Ανδρέας Παπανικολάου
Καθηγητής, Διευθυντής του Τμήματος Κλινικών
Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο του Huston, Texas USA

σύναψις 18 [2010 – τόμος 06]

Ολίγα τινά ... περί συναισθημάτων και συγκινήσεων

Στην καθημερινή επικοινωνία, στην τέχνη, αλλά συχνά και στην επιστημονική γραμματεία, “συναίσθημα” και “συγκίνηση” απαντούν ως συνώνυμα παρόλο ότι αναφέρονται σε αντικειμενικά διακριτές όψεις του ιδίου φαινομένου: το μεν συναίσθημα (feeling, sentiment) στη σύνθετη υποκειμενική εμπειρία σωματικών, κυρίως, αισθημάτων (π.χ. “κόμπος στο λαιμό”), η δε συγκίνηση (emotion) στο σύνολο των επίσης σωματικών “κινήσεων”, οι οποίες προκαλούν τα αντίστοιχα αισθήματα, και άλλων, π.χ. μορφασμών, οι οποίες “εκφράζουν” τα συναισθήματα.1 Είναι, λοιπόν, το συναίσθημα ένα είδος εμπειρίας, δηλαδή επίγνωσης. Επίγνωσης, πάντα, των κινητοποιήσεων του σώματος, δηλαδή των διαφόρων αισθημάτων, και ενίοτε επίγνωσης και των αφορμών που το προκαλούν ή των συνειρμών που το πλαισιώνουν. Παραδείγματος χάριν, η θλίψη είναι πάντα επίγνωση των σωματικών δρώμενων όπως του “κόμπου στο λαιμό”, αλλά επίσης επίγνωση του αυτοκινητικού δυστυχήματος –ας πούμε– που μας στέρησε τον τάδε φίλο ή επίγνωση ότι έπεσε η «πρώτη σταγόνα της βροχής» και έτσι «σκοτώθηκε» για εμάς «το καλοκαίρι». Πρωτίστως, όμως, το συναίσθημα είναι επίγνωση ενός παράγοντα –θα τον αποκαλέσω “θυμικόν” (affective – affect)–, που επικαλύπτοντας το αισθητικό ποιόν των σχετικών εμπειριών τις μετατρέπει σε συναισθήματα, όπως θα δούμε αναλυτικότερα πιο κάτω.

Βέβαια, ο ισχυρισμός ότι το συναίσθημα είναι ένα είδος γνώσης, είναι φυσικό να ξενίζει αυτούς που θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη υποσυνείδητων ή ασυνείδητων (δηλαδή μη γνωστών) συναισθημάτων, τα οποία δρουν ως τα μύχια κίνητρα της συμπεριφοράς. Αλλά εκ των πραγμάτων, μη συνειδητές είναι μόνον οι εγκεφαλικές διεργασίες που παράγουν τα συναισθήματα,2 αλλά ποτέ τα συναισθήματα αυτά καθεαυτά: είναι παράλογο να λέμε ότι υπάρχουν συναισθήματα που δεν συναισθανόμαστε για τον ίδιον ακριβώς λόγο που είναι παραλογισμός ή στείρο λογοπαίγνιο να λέμε ότι υπάρχουν μη αισθητά αισθήματα! Φαίνεται λοιπόν ότι «άμεση γνώση των αισθημάτων (και των εμπειριών που τα πλαισιώνουν), μεταλλαγμένων από τον θυμικό παράγοντα που τα “επικαλύπτει”, είναι ο πλέον επαρκής ορισμός του συναισθήματος, με την προϋπόθεση ότι έχει επίσης οριστεί η έννοια “θυμικός παράγων”.»

Εν πρώτοις, ο παράγων αυτός δρα ως ειδοποιός διαφορά που μας επιτρέπει να διακρίνουμε αβίαστα και αυτόματα, πρώτον, τα συναισθήματα από τις μη-συναισθηματικές εμπειρίες· δεύτερον, το ένα συναίσθημα από το άλλο και, τρίτον, τις δυνάμει άπειρες αποχρώσεις του ίδιου συναισθήματος. Η πρώτη διάκριση γίνεται απλώς βάσει της παρουσίας του θυμικού παράγοντα: οι εμπειρίες που τον περιέχουν είναι συναισθήματα κι οι άλλες όχι. Αλλά, οι δυο άλλες διακρίσεις γίνονται με βάση το ποιόν (quale, πληθ. qualia) αυτού του παράγοντα. Το θυμικό ποιόν εξαρτάται από την αναλογία τεσσάρων τουλάχιστον στοιχείων ή διαστάσεων –θα τις ονομάσω ηδονή, οδύνη, παρορμητικότητα και αξιοδότηση–, που τον συναπαρτίζουν σε κάθε περίσταση κι οι οποίες σύμφωνα με πρόσφατες πειραματικές ενδείξεις σχετίζονται με διακριτούς εγκεφαλικούς μηχανισμούς και νευροδιαβιβαστές.3

Τα θυμικά στοιχεία ή οι διαστάσεις της ηδονής και της οδύνης αναφέρονται όχι στο αισθητικό ποιόν των εμπειριών, αλλά στο πόσο ευχάριστες ή δυσάρεστες είναι οι εμπειρίες. Παράδειγμα: Ο φυσιολογικός πόνος μπορεί να έχει τα εξής αισθητικά γνωρίσματα που καθορίζουν το αισθητικό του ποιόν: μπορεί να είναι οξύς, καυτός και παλλόμενος. Η ίδια αυτή εμπειρία είναι συνήθως και (θυμικά) δυσάρεστη ή οδυνηρή, αλλά σε κάποιες παθολογικές περιπτώσεις διαστροφής μπορεί να είναι ευχάριστη, ευπρόσδεκτη, ηδονική. Άλλο παράδειγμα: Η γεύση του μελιού έχει το αισθητικό ποιόν της γλυκύτητας. Επιπροσθέτως, έχει το θυμικό ποιόν της ηδονής: είναι δηλαδή κατά κανόνα ευχάριστη. Αλλά με τον κορεσμό μπορεί κάλλιστα να γίνει δυσάρεστη, οδυνηρή παρόλο που δεν παύει να έχει το αισθητικό ποιόν της γλυκύτητας. Οι διαφορές αυτές δεν είναι μόνο φαινομενολογικές αλλά έχουν νευροφυσιολογική εγκυρότητα: Ενώ το αισθητικό ποιόν της κάθε εμπειρίας εξαρτάται από την ενεργοποίηση του αισθητικού φλοιού, η θυμική διάσταση της ηδονής εξαρτάται από την ενεργοποίηση νευρωνικών κυκλωμάτων στον μεταιχμιακό φλοιό και στην αρχαιότερη μοίρα του εγκεφάλου –του εγκεφάλου των ερπετών,4 τα οποία λειτουργούν κυρίως με νευροδιαβιβαστές του είδους των οπιοειδών και με το γάμμα αμινοβουτυρικό οξύ.5 Και αυτή η ειδική σχέση ηδονής και κυκλωμάτων, που λειτουργούν κυρίως με τη μεσολάβηση αυτού του νευροδιαβιβαστή, επαληθεύεται από το γεγονός ότι οι βενζοδιαζεπίνες (με ιδιότητες παρεμφερείς με αυτές του γάμμα αμινοβουτυρικού οξέος) χορηγούνται για την αγχολυτική τους δράση, δηλαδή τη μείωση της (θυμικής) οδύνης.

Η τρίτη θυμική διάσταση, η παρόρμηση, αν και φαινομενολογικά και νευροφυσιολογικά διακριτή, συνήθως συγχέεται αφενός με τη διάσταση της ηδονής, αφετέρου με το συναίσθημα της επιθυμίας. Με την ηδονή συγχέεται διότι συνήθως αποζητούμε τα ευχάριστα, τα ηδονικά και αποφεύγουμε τα δυσάρεστα. Αλλά όχι πάντα και εδώ έγκειται η διαφορά: Εθισμός, παθολογική δηλαδή παρόρμηση για την απόκτηση μιας ουσίας, δεν αφορά μόνον ουσίες ηδονικές και ευχάριστες. Επιπλέον, αντίθετα με την ηδονή, η παρόρμηση φαίνεται να προκύπτει από την ενεργοποίηση νευρωνικών κυκλωμάτων που χρησιμοποιούν ως νευροδιαβιβαστή τη ντοπαμίνη: Εξάντληση των αποθεμάτων ντοπαμίνης, με ειδικές πειραματικές μεθόδους, σε αυτά τα κυκλώματα, αναστέλλει κάθε τάση προς απόκτηση τροφής σε πεινασμένα ζώα χωρίς όμως να μειώσει τις ενδείξεις της ηδονής που νιώθουν όταν τους παρέχεται τροφή στο στόμα.6 Και αντιστρόφως: Ενεργοποίηση των ντοπαμινεργικών κυκλωμάτων αυξάνει την παρορμητικότητα χωρίς αναγκαστικά να αυξάνει και την ηδονή –πράγμα που διαπιστώνεται στο πλαίσιο του φαινομένου του “ηλεκτρικού αυτοερεθισμού”. Όπως διαπιστώθηκε πρόσφατα, ο ερεθισμός διέγειρε ντοπαμινεργικά κυκλώματα με αποτέλεσμα την ακατάσχετη παρόρμηση προς επανάληψη του ερεθισμού όχι διότι προκαλούσε ηδονή, αλλά διότι προκαλούσε την υπόσχεση ηδονικής πλήρωσης. Επί παραδείγματι, οι ασθενείς ομολογούσαν ότι ο αυτοερεθισμός προκαλούσε γενετήσια διέγερση και τάση προς αυνανισμό, αλλά ποτέ δεν προκάλεσε οργασμό ή κάτι ανάλογο του (θυμικά) ηδονικού συναισθήματος του οργασμού. Άλλο λοιπόν το θυμικό στοιχείο της παρόρμησης και άλλο της ηδονής, τόσο φαινομενολογικά όσο και νευροφυσιολογικά.7

Η παρόρμηση, είπαμε, επίσης εύκολα συγχέεται και με την επιθυμία. Αλλά κάθε μορφή επιθυμίας (η δίψα, η πείνα, ο έρωτας, ο ίμερος, ο πόθος) δεν είναι θυμικό στοιχείο ή διάσταση, αλλά ενιαίο συναίσθημα που χαρακτηρίζεται μεν από το στοιχείο της παρορμητικότητας, αλλά επίσης από ένα κράμα οδύνης για την όποια μας έλλειψη ή “κένωσιν” και ηδονής για την προσδοκώμενη “πλήρωσιν” –πράγμα γνωστό από την αρχαιότητα.8

Η διαφορετική, λοιπόν, κάθε φορά αναλογία ηδονής, οδύνης και παρορμητικότητας καθορίζει το κάθε συναίσθημα όπως και τις αποχρώσεις του κάθε συναισθήματος για όλα τα έμβια που συναισθάνονται. Αλλά, ειδικά στον άνθρωπο, τα συναισθήματα χρωματίζονται κι από το τέταρτο στοιχείο –τη θυμική διάσταση της αξιοδότησης, η οποία προσδίδει στην κάθε εμπειρία “νόημα” ή “αξία” ανεξάρτητα από την ηδονική ή οδυνηρή της φόρτιση, όπως φαίνεται από τα παρακάτω παραδείγματα: «Άξιον εστί», λέει ο Ελύτης «…του αιδοίου το μενεξεδένιο αλάτι» –πράγμα ευνόητο διότι και την παρόρμηση εγείρει και ηδονή υπόσχεται. Αλλά οι εμπειρίες μπορούν να είναι επίσης “άξιες”, να έχουν νόημα χωρίς να είναι καθόλου ηδονικές: «Άξιον εστίτα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα», αλλά ακόμη και «…το «αντίο» στα τσίνορα που λίγο λάμπει / και μετά ο για πάντοτε μαύρος κόσμος».9

Δεν νομίζω πως θα ήταν παρακινδυνευμένος ο ισχυρισμός ότι η αξιοδοτική αυτή διάσταση εξαρτάται πρωτίστως από ένα άλλο σύστημα νευροδιαβιβαστών –της σεροτονίνης. Κι αυτό για δυο λόγους: Πρώτον, το βασικότερο γνώρισμα του κλινικά καταθλιπτικού είναι όχι τόσο η αδυναμία να βιώνει ηδονή ή οδύνη ή η έλλειψη παρορμητικότητας (όπως εκδηλώνεται στους εθισμούς), αλλά το γεγονός ότι τίποτα πια δεν έχει γι’ αυτόν νόημα, καμιά εμπειρία και κανένα συναίσθημα δεν έχει αξία. Αλλά τα πράγματα του κόσμου επανακτούν το νόημά τους και η όψη αυτή της κατάθλιψης μετριάζεται ή εξαλείφεται με τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, τα οποία βοηθούν την λειτουργία των σεροτονινεργικών κυκλωμάτων. Δεύτερον, χρήση χημικών ουσιών, όπως το λυσεργικό οξύ (LSD), οι οποίες διεγείρουν τα σεροτονινεργικά κυκλώματα έχουν μεταξύ άλλων την ιδιότητα να επιτείνουν την αξία και το νόημα ακόμα και των πλέον τετριμμένων και κοινών αισθητικών εμπειριών, όπως έχει περιγράψει ο Α. Huxley στην περίφημη μονογραφία του,10 όπως μαρτυρούν τα μέλη της Native American Church που λαβαίνουν ως αντίδωρο τον καρπό του κάκτου που περιέχει αυτή την χημική ένωση ή όπως πιθανώς βίωναν οι μύστες των Ελευσινίων μυστηρίων που μεταλάβαιναν τον “Κυκεώνα”, ένα παρασκεύασμα κριθαριού πειραγμένο από το παράσιτο “Ερυσίβη” με παρόμοια χημική σύσταση.11

Αυτή λοιπόν είναι, συνοπτικά, η δομή ή το περίγραμμα ή το “ειδικό” των συναισθημάτων αίτιο. Όσο για το “τελικό” τους αίτιο, δηλαδή τον λόγο για τον οποίον προέκυψαν στην πορεία της εξελίξεως ή τον ρόλο τους στην οικονομία των έμβιων που συναισθάνονται, η εύκολη, αλλά όχι αναγκαστικά και η έγκυρη απάντηση είναι ότι η παρουσία τους διευκολύνει τη δαρβινική επιλογή. Τα “υλικά” τους αίτια, το υλικό τους υπόστρωμα είναι κατά πάσα πιθανότητα νευρωνικά σήματα στον μεταιχμιακό φλοιό και στις υποφλοιώδεις, αρχαίες μοίρες του εγκεφάλου, τα οποία κωδικεύουν το θυμικό «ποιόν» των εμπειριών και τα οποία ανιχνεύει σήμερα ο τομέας της νευροεπιστήμης που ασχολείται ειδικά με το θυμικό (affective neuroscience). Τέλος, το “ποιητικό” τους αίτιο, οι εγκεφαλικές διεργασίες που παράγουν την επίγνωση της σύνθετης συναισθηματικής εμπειρίας παραμένει εν πολλοίς μυστήριο, αν και η σύγχρονη έρευνα τις εντοπίζει στις διασυνδέσεις του συνειρμικού προμετωπιαίου φλοιού με τον μεταιχμιακό και τον αισθητικό φλοιό.

Σημειώσεις

  1. Για την πλέον δόκιμη περιγραφή των οποίων βλ. Darwin C. Τhe Expression of Emotions in Man and Animals. London: John Murray, 1872.
  2. Κατά κανόνα οι μεν ψυχολογικές (γνωσιακές ή μη) λειτουργίες είναι μη συνειδητές, τα δε παράγωγά τους, αισθήματα, έννοιες, συναισθήματα, ενίοτε είναι συνειδητά, ενίοτε όχι. Βλ. Παπανικολάου Α. Λόγος και Συνείδηση. Στο Κ. Ποταγας, Ι. Ευδοκιμίδης (επιμ) Συζητήσεις για το Λόγο στο Αιγινήτειο, Συνάψεις-Ι, 2009, 493-514.
  3. Βλ. (a) Berridge KC, Robinson TF & Aldridge JW. Dissecting components of reward: “liking”, “wanting”, and learning. Current Opinion in Pharmacology, 2009, 9, 65-73, (b) Smith KS, Mahler SV, Pecina S & Berridge KC. Hedonic hotspots: Generating sensory pleasure in the brain. In M.L. Kringelbach & K.C. Berridge (Eds.), Pleasures of the Brain. Oxford University Press, 2010, 27-49.
  4. MacLean PD. The Triune Brain in Evolution: Role of Paleocerebral Functions. Springer, 1990.
  5. Βλ. Smith KS & Berridge KC. Opioid limbic circuit for reward: interaction between hedonic hotspots of nucleus accumbens and ventral pallidum. Journal of Neuroscience, 2007, 27, 7, 1594-605.
  6. Βλ. (a) Tindell AJ, Smith KS, Peci_a S, Berridge KC & Aldridge JW. Ventral pallidum firing codes hedonic reward: When a bad taste turns good. Journal of Neurophysiology, 2006, 96, 2399-2409, (b) Mahler SV, Smith KS & Berridge KC. Endocannabinoid hedonic hotspot for sensory pleasure: Anandamide in nucleus accumbens shell enhances ‘liking’ of a sweet reward. Neuropsychopharmacology, 2007, 32, 2267-2278.
  7. Βλ. Papanicolaou AC. Emotion: a reconsideration of the somatic theory. New York: Gordon and Breach, 1989, 114-122.
  8. ΠλάτωνοςΦίληβος.
  9. ΑπότοΆξιον Εστί.
  10. Huxley A. The Doors of Perception. 1954.
  11. Wasson GR, Hofmann A, Ruck CAP. The road to Eleusis. New York, Harourt Brace Jovanovich, 1978.

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.