Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Κατερίνα Λιγκοβανλή
Διδάκτωρ Γνωσιακής Επιστήμης
του Πανεπιστημίου Αθηνών

σύναψις 17  [2010 – τόμος 06]

...περί της ορολογίας των θυμικών καταστάσεων

«[Ο όρος] συγκίνηση ιστορικά έχει αποδειχθεί τελείως ανυπότακτος στις προσπάθειες ορισμού του· πιθανόν κανένας άλλος όρος της ψυχολογίας να μην διαθέτει τόση απροσδιοριστία, αλλά ταυτόχρονα να χρησιμοποιείται τόσο συχνά.»
Reber, 1995, σελ. 246

«Όλοι γνωρίζουν τι είναι μία συγκίνηση, μέχρι να τους ζητηθεί να δώσουν τον ορισμό της.»
Fehr & Russell, 1984

Ο όρος συγκινησιακές εκφράσεις του προσώπου, μεταφράζει το αγγλικό facial emo-tions ή facial expressions of emotion. Αν και η μετάφραση του facial ή facial expressions δεν εγείρει διαφωνίες, η αντίστοιχη απόδοση του όρου emotion, αλλά και ο ίδιος ο ορισμός του εγείρει διαφωνίες που εκκινούν από τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις ως προς τη φύση του φαινομένου, αλλά και ως προς τη διάκρισή του από ανάλογα ψυχολογικά φαινόμενα, όπως το affect, τα moods και τα feelings.

      Οι Kleinginna & Kleinginna (1981) δίνουν μια μακρά λίστα 92 διαφορετικών ορισμών του emotion, οι οποίοι εντάσσονται σε έντεκα διαφορετικές κατηγορίες, ανάλογα με το είδος των φαινομένων ή των θεωρητικών ζητημάτων στα οποία δίνουν έμφαση: 1) αισθήματα διέγερσης ή/και ευχαρίστησης-δυσαρέσκειας, 2) διανοητικές και αντιληπτικές διεργασίες, ιδιαίτερα η αποτίμηση ή/και ο χαρακτηρισμός των φαινομένων, 3) πρόκληση από εξωτερικά ερεθίσματα, 4) εξάρτηση από βιολογικούς μηχανισμούς, 5) εκφραστική συμπεριφορά, εξωτερικά παρατηρήσιμες αντιδράσεις, 6) αποδιοργανωτικές ιδιότητες, 7) προσαρμοστικές ιδιότητες, 8) πολυπαραγοντική σύσταση, 9) ομοιότητα με τα συστήματα κινήτρων, 10) διάκριση από άλλα ψυχολογικά φαινόμενα, όπως τα affect, mood, motivation και feeling. Η ενδέκατη προσπάθεια ορισμού της έννοιας emotion φτάνει μάλιστα στο σημείο να αμφισβητήσει είτε την ύπαρξη ενός τέτοιου διακριτού φαινομένου είτε τη δυνατότητα αντικειμενικής παρατήρησης και περιγραφής του. Η χρήση του όρου emotion αποφεύγεται, λόγου χάρη, από το παράδειγμα (discipline) της βιολογίας, το οποίο περιγράφει τα φαινόμενα με όρους νευροδιαβιβαστών, συνάψεων και εγκεφαλικών κυττάρων και βάσει των συνεπειών τους στη φυσική συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένης της εμφανούς συμπεριφοράς και της διάθεσης (Pert, 1997).

      Η σύγχρονη τάση συνηγορεί υπέρ ενός πολυπαραγοντικού ορισμού του emotion, δεδομένου ότι περιλαμβάνει τα σημαντικά συστατικά που μπορεί κανείς να αναγνωρίσει σε αυτό το φαινόμενο. Οι Kleinginna & Kleinginna (1981) θεωρούν ότι η έννοια του emotion περιλαμβάνει όλες τις πιθανές αλληλεπιδράσεις μεταξύ υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων, οι οποίες διεκπεραιώνονται από νευρωνικά και ορμονικά συστήματα και μπορούν α) να προκαλούν συναισθηματικές εμπειρίες, όπως τα αισθήματα διέγερσης και ευχαρίστησης/δυσαρέσκειας, β) να εγείρουν γνωστικές διεργασίες, όπως σχετικές με τη συγκίνηση επιδράσεις στην αντίληψη ή, ακόμη, διαδικασίες αποτίμησης και κατονομασίας, γ) να προκαλούν εκτεταμένες αλλαγές σε φυσιολογικό επίπεδο σε αντιστοιχία με τις συνθήκες που προκάλεσαν τη συγκίνηση και δ) να οδηγούν σε συμπεριφορές που συχνά, αν όχι πάντοτε, είναι εκφραστικές, προσαρμοστικές και στοχοκατευθυνόμενες (όπως αναφέρεται και στο Ντάβου, 2000).

      Ένα από τα βασικά προβλήματα κάθε πολυπαραγοντικού ορισμού, που επισημαίνουν και οι Kleinginna & Kleinginna (1981), είναι ότι δεν επιχειρεί καμία διάκριση της έννοιας του emotion από άλλες ψυχολογικές διεργασίες, με τις οποίες μοιράζεται κοινά χαρακτηριστικά. Σε κάποιες περιπτώσεις το emotion χρησιμοποιείται ως ανώτερης τάξης έννοια που εμπεριέχει υποκείμενα ψυχολογικά φαινόμενα (affect, mood, feelings), σε άλλες περιπτώσεις το emotion αποτελεί υποκατηγορία του ανώτερης τάξης affect, ενώ ενίοτε ο όρος affect χρησιμοποιείται στη βιβλιογραφία ως συνώνυμος προς τον όρο emotion (Wilson & Keil, 1999). Η πρώτη ομώνυμη χρήση των εννοιών αποδίδεται στον Freud (1915, όπως αναφέρεται από τους Kleinginna & Kleinginna, 1981, σελ. 375), στις οποίες αποδίδει την κοινή ιδιότητα της διεργασίας εκφόρτισης, σε αντιδιαστολή με τις ιδέες που έχουν την ιδιότητα της επένδυσης σε ένα αντικείμενο ή πρόσωπο. Στο σύνολο της βιβλιογραφίας του Freud, ο όρος που χρησιμοποιείται επισήμως και συστηματικά είναι το affect (Affekt στα γερμανικά) για να περιγράψει τόσο τις διεργασίες εκφόρτισης της ψυχικής ενέργειας όσο και συγκεκριμένες και ιδιαίτερες ψυχικές καταστάσεις, όπως αυτές του φόβου, του τρόμου, κ.ά. (Τζαβάρα, 2007). Η χρήση του όρου emotion από τον Freud (Gefühl/Gefühle στα γερμανικά) είναι σπανιότερη και γίνεται με την τρέχουσα σημασία του όρου στην καθημερινή γλώσσα.1

Την ίδια σύγχυση ομωνυμίας, μεταξύ των όρων affect και emotion, μπορεί να διαπιστώσει κανείς και στη σχετική συζήτηση περί του ρόλου της νόησης στην έκλυση των δύο φαινομένων. Έτσι, ο Zajonc (1980, 1984) χρησιμοποιεί τον όρο affect για να αναφερθεί σε προδιαθέσεις προσέγγισης ή αποφυγής και να υποστηρίξει την ασυνείδητη φύση τους, παρόμοια με τον Freud, και την ανεξαρτησία τους από κάθε γνωστική εκτίμηση. Από την άλλη μεριά, ο Lazarus (1982, 1984, 1991) ενίσταται στη θέση του Zajonc, μιλά ωστόσο για emotions και υποστηρίζει την αναγκαιότητα γνωστικής αποτίμησης για την έκλυσή τους. Κατά πόσο, όμως, τα affects του Zajonc, όπως και τα ψυχαναλυτικά affects, τα οποία αναφέρονται σε προδιαθέσεις προσέγγισης ή αποφυγής απέναντι σε πρόσωπα, καταστάσεις ή αντικείμενα και κύριο χαρακτηριστικό τους έχουν την αδυναμία γλωσσικού ορισμού τους (Zajonc, 1980), ταυτίζονται με σύνθετες ψυχολογικές καταστάσεις, όπως ο θυμός, η χαρά, ο φόβος, κ.ο.κ., οι οποίες χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη υποκειμενική εμπειρία και διαθέτουν διακριτό γλωσσικό αντικείμενο;

Η σύγχυση στη χρήση των εννοιών affect και emotion φαίνεται να προκύπτει ως αποτέλεσμα της διαφορετικής ιεραρχικής κατηγοριοποίησής τους. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το affect αποτελεί ένα πρωταρχικό στάδιο επεξεργασίας του emotion, η οποία προετοιμάζει την αντίδραση του οργανισμού σε ένα αντικείμενο ή ερέθισμα (Min, Chung & Min, 2005), ένα είδος προσυνειδητής διεργασίας (Zajonc, 1984), που κατηγοριοποιεί τα αντικείμενα σε σχέση με τον εαυτό σε μια μονοδιάστατη και δυαδική κλίμακα σθένους: θετικό –αρνητικό, καλό-κακό, ωραίο-άσχημο, ασφαλές-επικίνδυνο (Zajonc, 2000– Clore & Katelaar, 1997). Tο affect αποτελεί μια διακριτή κατάσταση σε σχέση με άλλες ψυχολογικές καταστάσεις, όπως τα emotions ή τα feelings. Οι διεργασίες του affect, των σωματικών αλλαγών και των συμπεριφορικών αντιδράσεων ή προδιαθέσεων για δράση ευθύνονται για την έκλυση του emotion και γίνονται αντιληπτές ως feelings. Η προσέγγιση αυτή είναι χαρακτηριστική της θεωρίας των «basic emotions», σύμφωνα με την οποία, παρά την ποικιλία των όρων που εκάστοτε χρησιμοποιούνται, ψυχολογικές καταστάσεις, όπως ο φόβος, η αηδία, η λύπη, κ.ά., αποτελούν βασικές εκδηλώσεις της έννοιας του emotion (Ortony & Turner, 1990).

      Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το affect δεν είναι ένας τρόπος θεμελιώδους ασυνείδητης επεξεργασίας, αλλά συνειδητή υποκειμενική εμπειρία από την οποία προκύπτουν νοητικές αναπαραστάσεις. Οι Russell & Barrett (1999) κάνουν λόγο για core affect, στο οποίο αποδίδουν τρεις διαστάσεις (ευχαρίστηση-δυσαρέσκεια, ένταση-χαλάρωση και κατάθλιψη-υπερθυμία [elation]), διαρκή πα-ρουσία και δυνατότητα συνειδητής κατεύθυνσης προς ένα αντικείμενο. Η ένταση του core affect είναι αυτή που, κατά τους Russell & Barrett, θα ορίσει κατά πόσο το περιεχόμενό του θα γίνει προσπελάσιμο στη συνειδητή εμπειρία ή θα διαφύγει αυτής. Μια χαρακτηριστικά ήπια παρουσία του core affect ορίζει τις διαθέσεις (moods), όταν π.χ. κανείς ξυπνά το πρωί κεφάτος ή άκεφος, χαλαρός ή με ένταση, χωρίς κανένα προφανή λόγο. Η έντονη εμπειρία του core affect απαντάται ακόμη και σε πρωτοτυπικά επεισόδια του emotion, όπως στη δυσαρέσκεια που απαντάται στο φόβο, τη λύπη και το θυμό, στην ένταση της έκπληξης και του θυμού, στην κατάθλιψη της λύπης και της αηδίας. Η αποδοχή ενός εννοιολογικά υπερκείμενου affect αφήνει περιθώρια αλληλεπικάλυψής του με τις έννοιες του feeling και του mood, ωστόσο η έκλυση του emotion απαιτεί όχι απλά ύπαρξη του affect, αλλά μια αιφνίδια αλλαγή του, την περαιτέρω γνωστική επεξεργασία του, την αναγνώριση του αντικειμένου του και τον συμπεριφορικό προγραμματισμό για την αντιμετώπιση των συνεπειών της τροποποίησης της κατάστασης του οργανισμού (Russell & Barrett, 1999). Το affect, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, διατρέχει το σύνολο των ψυχολογικών καταστάσεων και είναι υπερκείμενη έννοια των επιμέρους ψυχολογικών φαινομένων που περιλαμβάνει: emotions, feelings ή και moods.

      Οι Ortony, Norman & Revelle (2005) προτείνουν έναν λειτουργικό ορισμό των εννοιών του affect και του emotion, ο οποίος διακρίνει λειτουργικά τις παραπάνω ψυχολογικές καταστάσεις και φαίνεται να προσπαθεί να συγκεράσει τις δύο αντιπαρατιθέμενες προσεγγίσεις, προτείνοντας τη διάκριση μεταξύ affect, proto-affect, feeling και emotions. Οι Ortony, Norman & Revelle θεωρούν το affect ως γενική κατασκευή που περιλαμβάνει μια ευρεία γκάμα ψυχολογικών συνθηκών που σχετίζονται με τη σημασία [value]. Τα emotions αν και πιο συγκεκριμένα από άλλες καταστάσεις, δεν αποτελούν διακριτή κατηγορία του affect. Ποικίλουν ως προς την τυποποίησή τους, με κάποιες περιπτώσεις να αποτελούν καλύτερα υποδείγματα από άλλες. Προτείνεται ότι τα καλύτερα παραδείγματα των emotions, τα οποία αποκαλούν πλήρως ανεπτυγμένα [full-fledged emotions], εμφανίζονται μόνο στο ανώτερο στοχαστικό επίπεδο και αποτελούν ερμηνείες των feelings του αντανακλαστικού επιπέδου [reflective level], υπό την συνδυαστική επίδραση της συμπεριφοράς, των κινήτρων και της νόησης. Στο μέσο, στερεοτυπικό επίπεδο [routine level] υπάρχουν στοιχειώδη emotions, με ελάχιστο γνωστικό περιεχόμενο, ενώ στο θεμελιώδες, αντανακλαστικό επίπεδο επεξεργασίας [routine level] δεν υπάρχουν καθόλου emotions. Αυτό που υπάρχει στο αντανακλαστικό επίπεδο είναι η απόδοση αξίας στο ερέθισμα, διεργασία την οποία ονομάζουν «proto-affect». Το proto-affect μπορεί να προσλάβει στα ανώτερα επίπεδα ποικίλες ερμηνείες, από ένα ακαθόριστο feeling ότι κάτι είναι σωστό ή λάθος [στερεοτυπικό επίπεδο] μέχρι ένα συγκεκριμένο, γνωστικά επεξεργασμένο και πλήρως αναπτυγμένο emotion [στοχαστικό επίπεδο].

      Η αμηχανία ορισμού της έννοιας του emotion και της διάκρισής του από το affect, που διατρέχει την αγγλόφωνη βιβλιογραφία, ενισχύεται στην προσπάθεια μετάφρασης των αντίστοιχων αγγλικών όρων στην ελληνική γλώσσα. Η Ευκλείδη και οι συνεργάτες της, αποδίδουν το emotion ως συναίσθημα (1996, όπως αναφέρεται στο Ντάβου, 2000), το affect ως θυμικό και το feeling ως αίσθημα, ενώ δεν περιλαμβάνουν στη λίστα των ελληνικών όρων που χρησιμοποιούν τη συγκίνηση. Άλλες προσεγγίσεις θέλουν στον αγγλικό όρο emotion να αντιστοιχεί η συγκίνηση (Ντάβου, 2000– Θεοδωροπούλου, 2004), με επιχείρημα την ετυμολογική αντιστοιχία των λέξεων στις δύο γλώσσες. Και οι δύο όροι διαθέτουν ως συστατικό τους την έννοια της κινητοποίησης, της δράσης ή της αντίδρασης [motio/κίνηση] (http://en.wikipedia.org/ wiki/Emotion#Etymology – Μπαμπινιώτης, 1998). Η πρόθεση, ωστόσο, που συνοδεύει τους δύο όρους είναι διαφορετική. Στα αγγλικά το motio συνοδεύεται από την πρόθεση e(x) [έξω, προς τα έξω], επισημαίνοντας την εξωστρεφή κατεύθυνση της δράσης, ενώ στα ελληνικά η κίνηση συνοδεύεται από την πρόθεση συν [ομού, μαζί]. Οι δύο βασικές χρήσεις της πρόθεσης συν αφορούν: α) την παρουσία ενός υποκειμένου ή αντικειμένου, το ίδιο ή άλλο από το ενεργούν ή νοούν υποκείμενο και β) τη συγχρονισμένη, ταυτόχρονη πραγματοποίηση δυο γεγονότων (Bailly, 1894). Η ύπαρξη σκέψεων παρουσία του ιδίου του εαυτού είναι τα γεγονότα που με συμπυκνωμένο τρόπο ορίζει ως ταυτόχρονα η πρόθεση συν στο ουσιαστικό συνείδησις (Liddell-Scott, σελ. 215). Κατά τον ίδιο τρόπο μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η πρόθεση συν της συνκίνησης ορίζει την ταυτόχρονη παρουσία νόησης, συμπεριφοράς και κινήτρων, παρουσία τουλάχιστον του ιδίου του υποκειμένου. Δεδομένου, μάλιστα, ότι δευτερεύουσες σημασίες της λέξης κίνηση είναι η ταραχή, η ενόχληση, ο ερεθισμός (Τεγόπουλος-Φυτράκης, 1997), ο όρος συγκίνηση φαίνεται να περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από το αγγλικό emotion και να περιγράφει με πιστότερο τρόπο τον ορισμό του full-fledged emotion σύμφωνα με τους Ortony, Norman & Revelle (2005): ερμηνείες των feelings του αντανακλαστικού επιπέδου, υπό τη συνδυαστική επίδραση της συμπεριφοράς, των κινήτρων και της νόησης.

      Αν η συγκίνηση αποδίδει τον αγγλικό όρο emotion, τότε ποιος ο αγγλικός όρος που αποδίδει το συναίσθημα; Σε αντίθεση με άλλους έλληνες ερευνητές (Ντάβου, 2000 και Θεοδωροπούλου, 2004) που αποδίδουν το affect ως συναίσθημα και το feeling ως αίσθημα, θεωρούμε ότι το συναίσθημα και όχι το αίσθημα μεταφράζει τον αγγλικό όρο feeling. Στην κυριολεκτική της χρήση η λέξη feeling σημαίνει κάτι που γίνεται αισθητό μέσω του νου ή των αισθήσεων: feeling of hunger, discomfort, gratitude, joy, pain (Hornby, 1999). Αποτελούν, ωστόσο, όλα αυτά τα αντικείμενα του feeling έννοιες της ίδιας ψυχολογικής τάξης; Το αίσθημα του πόνου ανήκει στην ίδια κατηγορία με το feeling της χαράς, της λύπης, της αηδίας, της έκπληξης κ.ο.κ.;

      Αυτό που χαρακτηρίζει την εμπειρία, το feeling μιας συγκινησιακής κατάστασης είναι ότι δύναται να εμπεριέχει ένα επιπλέον συστατικό από ό,τι η κατάσταση π.χ. του σωματικού πόνου. Το αίσθημα του πόνου συνδέεται άμεσα με τη βλάβη ενός ζωτικού ιστού και η άρση του είναι δυνατή μόνο μετά την αποκατάσταση της βλάβης ή τη χορήγηση αναλγητικών φαρμάκων. Ο πόνος προκαλεί ρυθμιστικές αντιδράσεις, όπως τα αντανακλαστικά, όπως επίσης μπορεί να προκαλέσει μια συγκίνηση. Όταν η μετάδοση των σημάτων που οδηγούν στην αναπαράσταση της βλάβης του ιστού μπλοκάρεται με αναλγητικά ούτε πόνος, αλλά ούτε και συγκίνηση ακολουθούν. Ωστόσο είναι δυνατόν να μπλοκαριστεί η συγκίνηση και όχι η αίσθηση του πόνου. Φάρμακα, όπως οι βήτα-αναστολείς ή το valium, έχουν την ιδιότητα να διατηρούν την αντίληψη βλάβης του ιστού, αλλά η άμβλυνση της συγκίνησης απομακρύνει την οδύνη που κανονικά θα τη συνόδευε (Damasio, 1999). Με άλλα λόγια, οι συγκινήσεις μπορούν να προκληθούν από το ίδιο ερέθισμα που προκαλεί πόνο, αλλά αποτελούν διαφορετικό αποτέλεσμα από την ίδια αιτία.

      Σε νευρολογικό επίπεδο, η παραπάνω διάκριση περιγράφεται χαρακτηριστικά από την περίπτωση ενός ασθενούς με νευραλγία τριδύμου. Καμία φαρμακευτική αγωγή δεν υπήρξε αποτελεσματική για τους πόνους του ασθενή και έτσι προτάθηκε χειρουργική επέμβαση με πρόκληση μικρών αλλοιώσεων στο μετωπιαίο λοβό, οι οποίοι είχε διαπιστωθεί πως μετριάζουν τον πόνο. Δύο μέρες μετά την εγχείρηση ο ασθενής ανέφερε ότι οι πόνοι είχαν μεν την ίδια ένταση με πριν, αλλά παρόλα αυτά αισθανόταν καλά. Η έκφραση του προσώπου, η φωνή και η γενική συμπεριφορά του δεν ήταν αυτή που σχετίζεται με τον πόνο (Damasio, 1999). Η εγχείριση είχε κάνει ελάχιστα ή τίποτα στους αισθητηριακούς τύπους που ανταποκρίνονταν στη βλάβη του ιστού, οι νοητικές εικόνες της δυσλειτουργίας του ιστού δεν είχαν αλλάξει, ωστόσο η εγχείριση είχε επιτυχία, καθώς κατάργησε τις συγκινησιακές αντιδράσεις που οι αισθητηριακοί τύποι της καταστροφής του ιστού δημιουργούσαν.

      Αυτό που υποστηρίζεται εδώ είναι ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν δυο ειδών αναπαραστάσεις των εξωτερικών συμβάντων: η αίσθηση αυτή καθεαυτή και το αίσθημα που ενίοτε τη συνοδεύει. Το αίσθημα δεν είναι τίποτε άλλο από την εσωτερική ποιότητα της εμπειρίας μιας αίσθησης, π.χ. ο υποκειμενικός τρόπος αντίληψης της βλάβης ενός ζωτικού ιστού στην περίπτωση του πόνου. Το αίσθημα του πόνου ή της ευχαρίστησης, που προκύπτει από μια επώδυνη ή μια ηδονική αίσθηση, αποτελεί επιμέρους συστατικό στοιχείο συναισθημάτων οδύνης ή ηδονής αντίστοιχα. Το συναίσθημα οδύνης προκύπτει από την ενσυνείδητη εμπειρία του αισθήματος του πόνου και όχι απλά από την εσωτερική εμπειρία μιας δυσάρεστης αίσθησης.

      Η τρέχουσα χρήση της λέξης συναίσθημα αποδίδει, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Μπαμπινιώτης, 1999), την «ιδιαίτερη ψυχική διάθεση στην οποία περιέρχεται κανείς από ποικίλες καταστάσεις, οι οποίες οφείλονται είτε σε εξωτερικά ερεθίσματα, είτε σε λειτουργίες του οργανισμού». Το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης (Liddell-Scott) ερμηνεύει επίσης το ρήμα συναισθάνομαι ως «αντιλαμβάνομαι ωσαύτως ή συγχρόνως, μάλιστα δια των οργάνων της αισθήσεως, δια των αισθητηρίων οργάνων», ενώ η αρχική σημασία του, σύμφωνα με το Μείζων Ελληνικό Λεξικό (Τεγόπουλος-Φυτράκης, 1997), είναι η «κατανόηση μέσω της συνείδησης». Ο Μπαμπινιώτης (1999) επιχειρεί, επίσης, μια εμπεριστατωμένη διάκριση μεταξύ συναισθήματος και αισθήματος, η οποία ενισχύει τα προηγούμενα επιχειρήματα, ορίζει, ωστόσο, τη συγκίνηση ως παράμετρο του συναισθήματος, ως «ψυχική αναστάτωση, οποιαδήποτε συναισθηματική ένταση». Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Damasio (1999) θεωρεί τη συγκίνηση ως συστατικό της συναισθηματικής εμπειρίας, το συναίσθημα ως νοητική εικόνα των σωματικών αλλαγών που προκαλούν τη συγκίνηση. Αντίθετα, οι Ortony, Norman & Revelle (2005) υποστηρίζουν ότι οι πλήρως ανεπτυγμένες [full fledged] συγκινήσεις είναι ερμηνευμένα συναισθήματα. Τα συναισθήματα, που προκύπτουν ως αποτέλεσμα των σωματικών αλλαγών και της τροποποίησης της κατάστασης του οργανισμού ως προς την επίγνωση [awareness] και την προσοχή του, μεταφράζονται σε συγκινήσεις όταν ερμηνεύεται η παρουσία τους με αναφορά σε γεγονότα ή αλληλεπιδράσεις που αφορούν το παρόν, το παρελθόν, το πραγματικό ή δυνητικό μέλλον. Το συναίσθημα οδύνης μπορεί να ερμηνευθεί ως συγκίνηση λύπης για ένα συμβάν απώλειας του παρελθόντος ή ως συγκίνηση φόβου για ένα παρελθοντικό, αναμενόμενο ή φανταστικό απειλητικό συμβάν.

      Καταλήγοντας σχετικά με τα ζητήματα ορολογίας, και σε συμφωνία με μελέτες των Μεταλλίδου και Ευκλείδη (1998, όπως αναφέρεται στο Ντάβου 2000), θα υιοθετήσουμε για το affect την απόδοσή του με τον ελληνικό όρο θυμικό. Η χρήση, ωστόσο, εδώ του όρου θυμικό δεν αντιστοιχεί στην πλατωνική έννοια, στο μέρος εκείνο της ψυχής από όπου πηγάζουν τα ευγενή πάθη, αλλά στην ορεκτική έννοια του Αριστοτέλη (Περί Ψυχής Γ΄, στιχ. 434-439) και τους μεταγενέστερους βυζαντινούς ορισμούς του, σύμφωνα με τους οποίους το θυμικό είναι το μέρος εκείνο της ψυχής όπου οι μνήμες έχουν χάσει τη σύνδεσή τους με τα λεκτικά σύμβολα και βασικός σκοπός του είναι η πρωτόγονη ικανοποίηση και ηδονή (Θεοχαράκης και συν., 2004). Μια τέτοια προσέγγιση του θυμικού αντιστοιχεί στις προσεγγίσεις του affect, τόσο ως πρωτογενούς σταδίου επεξεργασίας σε επίπεδο προσέγγισης-αποφυγής, όσο και ως υπερκείμενη έννοια με τις ίδιες ιδιότητες, που διατρέχει το σύνολο των συναφών ψυχολογικών φαινομένων.2

                Στη διδακτορική μου διατριβή (Λιγκοβανλή, 2007), με θέμα «Ο ρόλος του πλαισίου στην αναγνώριση των συγκινησιακών εκφράσεων στο πρόσωπο – Επίδραση μονοαισθητήριου και διαισθητηρίου πλαισίου», έχω χρησιμοποιήσει τον όρο facial expression of emotions ως συγκινησιακές, και όχι συναισθηματικές εκφράσεις του προσώπου, δεδομένου ότι αποτελούν απόρροια της συνολικής ενεργοποίησης του οργανισμού και δεν αναφέρονται αποκλειστικά στην υποκειμενική εμπειρία της κατάστασης. Επιπλέον, θεωρούμε ότι η χρήση του ελληνικού όρου συγκινησιακές αποδίδει ένα επιπλέον χαρακτηριστικό στις εκφράσεις προσώπου, σε σχέση με την αγγλική έννοια emotional. Η πρόθεση συν χρησιμοποιείται επίσης για να δηλώσει τη σύγχρονη παρουσία ενός προσώπου και, κυρίως, άλλου προσώπου κατά την πραγματοποίηση ενός γεγονότος ή την εκτέλεση μιας ενέργειας. Έτσι το συν που συνοδεύει το ουσιαστικό κίνηση προσδίδει σε αυτό μια κοινωνική και κατ’ επέκταση επικοινωνιακή διάσταση, φέρνοντας στο προσκήνιο το κρίσιμο και κατά κανόνα αλληλεπιδραστικό πλαίσιο εμφάνισης των συγκινησιακών εκφράσεων προσώπου.

1 O γερμανικός όρος Gefühl/Gefühle δεν αντιστοιχεί απόλυτα στον αγγλικό όρο emotion. Το Gefühl/Gefühle δεν υποδηλώνει σωματικές ενοχλήσεις (Θεοδωροπούλου, 2004), δεδομένο που ενδεχομένως εξηγεί και την προτίμηση του Freud στον όρο affect.

2 Και ετυμολογικά, η προέλευση του affect από το λατινικό afficere, «υποβάλλομαι», «δέχομαι επίδραση» (Ντάβου, 2000), αντιστοιχεί μάλλον στην έννοια της θυμικής επίδρασης προσέγγισης-αποφυγής, παρά στη συνειδητή βίωση των αποτελεσμάτων της επίδρασης ως συναισθήματος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

  1. Αριστοτέλης. Περί Ψυχής. (μτφ. Α. Χαλά). Αθήνα: Εκδ. Πάπυρος, 1975, 31-101.
  2. Bailly, A. (1894). Dictionnaire Grec-Français. Paris: Hachette, 1963.
  3. Clore GL & Ketelaar T. (1997). Minding our emotions: On the role of automatic, unconscious affect. In RS Wyer (Ed.). Advances in social cognition. Mahwah, NJ: Erlbaum, vol 10, 105-120.
  4. Damasio A. (1999). The Feeling of What Happens. Body and emotion in the making of consciousness. New York: Harcourt Brace & Company.
  5. Ευκλείδη Α & Μωραΐτου Δ (2007). Συναισθηματική λειτουργικότητα στη γεροντική ηλικία. Πρακτικά 5ου Πανελλήνιου Διεπιστημονικού Συνεδρίου Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών. Θεσσαλονίκη.
  6. Hornby AS (1999). Oxford Advanced Learners Dictionary. Oxford: Oxford University Press.
  7. Θεοδωροπούλου Μ (2004). Στα Γλωσσικά Μονοπάτια του Φόβου. Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος / Επιχειρήματα 11.
  8. Θεοχαράκης Ν, Δαμίγος Δ, Μαυρέας Β, Ευτυχιάδης Α, Βελογιάννη Λ & Γερουλάνος Σ (2004). Στοιχεία της φροϋδικής θεωρίας στο Βυζάντιο. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 21, 4, 391-396.
  9. Kleinginna P Jr & Kleinginna A (1981). A categorized list of motivation definitions, with suggestions for a consensual definition. Motivation and Emotion, 5, 263-291
  10. Lazarus RS (1991). Cognition and Motivation in Emotion. American Psychologist, 46, 4, 352-367.
  11. Lazarus RS (1984). On the Primacy of Cognition. American Psychologist, 39, 124-129.
  12. Lazarus RS (1982). Thoughts on the Relations between Emotion and Cognition. American Psychologist, 37, 1019-1024.
  13. Liddell HG & Scott R. Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. Αθήναι: Εκδότης Ιωάννης Σιδέρης.
  14. Λιγκοβανλή Αικ (2007). Ο ρόλος του πλαισίου στην αναγνώριση των συγκινησιακών εκφράσεων στο πρόσωπο – Επίδραση μονοαισθητήριου και διαισθητηρίου πλαισίου, Αθήνα.
  15. Μπαμπινιώτης Γ (1998). Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  16. Ντάβου Μ (2006). Η έννοια της «αποτίμησης» στη μελέτη της συγκίνησης: Προς μια κατανόηση του γνωστικού συστατικού της συγκίνησης. Νόησις, 2, 33-49.
  17. Ντάβου Μ (2000). Οι Διεργασίες της Σκέψης στην Εποχή της Πληροφορίας. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
  18. Ortony A, Norman DA & Revelle W (2005). Affect and proto-affect in effective functioning. In JM Fellous & MA Arbib (2005). Who needs emotions: The brain meets the machine. New York: Oxford University Press.
  19. Ortony A & Turner TJ (1990). What’s basic about basic emotions? Psychological Review, 97, 315-331.
  20. Pert CB (1997). Molecules of Emotion. London: Simon & Schuster, 1998.
  21. Reber, A. S. (1985). Dictionary of Psychology. London: Penguin Books, 1995.
  22. Russell JA & Barrett LF (1999). Core Affect, Prototypical Emotional Episodes, and Other Things Called Emotion: Dissecting the Elephant. Journal of Personality and Social Psychology, 76, 5, pp. 805-819.
  23. Τζαβάρα Ε (2007). Liebesobjekt: Ερωτικό αντικείμενο ή και αντικείμενο αγάπης. Εκ των Υστέρων, 15, 39-46.
  24. Τεγόπουλος-Φυτράκης (1997). Μείζων Ελληνικό Λεξικό. Αθήνα: Εκδόσεις Αρμονία.
  25. Wilson RA & Keil FC (Eds.) (1999). The MIT Encyclopedia of the Cognitive Sciences. Massachusetts: MIT Press.
  26. Zajonc RB (2000). Mere Exposure: A gateway to the subliminal. Current Directions in Psychological Science 10, 6, 24-228.
  27. Zajonc RB (1984). On the Primacy of Affect. American psychologist, 39, 117-123.
  28. Zajonc RB (1980). Feeling and thinking: preferences need no inferences, American psychologist, 35, 151-175.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.