Oliver Sacs
σύναψις 16a [2010 – τόμος 06]
Προδημοσίευση από το υπό επανέκδοση βιβλίο
Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο και άλλες κλινικές ιστορίες
Άγρα, Αθήνα 2010
μετάφραση
Κώστας Πόταγας
H θρησκευτική φιλολογία όλων των εποχών είναι γεμάτη από περιγραφές «οπτασιών», όπου εξαίσια και ανέκφραστα συναισθήματα συνοδεύονται από μια εμπειρία ακτινοβόλας φωτεινότητας (ο Γουίλιαμ Τζέιμς μιλά για «φώτιση»). Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων είναι αδύνατο να διευκρινιστεί κατά πόσο η εμπειρία αυτή αντιστοιχεί σε μια υστερική ή σε μια ψυχωσική έκσταση, στα αποτελέσματα της επίδρασης μιας τοξικής ουσίας ή σε μια εκδήλωση επιληψίας ή ημικρανίας. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση της Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν (1098-1180), μιας καλόγριας και μυστικίστριας με εξαιρετικές διανοητικές και φιλολογικές δυνάμεις, που έζησε αναρίθμητες «οπτασίες» από τα πρώτα παιδικά της χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής της και άφησε έξοχες περιγραφές και εικόνες αυτών των οραμάτων σε δυο χειρόγραφους κώδικες που έφτασαν μέχρις εμάς : τα Scivias και το Liber Divinorum Operum («Βιβλίο των θείων έργων»).

Μια προσεχτική μελέτη αυτών των περιγραφών και των εικόνων δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία όσον αφορά τη φύση τους: πρόκειται χωρίς συζήτηση για φαινόμενα ημικρανίας και αναπαριστούν στην πραγματικότητα πολλές από τις ποικιλίες της οπτικής αύρας για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει. Ο Singer (1958), σε μια εκτεταμένη μονογραφία για τις οπτασίες της Χίλντεγκαρντ, επιλέγει ως πιο χαρακτηριστικά τα παρακάτω φαινόμενα:
«Η μορφή που κυριαρχεί παντού είναι ένα φωτεινό σημείο ή μια ομάδα φωτεινών σημείων που λαμπυρίζουν και μετακινούνται, συνήθως σαν κύματα, συχνά δε ερμηνεύονται σα αστέρια ή σαν φλογερά μάτια (Εικόνα Β). Σε έναν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, ένα φως, πιο μεγάλο από τα υπόλοιπα, αποτελείται από μια σειρά συγκεντρωτικών κυκλικών σχημάτων ταλαντευόμενης μορφής (Εικόνα Α) συχνά περιγράφονται, συγκεκριμένες μορφές οχυρώσεων που σε μερικές περιπτώσεις ξεκινούν και επεκτείνονται γύρω από μια έγχρωμη περιοχή (Εικόνες Γ και Δ). Συχνά τα φώτα έδιναν την εντύπωση ότι βρίσκονταν σε δραστηριότητα, έβραζαν ή βρίσκονταν σε ζύμωση, όπως έχει περιγραφεί από τόσους οραματιστές… »
Η Χίλντεγκαρντ γράφει:
«Τις οπτασίες που είδα δεν τις έβλεπα ενώ κοιμόμουν, ούτε στο όνειρό μου ούτε χάνοντας το λογικό μου ούτε με τα μάτια του σώματος ούτε με τα μάτια της σάρκας ούτε σε κρυφά μέρη, αλλά ξύπνια, σε εγρήγορση, και με τα μάτια του πνεύματος, και με τα εσωτερικά μάτια, τις είδα με τα μάτια μου ανοιχτά και σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.»
Μία τέτοια οπτασία που εικονογραφείται σαν μια εικόνα αστεριών που πέφτουν και σβήνουν μέσα στον ωκεανό (Εικόνα Β) σημαίνει για εκείνη την «Πτώση των Αγγέλων»:
«Είδα ένα μεγάλο άστρο εκθαμβωτικότατο και υπέροχο και μαζί μ’ αυτό μια απειρία διαττόντων αστέρων πού ακολουθούσαν το άστρο προς τα νότια… Ξάφνου όλα εκμηδενίστηκαν, μεταμορφώθηκαν σε μαύρα κάρβουνα… και χύθηκαν μέσα στην άβυσσο, έτσι που δεν μπορούσα πια να τα δω».
Τέτοια είναι η αλληγορική ερμηνεία της Χίλντεγκαρντ. Η δική μας κατά λέξη ερμηνεία είναι ότι είχε την εμπειρία μιας βροχής φωτεινών σημείων που διέσχισαν το οπτικό της πεδίο και το πέρασμα τους διαδέχτηκε ένα αρνητικό σκότωμα. Οι οπτασίες με τις μορφές των οχυρωματικών έργων αναπαριστώνται στο έργο της Zelus Dei (Εικόνα Γ) και το Sedens Lucidus (Εικόνα Δ), όπου οι οχυρώσεις ξεκινάνε από ένα αστραφτερό, φωτεινό και (στο πρωτότυπο) σπινθηρίζον και χρωματιστό σημείο. Αυτές οι δύο οπτασίες συνδυάζονται σε μια σύνθετη οπτασία (πρώτη εικόνα) και σ’ αυτή ή Χίλντεγκαρντ ερμηνεύει τις οχυρώσεις σαν τό aedificium της πόλης του Θεού.
Μια μεγάλη εκστατική ένταση επενδύει τη βίωση αυτών των μορφών αύρας, ειδικά στις σπάνιες περιπτώσεις όπου ένα δεύτερο σκότωμα ακολουθεί στα ίχνη του αρχικού σπινθηροβολήματος:
«Το φως που βλέπω δεν έχει τόπο σταθερό, αλλά, εντούτοις, είναι πιο αστραφτερό από τον ήλιο και ούτε μπορώ να εξετάσω το ύψος του, την απόστασή του και το πλάτος του και το ονομάζω “σύννεφο του ζώντος φωτός”. Και όπως ό ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα αντανακλώνται στο νερό, έτσι και τα γραπτά, τα λόγια, οι αρετές και τα έργα των ανθρώπων λάμπουν μέσα του μπροστά μου…
Μερικές φορές βλέπω μέσα σ’ αυτό το φως ένα άλλο φως που ονομάζω “το ίδιο το Ζωντανό Φως”… Και όταν το κοιτώ, κάθε θλίψη και πόνος εξαφανίζονται από τη μνήμη μου και γίνομαι πάλι ένα απλό κορίτσι και όχι μια γριά γυναίκα.»
Με την επένδυση αυτής της αίσθησης της έκστασης, με τη φλόγα μιας βαθιάς θεοφορίας και μιας φιλοσοφικής σημασίας, οι οπτασίες της Χίλντεγκαρντ ήταν αποφασιστικές για την επιλογή μιας ζωής αγιότητας και μυστικισμού. Προσφέρουν ένα μοναδικό παράδειγμα του τρόπου με τον όποιο ένα φυσιολογικό γεγονός, κοινότοπο, μισητό ή ασήμαντο για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων, μπορεί να μεταβληθεί από μια προνομιούχα συνείδηση στο υπόστρωμα μιας υπέρτατης εκστατικής έμπνευσης. Πρέπει να φτάσει κανείς μέχρι τον Ντοστογιέφσκι, που είχε την εμπειρία εκστατικών επιληπτικών επεισοδίων αύρας στα οποία έδινε μια βαρυσήμαντη σημασία, για να βρει ένα ανάλογο γεγονός μέσα στην Ιστορία:
«Υπάρχουν στιγμές, υπόθεσε πέντε ή έξι δευτερολέπτων, όπου νιώθετε την παρουσία της αιώνιας αρμονίας… εκείνο που είναι τρομαχτικό είναι η φοβερή καθαρότητα με την οποία εκδηλώνεται και η έκσταση με την οποία σας γεμίζει. Αν αυτές οι καταστάσεις κρατούσαν παραπάνω από πέντε δευτερόλεπτα, η ψυχή δεν θα τις άντεχε και θα έπρεπε να εξαφανιστεί. Μέσα σ’ αυτά τα πέντε δευτερόλεπτα ζω μια ολόκληρη ανθρώπινη ύπαρξη και γι’ αυτό θα έδινα ολόκληρη τη ζωή μου, χωρίς καν να σκεφτώ ότι πληρώνω υπερβολικά ακριβά…»

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.