Πελαγία Μαρκέτου
Ιστορικός, Αθήνα
σύναψις 18 [2010 – τόμος 06]
Πρακτικά διεπιστημονικής ημερίδας
Μικρά παιδιά σε κίνδυνο
Β’ μέρος: Ιστορικές και κοινωνικές προσεγγίσεις
Η δημόσια μέριμνα για τη βρεφική ηλικία στην Αθήνα, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους και σε όλη διάρκεια του 19ου αιώνα, επικεντρώθηκε σε μια ομάδα που θεωρήθηκε «χωρίς οικογένεια», στα έκθετα βρέφη, και προσπάθησε να διασφαλίσει την επιβίωση και την επανένταξή τους στο κοινωνικό και το πολιτικό σύνολο.
Η ανώνυμη τοποθέτηση του βρέφους στο κατώφλι ενός ιερού, ιδιωτικού ή δημόσιου τόπου και η εκ νέου ένταξή του στη θρησκευτική και την πολιτική ομάδα με τη βάφτισή του και την εγγραφή του στους ληξιαρχικούς καταλόγους αποσύνδεαν, συμβολικά ή και πρακτικά, το βρέφος από το βιολογικό συγγενικό περιβάλλον, στο οποίο επέτρεπαν να διαχειριστεί τη σχέση του με το νεογέννητο, ενώ παράλληλα έδιναν τη δυνατότητα να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες της βρεφικής φροντίδας, μεταβιβάζοντας την ευθύνη της σε τρίτους. Η φτώχεια ή η απώλεια των γονέων, η εκτός γάμου γέννηση, η αρρώστια, αλλά και η ίδια η ύπαρξη και ο τρόπος λειτουργίας των προνοιακών θεσμών για αυτή την πληθυσμιακή ομάδα αποτελούσαν τις κλασικές παραμέτρους που μπορούσαν να επηρεάσουν τη συχνότητα της έκθεσης των βρεφών.


Τα έκθετα βρέφη υπήρξαν από τις πρώτες πληθυσμιακές ομάδες για τις οποίες θεσμοθετήθηκαν μέτρα μέριμνας με δημόσιο χαρακτήρα. Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η φροντίδα τους αποτέλεσε εξαρχής αρμοδιότητα των τοπικών δημοτικών αρχών, που ήταν υποχρεωμένες να φροντίζουν για όσους άπορους δημότες τους αποδεδειγμένα δεν μπορούσαν να εργαστούν, μια πρόβλεψη που στην προσεκτική διατύπωσή της αποτύπωνε ένα από τα κομβικά στοιχεία της φιλελεύθερης φιλανθρωπικής αντίληψης για την αντιμετώπιση της φτώχειας: τη διάκριση ανάμεσα σε φτωχούς που αξίζουν και σε φτωχούς που δεν αξίζουν τη δημόσια συνδρομή.
Στην Αθήνα της δεκαετίας του 1850 επιχειρήθηκε η μετάβαση σε ένα ιδρυματικό πρότυπο φροντίδας των έκθετων βρεφών με τη σύσταση του Δημοτικού Βρεφοκομείου Αθηνών. Τότε, το σύστημα της «κατ’ οίκον» περίθαλψης, που είχε ισχύσει επί μία εικοσιπενταετία, κρίθηκε ολέθριο για την επιβίωση των έκθετων, καθώς θεωρήθηκε υπεύθυνο για την υψηλή θνησιμότητά τους. Στο πλαίσιο των σύνθετων διεργασιών που σημειώθηκαν μετά τα μέσα του αιώνα, η θνησιμότητα των έκθετων και ορισμένες πρακτικές που στιγματίστηκαν ως καταχρήσεις της δημοτικής φιλανθρωπίας αναδείχτηκαν σε αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Η εξέλιξη αυτή συμπλέχθηκε με τη στροφή στην εσωτερική συγκρότηση του κράτους και την οικονομική ανάπτυξη· με την ανάδυση του ενδιαφέροντος για την παιδική ηλικία και με τα πρώτα δείγματα φιλανθρωπικής κίνησης που οδήγησαν στη σύσταση των ιδρυμάτων για τα ορφανά παιδιά· επίσης, με τον επαναπροσδιορισμό των κανονιστικών προτύπων για τον γυναικείο ρόλο, ο οποίος συνδέθηκε με την ανατροφή των παιδιών και την οικιακότητα σε μια εποχή που η οικογένεια και η μητρότητα αναδεικνύονταν κεντρικές κοινωνικές αξίες· ακόμη, με τα πρώτα δείγματα της ριζικής μεταμόρφωσης του αστικού χώρου στην Αθήνα και τον Πειραιά, δηλαδή την αθρόα εσωτερική μετανάστευση και την αναδιάρθρωση των παραγωγικών δομών στις δύο πόλεις με την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Ο προβληματισμός γύρω από την πληθυσμιακή αύξηση της χώρας, που συνέδεσε την πληθυσμιακή αύξηση με τη μείωση της θνησιμότητας, βάρυνε ιδιαίτερα στην ανάδειξη της υγιεινής σε πεδίο δημόσιου ενδιαφέροντος και την αναθεώρηση του προνοιακού πλαισίου φροντίδας των έκθετων.
Μετά την επιδημία της χολέρας το 1854, τα έκθετα βρέφη που διατρέφονταν από τον Δήμο Αθηναίων αποτέλεσαν τον κατ’ εξοχήν ορατό βρεφικό πληθυσμό για τη δημοτική ιατρική υπηρεσία, οπότε ορισμένα επιφανή μέλη του ιατρικού σώματος ανέδειξαν ως ανεπαρκές το «κατ’ οίκον» σύστημα περίθαλψης. Στις εκθέσεις τους, που παρουσιάζουν τα γνωρίσματα των «ανθρωπιστικών αφηγημάτων», τα έκθετα θεωρούνταν συλλήβδην «νόθα» βρέφη, η πρακτική της έκθεσης νοηματοδοτούνταν ως εγκατάλειψή τους από την «άσπλαχνη μητέρα» τους και καταδικαζόταν, η τύχη τους περιγραφόταν με μελανά χρώματα ως πορεία προς τον θάνατο και οι ευθύνες για την όλη κατάσταση επιρρίπτονταν, μέσω της διφορούμενης ρητορικής φιγούρας της «κερδοσκόπου τροφού», σε μια άλλη επαγγελματική ομάδα, που δεν ήταν φορέας μόνον μιας βιολογικής ικανότητας, αλλά και ενός συνόλου πολιτισμικά προσδιορισμένων δεξιοτήτων, γνώσεων και πρακτικών βρεφικής φροντίδας, οι οποίες μέχρι τότε ήταν ευρύτερα αποδεκτές. Τέλος, υποδεικνυόταν το αρμόζον συναίσθημα απέναντι στα βρέφη, δηλαδή η φιλανθρωπική διάθεση της δημοτικής αρχής να αναλάβει το «πολυδάπανο» έργο της φροντίδας τους.
Ως μέτρο εκσυγχρονισμού της φροντίδας των έκθετων βρεφών και μείωσης του αριθμού των βρεφοκτονιών προβλήθηκε η σύσταση βρεφοκομείου. Με τη σύσταση του Δημοτικού Βρεφοκομείου Αθηνών το 1859 υιοθετήθηκε το «μεικτό σύστημα» περίθαλψης των έκθετων. Η πορεία των βρεφών, από τη στιγμή που θα έμπαιναν στο ίδρυμα και μετά, οργανώθηκε ως εκκρεμές ανάμεσα στο κατάστημα του ιδρύματος και το σπίτι της τροφού που θα τα παραλάμβανε για θηλασμό και φροντίδα, με άξονα την ηλικία και την κατάσταση της υγείας τους. Η διαχείριση των συγγενικών τους σχέσεων πέρασε στη διοίκηση του ιδρύματος, που είχε επίσης την αρμοδιότητα να τα παραδίδει για υιοθεσία ή να τα παραχωρεί με συμβολαιογραφική πράξη σε κάποια οικογένεια.
Το Δημοτικό Bρεφοκομείο Aθηνών ανέλαβε τις γονικές λειτουργίες απέναντι στα έκθετα και λειτουργούσε ως φορέας της «επιστημονικής» ιατρικής αντίληψης γύρω από τη βρεφική ανατροφή, την οποία προσπάθησε να εφαρμόσει με μεθόδους πειθάρχησης των γυναικών που τα φρόντιζαν. Tο ίδρυμα προσπαθούσε να ρυθμίσει τους όρους της ζωής των έκθετων μέχρι τα επτά τους χρόνια κι επίσης να διαχειριστεί την πρακτική της βρεφικής έκθεσης. Mε την υιοθέτηση της διάκρισης ανάμεσα στα «νόμιμα» και «μη νόμιμα» βρέφη και την επιστροφή των «νόμιμων» τέκνων στους γονείς τους, το Bρεφοκομείο λειτουργούσε ως δημόσιος θεσμός διαχείρισης της γονικής ιδιότητας. H ίδρυση και η λειτουργία του εναρμονίζονταν με τις αντιλήψεις της εποχής για τη γονεϊκότητα, την οικογένεια και τα πρότυπα φύλου και εντάσσονταν στο πλαίσιο της προσπάθειας να ενισχυθούν ως κοινωνικές αξίες η εν γάμω οικογένεια, η βρεφική και η παιδική ηλικία και η υγιεινή. Παράλληλα, συνδιαμορφώθηκαν από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στις θεσμοποιημένες πολιτικές φροντίδας και τις στρατηγικές που υιοθετούσαν κάθε φορά όσοι απευθύνονταν σ’ αυτό προκειμένου να επιλύσουν τα προβλήματα της βρεφικής φροντίδας, καθορίζοντας τους όρους κοινωνικής ενσωμάτωσης τόσο των έκθετων βρεφών όσο και της πρακτικής της έκθεσης.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.