Γιώργος Γεωργιάδης
Νευρολόγος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ και
Διευθυντής της Νευρολογικής Κλινικής του
Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης
σύναψις 16a [2010 – τόμος 06]
Η κεφαλαλγία έχει προβληματίσει τους ανθρώπους από την αυγή του πολιτισμού. Τα χρονολογούμενα από το 7.000 π.Χ. κρανία που έχουν υποστεί τρυπανισμό, για τον οποίο υπάρχουν σήμερα σοβαρές ενδείξεις ότι ήταν θεραπευτικός, επιτρέπουν την υπόθεση ότι έτσι αντιμετωπιζόταν η κεφαλαλγία_ ας σημειωθεί ότι ακόμα και το 1660 ο William Harvey συνιστούσε τον τρυπανισμό για την αντιμετώπιση ασθενούς με ανθεκτική ημικρανία. Περισσότερες πληροφορίες αντλούμε από τον περίφημο πάπυρο Ebers του 1550 π.Χ., που ανακαλύφθηκε στην νεκρόπολη των Θηβών, αλλά και από τον Ιπποκράτη (460 π.Χ.), που περιέγραψε την οπτική αύρα, τη σχέση με τον έμετο και διάφορους εκλυτικούς παράγοντες. Ο όρος όμως ημικρανία εισήχθη από τον Γαληνό γύρω στο 200 π.Χ. Πολυάριθμες περιγραφές της ημικρανίας εμφανίστηκαν τον 18ο και 19ο αιώνα, με περιεκτικότερο βιβλίο το On Megrim, sick-headache and some allied disorders του Lieving (1873) [Περί ημικρανίας, κεφαλαλγίας και ορισμένων συναφών διαταραχών].
Μέχρι το 1960 δεν είχαν προσδιοριστεί κάποια διαγνωστικά κριτήρια, ούτε κάποια διεθνώς αποδεκτή ταξινόμηση για την ημικρανία. Η πρώτη διεθνής ταξινόμηση των κεφαλαλγιών και τα αντίστοιχα κλινικά κριτήρια τους δημοσιεύθηκαν το 1988 από την Διεθνή Εταιρεία Κεφαλαλγίας (IHS), που είχε ιδρυθεί δύο χρόνια νωρίτερα. Πρόσφατα (Ρώμη 2003), τα κριτήρια αυτά αναθεωρήθηκαν, βελτιώθηκαν και επεκτάθηκαν ( Πίνακες 1, 2, 3), ενώ παράλληλα διαχωρίστηκαν όλες οι μορφές της ημικρανίας, όπου η ημικρανία με αύρα και η ημικρανία χωρίς αύρα εξακολουθούν να κατέχουν πρωτεύουσα θέση.
*
Η ημικρανία είναι διαλείπουσα διαταραχή που συχνά προκαλεί σημαντική ανικανότητα με μείωση της λειτουργικότητας και απώλεια παραγωγικότητας. Η μέχρι πριν λίγα χρόνια υποεκτίμηση του προβλήματος αυτού από τα συστήματα υγείας, αλλά και τους πάσχοντες και τους θεράποντες ίσως οφείλεται στο ότι δεν εγκυμονούσε κανένα κίνδυνο θανάτου, γεγονός που οδηγούσε σε υποδιάγνωση και υποθεραπεία. Τα τελευταία όμως χρόνια, με την αύξηση του ενδιαφέροντος για παθήσεις που προκαλούν σημαντική ανικανότητα, αλλά και σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος αυξήθηκε και το ενδιαφέρον για την ημικρανία.
Εκτιμάται ότι προσβάλλει περίπου 70 εκατομμύρια άτομα στην Ευρώπη. Από τις περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες συμπεραίνεται ότι:
Οι κυκλικές ορμονικές μεταβολές, ειδικότερα των οιστρογόνων, θεωρούνται ο κύριος λόγος για τις διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, αν και γενετικοί παράγοντες πιστεύεται επίσης ότι παίζουν σημαντικό ρόλο (Σχήμα 1]
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Νευρολογίας (WFN, 2005) και τα κριτήρια που θέσπισε η Διεθνής Εταιρεία Κεφαλαλγίας (HIS, 2003) η ημικρανία ορίζεται ως:
κρίση κεφαλαλγίας, διάρκειας 4-72 ωρών, με πόνο μέτριας ή μεγάλης έντασης και σφύζοντα χαρακτήρα, κατά τις οποίες ο πόνος εντοπίζεται συνήθως (60-70%) μόνο στη μία πλευρά της κεφαλής, όπου συνήθως συνυπάρχουν: ναυτία, έμετος, δυσανεξία στο φως, το θόρυβο, τις οσμές, με σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας κατά τη διάρκεια της κρίσης, η δε διάγνωση γίνεται με βάση το ιστορικό καθώς δεν υπάρχουν ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις.
Η ημικρανία, αποτελεί τη συχνότερη νευρολογική πάθηση και ένα από τα συχνότερα σύνδρομα χρόνιου πόνου. Η τυπική ημικρανική κρίση μπορεί, για περιγραφικούς λόγους, να χωρισθεί σε 5 φάσεις, σύμφωνα με τον Blau:
*
H ακριβής παθοφυσιολογία της ημικρανίας δεν είναι γνωστή σε όλες τις λεπτομέρειές της παρά τα μεγάλα βήματα προόδου που έγιναν, κυρίως κατά την προηγούμενη δεκαετία. Η ημικρανία θεωρείται σήμερα ως πρωτοπαθής νευροβιολογική διαταραχή, αποτέλεσμα υπερδιεγερσιμότητας ορισμένων συγκεκριμένων δομών του κεντρικού νευρικού συστήματος και γενετικής προδιάθεσης. Το τριδυμο-αγγειακό σύστημα, ο υποθάλαμος, η περί τον υδραγωγό φαιά ουσία κ.ά. είναι μερικές από τις βασικές νευρικές δομές που εμπλέκονται στον ημικρανικό πόνο, όπου όμως υπεισέρχεται, με κυρίαρχο ρόλο, το φαινόμενο της «φλοιϊκής εξαπλούμενης καταστολής» (cortical spreading depression) και, φυσικά, η διαταραχή της ισορροπίας συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών (σεροτονίνη κ.ά.) και ορισμένων ιόντων (π.χ. Mg).
Σημαντικό ρόλο στην έναρξη της κρίσης παίζουν επίσης οι εκλυτικοί ή πυροδοτικοί παράγοντες, που από μόνοι τους ή σε συνδυασμό μπορούν να πυροδοτήσουν επεισόδια κεφαλαλγίας σε επιρρεπή, προδιατεθειμένα άτομα. Μεταξύ αυτών των παραγόντων πρωτεύουσα θέση κατέχουν το άγχος και η έμμηνος ρύση. Άλλοι, συνήθεις παράγοντες, είναι το κόκκινο κρασί, η υπογλυκαιμία, η στέρηση ή/και ο υπερβολικός ύπνος κ.λπ.
Τα πρόδρομα συμπτώματα είναι γνωστά από παλιά, εμφανίζονται ακόμα και 24 ώρες πριν την έναρξη του επεισοδίου (ανησυχία, ευερεθιστότητα, χάσμημα, φωνοφοβία, κ.λπ.). Πιθανόν μελλοντικές, ιδανικές θεραπείες θα χορηγούνται σε αυτή τη φάση της ημικρανίας για να αντιμετωπισθεί επιτυχώς το επεισόδιο στη γέννησή του.
Σημαντική θέση στο ημικρανικό φάσμα κατέχει η αύρα. Αυτή αποτελεί σύμπλεγμα αναστρέψιμων, συνήθως οπτικών, εστιακών νευρολογικών διαταραχών, διάρκειας 5΄ μέχρι 30΄ που συνήθως προηγούνται του πόνου (λεπτομέρειες για την ημικρανική αύρα στο άρθρο που ακολουθεί).
Είναι επίσης σημαντικό να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το μόνο που χρειαζόμαστε για να φτάσουμε στη διάγνωση είναι η κλινική συνέντευξη και η συνήθης κλινική εξέταση. Δεν υπάρχει, επί του παρόντος, καμία αντικειμενική εξέταση που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση της ημικρανίας. Στην καθημερινή κλινική πράξη, το πρώτο και βασικότερο βήμα είναι η διαφορική διάγνωση μεταξύ ημικρανίας και άλλων πρωτοπαθών (π.χ. τάσεως, αθροιστική κ.ά.) και δευτεροπαθών, δυνητικά απειλητικών, κεφαλαλγιών.
*
Το πρώτο βήμα στην επιτυχή αντιμετώπιση αρχίζει με την ακριβή διάγνωση. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να τηρούν ένα ημερολόγιο κεφαλαλγίας, στο οποίο να καταγράφονται η συχνότητα, η διάρκεια, η ένταση του επεισοδίου και άλλες χρήσιμες πληροφορίες. Στη θεραπευτική στρατηγική περιλαμβάνονται μη φαρμακευτικές και φαρμακευτικές θεραπείες. Μεταξύ των μη φαρμακευτικών θεραπειών περιλαμβάνεται κυρίως η αποφυγή των εκλυτικών αιτίων, ενώ στις φαρμακευτικές θεραπείες διακρίνονται αυτές της οξείας φάσης και οι αντίστοιχες προφυλακτικές-προληπτικές.
Ο θεράπων γιατρός, όχι απαραίτητα νευρολόγος, είναι ο μόνος υπεύθυνος για την ρύθμιση της αγωγής. Αυτοθεραπείες και, ιδιαίτερα, κατάχρηση αναλγητικών απαγορεύονται. Η σύγχρονη θεραπευτική, ευτυχώς, διαθέτει πολλά, ασφαλή και αποτελεσματικά φάρμακα για την αντιμετώπιση της ημικρανίας και η μελλοντική έρευνα υπόσχεται νέα σκευάσματα που θα βοηθήσουν στην καλύτερη αντιμετώπιση του επώδυνου αυτού συνδρόμου.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.