Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

 

σύναψις 17  [2010 – τόμος 06]

Από κείμενα των: Μ. Τζιαντζή, Βάσω Κιντή, Μ. Κατσουνάκη, Ν. Καραβάτου

Παιχνίδι θανάτου, παιχνίδι επιβίωσης

Σπάνια ένα ντοκιμαντέρ γίνεται διεθνής είδηση, όμως αυτό συνέβη με «Το παιχνίδι του θανάτου», που προβλήθηκε πρόσφατα στη Γαλλία. Ο σκηνοθέτης Κριστόφ Νικ έστησε ένα τηλεπαιχνίδι με ερωτήσεις μνήμης, στο οποίο συμμετείχαν 80 παίκτες […οι οποίοι…] έπρεπε να τιμωρήσουν εκείνον που θα απαντούσε λανθασμένα, υποβάλλοντάς τον σε ηλεκτροσόκ. Αργότερα, έμαθαν ότι το ηλεκτροσόκ ήταν εικονικό και το θύμα, που σφάδαζε κι εκλιπαρούσε να τον λυπηθούν, ήταν ένας ηθοποιός. Μαϊμού το τηλεπαιχνίδι, ανατριχιαστικά αληθινές όμως ήταν οι αντιδράσεις των παικτών, από τους οποίους το 81% υπάκουσε στους κανόνες, ενώ κανένας από το πολυπληθές κοινό στο στούντιο δεν διαμαρτυρήθηκε. Το τηλεπαιχνίδι ήταν επανάληψη ενός πολύ γνωστού πειράματος του κοινωνικού ψυχολόγου Στάνλεϊ Μίλγκραμ που είχε διεξαχθεί στις αρχές του ’60 στο Γέιλ με τη συμμετοχή 500 εθελοντών από τους οποίους υπάκουσε το 61%. Σκοπός εκείνου του πειράματος ήταν η διερεύνηση των μηχανισμών υποταγής των ανθρώπων στις παράλογες εντολές μιας νόμιμης ή μάλλον νομιμοποιημένης εξουσίας. […Τότε…] εξουσία ήταν η επιστήμη, τώρα είναι η τηλεόραση, που όχι μόνον επιτρέπει κάθε εξευτελισμό και βαρβαρότητα αλλά καθιστά τον παίχτη –και το κοινό– συνένοχο, καταδότη, βασανιστή, δήμιο. […] Το «Παιχνίδι του θανάτου» προκάλεσε πολλές συζητήσεις για τη δύναμη που έχει η τηλεόραση, η μετρήσιμη «τηλεοπτική πλειοψηφία» να ωθεί τους ανθρώπους να δράσουν κόντρα στις αρχές και στον χαρακτήρα τους. Όπως και στο πείραμα του Μίλγκραμ, οι παίκτες που τράβηξαν τον μοχλό δεν ήταν περήφανοι για την πράξη τους. Ίδρωναν, έτρεμαν, έκλαιγαν. Όμως το έκαναν. […δείχνοντας…] ότι εύκολα οι τηλεοπτικές «αρχές», ο κυνισμός, ο ξέφρενος ανταγωνισμός, η τυφλή υποταγή σε γελοίους ή επικίνδυνους κανόνες, μπορούν να γίνουν κανόνες αποδεκτοί από την κοινωνία. […]

Mαριάνννα Tζιαντζή

Καθημερινή 28-3-2010

 

 

Η αμφισβήτηση της αυθεντίας

[…] Σήμερα, σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, κινδύνου και αδιαφάνειας, με σκοτεινές δυνάμεις να ξεπηδούν από τις ρωγμές μιας τακτοποιημένης ιστορίας, ο ορθός λόγος και ο Διαφωτισμός δεν μπορούν να λειτουργήσουν σαν τον πυρσό που θα διαυγάσει τα πνεύματα, θα βάλει τάξη και θα σκορπίσει το κακό. Καταλαβαίνουμε σήμερα, ίσως και με τα εργαλεία του Διαφωτισμού, ότι η πρόοδος, μέσα από μια ορισμένη διευθέτηση των πραγμάτων, δεν ήταν αποτέλεσμα της επιβολής ενός αυτόνομου, απρόσωπου, σίγουρου, μεθοδικού ορθού λόγου, αλλά το αποτέλεσμα προβολής συγκεκριμένων αξιών και αρχών στις οποίες στρατεύτηκαν συγκεκριμένα υποκείμενα σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Η ψευδαίσθηση της αυτάρκειας ενός αποκαθαρμένου ορθού λόγου, που μπορεί από μόνος του να εξαλείψει τις αντιθέσεις, να δείξει την ισχύ του και την ισχύ των συμπερασμάτων του, χωρίς τη βοήθεια αξιών ή ακόμη και ανέλεγκτων παραδοχών, οδηγεί στην ιδεολογία του Διαφωτισμού και του ορθού λόγου. Νομίζει κανείς ότι έχει στα χέρια του ένα όπλο ουδέτερο, σαν μια ράβδο φωτός, που δι’ ενός αδιόρατου και διαφανούς, «μη καταναγκαστικού καταναγκασμού» (πάλι φράση του Χάμπερμας), μπορεί να επιβάλει την ορθή τάξη πραγμάτων στην ηθική, στην πολιτική και στην επιστήμη. Παραβλέπει, όμως, ότι έτσι το υποκείμενο υποτάσσεται σε μια πλατωνική ή υπερβατολογική ετερονομία (παρά τα όσα λέει ο Καντ), ανάλογη με αυτή που επέβαλε η θεϊκή τάξη και ηγεμονία. Επαφίεται στην εικαζόμενη ισχύ και δραστικότητα του υποτίθεται αντικειμενικά οριζόμενου ορθού, αληθούς, αγαθού, και παραιτείται από τις ευθύνες που έχει να υποστηρίξει τις μεροληπτικές πάντοτε επιλογές και αξίες του. Αν μάθαμε κάτι από την κριτική και την αυτοκριτική του Διαφωτισμού και του ορθού λόγου είναι ότι στις συγκρούσεις του σήμερα, ο ορθός λόγος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υπερόπλο που αποστομώνει τους αντιπάλους του. Οι αρχές και οι αξίες του Διαφωτισμού, εμβαπτιζόμενες στο παρόν, χρειάζονται τη μεροληπτική μας συνηγορία ώστε να πείσουμε εμείς που τις υπερασπιζόμαστε όχι για την απόλυτη και καθολική ισχύ τους, αλλά για τη σημασία που έχουν στις κατακτήσεις μας τόσο στην ιστορία μας όσο και στη ζωή μας.

Βάσω Κιντή

ΒΗΜΑ Ιδεών 2 -4-2010 [Αφιέρωμα στον Διαφωτισμό]

 

 

Χειρολαβή σε μια τρελή πορεία

Ο πολιτισμός, όσο κι αν φαίνεται δευτερεύουσα (αν όχι τελευταία) έγνοια αυτήν την εποχή των ραγδαίων οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων, άλλο τόσο αποτελεί ασφαλές αντίδοτο σε μια τοξική εποχή. […] Το αντιλαμβάνεται κανείς στα πρόσωπα όσων κινούνται στα θέατρα, στους κινηματογράφους, στις συναυλίες, αλλά και στις δημόσιες συζητήσεις «περί κρίσης», στις ποιητικές ή λογοτεχνικές βραδιές μετά μουσικής που ξεπηδούν αναπάντεχα. Υπάρχει ένας παλμός που μετατρέπει την έξοδο σε υπαρξιακή ανάγκη, που αναζητάει στον Μπέκετ ή στον Μπρεχτ όχι τη διέξοδο αλλά τη λέξη. Τη σκέψη που θα συντροφεύσει τη βαθιά μελαγχολία, θα συμπληρώσει τις μισοτελειωμένες φράσεις, θα θερμάνει το βλέμμα. […] Μέχρι όμως να ανασυγκροτηθεί ο πολιτικός λόγος, να βρει τον τρόπο να ερμηνεύσει και να εμψυχώσει, να απαντήσει στο «κοινό αίσθημα», να αποτινάξει σκοπιμότητες και αγκυλώσεις δεκαετιών (τι λέμε τώρα…), τις μόνες χειρολαβές, σε αυτήν την τρελή πορεία, προσφέρει ο ανορθολογικά προστατευμένος κόσμος της τέχνης. […] Όχι, η τέχνη δεν είναι ούτε υπεκφυγή ούτε μονοπάτι ψευδαισθήσεων για λίγους και μυημένους ή για «πειραγμένους» και «αλλού ξημερωμένους». Μας βοηθάει να σταθούμε και να σκεφτούμε, ηθικά και πολιτικά. Μας βοηθάει να «διαβάσουμε» αλλιώς την πραγματικότητα, να έρθουμε αντιμέτωποι με το αδυσώπητο και το ανέφικτο. Να δούμε την αλήθεια κατάματα, να μη συμβιβαστούμε. Σε αυτήν τη δομική κρίση, που δεν είναι μόνον ελληνική αλλά ευρωπαϊκή και παγκόσμια, δεν φθείρονται μόνον οι εξουσίες αλλά και οι λέξεις. «Τελειώνουν», δεν επαρκούν, φαντάζουν φτωχές και ελάχιστα επικοινωνιακές. Η τέχνη τους ξαναδίνει σχήμα και βάρος, προικίζει με νόημα το αδιαμόρφωτο. Γιατί, όταν τελειώνουν οι λέξεις, η βία αναλαμβάνει να εκφράσει το άναρθρο και στομωμένο, το σκοτεινό και κτηνώδες.

 

Μαρία Κατσουνάκη

Καθημερινή 11-5-2010

 

 

Χωρισμός

Είναι σκληρός ο χωρισμός
όποιος και να ’ναι αυτός
του έρωτα, της ξενητιάς
ή όποιας άλλης μοίρας

Δύσκολα ξεπερνιέται

Μα αν χωρίσει ο θάνατος
πόσο μεγάλος ο καϋμός
πόσο βαρύς ο πόνος
Κι όμως κι αυτός ο χωρισμός
με τον καιρό ξεχνιέται

Ο κόσμος με τα βάσανα γεννιέται

 

Νίκη Βασιλειάδου – Καραβάτου [1916 – 2010]

Ποιήματα 2004

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.