Μαρία Παπαδημητρίου
Ειδικευόμενη παιδοψυχίατρος,
υποψήφια διδάκτωρ στην Ιατρική Σχολή του Α.Π.Θ
Νίκος Ζηλίκης
Ψυχίατρος-παιδοψυχίατρος, Αναπληρωτής Καθηγητής
Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ., Επιστημονικός Υπεύθυνος της
Μονάδας Εφήβων της Γ΄ Πανεπιστημιακής Ψυχιατρικής
Κλινικής του Π.Γ.Ν.Θ. ΑΧΕΠΑ
Δημήτρης Χριστοδούλου
Βιοχημικός-μικροβιολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής
Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ., όπου διδάσκει Ιστορία της Ιατρικής
σύναψις 19 [2010 – τόμος 06]
Η Παιδοψυχιατρική1 είναι μια σχετικά καινούργια ιατρική ειδικότητα και η ανάπτυξή της έπεται ιστορικά εκείνης της Γενικής Ψυχιατρικής ή Ψυχιατρικής του Ενηλίκου. Παρά το ότι η ταυτότητά της είναι αυτή μιας ιατρικής ειδικότητας, οι ιστορικές καταβολές της εκτείνονται πέραν της Ιατρικής ή ακόμα ειδικότερα της Ψυχιατρικής και θα πρέπει να αναζητηθούν μέσα από εξελίξεις που προέκυψαν από μια σύνθετη αλληλεπίδραση διαφόρων επιστημονικών κλάδων-πεδίων, κυρίως της ψυχιατρικής, της ψυχανάλυσης, της ψυχολογίας, της παιδιατρικής, της παιδαγωγικής, της νομικής, της κοινωνιολογίας, της ανθρωπολογίας, αλλά και μέσα από την εξέλιξη των ιδεών και από κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην πορεία της διαμόρφωσης της φυσιογνωμίας και της ταυτότητας της παιδοψυχιατρικής, κάποιες από αυτές τις συνιστώσες ενσωματώθηκαν στη δι-επιστημονική προσέγγιση, αλλά και στη σύνθεση της δι-επαγγελματικής παιδοψυχιατρικής ομάδας (στη στελέχωση των υπηρεσιών) και άλλες αποτελούν συμπληρωματικές προσεγγίσεις μέσω «εξωτερικών» θεσμικών συνεργασιών (de Ajuriaguerra, 1980). Κατά μια άλλη, λιγότερο ευχάριστη διατύπωση, «παρά την επίσημη αναγνώριση του επιστημονικού κλάδου και των ειδικών (παιδοψυχιάτρων) […] παραμένει ένας αβέβαιος χαρακτήρας της παιδοψυχιατρικής, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί […] ως ένα ετερόκλητο σύνολο που ενσωματώνει άλλους επιστημονικούς κλάδους (doctrines), οι οποίοι είναι ούτως ή άλλως αυτόνομοι και δεν την έχουν ανάγκη για να υπάρξουν» (Benoit et Klein, 2000, σελ. 19).
Στις σημαντικότερες εργασίες που μελετούν την ιστορία της Παιδοψυχιατρικής, έχει καθιερωθεί η διάκριση μεταξύ δύο περιόδων: της «προϊστορίας» και της καθαυτής Ιστορίας της Παιδοψυχιατρικής. Παρά τις κάποιες διαφοροποιήσεις, ως ορόσημο θεωρείται από τους περισσότερους η έκδοση, το 1899, του βιβλίου του M. Manheimer Les troubles mentaux de l’enfant : Précis de Psychiatrie Infantile, όπου για πρώτη φορά χρησιμοποιείται ο όρος «Παιδική Ψυχιατρική», ο οποίος, σημειωτέον, θα επανεμφανιστεί πολλά χρόνια μετά (Kanner 1959, Walk 1964, Noshpitz 1987, Benoit & Klein 2000). Για να μελετηθεί η «προϊστορία» της παιδοψυχιατρικής, κατά την οποία δεν υπήρχαν οργανωμένες δράσεις εκ μέρους της ψυχιατρικής ή της ψυχολογίας, έχει σημασία να προσεχθούν ιδιαίτερα εκείνες οι διεργασίες που προέρχονταν κυρίως από τους χώρους της παιδαγωγικής και της νομικής, ιδίως του κλάδου της εγκληματολογίας, καθώς αποτέλεσαν δύο μείζονες πηγές για τις μελλοντικές εξελίξεις.
Στο κείμενο αυτό, το οποίο αποτελεί πρόδρομη παρουσίαση δεδομένων μιας ευρύτερης ερευνητικής εργασίας με θέμα την Ιστορία της Παιδοψυχιατρικής στην Ελλάδα,2 θα παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις που προήλθαν από τον χώρο της δικαιοσύνης σε σχέση με την παραβατικότητα των ανηλίκων κατά την εν λόγω περίοδο. Θεωρούμε ότι το συγκεκριμένο ζήτημα προσφέρεται με υποδειγματικό τρόπο για τη μελέτη των διαφόρων συνιστωσών, οι οποίες, με τον τρόπο της η καθεμιά, τροφοδότησαν τις διεργασίες που τελικά οδήγησαν στη γένεση και διαμόρφωση της Παιδοψυχιατρικής.
Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στην εξέλιξη της έννοιας της παραβατικότητας από τη σκοπιά της ψυχιατρικής, θα παρακολουθήσουμε τις σημαντικότερες εξελίξεις κατά την «προϊστορία» της Παιδοψυχιατρικής στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, για να εξετάσουμε στη συνέχεια συγκριτικά τις αντίστοιχες εξελίξεις στον Ελλαδικό χώρο. Για λόγους ιστορικούς, προφανείς θα λέγαμε, υπάρχει «διαφορά φάσης» ανάμεσα στα δύο, καθώς και άλλες ουσιαστικές διαφορές, όπως θα φανεί στη συνέχεια.
Παραβατικότητα
Η παραβατικότητα (delinquency) αποτελεί έναν όρο κατ’ ουσία νομικό και αναφέρεται σε συμπεριφορές που αναπτύσσονται απαραίτητα μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο (context). Ειδικότερα, με τον όρο παιδική και εφηβική (ή νεανική) παραβατικότητα αναφερόμαστε σε μια ποικιλία τάσεων και συμπεριφορών ανηλίκων οι οποίες έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό το ότι συνιστούν παραβιάσεις κοινωνικών νόμων ή κανόνων. Αυτό, σε συνάρτηση με τις εκάστοτε και κατά τόπους διάφορες προβλέψεις από το νόμο σχετικά με την ευθύνη τέτοιων πράξεων όταν διαπράττονται από ανηλίκους.
Το ζήτημα της παραβατικότητας, ως διαχρονικό πρόβλημα, απασχόλησε και συνεχίζει σταθερά να απασχολεί κρατικούς θεσμούς και φορείς, την επιστημονική κοινότητα και ευρύτερα το κοινωνικό σύνολο. Αποτέλεσε έναν προνομιακό χώρο συνάντησης και συνεργασίας διαφορετικών επιστημονικών πεδίων και κλάδων, άλλοτε σε μια προσπάθεια κατανόησης των αιτίων της παραβατικής συμπεριφοράς ή στην οριοθέτηση νοσογραφικών πεδίων και άλλοτε στην κατεύθυνση ελέγχου και αντιμετώπισης του προβλήματος σε νομοθετικό ή ευρύτερα σε κοινωνικό επίπεδο. Αυτό θα γίνει με πιο συστηματικό τρόπο από τα μέσα του 19ου αιώνα, για να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά ζητήματα στο χώρο της ψυχικής υγείας διεθνώς από τις αρχές του 20ου αιώνα, οδηγώντας και στην ίδρυση των πρώτων εξειδικευμένων ιδρυμάτων.
Από κλινική-ψυχοπαθολογική σκοπιά, οι προσπάθειες μελέτης και κατανόησης της «εγκληματικής» ή παραβατικής συμπεριφοράς των ανηλίκων σε ένα νοσογραφικό πλαίσιο, μέσα από τις εξελίξεις στις οποίες θα αναφερθούμε εν συντομία αμέσως μετά, θα ενταχθούν στην προβληματική των διαταραχών της προσωπικότητας στα παιδιά και τους εφήβους (Ζηλίκης, 2004 και 2006).
Θα θυμίσουμε λοιπόν ότι:
Στην πορεία, θα γίνουν πολλές προσπάθειες να περιγραφούν, οριοθετηθούν και ταξινομηθούν οι διάφορες οντότητες. Διατρέχοντας κανείς τη σχετική βιβλιογραφία, παρακολουθεί μια πορεία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «περιπέτεια των όρων και των εννοιών»: παραβατικότητα, αντικοινωνικό, δυσκοινωνικό, ακοινωνικό, ψυχοπάθεια, ψυχοπαθητική προσωπικότητα, προψυχοπαθητικό παιδί, διαταραχές συμπεριφοράς, παθολογικός χαρακτήρας, δυσπροσάρμοστα ή απροσάρμοστα παιδιά, δύσκολα παιδιά, ιδιοσυστασιακή, επίκτητη και αντιδραστική διαστροφικότητα, διαταραχή ή διαστροφή των ενστίκτων, κ.ο.κ. Μόνιμα προβλήματα που επισημαίνονταν και επισημαίνονται, η ασάφεια των όρων αλλά και των νοσογραφικών ορίων, η αλληλοεπικάλυψη για παράδειγμα μεταξύ ψυχοπαθητικού και παραβατικού, η φόρτιση με αρνητικό περιεχόμενο. Ακόμα, υπάρχει η αμφισβήτηση της χρησιμότητας στην ψυχιατρική των όρων «αντικοινωνικός» και «παραβατικός» λόγω των νομικών, κοινωνικών και ηθικών συνιστωσών και συνδηλώσεών τους. Ένα άλλο ερώτημα που έχει τεθεί είναι κατά πόσον θα πρέπει να θεωρούμε ότι οι όροι και οι έννοιες αυτές αποτελούν νοσολογικές οντότητες, διαταραχές προσωπικότητας ή τρόπους λειτουργίας. Τέλος, η νομιμοποίηση της χρησιμοποίησης όρων και εννοιών αυτής της ομάδας στα παιδιά ή ακόμα και στους εφήβους συζητείται σε σχέση με τον βαθμό ωριμότητας, ευθύνης ή κοινωνικής ένταξης, με τα όρια να κυμαίνονται και να μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή, από χώρα σε χώρα και αναλόγως της προεξάρχουσας ψυχιατρικής διαταραχής.
Από τις αρχές του 20ου αιώνα, η επίδραση της ψυχανάλυσης θα είναι καταλυτική όσον αφορά στην κατανόηση της ανάπτυξης του παιδιού και γενικότερα των ψυχικών διεργασιών και φαινομένων, φυσιολογικών και παθολογικών. Αν και ο ίδιος ο S. Freud δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα των Διαταραχών Προσωπικότητας, είχε διατυπώσει κάποιες απόψεις σχετικά με τις διαφορές των ενοχών μεταξύ νευρωτικών καταστάσεων και παραβατικότητας, τοποθετώντας την τελευταία στο πλαίσιο των νευρώσεων με αυτοτιμωρητικό χαρακτήρα. Το ίδιο θέμα απασχόλησε περισσότερο ψυχαναλυτές, όπως οι Fenichel, Reik, Alexander, Staub, Ferenczi και Glover, οι οποίοι επίσης έβλεπαν την παραβατικότητα μέσα στο πλαίσιο των νευρώσεων. Καθώς όμως στη συνέχεια οι ψυχαναλυτές είχαν όλο και περισσότερο άμεση εμπειρία από τέτοια παιδιά και εφήβους, μπόρεσαν να εμπλουτίσουν τη σχετική βιβλιογραφία με σημαντικά κείμενα και απόψεις που διατηρούν μέχρι και σήμερα την επικαιρότητά τους, όπως αυτά των Friedlander, Aichorn, A. Freud και L. Bender (Ποταμιάνου 1958, Diatkine G 1985).
Διεθνείς εξελίξεις: Δημιουργία νομικού και θεσμικού πλαισίου
Σε επίπεδο νόμων και θεσμών οι πρώτες οργανωμένες, αλλά μεμονωμένες προσπάθειες μεταχείρισης των εγκληματιών καταγράφηκαν τον 16ο αιώνα στην Αγγλία και την Ολλανδία. Στο πνεύμα του Προτεσταντισμού, όπου η οκνηρία ήταν συνώνυμη με το έγκλημα, τα House of Correction στόχευαν με την εργασία, την εκπαίδευση και την προσευχή στην κοινωνική διαπαιδαγώγηση και την πρόληψη της υποτροπής για να πετύχουν την κοινωνική επανένταξη (Απειρανθίτου, 2006). Είναι χρήσιμο εδώ να αναφερθεί ότι στην Αγγλία και στην Κεντρική Ευρώπη του 15ου – 16ου αιώνα, το παιδί θεωρείτο ότι βρίσκεται στο κατώτερο σημείο της κοινωνικής κλίμακας. Ένα στάδιο «βρεφικότητας» αναγνωριζόταν ως την ηλικία των 7 ετών, ενώ από εκεί και ύστερα θεωρείτο ότι τα παιδιά ενσωματώνονται στον κόσμο των ενηλίκων. Η τέχνη, η λογοτεχνία και τα κείμενα της εποχής δεν δείχνουν να υπάρχει διαχωρισμός όσον αφορά στο status και στην ψυχολογική ανάπτυξη μεταξύ παιδιών και ενηλίκων.
Η έννοια όμως της παιδικής ηλικίας, έτσι όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, αναδύθηκε τον 170 – 18ο αιώνα με την εμφάνιση θεωριών εκπαίδευσης, που είχαν ως στόχο την προώθηση της ηθικής και νοητικής ανάπτυξης των παιδιών. Κυριότερος εκπρόσωπος αυτών των θεωριών ήταν ο J.-J. Rousseau,3 ο οποίος με τις απόψεις του σχετικά με την ενεργό συμμετοχή των παιδιών και τη σημασία των συναισθημάτων στην παιδαγωγική-εκπαίδευση έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη του παιδιού (Crutcher 1943, Ajuriaguerra 1979). Παράλληλα, σημειώνονται αλλαγές στο επίπεδο του θεσμού της οικογένειας με την αναγνώριση των συναισθηματικών και ηθικών αξιών που τη χαρακτηρίζουν. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο αριθμός των εγκαταλειμμένων παιδιών στην Αγγλία εμφάνισε κατακόρυφη αύξηση και οδήγησε στη θέσπιση του Elizabeth Poor Law Act το 1601 για την προστασία αυτών των παιδιών. Η αποτελεσματικότητά του ωστόσο δεν ήταν η αναμενόμενη, αφού η εγκατάλειψη παιδιών, κυρίως εκείνων με νοητικά και ψυχικά προβλήματα, συνεχίστηκε, οδηγώντας ταυτόχρονα σε αύξηση της νεανικής εγκληματικότητας. Στο πλαίσιο των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, δημιουργήθηκε το 1747 το πρώτο ίδρυμα για άπορα παιδιά, το Foundling Hospital στο Λονδίνο. Την ίδια περίπου εποχή ιδρύθηκε το Marine Society, το πρώτο σχολείο για παιδιά – κατάδικους, που αποτέλεσε και τον πρώτο φορέα για τη φροντίδα των νεαρών εγκληματιών (Parry-Jones, 1994).
Στα τέλη του 18ου αιώνα, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στις Η.Π.Α., ο τιμωρητικός και κατασταλτικός χαρακτήρας της ποινής, καθώς και οι άσχημες συνθήκες κράτησης δημιούργησαν τέτοιες κοινωνικές πιέσεις που οδήγησαν τελικά σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Αρχικά της νομοθεσίας, η οποία πρέσβευε ότι η αλλαγή στην προσωπικότητα του κρατούμενου μπορεί να γίνει μέσω της εργασίας σε συνδυασμό με τη θρησκευτική αγωγή. Ακολούθως και των καταστημάτων σωφρονισμού, τα οποία απέκτησαν αναμορφωτικό χαρακτήρα (Απειρανθίτου, 2006). Την ίδια περίοδο, στην Ευρώπη, παρατηρείται εμφάνιση ιδεών περί προστασίας του ατόμου κατά των αυθαιρεσιών της εξουσίας με καθιέρωση του αξιώματος της « légalité des délits et des peines » (νομική θέσπιση των παραβάσεων και των ποινών) που οδήγησε στην αρχή του «nullum crimen nulla poena sine lege» (κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς νόμο – Πιπινέλη-Ποταμιάνου, 1956).
Κατά τον 19ο αιώνα, μέσα στο πνεύμα ευρύτερων κοινωνικών, οικονομικών και ιστορικών αλλαγών, αναγνωρίστηκε η εφηβεία ως ξεχωριστό στάδιο ψυχολογικής ανάπτυξης, στη συνέχεια των βιολογικά καθορισμένων και προγραμματισμένων αλλαγών της ήβης (Ajuriaguerra 1979, Slaff 1997). Στις αρχές όμως του 19ου αιώνα, η εξάρτηση του παιδιού από το σπίτι και την οικογένεια παρέμενε βραχεία και η παιδική εργασία, κυρίως στις κατώτερες οικονομικές τάξεις, ήταν σχεδόν καθεστώς. Σε μια προσπάθεια των Δυτικών κοινωνιών για αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης του παιδιού και υπό την επίδραση του ανθρωπιστικού κινήματος, ψηφίστηκε στην Αγγλία, το 1833, το Factory Act, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύτηκε η παιδική εργασία (Parry-Jones, 1994). Η διαφορετική αυτή στάση ωστόσο δεν πέρασε και στο δικαστικό σύστημα, όπου παρέμενε η θεώρηση ότι κάθε παιδί ηλικίας άνω των 7 ετών ήταν ικανό να διαπράξει αδίκημα και επομένως να καταδικαστεί για αυτό.
Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, ο αριθμός των ορφανών – έκθετων νηπίων και παιδιών με καθυστέρηση και διαταραγμένη συμπεριφορά – ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, όπως αυτός καταγραφόταν από τη μεγάλη αύξηση στις εισαγωγές των παιδιών αυτών σε ιδρύματα, άσυλα ή «workhouses». Η καινούργια αυτή κατάσταση κίνησε το ενδιαφέρον των ψυχιάτρων, οι οποίοι επιχείρησαν κατ’ αρχάς μια περιγραφική προσέγγιση και διάκριση των περιστατικών. Ταυτόχρονα, κινητοποιήθηκε και η πολιτεία με την ψήφιση του County Asylums Act προκειμένου να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι χώροι εγκλεισμού. Στους χώρους όμως αυτούς, τα στοιχεία της εποχής δείχνουν να εισάγονται παιδιά μαζί με ενήλικους, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στο χειρισμό των καθυστερημένων, υπερδραστήριων και επιθετικών παιδιών στις πτέρυγες των ενηλίκων. Η τάση για εγκλεισμό των προβληματικών παιδιών και εφήβων ενισχυόταν από τους ιατρούς εκείνης της περιόδου, οι οποίοι προτιμούσαν την απομάκρυνση από το σπίτι προκειμένου να επιτύχουν καλύτερο έλεγχο της κατάστασης (Parry-Jones, 1994).
Στο τελευταίο τέταρτο του 19ουαιώνα, στο πλαίσιο της συζήτησης στους κόλπους των Νομικών για τα αίτια της εγκληματικής συμπεριφοράς και τους τρόπους μεταχείρισης και αναμόρφωσης, η «Κλασική Σχολή» του Ποινικού Δικαίου υποστήριζε ότι η τιμωρία ήταν συνέπεια της πράξης, όπως αυτή κρινόταν από τον Ποινικό Κώδικα. Απέναντι της βρισκόταν η «Θετική Σχολή» (Ιταλία), με κυριότερο εκπρόσωπό της τον Ferri, η οποία έστρεψε την προσοχή της προς τον άνθρωπο που διέπραξε ένα έγκλημα παρά στην ίδια την εγκληματική πράξη και υποστήριζε βιολογικές, ψυχοπαθολογικές, ψυχολογικές και κοινωνικές αιτίες. Το 1899, ανάμεσα σε αυτές τις δύο σχολές ιδρύθηκε από τη Διεθνή Εγκληματολογική Ένωση η «Μέση Σχολή», η οποία αποδεχόταν ότι οι ποινές θα έπρεπε να είναι ανάλογες με την ευθύνη, αλλά παράλληλα θα έπρεπε να λαμβάνονται μέτρα αγωγής, περίθαλψης και θεραπείας (Βεργόπουλος, 1937). Μέσα σε αυτό το κλίμα, ξεκίνησε η διαφοροποίηση της μεταχείρισης ενηλίκων και ανηλίκων εγκληματιών, σηματοδοτώντας τη μεταρρύθμιση του Δικαίου των Ανηλίκων. Στην πράξη, το 1890 οργανώθηκαν με υπουργικό διάταγμα τα πρώτα στον κόσμο Δικαστήρια Ανηλίκων στη Νότια Αυστραλία, τα οποία αναγνωρίστηκαν με νόμο το 1895 (Πιπινέλη-Ποταμιάνου, 1956). Στις Η.Π.Α., και συγκεκριμένα στο Σικάγο και στη Μασαχουσέτη, ιδρύθηκαν το 1899 Παιδικά Δικαστήρια, τα οποία δεν είχαν ποινική δικαιοδοσία, αλλά «αναμορφωτική και ανατροφική», ενώ δεν αφορούσαν μόνο στους ανήλικους εγκληματίες, αλλά και τους ανήλικους σε κίνδυνο να διαπράξουν κάποιο έγκλημα, καθώς και τους ενήλικους που δεν προστάτευαν τους ανήλικους (Βεργόπουλος, 1937).
Ακολούθησε η εμφάνιση του θεσμού του Probation Officer, προκειμένου να υπάρχει συνέχεια στην παρακολούθηση-υποστήριξη του ανήλικου εγκληματία μετά την επιβολή της ποινής και να μπορεί να διασφαλιστεί η πρόληψη της υποτροπής. Ο Hall εργαζόταν με εφήβους εγκαινιάζοντας ένα καινούργιο πεδίο έρευνας και το 1904 ο Healy ίδρυσε το Chicago Juvenile Psychopathic Institute, όπου συνδύαζε ψυχιατρικές, ψυχολογικές τεχνικές και κοινωνικές προσεγγίσεις στη θεραπεία εφήβων εγκληματιών (Levy 1952, Musto 2002, Schowalter 2003). Ακολούθησαν αλλαγές στο χώρο της Δικαιοσύνης και στην Ευρώπη. Το 1905 δημιουργήθηκε το πρώτο Δικαστήριο Ανηλίκων στην ηπειρωτική Ευρώπη, στο Birmingham της Αγγλίας, οργανώθηκε το Probation System και ιδρύθηκαν 28 Reformatory Schools και 58 Industrial Schools (αναμορφωτήρια), στο πνεύμα της ανάγκης να ληφθούν κυρίως παιδαγωγικά μέτρα για τους ανήλικους παραβάτες, αφού είχε κριθεί ότι τα ειδικά σχολεία δεν επαρκούσαν για την εκπαίδευσή τους (Παπαζαχαρίου, 1932). Καθιερώθηκε η έννοια της αναστολής το 1907, ενώ την επόμενη χρονιά η ψήφιση της Children’s Act οδήγησε στην εγκαθίδρυση του Βρετανικού δικαστικού συστήματος ανηλίκων (Parry-Jones, 1994). Οι αλλαγές στη νομοθεσία οδήγησαν τελικά στη διάκριση των εφήβων από τους νέους. Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στην ψήφιση νόμου για την προστασία της παιδικής ηλικίας στο Βέλγιο το 1912, ο οποίος επέτρεπε την επιβολή της ποινής της liberté surveillée (επιβλεπόμενη, υπό όρους ελευθερία – Παπαζαχαρίου, 1932). Ο νόμος αυτός αποτέλεσε σημαντική επιρροή και για τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα. Παράλληλα θεσμοθετήθηκαν οι υπηρεσίες επιμελητών ανηλίκων με διαφορετικές μορφές στα Ευρωπαϊκά κράτη. Στο Βέλγιο από το 1929 ιδρύθηκε η «_uvre Nationale de l’enfance», στη Νορβηγία και τη Γερμανία λειτουργούσαν τα «offices de la jeunesse» σε κάθε κοινότητα, ενώ στη Γαλλία ίσχυε επίσης ο θεσμός του « patronage », όπου όμως ο Νομάρχης μαζί με τον Εισαγγελέα ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (Βεργόπουλος, 1937).
Έτσι, στις αρχές του 20ου αιώνα παρατηρείται μια έντονη επιστημονική κινητικότητα προς την κατεύθυνση της συστηματικής παρακολούθησης των προβλημάτων της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, με τη συμμετοχή όχι μόνο της Νομικής, αλλά και της Ιατρικής (υγιεινή και θεραπευτική ανηλίκων), της Ψυχιατρικής (παιδική ψυχοπαθολογία), της Κοινωνιολογίας, της Ψυχολογίας (ψυχολογία της εφηβικής ηλικίας), της Παιδαγωγικής και της Παιδολογίας («Επιστήμη του παιδιού» – Παπαζαχαρίου, 1932). Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν και κυριάρχησαν η κοινωνική δυναμική και οι αντίστοιχες πολιτικές για την προστασία του παιδιού και του εφήβου. Για τους λόγους αυτούς, ο 20ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από την κοινωνιολόγο Ellen Key ως «ο αιώνας του παιδιού» (Remschmidt & van Engeland, 1999).
Οι εξελίξεις στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, ο Ποινικός Κώδικας (Π.Κ.) του 1834 (βελτιωμένη έκδοση του Απανθίματος των Εγκληματικών της Β΄ Εθνοσυνέλευσης) δεν περιείχε ειδικές διατάξεις σε σχέση με τους ανήλικους, παρά μόνο όριζε τα ηλικιακά όρια ως εξής: μέχρι 10 ετών το άτομο θεωρείτο ανήλικο, από 10-14 ετών εξαρτιόταν από το δικαστήριο αν θα απέδιδε ευθύνη στο άτομο για τις πράξεις του και από την ηλικία των 14 ετών το άτομο θεωρείτο ποινικά ενήλικο. Ανάλογη ήταν και η επιβολή ποινών (Βεργόπουλος, 1937). Στις αρχές του 20ου αιώνα στη χώρα μας κυριαρχούσε το προνοιακό πρότυπο στο δικαστικό σύστημα και άρχιζε να δίνεται έμφαση στην παροχή ηθικής προστασίας και διαπαιδαγώγησης προς τους ανήλικους που είτε ήταν ήδη εγκληματίες είτε βρίσκονταν σε κίνδυνο να εγκληματήσουν. Η τάση αυτή διαφαίνεται ιδίως στους Νόμους του 1919 «περί αλητείας και επαιτείας» (Ν. 1681/1919) και «περί προστασίας των εις επαιτείαν, αλητείαν κ.λπ. εκδότων ανηλίκων» (Ν. 1682/1919), που συντάχθηκαν κατά τα πρότυπα του βελγικού νόμου του 1912 «περί προστασίας παίδων» (Παπαζαχαρίου, 1932). Οι νόμοι αυτοί σηματοδοτούν την αρχή της ιδρυματικής μεταχείρισης των ανηλίκων στη χώρα μας που γίνεται με τη μορφή ασύλων, ωστόσο αυτό αποτελεί ένα βήμα προς την κατεύθυνση μιας διαφορετικής μεταχείρισης των ανηλίκων.
Στη συνέχεια καταβλήθηκε σημαντική προσπάθεια για την ίδρυση και οργάνωση των Αναμορφωτικών Καταστημάτων, με μια σειρά νομοθετικά διατάγματα που αφορούσαν στη δημιουργία εσωτερικών κανονισμών των ασύλων, τη συγκρότηση διοικητικών συμβουλίων των ασύλων και των αναμορφωτικών σχολείων, τη συγχώνευση γεωργικού σχολείου με αγροτική φυλακή (στην Κασσαβέτεια Βόλου), τον τρόπο εκτίσεως της ποινής των ανήλικων, τον τρόπο κράτησης των ανήλικων «αλητοπαίδων» μικρότερων των 13 ετών, την ονομασία των Φυλακών-Σχολών, μέχρι το Προεδρικό Διάταγμα (Π.Δ.) 2.12.1926 που συνοψίζει και εμπεριέχει όλα τα παραπάνω (Κουράκης, 2006). Παράλληλα, λαμβάνονται μέτρα υπέρ της ανηλικότητας (πριν ο ανήλικος φτάσει στο Αναμορφωτικό Κατάστημα) και γίνεται μια πρώτη απόπειρα ίδρυσης Δικαστηρίων Ανηλίκων μέσω της διοικητικής οδού, εντός των ορίων της ισχύουσας νομοθεσίας, με την Εγκύκλιο 59/52580 του 1924, χωρίς όμως επιτυχία. Μέρος της ίδιας προσπάθειας ήταν το σχέδιο νόμου του Εισαγγελέα Ρηγανάκου «περί δικαστηρίων ανηλίκων». Παρά τον συντηρητισμό που κυριαρχεί στις απόψεις των νομικών, γίνονται εντούτοις αντιληπτές οι διαφορετικές ανάγκες των ανηλίκων σε σχέση με τους ενήλικες. Στο ίδιο πνεύμα, μια σειρά νόμων στοχεύουν στην προστασία των ανηλίκων από «βλαβερές επιρροές» (Δ. 1927 «Περί κινηματογράφου», Εγκύκλιος 17/22638 του 1928 «περί καταστολής της κυκλοφορίας και του εμπορίου άσεμνων δημοσιευμάτων», Ν. «περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων») (Παπαζαχαρίου 1932, Κατσαούνης 1950).
Την ανεπάρκεια του νομικού πλαισίου προσπαθούν να καλύψουν η ιδιωτική πρωτοβουλία και ο εθελοντισμός, εισάγοντας πρωτοποριακές ιδέες και δημιουργώντας οργανώσεις και σωματεία. Το 1924, ο Σύλλογος Προστασίας Κρατουμένων Γυναικών και Ανηλίκων μετατρέπεται σε Εταιρεία με κύριο σκοπό την προστασία ανηλίκων που διέπραξαν κάποιο αδίκημα, ανεξαρτήτως φύλου και εθνικότητας. Στις αρμοδιότητές της περιλαμβάνονταν η ίδρυση αναμορφωτικών παιδικών σταθμών και σχολείων, η εκτέλεση των αποφάσεων των παιδικών δικαστηρίων, η υπεράσπιση των ανηλίκων, η τοποθέτηση των ανηλίκων σε εργασία και η προστασία των πρώην τροφίμων των Αναμορφωτικών Σχολείων και των Σωφρονιστικών Καταστημάτων (Καταστατικόν Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων, 1932). Είναι η πρώτη φορά που γίνεται έμμεση αναφορά στο θεσμό των επιμελητών ανηλίκων, που ήδη λειτουργούσε στο εξωτερικό. Παρόμοιες οργανώσεις ήταν και η Εταιρεία Προστασίας της παιδικής και εφηβικής ηλικίας (1915) και το Πατριωτικό Ίδρυμα (Βεργόπουλος, 1937). Την ίδια εποχή στην Ευρώπη συμβαίνουν ανάλογες εξελίξεις με τη διαφορά ότι εκεί είναι θεσμοθετημένες και αποτελούν κρατικούς φορείς.

Το 1929, ο καινούργιος Π.Κ. δεν εμφανίζει ουσιαστικές διαφορές από τον προηγούμενο με εξαίρεση την αλλαγή των ορίων ηλικίας. Ανήλικος θεωρείται από το νόμο κάποιος κάτω από την ηλικία των 12 ετών, ενώ η ενηλικίωση συντελείται στα 16 έτη. Επιπλέον χρησιμοποιείται ο όρος «καταστήματα αγωγής» για να περιγράψει τα αναμορφωτήρια, τα οποία στην πραγματικότητα θα παραμείνουν ασυλικού χαρακτήρα. Οι ελλείψεις όμως της ποινικής νομοθεσίας οδήγησαν στην ψήφιση του Ν. 5098/1931 «περί Δικαστηρίων Ανηλίκων», ο οποίος βασίστηκε στο πολωνικό νομοσχέδιο του 1921 και ίδρυσε τα Δικαστήρια Ανηλίκων, όρισε τη δημιουργία Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων, εισήγαγε την ποινή της επιβλεπόμενης ελευθερίας, απαγόρευσε την τακτική ανάκριση και την παρουσία ακροατηρίου σε δίκες ανηλίκων και έδωσε τη δυνατότητα έκτισης της ποινής σε άτομα ηλικίας μέχρι 21 ετών σε Αναμορφωτικές Σχολές (Βεργόπουλος, 1937). Ο νόμος αυτός θεωρήθηκε ως «σπουδαίος σταθμός επιστημονικής προόδου» τόσο από έγκριτους νομικούς όσο και από άλλους κοινωνικούς φορείς, καθώς ήταν σε πολλές από τις διατάξεις του εναρμονισμένος με το κλίμα που επικρατούσε στην Ευρώπη. Ωστόσο, το γενικότερο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της εποχής δεν ήταν ευνοϊκό για μια ουσιαστική εισαγωγή και εφαρμογή αυτών των αλλαγών.
Το 1940 συστήθηκε ειδική επιτροπή με σκοπό τη σύνταξη Ποινικού Κώδικα Ανηλίκων. Είχε προηγηθεί ο Αναγκαστικός Νόμος (Α.Ν.) 2135/1939 που όριζε την έννοια του ανήλικου βασισμένος στην «επιστήμη της Ψυχολογίας των ανηλίκων», όπως αυτή αναφέρεται σε νομικά κείμενα της εποχής και σε νόμους Ευρωπαϊκών χωρών. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα παράδοξη κατάσταση, αν λάβουμε υπόψη από τη μια το πολιτικό κλίμα της εποχής και από την άλλη τον χαρακτήρα των προτάσεων της επιτροπής, οι οποίες έδιναν μεγάλη βαρύτητα στη θεραπευτική μεταχείριση των ανήλικων εγκληματιών (εισάγοντας τους όρους: υπεύθυνος ιατρός, ψυχικές νόσοι, εμπειρογνώμων ιατρός). Όμως, λόγω του πολέμου, η κίνηση αυτή δεν ολοκληρώθηκε (Κατωπόδης 1952, Παπαζαχαρίου, 1952). Αντί αυτής, θεσπίστηκε ο Α.Ν. 2724/1940, ο οποίος αποτέλεσε το βασικό νομοθέτημα για τη λειτουργία των Αναμορφωτικών Καταστημάτων, τα οποία μέχρι τότε λειτουργούσαν περισσότερο ως «άσυλα αλητοπαίδων» (Κατωπόδης 1952, Ιωαννίδη, 2004). Ακόμη μετέβαλε τα όρια ηλικίας έτσι ώστε από 6-14 ετών οι ανήλικοι να θεωρούνται παιδιά και από 14-18 έφηβοι. Επιπλέον αναγνώρισε τη μετεφηβική ηλικία, την οποία όριζε μέχρι τα 21 έτη, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για τη μελλοντική νομική θεώρηση και αναγνώριση της ωρίμανσης του ατόμου. Το Βασιλικό Διάταγμα (Β.Δ.) του 1943 «περί οργανώσεως και λειτουργίας Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων» έθεσε τις βάσεις για τον θεσμό των Επιμελητών Ανηλίκων, καθορίζοντας την πρόσληψη έμμισθων υπαλλήλων για τη συλλογή στοιχείων για την προσωπικότητα και το περιβάλλον του ανήλικου, καθώς και την επίβλεψη-παρακολούθηση των ανηλίκων κατά την τοποθέτησή τους σε οικογένεια, ίδρυμα ή αναμορφωτήριο (Υπηρεσία Επιμελητών παρά τοις δικαστηρίοις ανηλίκων 1954, Βουγιούκας, 1956).
Το 1950, ο νέος Π.Κ., χωρίς να χάσει την προνοιακού τύπου αντίληψη περί των ανηλίκων εγκληματιών, σηματοδοτεί μια νέα περίοδο αλλαγών. Διαφοροποιήθηκαν δραστικά τα ηλικιακά όρια, με τους ανήλικους κάτω των 7 ετών (νήπια) να μην υπόκεινται ούτε σε ποινική μεταχείριση, ούτε σε προνοιακά μέτρα. Για τα παιδιά 7-12 ετών, που τελούσαν αξιόποινες μεν πράξεις, δεν υπήρχε το στοιχείο του καταλογισμού και δεν μπορούσε να τους επιβληθεί ποινή, παρά μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. Οι έφηβοι (12-17 ετών) εξετάζονταν πλέον όχι βάσει της ηλικίας, αλλά του πραγματικού επιπέδου ωριμότητας, η εκτίμηση του οποίου θα γινόταν από γιατρούς, ψυχιάτρους και ψυχολόγους. Τα μέτρα ήταν αναμορφωτικά ή θεραπευτικά, ενώ μπορούσε να γίνει και εγκλεισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα ως έσχατο μέσο κυρίως σε περιπτώσεις βίαιης, μακροχρόνιας και επίμονης παραβατικότητας. Τέλος αναφέρονταν οι μετέφηβοι, 18-21 ετών, οι οποίοι είχαν ποινική ενηλικιότητα, αλλά και το «ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας», ενώ τα μέτρα που τους επιβάλλονταν ήταν τα ίδια με εκείνα που ίσχυαν για τους εφήβους (Κουράκης, 2006). Για πρώτη φορά γινόταν αναφορά στην εφαρμογή και ψυχοθεραπευτικών μέτρων (Πιπινέλη-Ποταμιάνου, 1956). Ακολούθησε το σχέδιο νόμου του 1952 «περί συστάσεως αστυνομίας ανηλίκων», το οποίο όριζε την ίδρυση στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων της «Διεύθυνσης Ψυχικής Αγωγής της Νεότητας» για την προαγωγή της ψυχικής υγείας των παιδιών και εφήβων. Παράλληλα ιδρύθηκε στο ίδιο Υπουργείο ειδική αστυνομική υπηρεσία που ονομάστηκε «Παιδονομία», η οποία θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για παραβάτες κάτω των 21 ετών. Ορίστηκε ότι οι παιδονόμοι δεν θα φορούσαν στολή, θα ήταν υπεύθυνοι για την εφαρμογή όλων των νόμων των σχετικών με τους ανηλίκους και τη νεότητα, θα σχετίζονταν άμεσα με την Υπηρεσία στα δικαστήρια ανηλίκων, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που αφορά τους ανήλικους, και θα έπρεπε να έχουν ειδική εκπαίδευση στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Τέλος, οριζόταν Διοικητικό Συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν ο Δικαστής Ανηλίκων Αθηνών, ο Διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ψυχικής Αγωγής της Νεότητας του Υπουργείου Παιδείας, ο Καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Προϊστάμενος της Παιδονομίας (Παπαζαχαρίου, 1952). Ο θεσμός αυτός αποτέλεσε ένα ακόμη βήμα για τη διαφοροποίηση της «διαχείρισης» των ανήλικων παραβατών. Η Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων θεσπίστηκε επίσημα και ξεκίνησε να λειτουργεί με το Ν. 2793 και το Β.Δ. του 1954 «περί οργανώσεως και λειτουργίας υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων» (Υπηρεσία Επιμελητών παρά τοις δικαστηρίοις ανηλίκων, 1954). Επιπλέον, σημαντικές τροποποιήσεις του Π.Κ. έγιναν με τον Ν. 3315/1955 ο οποίος όριζε ότι ανήλικοι μέχρι την ηλικία των 15 ετών μπορούσαν να εισέλθουν μόνο σε Αναμορφωτικό Κατάστημα και άνω των 15 ετών σε Σωφρονιστικό Κατάστημα. Επίσης, με το Ν.Δ. 3423/1955 έγιναν τροποποιήσεις όσον αφορά στην αναγραφή των ποινών στο ποινικό μητρώο του ανηλίκου (μέτρο κατά της «ετικέτας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται – Βουγιούκας, 1956).
Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να γίνει μια σύντομη αναφορά στις ποινές που επιβάλλονταν στους ανήλικους εγκληματίες, στα λεγόμενα θεραπευτικά, αναμορφωτικά και σωφρονιστικά μέτρα, καθώς και στα ιδρύματα και καταστήματα όπου εκτίονταν αυτές οι ποινές. Σε κάθε περίπτωση επιβολής θεραπευτικών μέτρων (νοητική υστέρηση, συναισθηματική αστάθεια, ψυχική νόσος) υπήρχε σοβαρή δυσκολία, καθώς δεν υπήρχαν ειδικά θεραπευτικά ιδρύματα υπό τη δικαιοδοσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα οι ανήλικοι να αντιμετωπίζονται από δημόσια ή δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα. Τα αναμορφωτικά μέτρα περιλάμβαναν την επίπληξη, την τοποθέτηση του ανήλικου υπό την επιμέλεια των γονέων, κηδεμόνων, επιτρόπων ή άλλων προσώπων άξιων εμπιστοσύνης, σε καθεστώς επιβλεπόμενης ελευθερίας και τέλος σε αναμορφωτικό ίδρυμα. Καταστήματα αγωγής όπου τοποθετούνταν ανήλικοι εγκληματίες «προς μεταχείριση και αναμόρφωση» ήταν ένα θηλέων στους Αμπελοκήπους και δύο Στοιχειώδους και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αρρένων στον Κορυδαλλό, όπου σύμφωνα με κάποιες αναφορές λειτουργούσε και ειδικό τμήμα για ανηλίκους αναπήρους και ασθενείς (Καρανίκας 1949, Κατωπόδης 1952, Βουγιούκας, 1956). Τέλος, τα σωφρονιστικά μέτρα αφορούσαν πάντα ιδρύματα κλειστού τύπου, τα οποία έμοιαζαν περισσότερο με φυλακές τουλάχιστον στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ενώ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισαν να μοιάζουν περισσότερο με αναμορφωτικά ιδρύματα. Τα Σωφρονιστήρια τα οποία λειτουργούσαν στην Ελλάδα ήταν το Κατάστημα Πτυχιάς (Βίδου) στην Κέρκυρα για άρρενες εφήβους και οι Φυλακές Κασσαβέτειας στο Βόλο για μετέφηβους. Και τα δύο αυτά καταστήματα ήταν Αγροτικά. Όσον αφορά στα κορίτσια, οι ανήλικες και οι μετέφηβες που καταδικάζονταν οδηγούνταν στο Κατάστημα Ανηλίκων Κηφισιάς, ενώ υπήρχε και η δυνατότητα εγκλεισμού σε ειδικό τμήμα στις Φυλακές Αβέρωφ μόνο για τις μετέφηβες (Πιπινέλη-Ποταμιάνου, 1956).
Πέρα όμως από τη δημιουργία και τη διαμόρφωση του νομικού πλαισίου σχετικά με τους ανήλικους παραβάτες, τα όργανα εκτέλεσης αυτών των νόμων και την οργάνωση των χώρων αναμόρφωσης των ανηλίκων, ένα σημαντικό θέμα που απασχόλησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την επιστημονική κοινότητα που ενδιαφερόταν για την παιδική και την εφηβική ηλικία ήταν και το θέμα των αιτιών της εγκληματικής συμπεριφοράς των ανηλίκων. Οι απόψεις για την αντικοινωνικότητα στα μέσα του 20ου αιώνα βασίζονταν στην αρχή της μελέτης του ανθρώπου ως αδιαίρετης ολότητας, σύμφωνα με την οποία ψυχή και σώμα έχουν ενιαία υπόσταση. Από την άλλη πλευρά, η μη διαμορφωμένη προσωπικότητα των ανηλίκων ήταν το στοιχείο εκείνο που τους έκανε περισσότερο δεκτικούς στην παιδαγωγική επίδραση. Προκειμένου όμως η αναμόρφωση των νεαρών εγκληματιών να είναι επιτυχημένη, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελούσε η βαθειά γνώση των δυνάμεων-παραγόντων που διαμορφώνουν την προσωπικότητα των ανηλίκων στις διάφορες φάσεις της ανάπτυξής της και των συνθηκών εκείνων οι οποίες συνέβαλαν στη γένεση παραβατικής – εγκληματικής συμπεριφοράς. Έτσι οι κυριότεροι παράγοντες που αναγνωρίστηκαν με τη συνδρομή πολλών επιστημονικών κλάδων ήταν ο βιολογικός παράγοντας (υπόβαθρο της ψυχικής ενέργειας), ο ψυχικός παράγοντας (ψυχισμός), τα ψυχοπαθολογικά σύνδρομα (ανωμαλίες του θυμικού, της νοημοσύνης και της βούλησης), ο παράγοντας του περιβάλλοντος, φυσικοί και οικονομικοί όροι, κοινωνικοί όροι (οικογένεια, σχολείο, επάγγελμα, ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον), ο παράγοντας της αγωγής (οικογένεια, σχολείο, επαγγελματικό περιβάλλον, κοινότητα, πολιτεία, εκκλησία, παιχνίδια, ελεύθερες ενασχολήσεις, θεάματα, αναγνώσματα και τύπος) (Καρανίκας 1949 , Κατωπόδης 1952, Γιαννακόπουλος 1953, Πιπινέλη-Ποταμιάνου, 1958).
Μέσα σε αυτό το κλίμα της προσπάθειας για βαθύτερη κατανόηση και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας, διατυπώνονταν στη χώρα μας προτάσεις βασισμένες σε πρότυπα και θεσμούς που λειτουργούσαν στην Ευρώπη και στις Η.Π.Α. και σχετίζονταν κυρίως με τους νεοσύστατους θεσμούς των Δικαστηρίων Ανηλίκων και των Επιμελητών Ανηλίκων. Ανάμεσα σε αυτές τις προτάσεις ήταν και εκείνη που αφορούσε στη «διαγνωστική έρευνα» των Επιμελητών Ανηλίκων για τους νεαρούς εγκληματίες. Η διαγνωστική έρευνα των διαταραχών συμπεριφοράς και των αντικοινωνικών ενεργειών χαρακτηριζόταν ως αναγκαιότητα που έπρεπε να προηγείται της λήψης μέτρων, προληπτικών ή κατασταλτικών. Προτεινόταν επίσης να αποτελείται από δύο σκέλη: την κοινωνική έρευνα για τη συγκέντρωση στοιχειών που αφορούν την ατομική και οικογενειακή κατάσταση του ανήλικου και την ψυχοβιολογική εξέταση (ιατρική, νευροψυχιατρική, ψυχολογική) για τη δυναμική αντίληψη της προσωπικότητας του ανήλικου. Ως προς τις συνθήκες τέλεσης της έρευνας, προτεινόταν η ίδρυση Ιατροπαιδαγωγικών Κέντρων, Κέντρων Παρατήρησης και Παιδικής Ψυχιατρικής Κλινικής. Με άλλα λόγια, δηλωνόταν πλέον η αναγκαιότητα της Παιδοψυχιατρικής.
Συζήτηση
Στην παρούσα εργασία, η οποία εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο έρευνας με αντικείμενο την Ιστορία της Παιδοψυχιατρικής στην Ελλάδα σε σχέση με τις αντίστοιχες διεθνείς εξελίξεις, εστιάσαμε στο ζήτημα της παραβατικότητας των ανηλίκων και της ανάπτυξης των σχετικών με αυτήν θεσμών, κατά την περίοδο η οποία θεωρείται ως «προϊστορία» της Παιδοψυχιατρικής.
Για λόγους οικονομίας του κειμένου και δεδομένου του όγκου των πληροφοριών και του υλικού της έρευνας, η αναφορά στις προηγηθείσες ενότητες έγινε κυρίως με την έννοια της καταγραφής των κυριοτέρων εξελίξεων, με ελάχιστη παρεμβολή σχολίων. Ωστόσο, η μελέτη ενός τέτοιου ζητήματος υπό το πρίσμα της «ιστορίας» δεν μπορεί να μείνει χωρίς έναν, έστω σύντομο, σχολιασμό σχετικά με το ευρύτερο πλαίσιο των ιστορικών, κοινωνικο-πολιτικών και πολιτισμικών περιόδων στο οποίο καταγράφονται οι εν λόγω εξελίξεις.
Είναι προφανές ότι, για ευνόητους ιστορικούς λόγους, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αντιστοίχηση των εξελίξεων στην Ελλάδα με εκείνες στις άλλες δυτικές χώρες (Ευρώπη και Η.Π.Α.). Ειδικότερα στην Ευρώπη, οι εξελίξεις στον τομέα που εξετάζουμε και οι οποίες αυτονόητα συνδέονται με τη θέση των παιδιών – εφήβων στις κοινωνίες και την «Ιστορία της παιδικής ηλικίας – childhood», ξεκινούν με την Αναγέννηση και μέσα από την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, την «Επιστημονική Επανάσταση» και τον Διαφωτισμό, φτάνουν μέχρι τον 20ο «αιώνα του παιδιού».
Οι αντίστοιχες εξελίξεις στην Ελλάδα καταγράφονται –αυτονόητα– από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και μετά, ουσιαστικά, από τις αρχές του 20ου αιώνα, με σημαντική «διαφορά φάσης». Όπως έγινε –και συμβαίνει ακόμα και σήμερα– σε πολλούς τομείς και επιστημονικούς χώρους, υπήρξε μεταφορά και «εισαγωγή» ιδεών και μοντέλων, άλλοτε με την έννοια μιας γόνιμης ενσωμάτωσης, άλλοτε με μηχανιστικό ή «μεταπρατικό» τρόπο. Πολλοί από τους πρώτους επιστήμονες που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα της «εγκληματικότητας» των ανηλίκων είχαν κάνει την εκπαίδευσή τους σε χώρες του εξωτερικού, όπως εξ άλλου στη συνέχεια και οι πρώτοι παιδοψυχίατροι. Όμως, για τη φάση της «προϊστορίας» της Παιδοψυχιατρικής στην Ελλάδα που εξετάζουμε, οι εξελίξεις, όπως αναφέρθηκαν, εγγράφονται σε ένα χρονικό διάστημα το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες από τις πλέον δύσκολες ή/και προβληματικές περιόδους της ιστορίας της χώρας μας: δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η επέκταση του Κράτους, η μαζική είσοδος προσφύγων, εθνικοί «διχασμοί», ολοκληρωτικού τύπου καθεστώτα, εμφύλιος… Έτσι, ιδέες και θεσμοί που μπορεί αλλού να υπήρξαν πρωτοποριακοί, εδώ, άλλοτε έτυχαν ανεπαρκούς ή μηδενικής εφαρμογής, και άλλοτε, μέσα σε ένα υπερ-συντηρητικό κλίμα, πήραν άλλες διαστάσεις και σημασίες. Αν και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την εισαγωγή σημαντικών νομοθετικών ρυθμίσεων, υπάρχουν από την άλλη οι μνήμες, φορείς των οποίων έγιναν ορισμένες λέξεις, όπως για παράδειγμα οι «παιδονόμοι» ή γενικότερα το «αναμορφωτήριο».
Από μια άλλη άποψη, η προϊστορία, όσο και η όλη ιστορία της Παιδοψυχιατρικής, δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από τη γενικότερη ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα (Πλουμπίδης, 1989, Καράβατος, 1992 & 1995). Σ’ αυτό όμως θα αναφερθούμε στην τελική, συνολική παρουσίαση αυτής της ερευνητικής εργασίας.
Το θέμα είναι αν, κατά πόσο και με ποιον τρόπο όλες αυτές οι εξελίξεις αποτέλεσαν βάσεις και πρόδρομο για τη μελλοντική ανάπτυξη των θεσμών, των νόμων και των υπηρεσιών που αφορούν στην παραβατικότητα των ανηλίκων. Η σημερινή πραγματικότητα, την οποία ζούμε όσοι εργαζόμαστε στο χώρο της Παιδοψυχιατρικής, αν και έπειτα από μια μακρόχρονη εξέλιξη σε ένα πλαίσιο ομαλής δημοκρατικής λειτουργίας, φέρει τα ίχνη μιας προβληματικής πορείας, παρά τις αναμφισβήτητες προόδους στον τομέα αυτό.
Σημειώσεις
1 Η ονομασία που έχει σχεδόν επικρατήσει σήμερα διεθνώς είναι «Ψυχιατρική Παιδιού και Εφήβου» (Child and Adolescent Psychiatry), όρος σαφώς προτιμότερος, καθότι ορθότερος, δεδομένου ότι δηλώνει σαφώς ως αντικείμενο όλο το αναπτυξιακό ηλικιακό φάσμα (παιδική και εφηβική ηλικία). Ειδικότερα, για το θέμα της παραβατικότητας έχει σημασία η αναφορά στην εφηβική ηλικία. Ωστόσο, στο κείμενο θα γίνεται αναφορά στην «Παιδοψυχιατρική» για λόγους ιστορικότητας.
2 Διδακτορική Διατριβή της πρώτης εκ των συγγραφέων στην Ιατρική Σχολή του Α.Π.Θ.
3 Με το κλασικό έργο του « Emile » το οποίο εκδόθηκε την άνοιξη του 1762, με απόσταση ενός μηνός από το επίσης κλασικό «περί Κοινωνικού Συμβολαίου».
Βιβλιογραφία
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.