Δημήτρης Ν. Πλουμπίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής,
Ιατρική Σχολή Αθηνών
σύναψις 18 [2010 – τόμος 06]
Πρακτικά διεπιστημονικής ημερίδας
Μικρά παιδιά σε κίνδυνο
Β’ μέρος: Ιστορικές και κοινωνικές προσεγγίσεις
H δική μου συνεισφορά στην ημερίδα ξεκινάει από το βιβλίο της Μ. Νταλιάνη που παρουσιάσαμε στις 16/2/2010 στο Μουσείο Μπενάκη [1]. Είναι η πρώτη μελέτη στην Ελλάδα γύρω από τις μακροχρόνιες ψυχολογικές επιπτώσεις του εμφυλίου πολέμου σε μία ομάδα παιδιών φυλακισμένων μητέρων. Δεν θα επιχειρήσω εδώ μια παρουσίαση του βιβλίου, καθώς αυτό έχει ήδη γίνει αλλού [2-6] και εξακολουθεί να γίνεται, αλλά θα χρησιμοποιήσω μερικά από τα ευρήματά του σε μια προσπάθεια εισαγωγής του προβλήματος των συνεπειών των πολεμικών συρράξεων στα παιδιά [7].
Αυτό το βιβλίο δεν έχει τίποτα το συνηθισμένο. Γράφτηκε ως διδακτορική διατριβή [8] όχι στην αρχή, αλλά περίπου στο τέλος της καριέρας της Μ. Νταλιάνη ως παιδοψυχιάτρου στη Σουηδία, όπου εγκαταστάθηκε στην αρχή της δεκαετίας του 1960 με την οικογένειά της έχοντας φύγει από την μετεμφυλιακή Ελλάδα. Οι συνθήκες συλλογής του υλικού δεν είχαν επίσης τίποτα το συνηθισμένο. Την ιδέα της μελέτης συνέλαβε η συγγραφεύς στο Ινστιτούτο Karolinska της Στοκχόλμης, το οποίο έχει μεγάλη εμπειρία στη μακροχρόνια παρακολούθηση πληθυσμών παιδιών, ενώ από τη δεκαετία του 1980 εμφανίστηκαν στη διεθνή βιβλιογραφία αρκετές μελέτες για τις μακροχρόνιες συνέπειες των ψυχοτραυματισμών αυτού του τύπου στα παιδιά.
Σε ότι αφορά την εξέλιξη των παιδιών που βρέθηκαν στη δίνη πολεμικών συρράξεων, παραθέτουμε ενδεικτικά έναν αριθμό μελετών για Εβραιόπουλα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου [9-12], για τα παιδιά της γιγαντιαίας εκκένωσης του Λονδίνου το 1940-41, τον καιρό των βομβαρδισμών της Luftwafe [13, 14], για την μετακίνηση των παιδιών της Δημοκρατικής Ισπανίας από το 1936 ως το 1939 [15, 16], στα οποία αναφέρεται ο Λ. Ρεμπελάκος.
Σε έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα αρχίζουν να εμφανίζονται, εδώ και λίγα χρόνια, μαρτυρίες και ντοκουμέντα για τα παιδιά του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Τόσο για τα παιδιά των παιδουπόλεων της Βασιλικής Πρόνοιας [17-22], όσο και για τα παιδιά που από τις περιοχές που ήλεγχε ο Δημοκρατικός Στρατός βρέθηκαν σε διάφορες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού [17, 23-26]. Πρόκειται για πολύ μεγάλους αριθμούς, συνολικά μεταξύ 40 και 50 χιλιάδων παιδιών, χωρίς ακόμα να έχει γίνει ένας σχετικά ακριβής προσδιορισμός.
Έχει τονιστεί ότι μετά από έναν εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος καταργεί τις περισσότερες συμβάσεις της κοινωνικής ζωής, συνήθως παρατηρείται μια μακρά περίοδος σιωπής με σαφή «επουλωτικό» χαρακτήρα. Η σιωπή συμβάλλει στην επιχείρηση εξασφάλισης μιας συνέχειας με ό,τι προϋπήρξε του εμφυλίου πολέμου. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο στην Ισπανία, όσο και στην Ελλάδα [27]. Όταν η επούλωση έχει προχωρήσει, όταν η κοινωνία βρίσκεται πια «αλλού», τότε μπορεί να υπάρξει εκ νέου κάποια δημόσια αναφορά –πλήρης αποσιωπήσεων– στον εμφύλιο πόλεμο, πάντα έτοιμη να ανοίξει κακοφορμισμένες πληγές, όπως έδειξαν οι αντιδράσεις στην προσέγγιση του Παντελή Βούλγαρη στο φιλμ του, «Ψυχή βαθιά». Όσο ζουν άνθρωποι με βιώματα του εμφυλίου, αλλά και οι άμεσοι ακροατές των αφηγήσεών τους, η βίαιη επάνοδος των τραυματικών γεγονότων μπορεί να υπονομεύσει τη «νηφάλια» και «εκ των υστέρων» μελέτη τους.
Στη διήγηση του Δ. Νταλιάνη, συζύγου της Μαντώς, φαίνεται ότι τα στόματα, ιδιαίτερα στην επαρχία, δεν άνοιξαν στη μεταπολίτευση, αλλά μετά το 1981 και την οριστική κατάργηση του εμφυλιοπολεμικού κράτους.
Η μελέτη επιβεβαιώνει κάτι που ξέρουμε από παλιά, ότι η σειρά των απαραίτητων ενεργειών στην αρωγή των κατατρεγμένων είναι πρώτα τροφή, στέγη και επίδεση των τραυμάτων τους, μετά η αναζήτηση των οικείων τους και κατόπιν η ψυχολογική φροντίδα –που συνήθως δεν παρέχεται. Σύμφωνα με την εμπειρία του Ινστιτούτου Karolinska, η μελέτη βασίζεται στην αναζήτηση αντικειμενικών κριτηρίων (τροφή, στέγη, εκπαίδευση, επάγγελμα, γάμος, παιδιά, αντικειμενικά διαπιστωμένα προβλήματα υγείας) και λιγότερο στις ψυχολογικές αντιδράσεις –που εμφανίζονται όμως με σαφήνεια στις μαγνητοφωνημένες κασέτες των συνεντεύξεων, όχι χωρίς να απαιτούν (αρκετά συχνά) ένα έμπειρο αυτί στο τι αποκαλύπτει και το τι κρύβει ο λόγος σε κάθε γενιά.

Η έρευνα επεκτάθηκε σε δύο περιόδους:
Ο θάνατος της Μ. Νταλιάνη δεν επέτρεψε μια περίοδο Τ3: στα 60-70 χρόνια των τότε παιδιών. Στη μελέτη όμως της M. Feldman, σε δείγμα Εβραιόπουλων που κρύβονταν στην Γαλλία στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, φαίνεται να επιβεβαιώνεται η γνώμη αυτή του J. Bowlby για την ανάδυση των τραυματισμών στην 3η ηλικία, σε παιδιά που είχαν όμως υποστεί βαρύτερους ψυχοτραυματισμούς [12].
Νομίζω ότι έχουμε πια ξεκινήσει από πολλές πλευρές την προσπάθεια μελέτης των παιδιών που βρέθηκαν στη δίνη της μεγαλύτερης κοινωνικής σύγκρουσης που γνώρισε η χώρα μας. Πρέπει όμως να βιαστούμε, αν θέλουμε τις μαρτυρίες τους· γιατί τα «παιδιά» του εμφυλίου διάγουν την 7η ή 8η δεκαετία του βίου τους και το προσδόκιμο επιβίωσης δεν δείχνει αυξητική τάση.
Βιβλιογραφία
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.