Γρηγόρης Αμπατζόγλου
Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής
Ιατρική Σχολή Α.Π.Θ.

σύναψις 18 [2010 – τόμος 06]

Μια εμπειρία θεσμικής ψυχοθεραπείας στο πλαίσιο της συνεργασίας με το Δημοτικό Βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης

Πρακτικά διεπιστημονικής ημερίδας
Μικρά παιδιά σε κίνδυνο

Γ’ μέρος: Από την εγκατάλειψη στην υποδοχή

Εισαγωγή

Στόχος μου είναι η παρουσίαση της συνεργασίας με το Δημοτικό Βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης. Αρχικά θα ήθελα να κάνω κάποιες σύντομες επισημάνσεις: Όλη αυτή τη δουλειά, θα την έθετα κάτω από δυο άξονες: Ένας άξονας, που αποτελεί πηγή θεωρητικής αναφοράς, σχετίζεται με τη θεσμική ψυχοθεραπεία και την ιστορία της μέχρι σήμερα στην ψυχιατρική.1 Η προσέγγιση αυτή λαμβάνει υπόψη της τη λειτουργία των θεσμών (δεν αποτελεί μια «στεγνή» ιατρική αντιμετώπιση), το κοινωνικό αίτημα και τη θέση ευθύνης απέναντι στον πληθυσμό που εξυπηρετείται.

Συνοψίζω με τον τίτλο «Από την εγκατάλειψη στην υποδοχή» την ουσία της δουλειάς μας. Ο στόχος αυτής της δουλειάς: Πώς μπορεί κανείς να σκεφτεί κάτι το θεραπευτικά σημαντικό σε αυτήν την διαδρομή που πάει από την εγκατάλειψη στην υποδοχή; Και υποδοχή είναι οι ανάδοχες οικογένειες, είναι τα ιδρύματα, αλλά είναι και οι βιολογικές οικογένειες: Ένα παιδί μπορεί να ξαναγυρίσει στην οικογένειά του και νομίζω ότι όταν βρισκόμαστε μπρος σε φαινόμενα εγκατάλειψης, η πρώτη μας σκέψη πρέπει να είναι πώς θα εξαντλήσουμε τις δυνατότητες επιστροφής ενός παιδιού στην οικογένειά του, έτσι ώστε μετά πιθανόν να σκεφτούμε όλα τα άλλα. Άρα, λοιπόν, στην έννοια της εγκατάλειψης, πρώτα από όλα συνδέω την εγκατάλειψη με την υποδοχή και όχι την εγκατάλειψη με την υιοθεσία, όπως συμβαίνει παραδοσιακά σε όλα τα γαλλικά εγχειρίδια παιδοψυχιατρικής – ενώ στα αγγλοσαξωνικά η εγκατάλειψη δεν αναφέρεται καν, δεν υπάρχει ως φαινόμενο που να αφορά την παιδοψυχιατρική, υπάρχει κατευθείαν η υιοθεσία και οι συμβουλές προς υιοθετούντες. Τελικά, στα περισσότερα εγχειρίδια είναι υπόθεση μιας παύλας που χωρίζει (ή ενώνει): «Εγκατάλειψη – Υιοθεσία».

 

Το πλαίσιο και η δυνατότητα της σκέψης

Τονίστηκε ήδη από την κα Ibanez η σημασία του πλαισίου και της δημιουργίας ενός δικτύου συνεργασίας, όπως και η δημιουργία χώρων στους οποίους μπορεί κανείς να μιλήσει για τη δουλειά που κάνει σε αυτές τις καταστάσεις, που τον φέρνουν σε στενή επαφή με μεγάλες ψυχικές εντάσεις, έτσι ώστε να μπορέσει να σκεφτεί, γιατί το βασικό ζήτημα σε αυτές τις ιστορίες είναι ότι εμφανίζονται πάντα σαν να ήταν επείγουσες (βρίσκονται πάντα υπό τον αστερισμό του επείγοντος) – εμφανίζονται με μεγάλη ένταση, με ένα δραματικό στοιχείο που τις κατατρέχει– και αυτό που είναι το συστατικό στοιχείο αυτών των ιστοριών είναι η αδυναμία της σκέψης. Ιστορίες εγκατάλειψης, τραγικών καταστάσεων, αυτό που προκαλούν είναι να δημιουργούν ένα δράμα, έτσι ώστε να μην μπορούμε να σκεφτούμε αυτό που (μας) συμβαίνει. Και αυτό το δράμα κατακλύζει με ένταση και τη δική μας τη δουλειά, σαν ένα πιεστικό και επείγον αίτημα άμεσης παρέμβασης, έτσι ώστε να συνεχίζει να υπάρχει η αδυναμία της σκέψης, έτσι ώστε όλα να λυθούν γρήγορα μέσα από μια «θαυματουργή» δράση.

Στόχος μας λοιπόν είναι να φύγει η παύλα ώστε από την εγκατάλειψη να γίνεται το πέρασμα στην όσο το δυνατόν καλύτερη υποδοχή. Αυτό το εξασφαλίζει η δυνατότητα της σκέψης.

 

Η διάρκεια και τα καταφύγια της σκέψης

Δεν θα επεκταθώ αναλυτικότερα στις προσπάθειες ύπαρξης ενός δικτύου συνεργασίας2 (που άλλοτε ανθίζει και άλλοτε μαραίνεται), όμως είναι σημαντική η διάσταση του χρόνου: ένα ανοιχτό δίκτυο συνεργασίας που αντέχει επίμονα στον χρόνο και τις αντιξοότητες είναι ένας θεσμός που διαρκεί, άρα μπορεί και να αποτελεί ένα είδος καταφυγίου για όποιον θέλει να μιλήσει για να μπορέσει να σκεφτεί. Οι μηνιαίες συναντήσεις, τις οποίες οργανώνουμε εδώ και δεκαπέντε χρόνια μεταξύ των κοινωνικών, εκπαιδευτικών και δικαστικών φορέων, επιτρέπουν να καταλάβουμε ότι αυτά που λέμε ψυχοκοινωνικά ή κοινωνικά περιστατικά διαθέτουν ένα δυναμικό ψυχικό – δεν είναι το κοινωνικό που τα ορίζει τουλάχιστον από τη μεριά που πρέπει να τοποθετούμαστε εμείς – και αν μπορέσουμε να το αναγνωρίσουμε αυτό (πράγμα που γίνεται χάρη σε αυτή τη συνάντηση, τη συζήτηση), τότε μπορούμε και να σκεφτούμε. Μπορούμε να ξεφύγουμε από τις ετοιμοπαράδοτες λύσεις για αυτές τις περιπτώσεις.

Στη δουλειά αυτή – παράδειγμα η συνεργασία με τον Άγιο Στυλιανό–, μια δουλειά πολλών χρόνων, που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, σιγά σιγά, περνώντας από πολλά κύματα, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα3 μπορούμε να σκεφτούμε κάποια πράγματα, που μπορεί να ακουστούν σαν θέσφατα, αλλά έχουν πίσω τους πολλές ιστορίες και πολλές μακροχρόνιες ιστορίες. Το βρέφος προς τοποθέτηση, το οποίο ως περιστατικό μας απασχόλησε όλους και με το οποίο ξεκίνησε η συνεργασία αυτή, είναι σήμερα μια νέα γυναίκα που έχει δικά της παιδιά.

  

Η εγκατάλειψη

Δυο κουβέντες για τον όρο της εγκατάλειψης: Αντιλαμβανόμαστε την εγκατάλειψη σαν μια στιγμιαία πράξη, όπου ένας γονιός αφήνει ένα παιδί ή ενός γονιού του παίρνουν το παιδί (ένας γονιός «αναγκάζει», εξωθεί την κοινωνία να του πάρει το παιδί). Λες και σε αυτήν την ιστορία εμπλέκεται μόνο ένας γονιός – που είναι η μητέρα. Ξεχνάμε τους υπόλοιπους, τον πατέρα και πολλούς άλλους. Θεωρούμε λοιπόν κάπως αβίαστα ότι σε αυτές τις ιστορίες υπάρχει ένας γονιός και κάποιοι παρεμβαίνοντες, οι οποίοι θα αποφασίσουν με τα δεδομένα που υπάρχουν, με μια απλή απόφαση, την απομάκρυνση «για το καλό του παιδιού».

Ξέρουμε ότι αυτές οι ιστορίες δεν είναι καθόλου απλές, υπάρχουν μια σειρά από παράγοντες που παγιώνονται γύρω από τη στιγμή της εγκατάλειψης. Η στιγμή της εγκατάλειψης έχει μια πολύ μεγάλη ιστορία πίσω της, έχει πολλούς που εμπλέκονται και έχει μια προϊστορία όταν συμβαίνει: Πολλές συναισθηματικές κινήσεις, πολλές δράσεις, ώστε να μην υπάρξουν σκέψεις. Άρα εκείνη τη στιγμή φτιάχνεται κάτι, το οποίο εκ των υστέρων (και εδώ έχουμε ένα άλλο μεθύστερο) θα το ονομάσουμε εγκατάλειψη. Δηλαδή αυτό το τόσο μικρό κεφάλαιο στα εγχειρίδια που λέγεται «εγκατάλειψη» είναι μια ολόκληρη κατασκευή που περιέχει ψυχικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς πολύ πολύπλοκους, οι οποίοι έχουν την ιστορία τους. Η δουλειά μας είναι να καταλαβαίνουμε όλο αυτό το πολύπλοκο σύμπαν της εγκατάλειψης, για να μπορέσουμε να σκεφτούμε τι θα είναι η υποδοχή μετά. Γιατί αν δεν το καταλάβουμε αυτό τότε δεν φτιάχνουμε υποδοχή, φτιάχνουμε τοποθετήσεις – που θεωρούμε ότι λύνουν το πρόβλημα, δηλαδή παίρνω το παιδί και το βάζω «εκεί που πρέπει» κατά κάποιον τρόπο.

Θα μπορούσε να πει κανείς για τις γυναίκες (γιατί αυτές βλέπουμε, αυτές ξέρουμε κάπως καλύτερα) που εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, θα μπορούσαμε να πούμε χίλια δυο πράγματα ψυχιατρικά: αν είναι αλκοολικές, αν είναι χρήστριες ουσιών, αν παρουσιάζουν ψυχοπαθολογία κ.λπ.

Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο, πριν τα πούμε όλα αυτά τα πολύ σωστά σε αυτές τις περιπτώσεις, να χρησιμοποιούμε αρχικά λέξεις ενός πιο ανθρώπινου λεξιλογίου μας, να λέμε π.χ. ότι έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που σε κάποια στιγμή είναι απελπισμένοι. Νομίζω ότι κυρίως έχουμε να κάνουμε πρώτα με γυναίκες απελπισμένες, σε απόγνωση και πιθανόν και ψυχικά πάσχουσες. Αλλά είναι σημαντικό τι θα πούμε πρώτο, για να μπορέσουμε να σκεφτούμε και για να βρει τη σωστή του θέση αυτό που θα πούμε μετά.

  

Τα ιδρύματα

Ως προς τα ιδρύματα: Είναι εκπληκτικό πόσο απλά μπορεί να είναι τα πράγματα που πρέπει να σκεφτεί κανείς, αλλά δεν τα σκέφτεται. Τι σκέφτηκαν στο ίδρυμα Loczy στη Βουδαπέστη;4 Να αφήνουμε τα μωράκια να κινούνται, να αφήσουμε ελεύθερη την κινητικότητα των μωρών. Δεν είναι καμιά τρομερή ιδέα, παρόλα αυτά είναι μια τρομερή ανακάλυψη. Και ακόμη και αυτή η τόσο απλή ιδέα που γίνεται ανακάλυψη , είναι πάρα πολύ δύσκολο να λειτουργήσει ως βασική γνώση επιστημονική σε τέτοιους χώρους, όπως είναι τα ιδρύματα. Λες και αυτοί οι χώροι κατασκευάζουν τις θεωρίες τους και εμμένουν σε αυτές – και νομίζω πως σε κάποιες εκφάνσεις της λειτουργίας του Βρεφοκομείου είναι εκπληκτικό να δει κανείς πώς κατασκευάζονται απίστευτες αφηγήσεις που λειτουργούν ως «πειστικές» –, αλλά και πιεστικές θεωρίες ως προς το τι θα ήταν «καλό» να γίνει για ένα παιδί. Οι αφηγήσεις αυτές, μείγμα δακρύβρεχτων σεναρίων, κοινωνικών προκαταλήψεων και «επιστημονικής φαντασίας» μερικές φορές, στηρίζονται κυρίως στην άρνηση της ιστορίας κάθε παιδιού, αλλά και στην πεποίθηση ότι όλοι ξέρουν τι είναι ένα παιδί και ποιο είναι το καλό του. Σαν να μην υπάρχει στην ουσία κάποια γνώση που πρέπει να μοιραστούμε για τα παιδιά, αλλά όλοι ξέρουν (από το πρώτο μέλος του Δ.Σ. μέχρι τον τελευταίο εργαζόμενο), όλοι έχουν τη θεωρία τους ως προς το τι είναι καλό για τα παιδιά.

Και είναι πολύ δύσκολο (θέλει πολύ χρόνο) για να κατοχυρωθεί μια απλή γνώση: ότι αυτό που ξέρουμε για τα παιδιά είναι ότι ανακαλύψαμε σιγά σιγά: πόση σημασία έχουν τα απλά και σαφή πράγματα γύρω από τα παιδιά, πόση σημασία έχουν τα λίγα λόγια με νόημα, οι ξεκάθαρες πράξεις που δεν δημιουργούν σύγχυση.

Αν πούμε πως τα ιδρύματα πάσχουν από απαρνήσεις και σχάσεις, τότε μπορούμε να καταλάβουμε με έναν πιο ολοκληρωμένο τρόπο το νόημα μιας παιδοψυχιατρικής παρέμβασης που προσπαθεί ώστε να μειωθεί ο ιδρυματικός κατατεμαχισμός, όπου το κάθε κομμάτι μπορεί να λειτουργεί σχετικά ανεξάρτητα και για τον εαυτό του. Και σε αυτό το πλαίσιο να καταλάβουμε τις ιδιαιτερότητες που έχουν τα Βρεφοκομεία: Έχουν φτιαχτεί για να υποδέχονται παιδιά, όμως στη σύγχρονη εκδοχή τους λειτουργούν για να εξυπηρετούν ενηλίκους, δεν είναι το παιδί ο αληθινός χρήστης τους, το Βρεφοκομείο έχει μια πελατεία ενηλίκων (η «εκλογική του πελατεία», όπως θα λέγαμε): ποιος θα πάρει, ποιος θα δώσει ένα παιδί. Η ομάδα πίεσης είναι ενήλικοι – ενώ στόχος είναι τα βρέφη. Οπότε εκεί η προστασία και τα δικαιώματα του βρέφους μπορούν να βάλουν μια τάξη στη δουλειά μας.

  

Η υποδοχή

Ξαναπιάνοντας το αρχικό θέμα (και ξεφεύγοντας από την παύλα) «Από την εγκατάλειψη στην υποδοχή» το σημαντικό είναι η υποδοχή: αν μπορούμε να σκεφθούμε την υποδοχή, μπορούμε να σκεφθούμε και την εγκατάλειψη – και όχι το αντίθετο. Αν σκεφτούμε τι πρέπει να οργανώσουμε σαν υποδοχή, τότε η εγκατάλειψη χάνει αυτό το βάρος που έχει, γίνεται κάτι που μπορούμε να το αντέξουμε και να το δουλέψουμε καλύτερα. Γιατί συνήθως σκεφτόμαστε αντίστροφα – με βάση την εγκατάλειψη.

Πρωταρχικά είναι σημαντικό να σκεφτόμαστε την υποδοχή: Υποδοχή είναι ακόμη και οι βιολογικοί γονείς που εγκαταλείπουν, η ευρύτερη οικογένεια και χίλια δυο άλλα πράγματα. Η υποδοχή είναι μια σκέψη ζωής για τον άλλο και εδώ έγκειται η διαφοροποίηση με την τοποθέτηση που αποτελεί μια πράξη «τακτοποίησης» των πραγμάτων. Υποδοχή σημαίνει ζυγίζω τα δεδομένα της ιστορίας του παιδιού, του ίδιου του παιδιού, του περιγύρου του, κ.λπ. Άρα σε αυτήν την έννοια της υποδοχής υπάρχει η σκέψη ότι ένα ίδρυμα μπορεί να είναι καλύτερο από μια οικογένεια για ένα συγκεκριμένο παιδί – γιατί σκεφτόμαστε κατά περίπτωση. Π.χ. ένα παιδί για το οποίο θέλεις να διαφυλάξεις έναν ισχυρό δεσμό με κάποιον από τους γονείς του. Υποδοχή σημαίνει ότι για κάθε παιδί σκεφτόμαστε κάτι καινούριο από την αρχή.

 

Η γονεϊκότητα και η «μερική» γονεϊκότητα

Δεν υπάρχει συνολική γονεϊκότητα για κανέναν – μην το φαντάζεστε. Όλοι όσοι έχουμε παιδιά και όλοι όσοι θέλουν να αποκτήσουν, μαζί με την επιθυμία αυτή του παιδιού είναι και το όνειρο «που θα το αφήσω, όταν χρειαστεί». Και όχι όταν χρειαστεί γιατί συμβαίνει κάτι (σοβαρό), αλλά πώς θα δημιουργήσω συνθήκες «μερικής» γονεϊκότητας καλού επιπέδου: αυτό μας κάνει γονείς και αν το ξέρουμε αυτό είμαστε καλοί γονείς. Άρα δεν υπάρχει κανένας λόγος να είναι τα πράγματα τόσο διαφορετικά για τους γονείς που αφήνουν τα παιδιά τους. Μπορούμε να εξασφαλίσουμε «λίγη», μερική, καλή γονεϊκότητα και από αυτούς για το παιδί τους, φτάνει να κάνουμε τη δουλειά που πρέπει. Δεν είναι όλα ή τίποτα (ή τελείως γονιός ή καθόλου γονιός) και αν το σκεφτεί κανείς αυτό για τον εαυτό του θα το δει να ισχύει.

Το στοιχείο αυτό της «μερικής» γονεϊκότητας είναι πολύ σημαντικό και ο δικός μας ρόλος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να μπορούμε να τα δένουμε, να τα εξασφαλίζουμε, να τα στηρίζουμε αυτά τα πράγματα. Να πούμε ότι «αυτή η γυναίκα εντάξει, δεν μπορεί, αλλά αν κάναμε έτσι και λίγο αλλιώς μήπως θα μπορούσε; Μήπως θα ήταν καλό αυτό το τόσο να το κρατήσουμε συνδυάζοντάς το με κάτι άλλο;» και τα λοιπά. Είναι ένα είδος κεντήματος, μαγειρικής, κάτι τέτοιου τύπου. Αν θέλεις να φτιάξεις ένα συνολικό κατασκεύασμα γονεϊκότητας, ιδανικό, εξιδανικευμένο, φτιάχνεις γρήγορες τοποθετήσεις (είναι κακοί γονείς ή καλοί γονείς, είναι καλοί ανάδοχοι, κακοί ανάδοχοι, πάρτο, δώστο).

Όλη η ιστορία είναι επί της εξιδανίκευσης ή των ιδανικών συνθηκών, δηλαδή αν από μια ανάδοχη οικογένεια περιμένουμε να είναι ιδανική, τότε καταστρέφουμε τις δυνατότητές της. Δεν υπάρχει πια στην εποχή μας το μοντέλο που περιλαμβάνει παιδιά που θα τα αφήσουν στην πόρτα του Βρεφοκομείου, δεν θα ξέρουν ποιος το άφησε, θα είναι «έτοιμο» το παιδί προς υιοθεσία και το «διοικητικό συμβούλιο» ενός ιδρύματος θα μπορεί να το δώσει για υιοθεσία την άλλη μέρα και να γίνουν τόσοι πολλοί άνθρωποι ευτυχείς, δεν υπάρχουν πια αυτά. Θα υπάρχουν όλο και περισσότερο άνθρωποι που αφήνουν τα παιδιά τους και δεν μπορούν να τα αφήσουν, δεν μπορούν να τα φροντίσουν και τα διεκδικούν, άνθρωποι οι οποίοι θέλουν να πάρουν παιδιά και δεν είναι και τόσο έτοιμοι. Καταστάσεις πολύ πιο πολύπλοκες και εκεί είναι και ο δικός μας ο ρόλος και γι’ αυτό σε αυτές τις καταστάσεις όταν προκύπτουν (και προκύπτουν συνεχώς) προβλήματα, νομίζω ότι το βασικό είναι πάλι αυτό: Αντί να γυρίσω μόνο στον Ιπποκράτη, θα γυρνούσα και στο Μαϊμονίδη.5 «Τι είναι η Ιατρική;» Η Ιατρική είναι ένα καλό ζύγι, ζυγίζεις, αυτό είναι η Ιατρική, έχεις τα υπέρ, τα κατά, τα ζυγίζεις και παίρνεις μια σχετικά καλή απόφαση, αν θες να πάρεις την τέλεια απόφαση μπορεί να φέρεις την καταστροφή.

Και στην ουσία αυτό βοηθάει πολύ σε αυτές τις περιπτώσεις, να ζυγίζεις στα αλήθεια βγάζοντας από έξω το πάθος σου. Και με βάση αυτό να ξέρεις ότι παίρνεις κάθε φορά μια ατελή απόφαση, ότι δεν μπορείς να πάρεις μια τέλεια απόφαση, η ατελής σου όμως απόφαση είναι η καλύτερα ζυγισμένη. Παίρνεις την πιο καλοζυγισμένη ατελή απόφαση, αυτό κάνεις. Και μετά μπορεί να σε διαψεύσει κάτι και μετά να πρέπει να πάρεις ξανά μια καλοζυγισμένη ατελή απόφαση. Αν θες να πάρεις μια τέλεια απόφαση, θα επαναλάβεις αυτό που συνέβαινε μέχρι σήμερα στην ιστορία των Κοινωνικών Υπηρεσιών σε μεγάλο βαθμό και που έχει οδηγήσει σε βίαιους αποχωρισμούς, σε ενθουσιώδεις τοποθετήσεις που γίνονται δράματα μετά και τα λοιπά.

Σημειώσεις

1 Βλ. P. Delion (επιμ.): Actualité de la psychothérapie institutionnelle. Éditions Matrice, Vigneux, (1994)

2 Βλ. Γ. Αμπατζόγλου (επιμ): Αλλάζοντας χέρια. Διεπιστημονική προσέγγιση της διακίνησης και της τοποθέτησης των παιδιών, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2002.

3 Βλ. Η συνάντηση με τα βρέφη στο βρεφοκομείο, κείμενα των Γ. Αμπατζόγλου, Ζ. Τσακώνη, Ε. Φωτιάδου, Ε. Δεληνικοπούλου, Ε. Αυδή, Χ. Χατζηδημητρίου στο Γ. Αμπατζόγλου – Σ. Μανωλόπουλος, Προσεγγίσεις ΙΙΙ, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2004, 127-153.

4 Βλ. M. David, G. Appell, E. Pikler, B. Golse: Loczy ou le maternage insolite. Erès, Toulouse, (2008)

5 Βλ. Herbert Le Porrier : Le médecin de Cordoue, Points, Seuil, Paris, (2008)



Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.