Δαρμή Ευγενία
Ψυχολόγος, Msc, PhD. Εργαζεται στο Δρομοκαΐτειο Νοσοκομείο
σύναψις 17 [2010 – τόμος 06]
Από τη στιγμή που η «τρέλα» διαφοροποιήθηκε από τη φτώχεια και την κοινωνική δυσλειτουργία, εγκαθιστώντας την απαρχή της επιστημονικής της προσέγγισης βάσει ενός ιατροκεντρικού προτύπου, σύμφωνα με το κυρίαρχο θετικιστικό πνεύμα του 19ου αιώνα, ανοίχθηκε κι ο δρόμος για την αναζήτηση της αιτιολογίας της ψύχωσης. Στο σύγχρονο κόσμο, στη θέση του ζωώδικου στοιχείου του Μεσαίωνα που φανερωνόταν χωρίς ιστορία, σαν μια αιώνια επιστροφή, τώρα θα ξαναβγούν στην επιφάνεια τα σημάδια από παλιά μίση, παλιές οικογενειακές βεβηλώσεις, τα λησμονημένα σημάδια της αιμομιξίας και της τιμωρίας. Η σύγκρουση μετατοπίζεται ανάμεσα στα ένστικτα και στη στερεότητα του οικογενειακού δεσμού και των πιο αρχαϊκών του συμβόλων. Μέσα από αυτό το πρίσμα ενδελεχείς κλινικές παρατηρήσεις θέτουν στο επίκεντρο τις οικογενειακές σχέσεις, ειδικά τη σχέση ανάμεσα στη μητέρα και το ψυχωτικό παιδί, αναζητώντας να περιγράψουν τους παράγοντες εκείνους που είναι ικανοί να συντελέσουν, υπό δεδομένες συνθήκες, στην εμφάνιση ψύχωσης.
Η μητέρα του ψυχωτικού ασθενούς: βιβλιογραφική αναδρομή
Ο Freud θεωρούσε πως η ψύχωση βρίσκεται έξω από το πεδίο της ψυχαναλυτικής θεραπευτικής πρακτικής. Ωστόσο το ενδιαφέρον του παρέμενε αμείωτο, όσον αφορά στους μηχανισμούς ανάπτυξης της ψυχωτικής συμπτωματολογίας. Στη μελέτη του πάνω στην Αυτοβιογραφία του Προέδρου Σρέμπερ, ο Freud (1911) επεσήμανε ότι η ψύχωση οφείλεται σε αναπτυξιακές καθηλώσεις, που έχουν ως αποτέλεσμα την ανεπάρκεια του Εγώ. Η αποδιοργάνωση του Εγώ των ψυχωτικών ασθενών αντικατοπτρίζει την παλινδρόμηση σ’ ένα αναπτυξιακό στάδιο, όπου το Εγώ δεν έχει ακόμη πλήρως αναπτυχθεί.
Μέσω της κλινικής της εργασίας με μικρά παιδιά, η M. Klein φώτισε πολύ πρώιμες φάσεις της συναισθηματικής ανάπτυξης του νεογνού και του βρέφους. Η «σχιζοπαρανοειδής θέση», που συνήθως διαρκεί τους πρώτους έξι μήνες της ζωής, θεωρήθηκε ως το σημείο καθήλωσης στην ψύχωση. Χαρακτηρίζεται από έντονο διωκτικό άγχος και πρωτόγονους αμυντικούς μηχανισμούς, όπως η διχοτόμηση, η ενδοβολή, η προβολή και η προβολική ταύτιση. Στη θεωρία της Klein για την ψύχωση, έμφαση δίνεται σχεδόν αποκλειστικά στον φαντασιωσικό κόσμο, στα εσωτερικά αντικείμενα. Ωστόσο, η προβληματική της πάνω στο ασυνείδητο διαποτίζεται από την ισχύ της μητρικής φιγούρας: ο «καλός μαστός» γίνεται το πρότυπο όλων των αγαπημένων αντικειμένων, ο «κακός μαστός» των διωκτικών αντικειμένων. Το καλό εσωτερικευμένο αντικείμενο σχηματίζει τον πυρήνα του Εγώ, ενώ το Υπερεγώ διαμορφώνεται μέσα από την επιθετικότητα που απευθύνεται προς τη μητέρα (Arnoux, 1997).
Ο W.R. Bion (Albin, 2001), συνεχιστής της σχολής της M. Klein, συνέβαλε στην κατανόηση των πρώτων σταδίων γένεσης του ψυχισμού και διατύπωσε νέες υποθέσεις σχετικά με την αιτιολογία της ψύχωσης. Ο μηχανισμός της προβολικής ταύτισης καθίσταται κεντρικός. Σύμφωνα με την Klein, λειτουργεί από τη γέννηση και συνίσταται, σε ένα φαντασιωσικό επίπεδο, στην αποβολή των κακών μερών του εαυτού και των κακών εσωτερικών αντικειμένων προς ένα εξωτερικό αντικείμενο, έτσι ώστε να διαφυλάσσονται τα καλά αντικείμενα και να μπορεί να ασκηθεί έλεγχος στο εξωτερικό αντικείμενο. Στη συνέχεια, αυτά τα προβεβλημένα αντικείμενα μπορούν να ενδοβληθούν με τη μορφή ανεκτικότερων περιεχομένων. Ο Bion συμπληρώνει αυτήν την υπόθεση θέτοντας ως αναγκαία προϋπόθεση τη λειτουργία ενός «περιέχοντος», του «καλού μητρικού μαστού» που συντελεί στο να συγκρατεί και να μειώνει τη βία των συναισθημάτων του παιδιού. Στην ανάπτυξη μιας μη ψυχωτικής προσωπικότητας, η σχέση μεταξύ μητέρας και παιδιού περιγράφεται ως ένα «ευτυχισμένο ζεύγος», όπου το μητρικό περιέχον αντιπροσωπεύει την ικανότητα να δέχεται τις προβολές-ανάγκες του παιδιού και να του τις επιστρέφει ως περιεχόμενα που έχουν μεταβολισθεί κι έχουν απαλλαγεί από το έντονα καταστροφικό τους δυναμικό. Στην ψύχωση, η ικανότητα αυτή της μητέρας να «ονειροπολεί» μοιάζει να δυσλειτουργεί, απηχώντας μια γενική διαστρέβλωση της δυναμικής διεργασίας περιεχομένου και περιέχοντος. Σε αυτήν την περίπτωση κυριαρχούν ο φθόνος και η απληστία, όπου εκφράζεται η ανεπίλυτη σύγκρουση μεταξύ των ενορμήσεων ζωής και θανάτου. Η έλλειψη ανοχής του ψυχωτικού υποκειμένου στη ματαίωση και στον ψυχικό πόνο έχει ως αποτέλεσμα τη σαδιστική επίθεση απέναντι στην αντίληψη, το Εγώ και την σκέψη, γενικά την επίθεση «στους δεσμούς» που εγκαθίστανται μέσα από τη λειτουργία της συνείδησης, της συγκέντρωσης και της κρίσης.
Ο D. W. Winnicott (1952, 1956, 1986) έστρεψε το ενδιαφέρον του στην πρώιμη αλληλεπίδραση μεταξύ του αναπτυσσόμενου υποκειμένου και του περιβάλλοντός του, που ορίζει ως «πρωταρχική μητρική ενασχόληση». Μια «επαρκώς καλή μητέρα» μπορεί να συναισθάνεται το νεογνό της και να προσαρμόζεται ενεργά στις μεταβαλλόμενες ανάγκες του, δηλαδή να του παρουσιάζει το αντικείμενο τη στιγμή που εκείνο το δημιουργεί ψευδαισθητικά, δημιουργώντας την ενδιάμεση περιοχή της αυταπάτης χωρίς την οποία δεν είναι δυνατή καμιά επαφή ανάμεσα στην ψυχή και το περιβάλλον. Επανειλημμένες αποτυχίες προσαρμογής του περιβάλλοντος παράγουν ψυχική παραμόρφωση, η οποία εκφράζεται με τη δημιουργία ενός «ψευδούς εαυτού», που μπορεί μεν να συμμορφώνεται μηχανιστικά, αλλά δεν μπορεί να επιτύχει την ανεξαρτησία της ωριμότητας. Τη βάση για την ψυχική υγεία, τονίζει ο Winnicott, καθορίζει η μητέρα, από τη σύλληψη και μετά, μέσω της συνήθους φροντίδας που δίνει στο βρέφος της, εξαιτίας του ειδικού της προσανατολισμού σε αυτό το έργο. Ψυχικά ασθενής υγεία ψυχωτικού χαρακτήρα απορρέει από καθυστερήσεις και παραμορφώσεις, παλινδρομήσεις και μπερδέματα, δυσκολίες σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση, που καθορίζουν το έργο της παιδικής φροντίδας.
Μια διαδεδομένη υπόθεση, που περιγράφεται κατά κύριο λόγο στην αγγλοσαξωνική ψυχαναλυτική βιβλιογραφία (Parker, 1982), ήταν ότι η ψυχωτική διαταραχή οφείλεται σε πολύ πρώιμες δυσκολίες στη σχέση με μια ενοχική και υπεραγχώδη μητέρα. Η «σχιζοφρενογόνος μητέρα», μια έννοια που αρχικά αναπτύχθηκε από τον Sullivan, αποτελεί κυριαρχική φιγούρα, ελεγκτική, υπερπροστατευτική, ουσιαστικά όμως απορριπτική, που δρα ως αιτιολογικός παράγοντας στην εμφάνιση της ψύχωσης. Το παιδί καθίσταται ανίκανο να αποχωρισθεί και να εξελιχθεί πέρα από μια απόλυτη και στενή εξάρτηση που χαρακτηρίζει τη σχέση μητέρας-βρέφους στο στοματικό στάδιο της ανάπτυξης (Albin, 2001).
Άμεση προέκταση και εφαρμογή των ψυχαναλυτικών αυτών θεωριών στην οικογενειακή τριάδα «μητέρα-πατέρας-παιδί» αποτελούν oι συστημικές θεωρίες για την αιτιολογία της σχιζοφρένειας. Ο Bateson επισήμανε το 1957 τον ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας, που ονόμασε «διπλό δεσμό», κατά τον οποίο το περιεχόμενο που στέλνει ο πομπός δεν αντιστοιχεί στα συμφραζόμενα του μηνύματος. Πρόκειται για ένα ειδικό πλαίσιο μάθησης, όπου το παιδί δέχεται αντιφατικά μηνύματα, που του επιβάλλουν να παραγνωρίσει σημαντικές πλευρές του εαυτού του ή της εμπειρίας του. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει απαγόρευση της διαφυγής από αυτήν την κατάσταση σύγχυσης και απαγόρευση της μεταεπικοινωνίας (Bateson, 1957). Ο Haley ερμήνευσε το φαινόμενο του «διπλού δεσμού» ως προσαρμοστική απάντηση, ως αμυντική λειτουργία που προστατεύει τη μητέρα από το άγχος της στενής επαφής ή της σχέσης αυτής καθεαυτής με το παιδί (Mishler, Waxler, 1968). Ο Lidz (1957) διακρίνει δυο οικογενειακά πρότυπα, το «συζυγικό σχίσμα» και το «βλαισό ζεύγος», που αντανακλούν διαφορετικές διεργασίες στη γένεση της σχιζοφρένειας ανάλογα με το φύλο του παιδιού. Επιθετικές και αιμομικτικές επιθυμίες κι ο φόβος απώλειας του ελέγχου πάνω στις επιθυμίες αυτές αποτελούν στοιχεία σοβαρών διαταραχών της προσωπικότητας των γονιών, που τους εμποδίζουν να εκπληρώσουν ικανοποιητικά το γονικό τους ρόλο. Ως κύριο χαρακτηριστικό του οικογενειακού συστήματος ο Wynne ανέδειξε την πίεση που ασκείται στο παιδί να αρνείται την έλλειψη νοήματος και ικανοποίησης στις οικογενειακές σχέσεις (Mishler, Waxler, 1968). Ο Bowen (1978) επεσήμανε ότι το σχιζοφρενές παιδί «αγγίζει» μια πτυχή της προσωπικότητας του γονιού, όπου υπάρχει ψυχική σύγκρουση. Η γενική τάση των οικογενειών αυτών είναι να συντηρούν ακραίους, πολωμένους και στερεότυπους ρόλους και να χαρακτηρίζονται από «συναισθηματικό διαζύγιο των γονιών» με μια υπερεμπλεκόμενη μητέρα κι έναν περιφερειακό πατέρα.
Με τη συμβολή του J. Lacan, η ψυχαναλυτική έρευνα έστρεψε το ενδιαφέρον της από την περιγραφή χαρακτηριστικών της μητέρας ή της οικογένειας, που μπορεί να δράσουν ως αιτιολογικοί παράγοντες, στη σημασία της ψύχωσης σε σχέση με μια ασυνείδητη παθολογία που κατά κανόνα διαχέεται σε διαφορετικές γενιές μέσα στην ίδια οικογένεια. Στην ψύχωση, υποστηρίζει ο Lacan (1955-6), ο βασικός αιτιολογικός παράγοντας σχετίζεται με την «διάκλειση του Ονόματος του Πατέρα», που υπαγορεύεται από μια πανίσχυρη μητέρα, για την οποία το παιδί δεν έχει παρά τη λειτουργία ενός μερικού ερωτικοποιημένου αντικειμένου. Η «διάκλειση» στην ψύχωση συνεπάγεται το «άδειασμα» του πατρικού σημαίνοντος, την απουσία πρωταρχικού συμβολισμού, που να εισάγει το παιδί στο οιδιπόδειο στάδιο της τριαδικής σχέσης και της τάξης του Νόμου, δηλαδή του συμβολικού και του λόγου. Το φαντασιακό παραμένει αποκλεισμένο, χωρίς να μπορεί να εκφραστεί, καθώς δεν γίνεται κατανοητή η υποκειμενικότητα της γλώσσας. Στον ψυχωτικό, το φαντασιακό και το πραγματικό διαπλέκονται χωρίς διάκριση και ο ασθενής δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στις δικές του φαντασιώσεις. «Αυτό που αποκλείεται στο συμβολικό επιστρέφει στο πραγματικό». Ωστόσο, το παραλήρημα έχει νόημα και το φαινόμενο της τρέλας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη γλώσσα. Σύμφωνα με τον Lacan (1938), η ψύχωση και η γλώσσα του ψυχωτικού βρίσκονται σε στενή συσχέτιση με τα βιογραφικά συμφραζόμενα που δημιούργησαν την ψυχική του οργάνωση. Τα οικογενειακά συμπλέγματα παίζουν αξιόλογο ρόλο μέσα στο Εγώ, είτε ως αίτια των αντιδράσεων του υποκειμένου, είτε ως θέματα του παραληρήματός του. Οι νοσηρές αντιδράσεις στις ψυχώσεις, επισημαίνει ο Λακάν, προκαλούνται από τα οικογενειακά αντικείμενα σε φθίνουσα συνάρτηση με την πραγματικότητα αυτών των αντικειμένων προς όφελος της φαντασιακής τους εμβέλειας.
Η P. Aulagnier (1975) έχει επισημάνει ότι η παραληρηματική σκέψη έρχεται να καλύψει μια τρύπα στο λόγο του Άλλου, να αποδώσει κάποιο νόημα εκεί όπου στο λόγο του υπάρχει ένα βασικό έλλειμμα. Κατά κάποιο τρόπο η παραληρηματική σκέψη αποτελεί μια ερμηνεία για την καταγωγή του υποκειμένου, του κόσμου και της ευχαρίστησης / απαρέσκειας, απαντώντας στο ερώτημα ποια ήταν η επιθυμία του γονεϊκού ζεύγους. Αυτό που συμβαίνει στην ψύχωση, παρατηρεί η Aulagnier, είναι η αλληλοδιείσδυση της φαντασιωσικής σκηνοθεσίας και αυτού που συναντάει το υποκείμενο στην πραγματικότητα. Στη μητέρα του ψυχωτικού απουσιάζει «μια ευχή για παιδί», που θα είχε μεταδοθεί από τη δική της μητέρα, δηλαδή μια θετική επένδυση σε μια νέα ζωή. Αυτό που συναντάται είναι η μη επιθυμία ευχαρίστησης από ένα ή αυτό το παιδί, που συνοδεύεται από το φόβο θανάτου του. Με άλλα λόγια η ευχαρίστηση «να το έχει» αντικαθίσταται από το φόβο να «πρέπει πάντα να κινδυνεύει να το χάσει». Αντί της «ευχής για παιδί», υπάρχει η «επιθυμία μητρότητας», δηλαδή η επιθυμία να ξαναζήσει, από ανεστραμμένη θέση, την πρωτογενή σχέση με τη δική της μητέρα. Έτσι επανέρχεται σε μια αρχαϊκή-αιμομικτική θέση, όπου η μητέρα αποτελεί η ίδια την πηγή της επιθυμίας της δικής της μητέρας. Με αυτόν τον τρόπο αποκλείει το παιδί από τη γενέθλια καταγωγική του στιγμή, δηλαδή τη στιγμή που το παιδί εγκαταλείπει το μητρικό παρελθόν. Η Aulagnier θεωρεί ότι η περιγραφή αυτών των μητέρων ως φαλλοφόρων είναι εσφαλμένη, καθώς δεν αφαιρούν την κυριότητα από τον πατέρα του παιδιού, αλλά απευθείας από το ίδιο το παιδί. Ό,τι το άγνωστο κι απρόοπτο στο παιδί, ό,τι συνιστά την ιδιαιτερότητά του, ό,τι υπενθυμίζει τη συμμετοχή του πατέρα και την επιθυμία του αποτελεί πηγή δυσαρέσκειας, καθώς εμποδίζει μια σχέση επαναλαμβανόμενη από μητέρα σε μητέρα. Οι συνέπειες αυτής της απουσίας «ευχής για παιδί», μέσα στις πράξεις και το λόγο της, διαμορφώνουν μια συμπεριφορά προσεταιρισμού του παιδιού και την άρνηση του τρίτου. Η έλλειψη «ευχής για παιδί», αναφέρει η Aulagnier, συνδέεται με αποτυχία συμβολοποίησης της μητρικής λειτουργίας, που έχει ως αποτέλεσμα την επανάληψη της βιωμένης εμπειρίας της. Με άλλα λόγια η μητέρα ξαναβρίσκει την ευχαρίστηση που η δική της γέννηση υποτίθεται ότι πρόσφερε στη δική της μητέρα, αποκλείοντας την ευχαρίστηση από τον πατέρα, χωρίς έτσι να επεξεργάζεται την ταυτιστική της θέση με το δικό της πατέρα και την επιθυμία του για παιδί. Με αυτό τον τρόπο η ευχαρίστηση από το παιδί αντικαθίσταται από τη θυσία για χάρη του παιδιού και το ερώτημα περί καταγωγής του παιδιού παίρνει μια ψευδή σημασία, ως εκ των προτέρων απάντηση, που προκαταβάλει το ερώτημα και αποσκοπεί στο να γεμίσει το κενό του δικού της λόγου. Έτσι, η μητέρα επιβάλλει την πλήρη συμμόρφωση του παιδιού, όσον αφορά στη λειτουργία του σώματος και της σκέψης, ώστε τίποτα να μη διαταράξει την αίσθηση της επανάληψης, του ήδη βιωμένου, τα αιτήματα και τις αναμονές της μητέρας για το βάσιμο της γνώσης της και να μην απειλήσει την ασφάλεια του «μυστικού» που εκείνη θέτει ως πρωταρχική αιτία των προβλημάτων που της δημιουργεί η σχέση μητέρας-παιδιού.
Το μεθοδολογικό πλαίσιο
Η παρούσα μελέτη συνιστά τμήμα μιας ευρύτερης ποιοτικής έρευνας πάνω στο συνολικό βίωμα των γονιών ψυχωτικών ασθενών, μέσα από μια επαγωγική φαινομενολογική μεθοδολογία, περιγραφική κι ερμηνευτική. Στόχο μας αποτελεί να αποτυπώσουμε τη σχέση των μητέρων με το ψυχωτικό ενήλικο παιδί τους, μέσα από το οπτικό πρίσμα των συμμετεχόντων γονιών, έτσι όπως κατασκευάζεται σ’ ένα δεδομένο πλαίσιο. Με άλλα λόγια επικεντρωθήκαμε στη βιωμένη τους εμπειρία με σημαίνον περιεχόμενο για τα συμμετέχοντα υποκείμενα, καθώς και στη διεργασία απόδοσης νοήματος που επιχειρούν. Η «αναπαράσταση της πραγματικότητας» γίνεται με σημείο αναφοράς την ίδια τη μητέρα. Η έμφαση δίνεται στη διερεύνηση του βιώματός της και συγκεκριμένα στον περίπλοκο τρόπο που αλληλεπιδρούν οι κοινωνικές συναλλαγές, οι άδηλοι «νόμοι» επικοινωνίας, δηλαδή το διυποκειμενικό πεδίο (η σχέση με το παιδί) με την έννοια που το υποκείμενο τους προσδίδει (ενδοψυχικό πεδίο). Ως εκ τούτου, η συλλογή και η ανάλυση των δεδομένων δεν έχει ως στόχο τον έλεγχο μιας διατυπωμένης υπόθεσης, αλλά αποτελεί μια εν γένει επαγωγική διαδικασία που κινείται από το ειδικό προς το γενικό (Morse, 1996; Delefosse & Rouan, 2001).
Η μέθοδος της δειγματοληψίας μας είχε εμπρόθετο χαρακτήρα (purposive sampling), δηλαδή κάθε περίπτωση επιλεγόταν με γνώμονα να διαφωτίζει κάποιο χαρακτηριστικό ή κάποια διαδικασία. Αρχικά ο καθορισμός του δείγματος έγινε με βάση τη λειτουργική κατασκευή (operational construct sampling), δηλαδή βάσει της δυνατότητάς του να αντιπροσωπεύσει τις αναφερόμενες κεντρικές διαστάσεις του υπό μελέτη φαινομένου. Στην πορεία των συνεντεύξεων εφαρμόστηκε δειγματοληψία με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διαφοροποίηση (maximum variation sampling) μέσω της αναζήτησης τριών ειδών περιπτώσεων: (1) την κατά τα φαινόμενα «τυπική» ή «αντιπροσωπευτική» περίπτωση, (2) την «αρνητική» ή «ανατρεπτική» για τα δεδομένα περίπτωση και (3) την «εξαίρεση» ή την «αποκλίνουσα» περίπτωση (Μiles, 1994). Η συλλογή των δεδομένων σταμάτησε όταν επήλθε κορεσμός στις κατηγορίες που είχαν αναδειχθεί κατά την, παράλληλη με τη συλλογή δεδομένων, ανάλυση (saturation).
Το δείγμα των γονιών συλλέχθηκε από τις δομές (κλινικές οξέων περιστατικών, κέντρο ψυχικής υγείας και σύλλογο οικογενειών ψυχικά ασθενών) ενός Ειδικού Ψυχιατρικού Νοσοκομείου, αφού δόθηκε η άδεια για την εκπόνηση της έρευνας από την αρμόδια Επιστημονική Επιτροπή του νοσοκομείου και η πληροφορημένη συναίνεση των συμμετεχόντων γονέων. Οι προϋποθέσεις που είχαν τεθεί για την επιλογή του δείγματος των γονέων ήταν οι ακόλουθες:
Τελικά το δείγμα των γονιών διαμορφώθηκε ως εξής: έλαβαν μέρος 16 γονείς 14 ψυχωτικών ασθενών. Από αυτούς οι 14 ήταν μητέρες και 2 γονείς ήταν πατέρες. Στο δείγμα περιλαμβανόταν ένα ζεύγος γονιών ενός ψυχωτικού αγοριού, καθώς κι η μητέρα κι ο πατέρας ενός ασθενούς που ήταν διαζευγμένοι. Ο μέσος όρος της ηλικίας των γονιών κατά την στιγμή της συνέντευξης ήταν 55,57 έτη με SD=7,75 (min=47 έτη και max=76 έτη). Οι μισοί από τους γονείς ήταν έγγαμοι (n=8), ένα σημαντικό ποσοστό των μητέρων ήταν χήρες (n=5) και 3 γονείς ήταν διαζευγμένοι. Από τους γονείς, οι 4 είχαν μόνο ένα παιδί, τον ασθενή, οι 6 είχαν 2 παιδιά και οι υπόλοιποι 6 γονείς είχαν 3 ή 4 παιδιά.
Οι ασθενείς που οι γονείς τους έλαβαν μέρος στην έρευνα ήταν 14, εκ των οποίων οι 12 ήταν άνδρες και οι 2 ήταν γυναίκες. Σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν για την συλλογή του δείγματος, όλοι οι ασθενείς ήταν ενήλικοι (άνω των 18 ετών). Ο μέσος όρος ηλικίας τους κατά τη στιγμή της συνέντευξης ήταν 29,07 έτη με SD= 4,84 (min=24 έτη και max=40 έτη). Στην πλειονότητά τους διέμεναν στο σπίτι των γονιών (n=12), ενώ 2 ασθενείς προέρχονταν από την επαρχία και έμεναν σε δικά τους διαμερίσματα, μαζί ή γειτονικά με τα αδέρφια τους. Ένα μέρος των ασθενών νοσηλεύονταν τη στιγμή που διενεργούνταν η συνέντευξη με τους γονείς (n=10), ενώ οι υπόλοιποι (n=4) δε νοσηλεύονταν, αλλά είχαν νοσηλευθεί στο παρελθόν στο εν λόγω ή/ και σε άλλα νοσοκομεία.
Η κύρια μέθοδος συλλογής δεδομένων που χρησιμοποιήθηκε ήταν οι ημιδομημένες ατομικές συνεντεύξεις. Για τις συνεντεύξεις αυτές είχε συνταχθεί ένας «οδηγός συνέντευξης» που περιελάμβανε περιορισμένο αριθμό θεμάτων προς διερεύνηση μέσω γενικών, ουδέτερων και ανοιχτών ερωτήσεων, δηλαδή ερωτήσεων που δεν εξέφραζαν αξιολογικές κρίσεις ή προσωπικές απόψεις της ερευνήτριας και που ζητούσαν από τους γονείς να αναπτύξουν ελεύθερα τις δικές τους απόψεις. Οι ερωτήσεις που τέθηκαν αφορούσαν τους εξής θεματικούς άξονες:
Η ανάλυση των ποιοτικών δεδομένων αποτέλεσε μια συνεχή κυκλική διαδικασία που σχηματικά μπορεί να αποδοθεί σε τρία στάδια:
Μετά την περιγραφή του φαινομένου, επιχειρήθηκε η «ανάγνωση πίσω από τις γραμμές», δηλαδή μια απόπειρα ερμηνείας του, όπου ομάδα ανεξάρτητων ερευνητών από τα συγκεκριμένα δεδομένα (το «έκδηλο περιεχόμενο») προσπάθησε να εξαγάγει τα κατάλληλα συμπεράσματα (να δει το «λανθάνον περιεχόμενο) της αφήγησης των γονιών.
Τα δεδομένα της έρευνας
Παρόλο που ο σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση του βιώματος των μητέρων ως γονιών ενός ψυχωτικού αρρώστου, η ερευνητική μας επιλογή να είναι οι συνεντεύξεις πολύ ανοιχτές, επέτρεψαν στις συμμετέχουσες να αναφερθούν εκτενώς στην ιστορία τη δική τους και του παιδιού τους, σε σχέση με την ψυχική του αρρώστια και πέρα από αυτή. Οι μητέρες μίλησαν για το δικό τους παρελθόν ως παιδιά στην πατρική τους οικογένεια, το γάμο τους, τον πατέρα του παιδιού και τις συνθήκες που σημάδεψαν τη σύλληψη, τη γέννηση και τα πρώτα παιδικά του χρόνια.
Οι περισσότερες μητέρες του δείγματος περιέγραψαν τον εαυτό τους ως ένα άτομο βασανισμένο, με ιδιαίτερα βεβαρημένη προϊστορία, που έχει υποστεί τραύματα και σημαντικές απώλειες από παιδί ακόμη. Είναι εντυπωσιακή η συχνότητα των αναφερόμενων περιστατικών σοβαρής ψυχολογικής ή/και σωματικής κακοποίησης. Δέσποζαν ιστορίες χρόνιας κι απειλητικής αρρώστιας ή θανάτου των γονιών τους, παρατεταμένη εγκατάλειψη και ψυχολογική παραμέληση, καθώς και αιμομεικτικές σχέσεις. Ιδιαίτερη θέση στην αφήγηση αυτών των τραυματικών ιστοριών καταλάμβανε η μητρική γιαγιά, ως απειλητική φιγούρα, σε ρόλο άλλοτε αδιάφορου παρατηρητή κι άλλοτε ενεργά συμμετέχουσας. Η μητέρα τους βιωνόταν ως πραγματικά ή μεταφορικά απούσα στα βάσανά τους και κατηγορείτο με μεγάλη συναισθηματική φόρτιση για έλλειψη φροντίδας κι αγάπης. Αντίθετα, ο πατέρας τους κατά κανόνα απουσίαζε από την αφήγηση ή παρουσιαζόταν ως αυτός που κακοποιούσε (π.χ. σεξουαλικά) ή ως ηθικά υπεύθυνος για τη συναισθηματική απουσία της μητέρας τους. Σε κάθε περίπτωση δεν διαμεσολαβούσε ρυθμιστικά στη δύσκολη σχέση μητέρας και κόρης.
Οι μητέρες του δείγματος θεωρούσαν ότι οι δυσκολίες στην πατρική τους οικογένεια τις είχαν καθορίσει. Παρουσίαζαν τον εαυτό τους ως ένα άτομο που έχει τραυματισθεί επανειλημμένα κι έχει ευαισθητοποιηθεί στα βάσανα των άλλων, προσπαθώντας να τους φροντίζει, συχνά θυσιάζοντας τον εαυτό του για να καλύψει τις δικές τους ανάγκες κι επιθυμίες.
Πολλές μητέρες πίστευαν ότι ο γάμος τους βασίστηκε στην επιθυμία τους να ξεφύγουν με κάθε τίμημα από το δυσμενές οικογενειακό τους περιβάλλον. Κάποιες θεωρούσαν ότι εξαναγκάστηκαν να παντρευτούν από τους γονείς τους. Πάντως στην πλειονότητα των συμμετεχουσών, αναφερόταν ότι ο γάμος τους, από την αρχή ή έτσι όπως εξελίχθηκε στη συνέχεια, ήταν πέρα από κάθε δική τους επιθυμία. Ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που αναφερόταν καλή σχέση με το σύζυγο, εξωτερικές –συνήθως οικογενειακές– παρεμβάσεις δημιουργούσαν δυσμενείς συνθήκες στο γάμο τους. Κατά κανόνα οι δυσκολίες στην πατρική οικογένεια συνεχίζονταν και στη συζυγική σχέση. Στις αφηγήσεις τους οι μητέρες ήταν πολύ επικριτικές έναντι του συζύγου τους. Αυτό που κυρίως του καταλόγιζαν ήταν η συναισθηματική απουσία κι η ανεπάρκειά του για εκείνες και το παιδί. Μάλιστα κάποιες τον έβλεπαν ως απειλητική φιγούρα που κακοποιούσε ή παραμελούσε τις ίδιες και το παιδί τους. Εξέφραζαν έντονα το θυμό και την αποστροφή τους χαρακτηρίζοντάς τον ιδιόρρυθμο και βίαιο ή αντίθετα αδύναμο, παθητικό κι ανίκανο. Σε κάποιες περιπτώσεις ο πατέρας είχε πεθάνει κατά τη βρεφική ηλικία του παιδιού, σε άλλες οι γονείς είχαν χωρίσει λίγο μετά τη γέννησή του, χωρίς να διατηρούν καμιά επαφή έκτοτε, και στις περισσότερες περιπτώσεις οι σχέσεις στο γονικό ζεύγος ήταν δραματικά άσχημες. Κατά κανόνα η συζυγική σχέση βιωνόταν από τις μητέρες ως ανύπαρκτη ή ως πηγή ματαίωσης και δυσαρέσκειας. Τα χαρακτηριστικά που της αποδίδονταν αντανακλούσαν στοιχεία από την αναφερόμενη σχέση με τη μητέρα τους.
Η αρχή της ιστορίας του παιδιού κι η σχέση μαζί του μοιάζει να σημαδεύτηκαν από τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Κατά τη συνέντευξη κάποιες μητέρες θυμήθηκαν ότι αισθάνονταν «κάτι ξεχωριστό» γι’ αυτό το παιδί ήδη κατά την κύηση και αμέσως μετά τη γέννησή του. Αυτό το «ξεχωριστό» που περιγράφηκε ήταν στενά συνδεδεμένο με τα τραυματικά στοιχεία της ιστορίας της μητέρας, έτσι ώστε να μπορεί αβίαστα να λεχθεί ότι το συγκεκριμένο παιδί ανακινούσε τις ακόμη ενεργές ψυχικές της συγκρούσεις και έφερνε στην επιφάνεια φαντασιωσικούς της φόβους, που σχετίζονταν ως επί το πλείστον με θάνατο και βία.
Κάποιες μητέρες ανέφεραν με πολλή ενοχή τη δυσκολία τους να συσχετιστούν με αυτό το παιδί. Χαρακτήρισαν τη σχέση ως «απόμακρη» μ’ ένα «εσωστρεφές κι απρόσιτο» παιδί. Στον αντίθετο πόλο, οι υπόλοιπες μητέρες περιέγραψαν την ιδιαίτερα στενή τους σχέση μ’ ένα «ξεχωριστό» για εκείνες παιδί, μια σχέση που τη χαρακτήριζε η έλλειψη διαφοροποίησης, η αμοιβαία εξάρτηση, η υπερεμπλοκή, η υπερβολική δοτικότητα κι ο φόβος της απώλειάς του. Ακόμη κι αν υπήρχαν κι άλλα παιδιά σε αυτές τις οικογένειες, οι μητέρες θεωρούσαν ότι αυτή η σχέση ήταν «ξεχωριστή» για εκείνες, καθώς κάλυπτε τις έντονες ανάγκες τους για στενή επαφή, που είχαν άλλοτε ματαιωθεί. Σε κάθε περίπτωση παρατηρείτο μια αυστηρά δυαδική σχέση, απροσπέλαστη στους τρίτους, μέσα σ’ ένα οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, που βιωνόταν ως απειλητικό και ματαιωτικό.
Αντίθετα, το ίδιο το παιδί περιγράφηκε πολύ αόριστα, σαν η ιστορία του να είχε σβηστεί ή σαν να μην είχε ιστορία. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις αναφέρθηκαν μικρά στιγμιότυπα από το παρελθόν του. Συνήθως δίνονταν αόριστες περιγραφές του ως ένα έξυπνο, συναισθηματικό, ευαίσθητο και υπερβολικά εσωστρεφές παιδί, που δεν είχε ποτέ δυσκολέψει τους γονείς του. Σύμφωνα με τη μητέρα, ακόμη και σε ακραίες οικογενειακές καταστάσεις, το παιδί δεν είχε αντιδράσει καθόλου, γεγονός που τότε ήταν τόσο σύμφωνο με την εικόνα του «ώριμου και συνεργάσιμου», που δεν την είχε παραξενέψει. Γενικότερα, μέσα από την αφήγηση των μητέρων, μοιάζει ότι την εποχή εκείνη η εξωτερική πραγματικότητα και οι ψυχικές δυσκολίες τους ήταν τόσο έντονες, που οι μητέρες παρέμεναν απορροφημένες στον εαυτό τους, τόσο ώστε να δυσλειτουργούν στην ικανότητά τους να «συναισθανθούν» το παιδί. Κάτω από ακραίες συνθήκες, εκείνες προσπαθούσαν να «προστατεύσουν» το παιδί, κρατώντας τα οικογενειακά μυστικά και δίνοντάς του μια «διαχειριστική φροντίδα», δηλαδή μια φροντίδα που στόχευε στην κάλυψη των πρωτογενών του αναγκών.
Ωστόσο, στο τέλος της εφηβείας, μείζονες αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού καθιστούσαν αναγκαία την παρέμβαση «τρίτων», των επαγγελματιών και του συστήματος ψυχικής υγείας, που έδωσαν στην παρεκκλίνουσα αυτή συμπεριφορά όνομα και νόημα. Η διάγνωση της ψυχικής αρρώστιας στο παιδί παρουσιάστηκε ως κομβικό γεγονός, πιο επώδυνο από κάθε άλλο στη ζωή των μητέρων, το οποίο ανέτρεψε τις με πολύ κόπο αποκτηθείσες ψυχικές τους ισορροπίες και τις έθεσε αντιμέτωπες με δύσκολα ερωτήματα γύρω από τις αιτίες της ασθένειάς του και το δικό τους μερίδιο ευθύνης. Η σχέση με το παιδί, στο παρόν και στο παρελθόν, οι επιθυμίες και οι βασικές επιλογές τους σχετικά με το γάμο και τα παιδιά αποτελούσαν θέματα που άνοιξαν με πολύ πιεστικό τρόπο.
Κατά τη συνέντευξη, περιέγραφαν την περίοδο της πρώτης νοσηλείας και διάγνωσης ως εφιάλτη που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια. Από εκεί και πέρα κάθε ψυχωτική εκτροπή του παιδιού αποτελούσε επανάληψη της επώδυνης εμπειρίας του πρώτου ψυχωτικού επεισοδίου και βιωνόταν από τις μητέρες με βαθύ ψυχικό πόνο.
Κατά τη διάρκεια των ψυχωτικών επεισοδίων, οι μητέρες περιέγραφαν το παιδί τους ως άτομο απομονωμένο και παραιτημένο από τη ζωή, κυριαρχούμενο από ασυνήθιστους φόβους και παράλογες ιδέες, επιθετικό κι αυτοκαταστροφικό. Είχαν να αντιμετωπίσουν ειδικές δυσκολίες, καθώς το παραλήρημα έθιγε τα κεντρικά οικογενειακά ζητήματα, τα οποία έως εκείνη τη στιγμή η μητέρα δεν μπορούσε παρά να διατηρήσει στη σιωπή. Συνήθως για πρώτη φορά στη ζωή του, το παιδί έστρεφε ανοιχτά το θυμό του εναντίον της, κατηγορώντας τη για τη σχέση της μαζί του και για τις επιλογές στο γάμο και τη ζωή της. Την αμφισβήτηση και την επιθετικότητα αυτή του παιδιού στο πρόσωπό τους, οι μητέρες τη βίωναν δραματικά. Οι κατηγορίες του εκδηλώνονταν σε μια περίοδο που η ίδια η μητέρα ανέτρεχε στο παρελθόν, αναζητώντας τις αιτίες της αρρώστιας του κι ενίσχυαν τις ήδη έντονες ενοχές της. Ορισμένες μητέρες, ζώντας πολλά χρόνια την ψυχική αρρώστια του παιδιού τους, διατηρούσαν τη σχέση μαζί του, αρνούμενες την επιθετικότητά του και αποδίδοντάς τη στην ασθένεια που «καταλάμβανε» και «μίλαγε» μέσα από το άρρωστο παιδί.
Οι αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού θεωρούνταν τόσο ακραίες που στην πλειονότητά τους οι συμμετέχουσες μητέρες δεν μπορούσαν πια να το αναγνωρίσουν ως το παιδί τους, αλλά ως έναν «τρομακτικό ξένο» με τη μορφή του παιδιού τους, που τους διακινούσε αισθήματα λύπης, φόβου και θυμού. Ο φόβος της επιθετικότητας αποκτούσε τεράστιες διαστάσεις, σε βαθμό που οι μητέρες μιλούσαν για την πιθανότητα να καταλήξουν δολοφονημένες από το παιδί τους. Παράλληλα ανακινούνταν φόβοι απώλειας και θανάτου του ίδιου του παιδιού, λόγω μιας ενδεχόμενης αυτοκαταστροφικής του συμπεριφοράς.
Η σχέση με το παιδί περιγράφηκε ως έντονα αγχώδης κι αμφιθυμική. Από τη μια μεριά επεδίωκαν να το προστατεύσουν και να το ανακουφίσουν και από την άλλη είχαν την τάση να πάρουν συναισθηματικές ή πραγματικές αποστάσεις από αυτόν τον απειλητικό «ξένο», ώστε να προστατευθούν από τις συναισθηματικές επιπτώσεις της εμπλοκής τους.
Σταδιακά, η ψυχική αρρώστια, μέσα από τις πολλαπλές της υποτροπές και την έκπτωση της λειτουργικότητας, αλλοίωνε την εικόνα του «ξεχωριστού-χαρισματικού παιδιού», διαμορφώνοντας την εικόνα του «ξεχωριστού-ψυχικά άρρωστου παιδιού». Η αλλαγή στην εικόνα για το παιδί τους συμπαράσερνε και την εικόνα που είχαν οι μητέρες για τον εαυτό τους. Η εικόνα της «καλής μητέρας», που κάτω από αντίξοες συνθήκες και με προσωπικές θυσίες είχε καταφέρει να αναθρέψει το παιδί της, αντικαθίστατο από την εικόνα μιας «κακής μητέρας», που στο παρελθόν μεγάλωσε ένα παιδί το οποίο κατέληξε ψυχικά άρρωστο. Η εικόνα αυτή της «κακιάς μητέρας» του παρελθόντος αντιδιαστελλόταν με την εικόνα της «ηρωίδας μάνας», που στο παρόν καταβάλει υπεράνθρωπες προσπάθειες να φροντίσει το άρρωστο παιδί της. Η προσπάθειά τους επικεντρωνόταν στο να προστατεύσουν τον άρρωστο, αποτρέποντας την επανεμφάνιση ενός ψυχωτικού επεισοδίου και αποκαθιστώντας τη μειωμένη του λειτουργικότητα. Αναλάμβαναν να οργανώσουν εκείνες τη ζωή του, να προβλέψουν και να καλύψουν κάθε του ανάγκη, πολλές φορές πριν καν διατυπωθεί. Η υποστήριξη είχε συνήθως έναν διαχειριστικό-πρακτικό χαρακτήρα. Οι μητέρες αφιερώνονταν σε μια καταναγκαστική φροντίδα χωρίς όρια για χάρη της οποίας παραμελούσαν τις προσωπικές τους ανάγκες κι επιθυμίες. Μίλησαν για « ηθικό χρέος και για θυσία», που πήγαζε από τις ενοχές τους, λόγω του ρόλου που πίστευαν ότι είχαν παίξει στο παρελθόν στην εμφάνιση της ψυχικής ασθένειας.
Αρχικά, η παροχή φροντίδας ενίσχυε την ταυτότητά τους ως «καλού γονιού» που θυσιάζεται για το παιδί του και η στενή επαφή με αυτό παρείχε κάποια ικανοποίηση. Στη συνέχεια όμως αντιλαμβάνονταν ότι είχαν παγιδευτεί στο ρόλο μιας παντοδύναμης μητέρας ενός παλινδρομημένου ενήλικα κι ότι στην πραγματικότητα οι προσπάθειές τους να ελέγξουν το παιδί και την αρρώστια του έπεφταν στο κενό. Η σχέση τους με το παιδί συνοδευόταν από συνεχή θλίψη κι έντονες ενοχές και αποκτούσε χαρακτήρα όλο και περισσότερο συμβιωτικό.
Η αφήγηση της κυρίας X.
Η κυρία Χ. ήταν 55 ετών κι είχε έναν 25χρονο γιο, τον Α., που είχε διαγνωσθεί προ 4ετίας ότι πάσχει από σχιζοφρένεια. Βρισκόταν ήδη στην 3η του νοσηλεία. Από το ψυχιατρικό ιστορικό ήταν γνωστό ότι δεν είχε ποτέ εμφανίσει παραγωγικά συμπτώματα, αλλά έντονο άγχος, έκπτωση της λειτουργικότητας και επιθετική συμπεριφορά προς τη μητέρα του.
Η κυρία Χ. ήταν μοναχοκόρη. Η μητέρα της έπασχε από μια χρόνια κι απειλητική για τη ζωή ασθένεια για την οποία η κόρη της είχε την κύρια ευθύνη φροντίδας. Έπρεπε από μικρό παιδί να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού κι επιπλέον να πλένει, να ταΐζει, να υπηρετεί μια ιδιαίτερα απαιτητική και δύστροπη μητέρα. Ο πατέρας της περιγράφηκε ως ιδιαίτερα αυστηρός, που την περιόριζε σε βασικές επιλογές της που θα της επέτρεπαν να ανεξαρτητοποιηθεί: να σπουδάσει, να οδηγήσει, να φλερτάρει, να δουλέψει. Ωστόσο η κυρία Χ. θεωρούσε ότι από εκείνον έλαβε το ενδιαφέρον και την αγάπη που δεν είχε λάβει από τη μητέρα της.
Σύντομα μετά το θάνατο της μητέρας της, η κυρία Χ, στα 22 της, εξαναγκάστηκε να παντρευτεί μ’ έναν άντρα της επιλογής του πατέρα της, έτσι ώστε κι εκείνος με τη σειρά του να ξαναπαντρευτεί. Η ίδια λέει ότι τον σύζυγό της ποτέ δεν τον ερωτεύθηκε, απλά τον φρόντισε με αγάπη «σαν έναν άνθρωπο πονεμένο», όταν αμέσως μετά το γάμο τους και τη γέννηση του παιδιού τους, αρρώστησε ψυχικά. Αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι, όταν ο γιος τους ήταν ακόμη βρέφος. Μετά από 2 χρόνια πέθανε κι ο πατέρας της «από τον καημό του» και παρέμεινε μόνη με το γιο της, χωρίς άλλους συγγενείς και χωρίς να ξαναπαντρευτεί.
Η ψυχική αρρώστια και η αυτοκτονία του συζύγου της παρέμεινε το «μυστικό» της. Πίστευε ότι αν το παιδί το μάθαινε, θα ήταν πολύ επώδυνο για εκείνο. Στη σιωπή παρέμενε και οτιδήποτε αφορούσε σ’ αυτόν τον άντρα. Σύμφωνα με την κυρία Χ., ο Α. ποτέ δεν τη ρώτησε για το ποιος ήταν ο πατέρας του κι εκείνη ποτέ δε θέλησε να μιλήσει γι’ αυτόν. Παρόλα αυτά το παιδί τής εξέφραζε κατά καιρούς την επιθυμία του να υπάρξει ένας πατέρας στο σπίτι, αλλά εκείνη επέλεξε να μείνει μόνη της, γιατί «ήταν πολύ πικραμένη από τον πρώτο της το γάμο» και γιατί «δεν ήθελε να έρθει κάποιος πατριός να το κακομεταχειρισθεί». Μεγάλωσε τον Α. ελέγχοντας με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή του: τα ρούχα του, τις ασχολίες του, τη συμπεριφορά του, τις σκέψεις του, τις επιθυμίες του. Ανέφερε ότι δε χρειάστηκε ποτέ να τον μαλώσει: ήταν ένα υπεύθυνο και «πειθήνιο» παιδί, δε ζητούσε τίποτα.
Η κυρία Χ. θεωρούσε ότι είχε ζήσει μια πολύ στερημένη ζωή, γιατί πάντα από την πατρική της οικογένεια υφίστατο περιορισμούς σε όλα όσα επιθυμούσε. Στη συνέχεια χρειάστηκε και πάλι να στερηθεί πολλά, έτσι ώστε να μπορέσει μόνη της να μεγαλώσει το παιδί. Έλεγε ότι είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή της σ’ εκείνον και συχνά παραπονιόταν για τις «θυσίες» της.
Ο Α. πηγαίνοντας να σπουδάσει σε μια επαρχιακή πόλη, αντιμετώπισε δυσκολίες να προσαρμοσθεί. Με τη μητέρα του συγκρουόταν συχνά, όταν εκείνος ξεκίνησε να της «κρύβει πράγματα» σχετικά με την «εμμονή του για τα γυμναστήρια» και να μη συμμορφώνεται πλέον στις επιθυμίες της. Οι καυγάδες με τη μητέρα του ήταν σφοδροί με επίκεντρο ότι ο Α. ήθελε να του αγοράσει αυτοκίνητο: «Τι σόι άντρας είμαι χωρίς αυτοκίνητο;». Η κυρία Χ. αρνιόταν κατηγορηματικά: «δε σκέφτεται τι τεράστιο κόστος έχει αυτό για μένα». Στα 20 του άρχισε να αναζητά παλιές φωτογραφίες του πατέρα του και σ’ έναν καυγά με την κυρία Χ. ανέβηκε στο κάγκελο του μπαλκονιού και την απείλησε να πέσει κάτω. Στο νοσοκομείο που μεταφέρθηκε, οι ψυχίατροι, χωρίς να είναι η μητέρα του μπροστά, του είπαν να μην την κατηγορεί και τον ενημέρωσαν για το ιστορικό του πατέρα του. Η κυρία Χ και ο Α. δε μίλησαν ποτέ μαζί γι’ αυτό.
Στο παρόν η κυρία Χ είχε μια εξαιρετικά αμφιθυμική σχέση με τον Α. «Το παιδί με το αγγελικό πρόσωπο» του παρελθόντος βιωνόταν στο παρόν σαν ένα «τέρας», που τη μισεί και που φοβόταν ότι θα τη σκοτώσει. Από τη μια μεριά θεωρούσε ότι διέψευδε όλες τις προσδοκίες που είχε για εκείνον και τη ζωή της και επιθυμούσε να εγκλειστεί μόνιμα στο ψυχιατρείο ή και να πεθάνει, από την άλλη είχε έντονες ενοχές και δυσκολία να αποστασιοποιηθεί έστω και μερικώς από τη συγκρουσιακή σχέση τους.
*
Η περίπτωση της κυρίας Χ. αναδεικνύει σημαντικά ζητήματα της προβληματικής που συναντήσαμε και στις υπόλοιπες συνεντεύξεις αυτών των γυναικών. Η έναρξη της ιστορίας εντοπίζεται στη σχέση με τη δική της μητέρα, μια σχέση που έχει διατηρήσει ακόμη μια ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση, παρά το πέρασμα των χρόνων. Μέσα στην αφήγηση της κυρίας Χ., η μητέρα της φαντάζει μια τρομακτική φιγούρα γυναίκας που, κατά τα φαινόμενα ανάπηρη, αλλά ουσιαστικά παντοδύναμη, επιβάλλει στην κόρη της τις επιθυμίες της κι ασκεί την αχαλίνωτη εξουσία της, ενώ ο πατέρας της ζηλότυπα την κρατά παγιδευμένη στο νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον.
Στη συνέντευξη της κυρίας Χ. κεντρικό θέμα αποτελεί η δύσκολη σχέση της με το γιο της, έτσι όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια. Η μητέρα προσπαθεί να καταλάβει για ποιο λόγο συγκρούεται μαζί της, διαψεύδει τις προσδοκίες της και τι νιώθει τελικά για εκείνη.
Η αναζήτηση της αυτή την οδηγεί «στο μυστικό» της ψυχικής αρρώστιας και του θανάτου του πατέρα του Α. Μοιάζει ότι η αυτοκτονία του άντρα της συμπυκνώνει όλο το «όνειδος» της παλιάς ιστορίας που η μητέρα έχει αποκλείσει από το λόγο της: «τον εξαναγκασμό» της, μετά το θάνατο της μητέρας του ξεφύγουν, παρέμεναν πάντα παγιδευμένες σε αυτό. Οι τραγικές παιδικές τους ιστορίες φαίνονταν να επαναλαμβάνονται στη μετέπειτα ζωή τους μέσω της επιλογής ενός συζύγου και της διαμόρφωσης μιας σχέσης που βιωνόταν στα χνάρια των προηγούμενων σχέσεών τους με τις γονικές φιγούρες. Ο σύζυγος παρουσιαζόταν ως βασανιστής ή αδιάφορος στις ανάγκες τους, αλλά και όλο το ανθρώπινο περιβάλλον θεωρείτο εχθρικό και ματαιωτικό για εκείνες.
Στην αφήγησή τους οι μητέρες περιστρέφονταν γύρω από τραύματα του παρελθόντος, χωρίς να μπορούν ουσιαστικά να τα επεξεργασθούν και να τα εντάξουν, αφηγούμενες αποσπασματικά ό,τι συναντούσαν στην περιφέρεια μιας πραγματικότητας που έμοιαζε πολύ απειλητική. Κατασκεύαζαν μια ιστορία ζωής, στην οποία εκείνες διατηρούσαν το ρόλο του «αδύναμου θύματος» ενός αβάσταχτου πεπρωμένου και οι άλλοι αποτελούσαν τους βασανιστές τους. Τα γεγονότα και οι καταστάσεις που επέλεγαν να αναφέρουν επιβεβαίωναν επαναληπτικά τη «δίωξη από τη μοίρα» και την «κακοποίηση από τους άλλους», εγκλωβίζοντας τις μητέρες σε έναν κύκλο συγκεκριμένων αναμνήσεων που αποδείκνυαν τη «θυματοποίησή τους».
Η πρώιμη σχέση με το παιδί έμοιαζε εμποτισμένη από τις ψυχικές συγκρούσεις της μητέρας που παρέμεναν ενεργές και σε πολλές περιπτώσεις εκδραματίζονταν μέσα στη συζυγική σχέση. Ο πατέρας του παιδιού βιωνόταν ως μια τόσο σημαντική απειλή που να «πρέπει» με κάθε τίμημα να κρατηθεί όσο το δυνατόν πιο μακριά από το παιδί, με αποτέλεσμα η σχέση μητέρας-παιδιού να παραμένει αυστηρά δυαδική και απροσπέλαστη σε τρίτους. Η μητέρα, αποκλείοντας τους αντιλαμβανόμενους ως «εχθρικούς άλλους», προέβαινε σε μια πράξη ιδιοποίησης του παιδιού κυριαρχώντας πάνω του, ενώ σε αυτή την κίνηση κατοχής του η αγάπη και το μίσος διαπλέκονταν. Αν και αυτές οι μαζικές κινήσεις ιδιοποίησης και κατοχής εξουδετέρωναν την απειλητική πατρική κληρονομιά, συγχρόνως έτειναν να εκμηδενίσουν τη θετική επένδυση σε μια νέα ζωή, τη μοναδικότητα της οντότητας του παιδιού, γεγονός που αντικατοπτριζόταν στο κενό της ιστορίας του.
Η έκλυση των ψυχωτικών συμπτωμάτων ερχόταν να διαταράξει την όποια ομοιόσταση, καθώς η ασυνήθιστη συμπεριφορά διέψευδε περίτρανα τις φαντασιώσεις παντοδυναμίας της μητέρας περί κυριαρχίας πάνω στο παιδί και το παραλήρημα έθιγε αυτά που η μητέρα κρατούσε εκτός του λόγου της: την ελλείπουσα επιθυμία της για αυτό το παιδί και την πατρική συμμετοχή στην καταγωγή του. Η μαζική δράση του μηχανισμού της διάσχισης καθιστούσε και το ίδιο το παιδί «έναν τρομακτικό ξένο», ενώ εγκαθίσταντο αντιδράσεις θρήνου για «το ιδεώδες παιδί που χάθηκε». Φονικές ώσεις εκφράζονταν ως ευχές θανάτου και συνοδεύονταν από έντονα αισθήματα ενοχής ή προβάλλονταν πάνω στο ψυχωτικό παιδί ως φόβοι εκδήλωσης ακραίας βίας προς τη μητέρα. Παράλληλα ήταν αδιανόητη η απομάκρυνση από αυτό εγκαθιστώντας ένα θανάσιμο εναγκαλισμό και για τους δυο συμμετέχοντες που εκλογικευόταν μέσα από όρους επιβίωσης.
Η ενοχή αποτελούσε κεντρικό στοιχείο του βιώματος των μητέρων και συχνά εκφραζόταν άμεσα μέσα από σκέψεις για τον τρόπο που εκείνες είχαν συμβάλει στην ψυχικά αρρώστια του παιδιού. Ωστόσο μέσα από την αφήγηση της προσωπικής τους ιστορίας προκύπτει ότι και στο παρελθόν, πριν την εκδήλωση της ψύχωσης του παιδιού, προϋπήρχαν ενδείξεις μιας ασυνείδητης ενοχής που εκδηλώνονταν στη σύναψη σαδομαζοχιστικών σχέσεων, όπου ο άλλος ως θύτης και βασανιστής απορροφούσε τις βίαιες εκφράσεις των ενορμήσεων ή το τιμωρητικό Υπερεγώ μετακινείτο προς τα έξω, εγκαθιστώντας την επικυριαρχία μιας διωκτικής μοίρας. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι τοποθετούνταν εκτός του ψυχικού χώρου διεγέρσεις και εικόνες αντικειμένων που δεν μπορούσαν να ενταχθούν στο Εγώ, καθώς έπασχε η ενοποιητική και συνθετική ικανότητά του, διαπλάθοντας την πραγματικότητα με στοιχεία που αποκλείονταν από τον ψυχικό χώρο και ανοίγοντας έτσι το δρόμο για καταναγκαστικές επαναλήψεις.
Η εκδήλωση της ψυχικής αρρώστιας στο παιδί γινόταν αντιληπτή ως «υπέρτατη τιμωρία» για τη μητέρα και παγίωνε ένα «μαρτυρικό» πεπρωμένο, όπου η ευχαρίστηση της «προσωπικής θυσίας» και του «ηθικού χρέους προς το πάσχον παιδί» εγκαθιστούσε έναν ηθικό μαζοχισμό, καθώς και μια σαδομαζοχιστική σχέση με τον ψυχικά άρρωστο, όπου η μητέρα δεχόταν στωικά «τα χτυπήματα» της επιθετικότητάς του εξακολουθώντας να τον φροντίζει, χωρίς να μπορεί να τον «συναισθανθεί», αλλά παράλληλα χωρίς να παραιτείται από την άσκηση ενός παντοδύναμου ελέγχου, που εκλογικευόταν και νομιμοποιείτο κοινωνικά, ως μια απόπειρα θεραπείας της ψυχικής του ασθένειας, αλλά που ήταν καταδικασμένος πάντα να αποτυγχάνει λόγω της πραγματικότητας που έθετε η αρρώστια.
Καθορισμένη από τα τραύματα της ιστορίας της, αλλά και μέσα από τις διακυμάνσεις και τις εναλλαγές της ψυχικής αρρώστιας, η μητέρα έμοιαζε πιασμένη στα δίχτυα ενός αδήριτου πεπρωμένου, «θύτης» και «θύμα», δρώσα και πάσχουσα σε μια ιδιαίτερη σχέση, που διαμορφώθηκε στο παρελθόν κάτω από την επίδραση της οικογενειακής ιστορίας και κληρονομιάς και άπλωνε τα πλοκάμια της διαβρώνοντας το μέλλον το δικό της και του ψυχικά άρρωστου παιδιού της.
Εκφράζουμε τις θερμές μας ευχαριστίες στους καθηγητές κα Δ. Παπαδάτου και κ. Αθ. Τζαβάρα για την πολύτιμη καθοδήγηση και συμμετοχή τους, που κατέστησαν εφικτή την πραγματοποίηση της παραπάνω έρευνας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.