρόπο να «αδειάσει» εκεί, τα όσα του συμβαίνουν, συχνά μάλιστα με έντονη συγκινησιακή συμμετοχή· καταλαμβάνει λοιπόν μία θέση που του επιτρέπει να μεταδώσει σ’ αυτόν τον άλλο – τον θεραπευτή – οπτικές και ακουστικές εντυπώσεις πολλώ μάλλον «ακατέργαστες» και μη επεξεργασμένες, που κι αυτός ο ίδιος τις υπέστη εντελώς παθητικά· υλοποιεί έτσι ένα είδος αναδιπλασιασμού της αρχικής του κατάστασης, με τον θεραπευτή να βρίσκεται, κατά κάποιο τρόπο, στη θέση που κατέχει συνήθως ο ασθενής στην παραληρηματική του καθημερινότητα.

Αυτή η βασική αντιμεταβιβαστική κατάσταση εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Σε επίπεδο αναλυτικής εργασίας με τους ασθενείς αυτούς, ο θεραπευτής μπορεί να νιώσει ότι ωθείται σε μία θέση αυστηρής ουδετερότητας, η οποία, με το πρόσχημα του σεβασμού των κανόνων της τέχνης και του πλαισίου της τεχνικής, κινδυνεύει να αναπαραγάγει πλήρως, απέναντι στον ασθενή, την ίδια του την παθητική στάση, και μάλιστα την απολίθωσή του απέναντι στην ψευδαισθητική και παραληρηματική εμπειρία. Μια αντίστροφα συμμετρική κατάσταση συναντάται στην ψυχιατρική εργασία με τους ασθενείς αυτούς: τα παραδείγματα αφθονούν όπου ο θεραπευτής, υπό τα πυρά της ψευδαισθητικής δραστηριότητας που πλήττει τον ασθενή του, υιοθετεί στάση θεληματικής υπερδραστηριότητας: αλλαγές φαρμάκων και αύξηση των δοσολογιών, συμβουλές, επιταγές και άλλες παρεμβάσεις κάθε είδους «μέσα στην πραγματικότητα» μπορούν να φέρουν, έξω από την ενδεχόμενη αιτιολογία τους και όλο το αντιμεταβιβαστικό βάρος του βιώματος του θεραπευτή. Καταστάσεις που καμιά φορά κορυφώνονται με την δυσκολότερη εμπειρία της θεραπευτικής σχέσης: όταν ο ασθενής, υπό το κράτος ακουστικής, για παράδειγμα, ψευδαίσθησης, επιμένει να επαληθεύσει εάν ο θεραπευτής άκουσε κι αυτός την ίδια φωνή – στιγμή η οποία, τουλάχιστον σύμφωνα με την εμπειρία μου, εμπεριέχει όλους τους κινδύνους ρήξης της θεραπευτικής σχέσης και μάλιστα ανάπτυξης ενεργούς «μεταβιβαστικής ψυχώσεως».

Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η βασική θεραπευτική διάταξη, με βάση την οποία αναπτύσσεται η θεραπευτική σχέση με τον παραληρηματικό ασθενή, έγκειται στο ότι ο θεραπευτής, τοποθετημένος στη θέση του ασθενούς, αισθάνεται αναγκασμένος να εκθέσει τις δικές του στάσεις και αντιδράσεις μέσα σε μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη που ζει ο ασθενής του στην καθημερινή του ζωή.

Από ποιους δρόμους μπορούμε να ξεφύγουμε, και ίσως να επεξεργασθούμε, αυτή την «αναγκαστική ταύτιση» (αρκετά τυπικά «προβλητική») που απειλεί το θεραπευτικό εγχείρημα; Νομίζω ότι υπάρχουν δύο κύριες οδοί μέσα από τις οποίες ο θεραπευτής μπορεί να επεξεργασθεί την αντιμεταβιβαστική του εμπειρία και, ει δυνατόν, να αντιδώσει στον ασθενή κάτι το πρόσφορο για τις ψυχικές του διεργασίες.

Η πρώτη συνίσταται στο να αντιμετωπίζει κανείς την παραληρηματική δραστηριότητα του ασθενούς σαν αυτό που ακριβώς είναι, δηλαδή σαν μία αφήγηση (récit). Δεν εννοώ ότι οι ψευδαισθητικές και παραληρηματικές εμπειρίες αποτελούν ακριβώς εξιστόρηση (narration): οι εμπειρίες αυτές διαφέρουν σημαντικά από το κείμενο του ονείρου ή από την έκθεση μιας φαντασιωσικής κατασκευής, με όλα τα στοιχεία προσωπικής ιστορίας που φέρνουν μαζί τους αυτού του είδους οι ψυχικοί σχηματισμοί. Εννοώ ότι είναι σημαντικό να αναζητά κανείς, να αναγνωρίζει και να σημειώνει την αφηγηματική πτυχή που περιλαμβάνει η λεκτική έκθεση κάθε εμπειρίας, όσο μαζική και τραυματική κι αν είναι. Ο René Angelergues έλεγε ότι η τέχνη του θεραπευτή απέναντι σε παραληρηματικό ασθενή έγκειται στο να του αφήνει την απροσδιόριστη, ανεπαίσθητα συνειδητή εντύπωση, ότι τον «μισοπιστεύει». Πράγμα που σημαίνει ότι μία παραληρηματική και ψευδαισθητική εμπειρία χρειάζεται να γίνεται αντικείμενο συζητήσεως: υποβάλλουμε ερωτήσεις, αναρωτιόμαστε πάνω στους μηχανισμούς της, δουλεύουμε με τον ασθενή για να φέρουμε στην επιφάνεια πιθανές της αιτιότητες, εξετάζουμε και επινοούμε μαζί του άλλα ενδεχόμενα, άλλα πιθανά σενάρια: μετατρέπουμε όλο και περισσότερο το παραλήρημα σε αφήγηση, δηλαδή σε κατασκεύασμα του ανθρώπινου νου, και άρα επιδεκτικό αλλαγών, τροποποιήσεων, μεταστροφών. Δουλεύω μία παραληρηματική ιδέα σημαίνει ότι μεταμορφώνω, κατά το δυνατόν, τον γρανίτη από τον οποίο είναι φτιαγμένη σε πλαστελίνη – πρώτη φάση για την ενδεχόμενη, πολύ αργότερα, μετατροπή της σε εξιστόρηση.

Η δεύτερη οδός είναι η αναγνώριση του γεγονότος ότι είναι πιθανότατα αδύνατον να ασχοληθούμε θεραπευτικά με σχιζοφρενείς ασθενείς χωρίς να χρειασθεί να προσφύγουμε, σε ορισμένες στιγμές της θεραπευτικής διαδικασίας, σε θεραπευτικά acting in, δηλαδή σε πρωτοβουλίες έμπρακτων εκδηλώσεων, μορφών πράξης ή δράσης (enactments), σύντομων ή πιο επεξεργασμένων, στιγμιαίων ή διαρκείας. Και κατά συνέπεια, εφόσον αυτό είναι αναπόφευκτο, το πραγματικό ερώτημα συνίσταται στο πώς αυτά τα acting in του θεραπευτή θα μπορέσουν να μην ολοκληρώσουν και κλείσουν μία ψυχική διαδικασία (πράγμα που είναι η σύμφυτη ιδιότητα κάθε κινητικής εκφόρτισης), αλλά αντίθετα να ανοίξουν τους δρόμους της απεικόνισης, και κατ’ επέκταση της συμβολοποίησης. Γι’ αυτού του είδους τους θεραπευτικούς χειρισμούς, ο Racamier χρησιμοποιούσε τον όρο «ομιλούσα πράξη»· θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε για «έμπρακτη ερμηνεία». Μερικές θεραπευτικές τεχνικές, όπως το αναλυτικό ψυχόδραμα, μπορούν να χρησιμεύσουν σαν μοντέλο αυτών των χειρισμών, που μπορούμε με άλλοτε άλλη επιτυχία να «εξαγάγουμε» προς την ατομική θεραπευτική σχέση· οι διάφορες θεραπευτικές πράξεις που συνοδεύουν συνήθως κάθε ψυχιατρική εργασία με σχιζοφρενείς ασθενείς (η συνταγογραφία, η απόφαση νοσηλείας, οι διατάξεις αρωγής…) προσφέρουν αντίστοιχες δυνατότητες, υπό τον όρο να μην τις θεωρούμε σαν «μέτρα» που εφαρμόζονται με βάση κάποια τυπικά ή αντικειμενικά κριτήρια.

Από τη μια μεριά, να μεταφράσουμε την πυκνότητα του παραληρήματος σε αφήγηση· από την άλλη, να ξαναμεταφράσουμε τα νοήματά της σε απεικόνιση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναγνωρίζουμε εδώ τους δρόμους από τους οποίους θα πέρασε και η ψύχωση· το ζήτημα είναι να τους πάρουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Σημειώσεις

1 Μια μεταφραστική διευκρίνιση: από τον κοινό όρο αντικείμενο (objet) συνάγεται, αφενός η σειρά αντικειμενικός (objectif), αντικειμενικότητα (objectivité), αντικειμενοποίηση (objectivation), αντικειμενοποιώ (objectiver), που χρησιμοποιούνται στις θετικής μεθοδολογίας επιστήμες, αφετέρου η σειρά αντικειμενοτρόπος (objectal), αντικειμενοτροπίζω (objectaliser), αντικειμενοτροπισμός (objectalité, objectalisation), αποαντικειμενοτροπισμός (désobjectalisation), που χρησιμοποιούνται στην ψυχανάλυση.

2 Εδώ ο όρος σχιζοφρένεια δεν είναι συνώνυμος με την χρόνια ψύχωση· η σχιζοφρένεια ορίζεται εδώ από την αποδιοργάνωση της σκέψης και γενικότερα την διάσπαση της προσωπικότητας, πράγμα που την διαφοροποιεί από τις άλλες, χρόνιες ψυχώσεις («συστηματικές ψυχώσεις», π.χ. παράνοια), όπου το παραλήρημα είναι οργανωμένο και συναφές προς την προσωπικότητα.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.