Αριέλλα Ασέρ
Κλινική Ψυχολόγος,
Αθήνα

σύναψις 18 [2010 – τόμος 06]

H εμπειρία των κρυμμένων παιδιών και το «μεθύστερο» του τραύματος

Πρακτικά διεπιστημονικής ημερίδας
Μικρά παιδιά σε κίνδυνο

Β’ μέρος: Ιστορικές και κοινωνικές προσεγγίσεις

Κάθε φορά που καλείται κανείς να προσεγγίσει τους σκοτεινούς κόσμους του ναζισμού οδηγείται σε ένα εσωτερικό σάστισμα, μια αναστάτωση, ένα πάγωμα της σκέψης. Κι αν έχουμε ένα χρέος σήμερα είναι ακριβώς να μετατρέψουμε αυτό το σάστισμα σε πηγή σκέψης.

Πριν από 70 περίπου χρόνια διεπράχθη μια αδιανόητη γενοκτονία κατά των εβραίων. Περίπου 6 εκατομμύρια εβραίοι εξοντώθηκαν, ανάμεσά τους 1,5 εκατομμύριο παιδιά. Μόνο 11% των παιδιών αυτών επέζησαν, κρυμμένα.

Σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, ανάλογα με τη σχέση που είχε με τη ναζιστική Γερμανία, η εμπειρία των κρυμμένων παιδιών ήταν διαφορετική. Για την Ελλάδα δεν έχουμε συστηματικές μελέτες, έχουμε βέβαια πολλές μαρτυρίες. Το μεγαλύτερο ποσοστό διασωθέντων παιδιών το συναντάμε στη Γαλλία: περίπου 80% των παιδιών σώζονται με αυτόν τον τρόπο.

Από το γκέτο  της Βαρσοβίας
Από το γκέτο της Βαρσοβίας

Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αυτή της Γαλλίας, που αν είχαμε χρόνο θα ήθελα πολύ να σας την διηγηθώ όπως την διάβασα στο βιβλίο της Marion Feldman. Μοιάζει με αστυνομικό μυθιστόρημα. Καταρχήν, οι περιπέτειες της διάσωσης. Διάφορα δίκτυα: πρόσκοποι, καλόγριες, οργανώσεις, μακί, πληρωμένοι ανάδοχοι γονείς που ενίοτε εκβιάζουν τις οικογένειες –τότε τα παιδιά πρέπει να μετακινηθούν–, εθελοντές που διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να τα σώσουν κ.λπ. Δεύτερη φάση: η ανάσυρση των παιδιών από τις κρυψώνες. Πώς να μαζέψουν τόσα παιδιά σκορπισμένα εδώ κι εκεί; Αρχεία και κατάλογοι θαμμένα σε μπουκάλια, θετοί γονείς που αρνούνται να τα επιστρέψουν, παιδιά που δεν θέλουν να γυρίσουν σε έναν αγνώριστο –άγνωστο– γονιό ή σε μία εβραϊκή οργάνωση ή ακόμα σε έναν θείο από την Αμερική. Γονείς στραπατσαρισμένοι από τα στρατόπεδα που δεν έχουν κουράγιο να αντιμετωπίσουν τα παιδιά τους. Κομουνιστές που θέλουν να τα κάνουν κομουνιστάκια, χριστιανοί που τα εκχριστιανίζουν, εβραίοι που τα διεκδικούν, δίκες, απαγωγές, σκάνδαλα, αγοροπωλησίες…

Δεν είναι πάνω από 20 χρόνια που τα «κρυμμένα παιδιά» έγιναν ένας προσδιορισμός. Τα παιδιά αυτά «κρύφτηκαν» από κάθε άποψη: απέκτησαν άλλο όνομα, άλλους γονείς, θετούς ή κηδεμόνες. Από ένα σημείο και πέρα ανάλογα με την ηλικία τους, την προέλευσή τους, λίγο ή πολύ, κρύφτηκαν και από τον εαυτό τους. Βάζοντας στο φουλ σε λειτουργία ασυνείδητους μηχανισμούς, όπως η απώθηση, η άρνηση, η διάψευση, η εξιδανίκευση, η διχοτόμηση. Μηχανισμοί που επιτρέπουν την επιβίωση, αλλά αλλοιώνουν τη συναισθηματική ευελιξία και τη σχέση με το περιβάλλον, με τα αντικείμενα.

Κάποτε βγήκαν από τις κρυψώνες τους όχι μετά τον πόλεμο, πολύ αργότερα, στη δεκαετία του ’90. Γιατί τόσο αργά; « Έκρυψαν τα παιδιά στη διάρκεια του πολέμου, δεν μπόρεσαν όμως να τα βγάλουν από τις κρυψώνες, διότι, λέει ο B. Cyrulnik, μια κουλτούρα όπου θριαμβεύει η βιολογία δεν δικαιολογεί ένα τραύμα ή ένα δυνάμει τραύμα στα παιδιά που είχαν επιβιώσει και που είχαν συχνά δεχτεί τη φροντίδα και την καλοσύνη των ανάδοχων οικογενειών.

Τα κρυμμένα παιδιά θεωρήθηκαν για καιρό «οι τυχεροί της ιστορίας» σε σύγκριση με την τύχη όσων πήγαν στα στρατόπεδα. Θεωρήθηκε επίσης ότι ήταν πολύ «μικρά» για να θυμούνται το παρελθόν. Το να βλέπει κανείς το μικρό παιδί ως άνθρωπο, από ότι φαίνεται, είναι και παραμένει μια επαναστατική ιδέα.

Οι ιδιαιτερότητες της εμπειρίας τους θεωρήθηκαν από την εβραϊκή κοινότητα, και πέραν αυτής, αμελητέες. Πρόκειται για μια ιεράρχηση της οδύνης που βάζει σε πρώτο πλάνο τους ομήρους των στρατοπέδων. Αυτή η μη παραδοχή εξηγεί εν μέρει τη μεγάλη καθυστέρηση που σημειώθηκε μέχρι να αναγνωριστεί ότι αυτά τα παιδιά έζησαν κάτι που δημιούργησε ρήξη μέσα τους. Η περίοδος της σιωπής ονομάσθηκε από ορισμένους ψυχαναλυτές «λανθάνουσα φάση», εντάσσοντας τη διαδρομή αυτή στη δυναμική της ψυχοσεξουαλικότητας.

Tα κρυμμένα παιδιά αποσιώπησαν την ιστορία τους επί 40 ως 60 χρόνια. Σιωπή σε σχέση με την ταυτότητά τους και τον πόνο, που συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο κυρίως λόγω μιας κάποιας αντίληψης των ενηλίκων ότι κάτι τέτοιο θα απειλούσε την προσαρμογή τους σε νέους τρόπους ζωής, ειρηνικής ζωής. Αλλά και τα ίδια τα παιδιά φοβήθηκαν ότι αν μιλούσαν θα διακινδύνευαν την ενσωμάτωσή τους, και την ανασυγκρότησή τους. Ένας ακόμη λόγος που τα εμπόδισε να βγουν από την κρυψώνα-σιωπή: η αδυναμία να δοθεί ένα νόημα σε αυτήν τη γενοκτονία. Τέλος, για να μιλήσει κανείς πρέπει να βρεθεί σε ένα περιβάλλον ασφαλείας. Αμέσως μετά τον πόλεμο δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα και η βασική εμπιστοσύνη είχε προ πολλού χαθεί.

Το 1991, περίπου 1600 άτομα συγκεντρώνονται στη Ν. Υόρκη, στην πρώτη διεθνή συνάντηση Κρυμμένων Παιδιών (ΚΠ), και μόνο τότε αυτά τα παιδιά, που δεν ήταν πλέον παιδιά, μέσα από τoν κοινό λόγο που ανέπτυξαν και μοιράστηκαν, μπόρεσαν να θεωρήσουν τους εαυτούς τους διασωθέντες μιας ανήκουστης γενοκτονίας. Ήταν μία «στιγμή αλήθειας», ένα μεθύστερο, που δημιούργησε ρήξη στον ψυχισμό αυτών των ανθρώπων.

Άρχισαν να αποτελούν αντικείμενο ενδιαφέροντος. Κλινικές μελέτες καταγράφουν συμπτώματα, όπως προβλήματα μνήμης, άγχος, επαναλαμβανόμενους εφιάλτες, ψυχοσωματικές εκδηλώσεις, που αποδίδονται ως επί το πλείστον στην ψυχική ρήξη που υπέστησαν, στην ενοχή για την επιβίωσή τους, στις επιθέσεις που δέχτηκε η γενεαλογία τους.

Όμως, ακόμα κι αν διαπιστώνεται μια κοινή συμπτωματολογία, μπορούμε να εντάξουμε την περίπτωση αυτή σε μια διαγνωστική κατηγορία (του τύπου «μετατραυματικό σύνδρομο»); Δεν θα ήταν σαν να αγνοούμε όχι το ιστορικό γεγονός, αλλά εκείνο ακριβώς που επέτρεψε σε αυτούς τους ανθρώπους να επιζήσουν, σωματικά και ψυχικά; Η Marion Oliner δίνει μια πρώτη απάντηση: «οι αναλυτές δεν μπορούν να θεραπεύσουν το ολοκαύτωμα ή οποιoδήποτε άλλο τραύμα, θεραπεύουν το άτομο, με όλες τις πολυπλοκότητες που αυτό συνεπάγεται, σεβόμενοι όσα δεν γνωρίζουν ακόμη σε σχέση με την απαρτίωση του τραύματος…».

Η L. Kahn, στην ίδια περίπου γραμμή, ασκεί μια δριμύτατη κριτική σε ένα ορισμένο ψυχαναλυτικό ρεύμα που έχει την τάση να προσδιορίζει τον φόνο και την καταστροφή μέσα από την υλικότητα των γεγονότων επιστρέφοντας κατά κάποιο τρόπο σε μια προ-αναλυτική εκδοχή του τραύματος, με την έννοια της επίδρασης των πραγματικών και αδιαμφισβήτητων γεγονότων χωρίς τη συμμετοχή της δυναμικής του ψυχισμού.

Το να διατυπώνει κανείς μια διάγνωση με βάση τα βιώματα, όσο ακραία κι αν είναι αυτά, είναι σαν να μην βλέπει τους επιζήσαντες του ολοκαυτώματος ως υποκείμενα με τον ιδιαίτερο, ατομικό, ζωντανό, και με δυνατότητες μεταλλαγών, φαντασιωτικό τους κόσμο, που ζουν τα τραυματικά γεγονότα στο μεθύστερο, αλλά αποκλειστικά ως υποκείμενα της «κλινικής του επιζήσαντα». Και καταλήγει η L. Kahn: «ο κλινικός προσδιορισμός των νέων αυτών παθολογιών αναφέρεται στα ιστορικά συμφραζόμενα ως αιτίες, ουδετεροποιώντας την περιγραφή της ψυχικής κατάστασης μέσω της εισαγωγής των αντικειμενικών γεγονότων». Με άλλα λόγια: παραμελείται η ψυχική διάσταση υπέρ του γεγονότος. Είναι λόγω του ειδικού βάρους του συγκεκριμένου γεγονότος; Λόγω του πρωτοφανούς του χαρακτήρα; Ή λόγω μίας κάποιας αντιμεταβίβασης των αναλυτών, λόγω των δικών τους αντιστάσεων, αφού συμμετείχαν κι εκείνοι στη συνωμοσία της σιωπής που δημιουργήθηκε όχι μόνο από την αδυναμία ομήρων και διασωθέντων να αφηγηθούν και να στοχαστούν την εμπειρία τους, αλλά και από την επιθυμία της κοινωνίας να μην ειπωθεί τίποτα γι’ αυτή τη φρίκη.

*

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ συνοπτικά σε μια κλινική περίπτωση, για να εισάγω το ζήτημα του μεθύστερου, του 2ου χρόνου του τραύματος.

Πριν από λίγες βδομάδες στην ετήσια ευρωπαϊκή ψυχαναλυτική συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, μια συνάδελφος της SPP παρουσίασε την περίπτωση ενός άνδρα που πήγε να την δει στα μέσα της δεκαετίας του ’90 με ένα κατεπείγον αίτημα. Ο κύριος αυτός ήταν τότε 63 ετών, στα πρόθυρα χρεοκοπίας της γιγαντιαίας επιχείρησης που είχε στήσει μόνος του, πετραδάκι-πετραδάκι.

Στην 1η συνάντηση μιλάει ακατάπαυστα, η φωνή του είναι μονότονη, χωρίς συναισθηματικό παλμό. Αφηγείται την επικαιρότητά του και στη συνέχεια περνάει στην ιστορία του. Κρυμμένο παιδί, ο μόνος που επιβίωσε στην οικογένειά του. Πρώτον έπιασαν τον πατέρα του, το 1942, στις μαζικές συλλήψεις στο Παρίσι, γνωστές ως rafle du vel’d’hiv, για να καταλήξει στο Άουσβιτς. Αργότερα πιάνουν τη μητέρα με τους δύο γιους. Μεταφέρονται αρχικά στο Drancy, σε γαλλικό έδαφος, με προορισμό τα στρατόπεδα εξόντωσης. Ο ασθενής μας, ο μικρότερος από τα δύο αγόρια, τριών ετών τότε, αρρωσταίνει και μεταφέρεται στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Ένας συγγενής το μαθαίνει, τον απαγάγει από το νοσοκομείο και τον κρύβει στη γαλλική ύπαιθρο σε οικογένειες χωρικών. Στην απελευθέρωση βρίσκεται χωρίς οικογένεια, μεγαλώνει σχεδόν μόνος του. Παντρεύεται πολύ νέος, αποκτά παιδιά. Δεν ευτυχεί στον γάμο του. Eίναι απόμακρος, απορροφημένος νυχθημερόν στην δουλειά του. Για την επιχειρηματική αυτοκρατορία που έχτισε θα πει «αυτή ήταν η εκδίκησή μου». O άνθρωπος αυτός έχει ένα πάθος: τη συλλογή παλαιών αντικειμένων, ξοδεύει μεγάλα ποσά σε αντίκες.

60 περίπου χρόνια μετά το τέλος του πολέμου πηγαίνει σε μια αναλύτρια, όχι με δική του πρωτοβουλία: η οικογένειά του δεν τον αντέχει πια, έχει γίνει πολύ κουραστικός, κάνει έντονα ξεσπάσματα, παραμελεί την υγεία του, κυκλοφορεί βρόμικος και κακοντυμένος, σαν κλοσάρ. Ο ίδιος όμως, για ποιο λόγο έρχεται σε έναν αναλυτή; Το μοναδικό του –ναρκισσιστικό– στήριγμα καταρρέει, τον εγκαταλείπει. Έρχεται, με άλλα λόγια, διότι η πτώχευση της επιχείρησής του κατέστησε τραύμα κάτι που μέχρι τότε δεν ήταν παρά η ιστορία του. Η πτώχευση είναι το μεθύστερο του τραύματος, ο δεύτερος χρόνος, και στην ουσία ο πρώτος.

Πολλαπλό μεθύστερο όμως, διότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μία καθόλου τυχαία χρονική στιγμή όπου το μεθύστερο επενεργεί και στο ευρύτερο περιβάλλον. Βρισκόμαστε στη Γαλλία. Το 1985, 40 χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, προβάλλεται η μνημειώδης ταινία του Claude Lanzman, SHOAH. Η ταινία αυτή, όσο καμία άλλη κατασκευή, ακολουθώντας τις διαδρομές της μνήμης και των αναπαραστάσεων, με αφετηρία πάντα την αντίληψη, επέτρεψε σε πολλούς να δουν και κυρίως να ακούσουν όσα δεν τους είπαν οι δικοί τους είτε γιατί δεν υπήρχαν πια για να μιλήσουν είτε γιατί δεν μπορούσαν ή ακόμη γιατί οι ίδιοι δεν ήθελαν να ακούσουν ή δεν ήξεραν πώς να ρωτήσουν…

10 χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1995, ο Ζ. Σιράκ, πρόεδρος τότε της Γαλλίας, αναγνωρίζει επίσημα και για πρώτη φορά την ευθύνη της Γαλλίας στον εκτοπισμό των εβραίων. «Οι γαλλικές αρχές συνεργάστηκαν με τους κατακτητές οργανώνοντας μαζικές συλλήψεις». Δήλωση σταθμός, δήλωση εκ των υστέρων φυσικά, που απενοχοποιεί τα θύματα και τους επιτρέπει επιτέλους να ανοίξουν το στόμα τους, αλλά κυρίως να ανασυνδεθούν με τη μνήμη τους.

Για να επιστέψουμε στον πελάτη της συναδέλφου μου: Μία μακρόχρονη και ταραχώδης ψυχαναλυτική εργασία θα ξεκινήσει, όπου τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου εύκολα ούτε για την αναλύτρια ούτε για τον αναλυόμενο. Βαθμιαία ο κύριος αυτός εγκαταλείπει το πάθος του για τις αντίκες, αναζητά τη δική του αρχαιολογία, την ιστορία του, με την ίδια μανία, το ίδιο πάθος που άλλοτε είχε για τα αρχαία αντικείμενα. Πρωτοστατεί στη συγκρότηση ομάδων «κρυμμένων παιδιών» σε όλη τη Γαλλία. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για διαδοχικές μεταθέσεις, σε μια κίνηση όμως που επιχειρεί να ενσωματώσει το τραύμα.

Δύο λόγια για το μεθύστερο

Η έννοια του μεθύστερου, κεντρική στην ψυχαναλυτική θεώρηση της ψυχικής χρονικότητας, εκφράζει τον τρόπο που οι ψυχικές διεργασίες οργανώνονται στον χρόνο και εξηγεί την περίεργη σχέση ανάμεσα σε ένα αξιοσημείωτο γεγονός και στην εκ των υστέρων ανασημασιοδότησή του, η οποία μπορεί να προσδώσει στο γεγονός αυτό μία «ψυχική υπόσταση» που μέχρι τότε δεν υπήρχε. Εξηγούμαι: το 1ο γεγονός δεν βιώνεται αναγκαστικά ως τραυματικό τη στιγμή που συμβαίνει, μπορεί όμως να γίνει τραυματικό, να δημιουργήσει ψυχικό ρήγμα όταν ένα άλλο γεγονός έλθει να του προσδώσει μια νέα σημασία. Δύο χρόνοι συγκροτούν το ψυχικό τραύμα: ο χρόνος του γεγονότος και ο χρόνος της αναβίωσής του. Ο J. Laplanche το περιγράφει ως εξής: «η 1η ανάμνηση είναι μια “βραδυφλεγής βόμβα” που θα εκραγεί δευτερογενώς –σε 2ο χρόνο– με μία “ανάφλεξη”». Για να υπάρξει μεθύστερο, δηλαδή για να πλεχτεί ένας δεσμός ανάμεσα στο 1ο και το 2ο γεγονός, οι αναμνήσεις του 1ου γεγονότος δεν μπορεί να είναι ουδέτερες, αντίθετα θα πρέπει να είναι συναισθηματικά φορτισμένες. Με άλλα λόγια δεν ανασχηματίζεται εκ των υστέρων οποιοδήποτε βίωμα, αλλά εκλεκτικά το βίωμα εκείνο που δεν μπόρεσε να ενταχθεί σε συνδηλώσεις με ειδικό νόημα. Μοντέλο ενός τέτοιου βιώματος είναι το βίωμα εκείνο που εκ των υστέρων μόνο μπορούμε να ονομάσουμε τραυματικό.

Αντίθετα με τις γενετικές απόψεις, τα παλαιότερα γεγονότα στην ιστορία του ατόμου δεν είναι αναγκαστικά τα πλέον θεμελιώδη για τον ψυχισμό του. Στην έρευνα που διευθύνει η Susann Heinen-Wolff για τα κρυμμένα παιδιά στο Βέλγιο, και η οποία βασίζεται στις ψυχαναλυτικές θεωρίες του τραύματος, διαπιστώνεται ότι τα φαινόμενα στο μεθύστερο ήταν εκπληκτικά παρόντα στη ζωή αυτών των παιδιών. Είναι η μοναδική έρευνα, από όσο γνωρίζω, που αναδεικνύει αυτά τα φαινόμενα.

Το πλήθος των φαινομένων στο μεθύστερο δείχνουν τη δυσκολία των παιδιών αυτών να αναπαραστήσουν τα γεγονότα που ζούσαν τα χρόνια εκείνα. Το μεθύστερο ενεργοποίησε σε αυτούς τους ανθρώπους μία αναδιοργάνωση των μνημονικών ιχνών και μια επανερμηνεία του παρελθόντος, επανερμηνεία που μπορεί ορισμένες φορές να είναι παθολογική, όπως ένα παραλήρημα ή άλλα συμπτώματα.

Ένας νέος τραυματισμός έλαβε χώρα, χρόνια αργότερα, όταν τα παιδιά αυτά, μεγάλοι άνθρωποι πια, άρχισαν να μιλούν. Μια διεθνής συνάντηση, όπως εκείνη της Ν. Υόρκης, ή μία ψυχοθεραπεία, με ότι τραυματικό μπορεί να φέρει, φαίνεται να ανασημασιοδιότησε τα παλαιότερα γεγονότα και, παραδόξως, να παρήγαγε ένα τραυματικό αποτέλεσμα στο παρόν. Μια ανασημασιοδότηση μπορεί να δώσει τέλος σε θανατηφόρες επαναλήψεις, αφού, όπως ξέρουμε, οι μη εκφορτισμένες διεγέρσεις επενδύονται επαναληπτικά, εκτός εάν ένα μεθύστερο τις αποσύρει για να τις χρησιμοποιήσει με στόχο παθολογικό ή φυσιολογικό. Όσο τραυματικό κι αν είναι το μεθύστερο ωθεί το άτομο να ενσωματώσει ένα μέρος της ιστορίας του, που ζούσε χρόνια μέσα του σαν ξένο σώμα.

Στις αφηγήσεις των ΚΠ στο Βέλγιο φάνηκε ότι τα τραύματα οργανώνονται σε μεθύστερο σε σχέση με τους αποχωρισμούς. Το 1ο, αρχικό, γεγονός είναι ένας χωρισμός βίαιος και απροετοίμαστος, τις περισσότερες φορές, με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Αυτός ο χωρισμός φαίνεται ότι δεν άφησε ίχνη ούτε έλαβε τραυματικό χαρακτήρα. Εξάλλου, οι χωρισμοί αυτοί συνοδεύονταν πάντοτε από μια βεβιασμένη προσαρμογή σε ένα νέο περιβάλλον. Ο δεύτερος αποχωρισμός τοποθετείται στο τέλος του πολέμου και είναι ο αποχωρισμός από την ανάδοχη οικογένεια ή το ίδρυμα και είναι ακόμη πιο τραυματικός όσο μικρότερο είναι το παιδί. Αυτός ο 2ος αποχωρισμός δρα ως μεθύστερο του 1ου, του χωρισμού από τους γονείς, ο οποίος τότε μόνο γίνεται ψυχικός και αναγνωρίζεται. Πολλές φορές η σύνδεση ανάμεσα στο 1ο και το 2ο γεγονός αργεί πολύ να επιτελεστεί. Θα χρειαστεί αυτοί οι άνθρωποι να ταυτιστούν με τους γονείς τους που αρχικά έχασαν και στην συνέχεια απέρριψαν στο τέλος του πολέμου. Άλλοτε η σύνδεση θα γίνει μόνον όταν οι ίδιοι αποκτήσουν παιδιά ή εγγόνια, εφόσον ταυτιστούν με τα παιδιά αυτά, ταυτίσεις που θα φέρουν γεγονότα στο μεθύστερο.

Η περίπτωση της κας Σ. είναι χαρακτηριστική, μέσα στην ακρότητά της. Την συνάντησα στην έρευνα της Susann Heenen-Wolff. Η κα Σ. γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βιέννη σε ένα περιβάλλον γαλήνιο με γονείς και παππούδες που την αγαπούσαν. Με την προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία όλα αλλάζουν. Από τη μια μέρα στην άλλη. Η μικρή γίνεται μάρτυρας φρικιαστικών σκηνών ταπείνωσης των εβραίων και των ίδιων των γονιών της. Δεν καταλαβαίνει γιατί δεν αγαπούν τους εβραίους. Η οικογένεια φυγαδεύεται στο Βέλγιο όπου υπάρχουν συγγενείς. Σύντομα το Βέλγιο θα βρεθεί με τη σειρά του υπό γερμανική κατοχή. Ο πατέρας συλλαμβάνεται πρώτος και οδηγείται στα στρατόπεδα εξόντωσης. Δεν θα επιστρέψει από εκεί. Η μικρή τοποθετείται σε ένα μοναστήρι για να σωθεί. Όταν μαθαίνει από έναν θείο της ότι η μητέρα της ετοιμάζεται να μεταβεί, αρχικά μόνη της, στην Ελβετία, με το σχέδιο να φέρει στη συνέχεια και την κόρη της εκεί, νιώθει εγκαταλελειμμένη και θυμωμένη. Διηγείται στις καλόγριες που την φροντίζουν ότι η μητέρα της έχει συλληφθεί. Λίγο αργότερα η μητέρα της συλλαμβάνεται όντως. Η μικρή δεν μπορεί να μιλήσει στο μοναστήρι για το γεγονός έχοντας ήδη πει ένα ψέμα. Συναισθήματα ενοχής την καταλαμβάνουν σε μία περίοδο αναζωπύρωσης της οιδιποδειακής σύγκρουσης, δεδομένου ότι το κορίτσι έχει μπει ήδη στην εφηβεία. Η αμυντική αναδίπλωση και η ντροπή που θα σημαδέψουν τα επόμενα χρόνια μπορούν να συνδεθούν με τα παραπάνω.

Βαφτίζεται χριστιανή με δική της επιθυμία, μετέχει στην εκκλησιαστική χορωδία όπου νιώθει ένα αίσθημα πληρότητας. Ονειρεύεται να εκχριστιανίσει και άλλους εβραίους. Διότι έχει φτάσει στο εξής συμπέρασμα: «Δεν μπορεί, κάτι θα έχουν κάνει οι εβραίοι για να τους κατηγορούν…». Μετά το τέλος του πολέμου μαθαίνει ότι είναι ορφανή. Παραμένει στο μοναστήρι ως το 1949 και για ένα διάστημα στη νονά της στην πόλη. Το 1950 εγκαθίσταται μόνη της, δεν έχει τελειώσει το σχολείο. Η δυσφορία της σε σχέση με την εβραϊκότητά της οξύνεται μετά τη συνάντηση με έναν θείο της στη Βιέννη, ο οποίος την επικρίνει για τη μεταστροφή της στον χριστιανισμό. Για την ίδια, η νέα της θρησκεία υπήρξε ένα καταφύγιο. Κρύβει την καταγωγή της. Αυτή η απόκρυψη μπορεί να ιδωθεί ως μια φυγή απέναντι σε μια βίαιη πρωταρχική σκηνή – την σκηνή των ταπεινωμένων γονιών της στους δρόμους της Βιέννης–, που επανενεργοποιείται στο μεθύστερο της εφηβείας. Παραμένει εκχριστιανισμένη και μεταπολεμικά κρυμμένο παιδί. Απομονωμένη στην πόλη, συχνάζει σε εβραϊκούς κύκλους σε αναζήτηση ενός περιβάλλοντος. Διαβάζει με πάθος για την ιστορία των εβραίων. Εκείνο που κάποτε την προστάτευσε γίνεται τώρα ένα αίσθημα προδοσίας. Η προδοσία αυτή μπορεί να ιδωθεί ως μεθύστερο της προδοσίας προς τη μητέρα για την οποία είχε διαδώσει ψευδώς στις καλόγριες ότι συνελήφθη. Ωστόσο δεν επιστρέφει στον εβραϊσμό. Εξάλλου δεν πιστεύει πλέον σε τίποτα. Παντρεύεται έναν εβραίο που έχει επιστρέψει από τα στρατόπεδα, πολύ μεγαλύτερό της. Τον φροντίζει με αφοσίωση. Η ενοχή της απέναντι στους γονείς της που χάθηκαν στα στρατόπεδα αναζητά μέσα από αυτήν τη σχέση μία αποκατάσταση. Πολύ αργότερα θα μπορέσει να πει: παντρεύτηκα έναν πατέρα. Το δικό του δράμα βάζει το δικό της σε δεύτερη μοίρα. Δεν θα του μιλήσει για τη βάφτισή της. Αποκτούν τρία παιδιά. Στην 1η γέννα κάνει μία επιλόχεια κατάθλιψη, ελαφριάς μορφής, την οποία αργότερα θα συνδέσει με την ορφάνιά της.

Όλα βαίνουν ομαλά στη ζωή της, χωρίς εμφανείς συγκρούσεις, ως το 1992 – θυμίζω ότι το 1992 είναι η χρονιά που πολλά ΚΠ έχουν αρχίσει να μιλούν δημόσια. Η κα Σ. είναι πλέον 63 ετών όταν, στη διάρκεια τοπικών εκλογών, το όνομά της, εβραϊογερμανικό, ακούγεται σε έναν δημόσιο χώρο. Τότε μια φρικτή δυσφορία την καταλαμβάνει. Την ίδια χρονιά, στη γενέτειρα της, την Αυστρία, οι νεοναζιστές αποκτούν ολοένα αυξανόμενη δύναμη. Μια έκρηξη δημιουργείται μέσα της. Είναι η αρχή ενός ψυχωτικού επεισοδίου με ακουστικές ψευδαισθήσεις που την παραπέμπουν με τρόπο μεταμφιεσμένο στην ιστορία της. Οι αναμνήσεις επανέρχονται ορμητικά: θυμάται τα μνημεία της Βιέννης που είχαν διαγραφεί εντελώς από τη μνήμη της, πράγμα που έχει μια ευχάριστη πλευρά, ενώ ταυτόχρονα είναι πολύ βασανιστικό. Ακούει φωνές που της λένε να προδώσει τους εβραίους, να πηδήξει από το παράθυρο, να κάνει κακό, να πάθει κακό… Αντιεβραϊκές βρισιές ακούγονται κάθε φορά που ανοίγει τη βρύση, οι γείτονες την καταδιώκουν λόγω της καταγωγής της, φοβάται ότι θα μολύνει τα παιδιά της … Και όλα αυτά στα γερμανικά. Μια καταραμένη γλώσσα την οποία έχει να μιλήσει από τα 13 της. Νοσηλεύεται για ένα μικρό διάστημα. Συνέρχεται σχετικά γρήγορα. Έκτοτε έχουν περάσει 16 χρόνια και δεν έχει ποτέ ξαναρρωστήσει.

Ξέρουμε ότι ένα εσωτερικό ξεχείλισμα μπορεί να φέρει στη συνείδηση με μορφή παραληρήματος ή ψευδαισθήσεων στοιχεία ανεπαρκώς υποκειμενοποιημένα της ιστορίας του ατόμου. Κάτι τέτοιο συνέβη στην περίπτωση της κας Σ., όπου σε μια κίνηση μεθύστερου αναδύθηκαν παλιές συγκρούσεις συνδεδεμένες με διάφορα τραύματα. Αυτό της επέτρεψε μια νέα επεξεργασία της ιστορίας της σε σχέση με τη διαδρομή της ως κρυμμένο παιδί. Έτσι η κα Σ. δεν διεργάστηκε μόνο το παρελθόν της, αλλά κατασκεύασε τον πυρήνα του εαυτού της, ενός κρυμμένου παιδιού που μπόρεσε να κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής που έπληξε την οικογένειά της, την ίδια και τους εβραίους στο σύνολό τους. Η λανθάνουσα περίοδος του τραύματος της κας Σ. έφτασε στο τέλος της.

Βιβλιογραφία

Εva Weil. Trauma et Transmission, intervention dans le cadre de la Conférence Internationale Démocratisation du Moyen-Orient, Problèmes & Perspectives, 19-20 Novembre 2005.

Eva Weil. Silence et latence. Revue Française de Psychanalyse 2000/1 (no 64), 169-179.

Sacha Goldsztein. La génération du silence, Bulletin trimestriel de la fondation Auschwitz, no 86, Mars-Janvier 2005.

Adeline Fohn & Susann Heenen-Wolff. The destiny of an unacknowledged trauma: The deferred retroactive effect of après-coup in the hidden Jewish children of wartime Belgium. The International Journal of Psychoanalysis [Article first published online: 5 AUG 2010].

Susann Heenen-Wolff. «La réminiscence dans le délire» – L’exemple d’un ancien enfant juif caché, (Prix Hayman) [Heenen-Wolff Susann, Die Reminiszenz in der Halluzination – Der Fall eines vormals versteckten jüdischen Kindes, Psyche, 2009, 63, 73-85.

Denis Hirsch. Impasse du processus d’après-coup et distorsion de la temporalité psychique chez les survivants de traumas collectifs. Le paradigme de l’enfant juif caché, Revue française de psychanalyse, 2009/5 (Volume 73), 1679-1686.

Marion Feldman. Entre trauma et protection : quel devenir pour les enfants juifs cachés en France (1940-1944)? Toulouse, Erès, 2009.

Laurence Kahn. Quand la Shoa est un trauma, Penser/Rêver No 7- Printemps 2005 (Retours sur la question juive, éditions de l’Olivier).

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.