Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Μανώλης Τσαγκαράκης
Ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής, Συστημικό
Κέντρο Εκπαίδευσης και Ψυχολογικής Υποστήριξης – ΣΚΕΨΥ

σύναψις 20 [2011 – τόμος 07]

Γνώση και βία στο πλαίσιο της ψυχοθεραπευτικής σχέσης

Με την προσδοκία για άμεση επίλυση του προβλήματός του ο θεραπευόμενος –άτομο ή οικογένεια– τοποθετεί τον ψυχοθεραπευτή-ειδικό σε θέση ισχύος. Η στάση αυτή έρχεται σε αντιπαράθεση με τη δύναμη και τον έλεγχο που ο ίδιος χωρίς επίγνωση εκδηλώνει στη θεραπευτική σχέση λόγω γνώσης και εξοικείωσής του με το αναφερόμενο πρόβλημα. Όταν μάλιστα το αίτημα-πρόβλημα συμβάλλει στη διατήρηση ισορροπίας στο οικογενειακό σύστημα, η τάση για έλεγχο γίνεται εντονότερη. Η μετακίνηση του θεραπευτή από την θέση του εξωτερικού παρατηρητή στην εσωτερική θέση του συνοδοιπόρου στην περιπέτεια της ψυχοθεραπείας, μεταφέρει την αντιπαράθεση γύρω από το αρχικό αίτημα στο πλαίσιο ευρύτερα της θεραπευτικής σχέσης. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η μεταβιβαζόμενη από τον θεραπευόμενο τάση για έλεγχο και η έκφραση βίας μέσα από το λόγο και το συναίσθημα, τον διάλογο ή την αφήγηση ενός περιστατικού, καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη μιας διαφορετικής γνώσης και ισχύος εκ μέρους του ψυχοθεραπευτή. Η διεργασία του ψυχοθεραπευτή προς την διαφορετικότητα συνδέεται με την εκπαίδευσή του, την προσωπική θεραπευτική εμπειρία και την ικανότητα να διακρίνει στην θεραπευτική σχέση τις δικές του σκέψεις και τα συναισθήματά του.

 

Εισαγωγικά

Το ζήτημα της γνώσης, το τι δηλαδή είναι η γνώση και πώς εμείς οι άνθρωποι σχετιζόμαστε με το αντικείμενό της, αποτελεί μια παλαιά ιστορία που την συναντούμε στον μύθο για τους πρωτοπλάστους και μπορούμε να την μελετήσουμε στα κείμενα των προσωκρατικών φιλοσόφων.1 Το θέμα της γνώσης δεν θα μας απασχολήσει εδώ από την οντολογική διάστασή του (Μιχαηλίδης, 1984), όσο κυρίως από την πλευρά της επίδρασης που έχει στην ψυχοθεραπεία της οικογένειας και του ατόμου. Θα εξετάσουμε τη γνώση ως την ικανότητα που έχουμε να οργανώνουμε και να νοηματοδοτούμε την πληροφορία που διαθέτουμε για τον άλλο σε σχέση με τις αντιλήψεις που έχουμε για τον εαυτό μας (Keeney, 1983). Αναφερόμαστε δηλαδή σε μία διαδικασία γνώσης, η οποία μέσα από την αυτοπαρατήρηση της εμπειρίας μας, της σκέψης και του συναισθήματος συνθέτει στο πέρασμα του χρόνου αυτό που αποκαλούμε προσωπική επιστημολογία του ψυχοθεραπευτή (Bateson,1972). Όσο για τη βία2 μπορούμε να πούμε ότι αυτού του είδους η ανθρώπινη συμπεριφορά παίρνει διάφορες μορφές που κλιμακώνονται από τον αυτοχειριασμό, περνούν μέσα από το πολιτικό και κοινωνικό πεδίο και φτάνουν ως την ενδοοικογενειακή βία στις περιπτώσεις της ψυχοσωματικής κακοποίησης, στέρησης της ελευθερίας και απειλής κατά της ζωής (Vetere & Cooper, 2001). Όπως και να εμφανίζεται, η βία έχει να κάνει με την απόγνωση αυτού που αποσυνδέεται από τη σχέση με τον άλλο (Durkheim,1969, 196-97) ή με την ισχύ αυτού που θέλει να εξουσιάζει και ζητάει από τον άλλο συμμόρφωση στην επιθυμία του.

Η βία θα μας απασχολήσει σε σχέση με το θεραπευτικό πλαίσιο, όπως εκφράζεται στη διαδραστική σχέση του θεραπευόμενου με τον θεραπευτή, άλλοτε εξωλεκτικά ή με τον λόγο, άλλοτε με ή χωρίς την επένδυση συναισθήματος, ως δυνατότητα αμοιβαίας μεταβιβαστικής εκδήλωσης στην επικοινωνία τους.3

Η επίγνωση που διαθέτει καθένας από τους συμβαλλόμενους στη θεραπευτική σχέση γι’ αυτό που γνωρίζει και για τον τρόπο που το γνωρίζει, ενισχύουν εκατέρωθεν τη διάθεση για ασφαλή επικοινωνία σε οικείο έδαφος. Πώς απαντάει ο ψυχοθεραπευτής στην πρόσκληση να ανταποκριθεί στην παραδοσιακή λογική της σύνδεσης αιτίου/αιτιατού, θύτη/θύματος, που του προτείνει ο θεραπευόμενός του; Για τον συστημικό ψυχοθεραπευτή ο κυκλικός-αλληλεπιδραστικός συσχετισμός καταστάσεων και γεγονότων είναι μεθοδολογικά ενδεδειγμένος τρόπος εφαρμογής της επιστημολογίας του και επαγγελματικής άσκησης της εργασίας του. Εξελίσσεται όμως παράλληλα σε τρόπο σκέψης και οπτική θεώρησης, με διακριτική παρουσία στην καθημερινότητα των σχέσεων. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στη θεραπευτική σχέση ο ψυχοθεραπευτής καθώς συντονίζεται με τον θεραπευόμενο του, διευθετεί αντιμεταβιβαστικά τις προσωπικές του αρχές και επικοινωνεί μ’ ένα μεικτό τρόπο, όπως γίνεται στην τρέχουσα ροή της ζωής (Boscolo & Bertrando,1996) .

 

Ισχύς: με επίκεντρο το πλαίσιο του θεραπευόμενου, ο ψυχοθεραπευτής εξωτερικός παρατηρητής του συστήματος

Στη τριαντάχρονη ως το 1980, πρώτη φάση της συστημικής ψυχοθεραπείας, εφαρμόζεται μία χαρακτηριστική θεραπευτική αρχή. Τα επιμέρους δεδομένα της γνώσης που διαθέτει η οικογένεια για το πρόβλημά της, οργανώνονται στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία σε πληροφορία για τις αλληλεπιδραστικές σχέσεις και τους τρόπους επικοινωνίας μεταξύ των μελών, κυρίως με πρωτοβουλία του ψυχοθεραπευτή (Madanes, 1983). Αν εξαιρέσουμε σ’ εκείνη τη φάση τη μεθοδολογικά υπαγορευόμενη κατευθυντικότητα εκ μέρους του ψυχοθεραπευτή, η οργανωτική αυτή αρχή συνεχίζει να διαπερνά, μέχρι σήμερα, τον ιστό της συστημικής ψυχοθεραπείας (Simon,1992).

Εστιάζοντας στη σχέση θεραπευτή θεραπευόμενου, εκ πρώτης όψεως μπορούμε να πούμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία παράδοξη κατάσταση. Τα μέλη της οικογένειας απευθύνονται στη γνώση του ψυχοθεραπευτή – ειδικού, απέναντι στην οποία όμως παραθέτουν τη δική τους γνώση και αντιπαραθέτουν τον δικό τους έλεγχο, με την μορφή ενδοοικογενειακού κώδικα επικοινωνίας. Αυτός ο κώδικας περιλαμβάνει μυστικά της οικογένειας, πεποιθήσεις, τρόπους συνεννόησης (Imber & Black, 1993). Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι στο σχηματιζόμενο σύστημα προσεγγίζουν την θεραπευτική σχέση με την ιδέα ότι γνωρίζουν κάτι για το οποίο οι άλλοι πιθανόν δεν γνωρίζουν. Όταν σε κάποια στιγμή της θεραπείας ο αλληλεπιδραστικός τρόπος οργάνωσης των οικογενειακών σχέσεων τείνει να γίνεται φανερός, ο έλεγχος της οικογένειας πάνω στο πρόβλημα που την απασχολεί δείχνει να μετατοπίζεται διαταράσσοντας την υπάρχουσα οικογενειακή ισορροπία. Η ισχύς που δίνει η γνώση στον κάτοχό της, ανεξάρτητα από το αν αυτός είναι ο ψυχοθεραπευτής ή τα μέλη της οικογένειας, μπορεί να προσδιορίσει από την αρχή της θεραπείας το πλαίσιο σχέσεων και τους όρους ενός «παιχνιδιού», όπου όλοι επιθυμούν να αλλάξει κάτι, ενώ παράλληλα επιδιώκουν την ίδια ή περίπου την ίδια ισορροπία, την οποία είχε το οικογενειακό σύστημα, πριν από την εμφάνιση του προβλήματος. Σ’ εκείνη την πρώτη περίοδο της οικογενειακής θεραπείας, η πρωτοβουλία του ψυχοθεραπευτή υπαγόταν σε ένα θεραπευτικό σχεδιασμό σύμφωνα με τον οποίο μεθοδολογικός ορθολογισμός και τεχνικές είχαν θέση προτεραιότητας απέναντι στο αυτοσχέδιο της θεραπευτικής διαδικασίας. Κριτήριο αποτελεσματικότητας ήτανε η εξάλειψη του αναφερόμενου προβλήματος. Επρόκειτο για μεθοδολογικά υπαγορευόμενη συμπεριφορά του ειδικού που ενίσχυε, μερικές φορές σε μεγάλο βαθμό, τις προσδοκίες της οικογένειας, για άμεση λύση του προβλήματός της. Σύμφωνα με την χρονικογράφο της Οικογενειακής Θεραπείας Lynn Hoffman, «η στρατηγική γύρω από το αίτημα προς θεραπεία επιδεχόταν ένα παιχνίδι ελέγχου και εξουσίας, όπου ο θεραπευτής αποδεχόταν την πρόκληση να γίνεται όλο και πιο ευρηματικός και η οικογένεια αντίστοιχα όλο και πιο περιχαρακωμένη» (Hoffman, 1995).

Ο Michel Foucault (1987) συνδέει άμεσα τη γνώση με την ισχύ της εξουσίας και διατυπώνει την άποψη ότι η γνώση δίνει θέση εξουσίας σ’ αυτόν που την έχει και την χρησιμοποιεί. Ο Gregory Bateson (1972, σ. 493-495), αναφέρει ότι η δύναμη και η εξουσία ενέχουν έντονα το στοιχείο του ελέγχου, όταν κάποιος επιβάλλει συμμόρφωση του άλλου στη βούλησή του. Περισσότερο από την ίδια την δύναμη φθείρει η ιδέα για την απόκτησή της. Και φθείρει τόσο αυτόν που θέλει να την έχει όσο επίσης και αυτόν που δεν την έχει, αλλά την αποδέχεται. Στον Προμηθέα Δεσμώτη, η Βία εμφανίζεται ως σιωπηλός ακόλουθος του Κράτους και της εξουσίας. Την εξουσία ασκεί ο Δίας πάνω στη γνώση και την ελευθερία που αποζητάει για τον εαυτό του και τους ανθρώπους ο Προμηθέας:

Κράτος και Βία

Τώρα δουλειά σου ω Ήφαιστε, όσα ο πατέρας / πρόσταξε, να γνοιαστείς, και τον άνομο τούτο / στα βράχια στους ψηλούς γκρεμνούς να πεδικλώσεις / μ’ αλυσίδων ασύντριφτα δεσμά ατσαλένια, / γιατί έκλεψε της πάντεχνης φωτιάς τη φλόγα, / -τ’ άνθος σου εσένα- και το χάρισε του ανθρώπου (στ.3-8).

Προμηθέας

Σ’ αυτά δε βρέθηκε κανείς ν’ αντιμιλήσει / μα εγώ μονάχα τόλμησα και τους ανθρώπους / έσωσα μην κατεβούν στον ΄Αδη στάχτη (234-236).

Χορός

Κ’ έχουν τη λαμπερή φωτιά οι λιγόζωοι τώρα (στ.253).

Προμηθέας

Μην το θαρρείτε ξιπασιά μου ή περηφάνια / που δε μιλώ. Μες στη βουβή τη συλλογή μου / σπαράζομαι να βλέπω αυτή μου την κατάντια (στ.436-438 ).

Και λοιπόν πρώτα βλέπαν και του κάκου βλέπαν / άκουγαν και δεν άκουγαν, μα όμοιοι με ονείρων / μορφές σ’ όλο το μάκρος της ζωής των όλα / τα πάντα έτσι ανάκατα συγχύζαν (στ.447-450).

Κι εγώ τον αριθμό, την πιο τρανή σοφία, / και των γραμμάτων τα συνθέματα τους βρήκα (στ.459-60 ).

Σύμφωνα με τις θεωρητικές απόψεις που εφαρμόστηκαν κατά την πρώτη περίοδο της οικογενειακής θεραπείας – την πρωτοκυβερνητική, όπως επικράτησε να την αποκαλούμε λόγω των θεμελιακών επιδράσεων που έχει δεχτεί από την κυβερνητική επιστήμη –, η θέση του ψυχοθεραπευτή στο υπό παρατήρηση σύστημα νοείται ως θέση ουδέτερου παρατηρητή εκτός πλαισίου. Αυτή η θέση του παρέχει τη δυνατότητα, συνδυάζοντας παρεμβατικότητα και συνεργασία με την οικογένεια να ενεργεί αποτελεσματικά για την εξάλειψη του αναφερόμενου προβλήματος και, προβλέψιμα, ως προς την κατά το δυνατόν αποκατάσταση της διαταραγμένης οικογενειακής ισορροπίας. Ως εξωτερικός παρατηρητής, επιλέγει θέση ασφάλειας η οποία του επιτρέπει να εποπτεύει με επαρκή βεβαιότητα την θεωρούμενη ως αντικειμενικά υπάρχουσα πραγματικότητα.

 

Διαφορετικότητα των υποκειμένων διεύρυνση του πλαισίου και συναίνεση: ο ψυχοθεραπευτής μέρος του συστήματος

Το παράδειγμα της δεύτερης κυβερνητικής (Hoffman, 1981) έχει την ερευνητική αφετηρία του στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα, επηρεάζει όμως την πρακτική της οικογενειακής ψυχοθεραπείας τα χρόνια μετά το 1980. Είναι αποτέλεσμα σύνθεσης της παλαιάς με τη νέα επιστημολογία (Dallos & Urry,1999), με την διαφορά όμως ότι αμφισβητείται η «ισχύς» του ψυχοθεραπευτή σχετικά με την επίλυση του αναφερόμενου προβλήματος. Επίσης, αναθεωρείται ριζικά η ιδέα περί της αντικειμενικά υπάρχουσας πραγματικότητας και του αντικειμενικού παρατηρητή εκτός πλαισίου, ο οποίος θα μπορεί να επηρεάζει την ισορροπία του συστήματος με προβλέψιμο τρόπο. Η σταθερή κατάσταση που προκύπτει κατά την ολοκλήρωση της θεραπείας θεωρείται ότι επέρχεται σταδιακά ως επακόλουθο μιας μη προβλέψιμης πορείας προς την αλλαγή και, απροσχεδίαστα, καθώς εξελίσσεται, μπορεί να φέρνει στην επιφάνεια νέες σημασίες και νοήματα.4 Σύμφωνα με τη θεωρία του φυσικού επιστήμονα Ilya Prigogine, τα συστήματα τα οποία βρίσκονται σε κίνηση αλλαγής,5 (και ως εκ τούτου απομακρύνονται από την αρχική τους ισορροπία) δεν αποδιοργανώνονται, αλλά αναπτύσσουν χαλαρές, μη προβλέψιμες δομές που τα ακολουθούν ως την ολοκλήρωση της μεταβατικής πορείας και της εξέλιξής τους σε νέες μορφές (Prigogine & Stengers, 1992).

Το δευτεροκυβερνητικό παράδειγμα επηρεάζει τα ενδότερα της συστημικής θεραπείας. Το δράμα πλέον δεν ξετυλίγεται ολόκληρο επί σκηνής και ο φωτισμός περνάει επίσης στους εσώτερους χώρους του παρασκηνίου. Tο αναφερόμενο πρόβλημα δεν έχει, όπως πρωτοκυβερνητικά γινόταν, ρόλο καθοριστικό. Ο θεραπευτής θεωρείται ότι είναι μέρος του θεραπευτικού συστήματος και οι ιδιότητές του υπεισέρχονται στις παρατηρήσεις του για την οικογένεια. Παραμερίζεται έτσι η ιεραρχική αντίληψη που συνηγορούσε για τον έλεγχο του ειδικού στην αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας του συστήματος και, αντίστοιχα, προωθείται η ιδέα ενός διαφορετικού πλαισίου, όπου ψυχοθεραπευτής και οικογένεια συναινούν ως εταίροι σχετικά με την κατασκευαζόμενη θεραπευτική πραγματικότητα.

Με την μετατόπιση του ψυχοθεραπευτή εντός του πλαισίου, δημιουργείται ένα σύστημα υποκειμένων στο οποίο ισχύς και εξουσία του ψυχοθεραπευτή συναρτώνται με την ετοιμότητά του να διακρίνει, όντας μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο, τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα σχετικά με τα διαμειβόμενα στη θεραπευτική σχέση.

Η διάκριση της διαφορετικότητας μέσα στο αλληλεπιδραστικό πλαίσιο συνδέεται με την αυτοπαρατήρηση και κατά προέκταση με την ανάπτυξη της επιστημολογικής συγκρότησης του ψυχοθεραπευτή. Η δυνατότητα διάκρισης της διαφοράς δημιουργεί για όλους τους εταίρους οργανωμένη πληροφορία και νέες σημασίες, τα οποία είναι απαραίτητα στοιχεία για την πρόοδο της θεραπείας και την συνεξέλιξη των συμβαλλομένων (Bateson, 1979 σ.46-47). Η διπλή θεραπευτική ιδιότητα του ανήκειν και του διαφέρειν ανακινεί στον ψυχοθεραπευτή την τάση για διαφοροποίηση και συνακόλουθα, τον αυτοέλεγχο σε τυχόν διάθεσή του για παρεμβατικότητα.

Μέσα από αυτές τις εξελίξεις ανοίγονται οι νέες προοπτικές για τη συστημική ψυχοθεραπεία της δεύτερης κυβερνητικής. Στη θεραπευτική σχέση ο ψυχοθεραπευτής διατηρεί τη συνολικότητα της οπτικής του, παράλληλα όμως έχει την ευχέρεια να εξατομικεύει και να υποδεικνύει, όταν οι περιστάσεις το συνιστούν, σε ένα ή περισσότερα μέλη της οικογένειας ατομική ψυχοθεραπεία.

Με τις θεωρίες του κονστρουκτιβισμού, οι οποίες την ίδια αυτή περίοδο έχουν πλατιά διάδοση στον χώρο της συστημικής ψυχοθεραπείας, εισάγεται μία ανατρεπτική θεώρηση σχετικά με το ζήτημα της γνώσης, ως προϊόντος της βιολογικής αυτονομίας του ανθρώπου (Η. Μaturana, F.Varela,1992). Η νέα αντίληψη στηρίζεται στην αυτοποιητική επάρκεια του υποκειμένου και επαναφέρει από έναν άλλο δρόμο στο θεραπευτικό σύστημα το ζήτημα της ισχύος. Κατά τους κονστρουκτιβιστές, η γνώση μας για τον κόσμο δεν αντανακλά μία αντικειμενική πραγματικότητα που υπάρχει ανεξάρτητα και απέναντι από τον άνθρωπο. Αντίθετα, η γνώση ξεκινάει από τις εμπειρίες μας και οργανώνεται ως γνωστική κατασκευή στα νευρωνικά δίκτυα της νόησής μας. Το άτομο επανατοποθετείται με αυτόν τον τρόπο στο επίκεντρο του δικού του βιοψυχοκοινωνικού συστήματος και των σχέσεών του. Ο αναφερόμενος από την οικογένεια ως «ασθενής» παραμένει δυνάμει φορέας του προβλήματος, το οποίο όμως δεν εξαντλείται στις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Το πρόβλημα προσωποποιείται συσχετιζόμενο με επιλογές, συναισθήματα και προσωπικές νοηματοδοτήσεις.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, η συστημική ψυχοθεραπεία αποκτά έναν πολύπλοκο χαρακτήρα, καθώς συνδυάζει την επικοινωνιακή σχέση με την ενδοψυχική οργάνωση και την προσωπική ιστορία του ατόμου. Το μοίρασμα της παθολογίας σε όλα τα μέλη της δεν θεωρείται πρωτεύον επακόλουθο των διαδραστικών σχέσεων της οικογένειας (Σφήκας, 2002). Αντί γι’ αυτό, οι σχέσεις διερευνώνται για να αναδειχθεί τι είναι διαφορετικό στην αντίληψη του κάθε μέλους σχετικά με το αναφερόμενο πρόβλημα. Το θεραπευτικό πλαίσιο ελαφρύνεται από ένα σύνολο μεθοδολογικά προκαθοριζόμενων ρόλων για το ποιος έχει τη δύναμη και τον έλεγχο να δέχεται το βάρος του προβλήματος – στην περίπτωση του αναφερόμενου «ασθενή» –  ή για το ποιος αναλαμβάνει το μοίρασμά του στα άλλα μέλη της οικογένειας – στην περίπτωση του ψυχοθεραπευτή. Έτσι η οικογενειακή θεραπεία μπορεί να γίνεται με την παρουσία ενός μόνο μέλους της, χωρίς την παρουσία της οικογένειας ή, αντίστοιχα, με την οικογένεια μόνο, χωρίς τη φυσική παρουσία του αναφερόμενου ασθενή (Τριανταφύλλου, 2002). Η γλωσσοποίηση του προβλήματος επιτρέπει τέτοιου είδους ευελιξία. Πρόκειται για δομικές αναδιαρθρώσεις ουσίας (Maturana &Varela, 1984, σ..98-99 ), σύμφωνα με τις οποίες ένα πολλαπλά αφηγημένο από τα μέλη της οικογένειας πρόβλημα μπορεί να επαναπροσδιοριστεί και να επαναπροσδιορίσει τους συμμετέχοντες στο προς θεραπεία σύστημα (Anderson & Goolishian, 2006). Αυτή η αντίληψη ενισχύεται περισσότερο, όταν το προβαλλόμενο αίτημα της οικογένειας, σύμφωνα με τη θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού, λογίζεται ως ευρύτερη κοινωνική κατασκευή που δημιουργείται διυποκειμενικά στο πλαίσιο των πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων.

 

Ισοτιμία: με επίκεντρο το θεραπευτικό πλαίσιο
Ψυχοθεραπευτής και θεραπευόμενος, συνταξιδευτές

Τη δεκαετία του ’90, ο Keneth Gergen (1994) είναι ο πιο γνωστός από τους εισηγητές της θεωρίας για την κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας. Με την παρεμβολή του διυποκειμενικού συντονισμού, δίνεται ήπια προέκταση στο θέμα των υποκειμενικών κατασκευών, όπως ριζοσπαστικά το παρουσίασαν οι κονστρουκτιβιστές (Pearce, 1992). Προσεγγίζουμε δηλαδή τη γνώση και το συναίσθημα, αφού προηγουμένως διανύσουμε ένα ενδιάμεσο πεδίο διαπροσωπικών σχέσεων, όπου το κυρίαρχο στοιχείο επικοινωνίας είναι η γλώσσα, όπως αρθρώνεται στην αμοιβαία συναλλαγή, μέσα από τον διάλογο, την καθημερινή συζήτηση, τα κείμενα των περιγραφών και των αφηγήσεών μας. Το πλαίσιο είναι αποκαλυπτικό. Σ’ αυτό συντελείται η επικοινωνιακή σχέση – λόγος, συναίσθημα, πράξη – και μορφοποιούνται τα νοήματα (Bateson, 1972, σ. 250). Συνακόλουθο των διυποκειμενικών σχέσεων και πλατύτερα του κοινωνικού σχετίζεσθαι είναι η θεώρηση των κονστρουξιονιστών σχετικά με την εσωτερίκευση προσώπων και καταστάσεων (Gergen, 1997, Boscolo & Bertrando,1996). Στο σύνολό τους οι εσωτερικευόμενες κοινωνικές κατασκευές, οι κοινωνικές καταστάσεις, συνθέτουν έναν εαυτό ο οποίος, αν θέλει να βρει την αυθεντικότητά του, θα πρέπει να την αναζητήσει. Αυτή η αναζήτηση προσφέρει βίωμα ελευθερίας, που τεκμηριώνεται μέσα από την ανθεκτικότητα του ανθρώπου στην αλλαγή και από τη συμμετοχή του στις συνεχώς αναδυόμενες νέες σημασίες της ζωής (Gergen & Κaye, 2006).

Έκφραση του κονστρουξιονιστικού ρεύματος στη συστημική ψυχοθεραπεία αποτελούν οι αφηγηματικές προσεγγίσεις που σύγχρονα σχεδόν εμφανίζονται τη δεκαετία του ’90. Η αφηγηματική ιδεολογία επηρεάζεται επίσης από τις αντιλήψεις των κονστρουκτιβιστών. Η επάρκεια της γνώσης, που καταθέτουμε όταν εξιστορούμε τα περιστατικά της ζωής μας, επικυρώνεται από την αληθοφάνεια των αφηγήσεων, τη συνοχή και τα νοήματά τους (Parry & Doan, 1994). Κεντρικό στοιχείο είναι το γλωσσικό υλικό της θεραπείας. Ο διάλογος είτε με τη μορφή ερωταποκρίσεων είτε σαν συνοδός των αφηγήσεων, χρησιμοποείται ως μέσο που οδηγεί σε προσωπικές ιστορίες, σκεπασμένες από τον χρόνο, και σε νοήματα με τα οποία οι ιστορίες αυτές έχουν συνδεθεί. Οι προκύπτουσες θεραπευτικές θεωρήσεις και οι σχετικές τεχνικές εφαρμογής τους εφαρμόζονται στην αποδόμηση και αναδόμηση της αφήγησης, την επαναφήγηση, την αποκαλυπτικότητα του απροσχεδίαστου διαλόγου – ακόμα και στην απλή συζητησιακή μορφή του – την ερμηνευτική λειτουργία των συγκατασκευαζόμενων υποθέσεων, την απρόβλεπτη έκβαση της διαδικασίας, η οποία μπορεί να εφαρμόζεται τόσο στη βραχεία όσο και στη μακρόχρονη θεραπεία.

Οι σύγχρονες συστημικές ψυχοθεραπείες εφαρμόζουν στην πράξη το παράδειγμα της δεύτερης κυβερνητικής ως προς το θέμα που τοποθετεί θεραπευτή και θεραπευόμενο, διακριτά μεν, στο ίδιο όμως σύστημα των υποκειμένων. Μια τέτοια θέση επιτρέπει περιθώρια διακύμανσης της θεραπευτικής σχέσης από την ουδετερότητα και την περιέργεια του ψυχοθεραπευτή ως την αβεβαιότητα. Παράλληλα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επιστημολογικές ανασυνθέσεις του παλαιού με το νέο (Pocock 1999), όπου εντάσσεται λειτουργικά το μεταγενέστερο μοντέλο των αφηγηματικών προσεγγίσεων. Παραμένει ωστόσο στις συζητήσεις των συστημικών ψυχοθεραπευτών η κριτική διάθεση απέναντι στο κατά πόσον μπορεί να είναι με επάρκεια πειστική μία αμιγώς αντικειμενική επιστημολογία, ανεξάρτητη από τη διαμεσολάβηση του γλωσσικού-αφηγηματικού και κοινωνικού παράγοντα.6(1) Η διαφαινόμενη πρόθεση ως προς τη διάθεση αυτή είναι περισσότερο να διευκρινιστούν οι νέες θέσεις και να συζητηθούν οι εξελίξεις, παρά να ασκηθεί κριτική στο προγενέστερο παράδειγμα (Roy-Chowdhury, 2010).

 

Η Βία στο πλαίσιο της ψυχοθεραπευτικής σχέσης

Αυτός ο άλλοτε ρητός και άλλοτε άρρητος, άλλοτε εύκολος και άλλοτε δύσκολος και ενίοτε βίαιος συντονισμός του θεραπευτικού συστήματος προωθείται μέσα από τον διάλογο ο οποίος, λόγω μη επικέντρωσης στο αναφερόμενο πρόβλημα, βρίσκει δρόμους ελεύθερης ανάπτυξης και διεύρυνσης του θεματολογικού πλαισίου. Η αντιμεταβιβαστική στάση του ψυχοθεραπευτή, λόγω της εγγύτητας που δημιουργείται ύστερα από την επιλογή του να αποτελέσει μέρος του θεραπευτικού πλαισίου, αποκτά πρακτική σημασία, γιατί τον βοηθάει στο να μπορεί να παίρνει απόσταση και ν’ αναγνωρίζει τις διαφορές που τον συνδέουν, αλλά και τον ξεχωρίζουν από τον θεραπευόμενό του (Elkaim, 2008).7(2)

Μπορούμε να καταλάβουμε την άποψη για την βίαιη παρουσία του κοινωνικού ελέγχου στη θεραπευτική σχέση, αν λάβουμε υπόψη ότι ο θεραπευόμενος, άτομο ή οικογένεια, ανεπίγνωστα τις περισσότερες φορές, γίνονται μέσα από την αφήγησή τους, κομιστές αυτού του ελέγχου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πρόβλημα που αφηγούνται έχει θεωρηθεί (Anderson & Goolishian, 2006) ότι είναι μία γλωσσικά κατασκευαζόμενη πραγματικότητα, η οποία έχει την προέλευσή της στο οικογενειακό ή το πολιτισμικό ευρύτερα περιβάλλον.

Στο ίδιο πνεύμα λειτουργεί ο συντονισμός ως προς την συγκατασκευή των θεραπευτικών υποθέσεων, απαλλαγμένων για τους συμβαλλόμενους από την επιδίωξη κάποιου άμεσου αποτελέσματος. Η ανάδυση των υποθέσεων μέσα από τον διάλογο ενέχουν στοιχεία έκπληξης και μη προβλεψιμότητας. Ο διορθωτικός «αυτoέλεγχος» του συστήματος από έναν γνώστη, εξωτερικό παρατηρητή (Miller,1979), μετατρέπεται μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο σε ικανότητα διάκρισης του διαφορετικού και δημιουργίας σημασιών. Ο διάλογος και το απρόβλεπτο παράγουν ελευθερία μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο, αναζήτηση του προσωπικού νοήματος;

Πού όμως βρίσκεται σήμερα η θέση του συστημικού ψυχοθεραπευτή απέναντι στο ζήτημα της ισχύος; Πώς αντιμετωπίζουμε τη βία του πελάτη μας όταν αυτός εκφράζεται μέσα από τις εσωτερικευμένες φωνές δικών του ανθρώπων. Όταν μας απευθύνει άμεσα σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο τον διαμειφθέντα κάπου αλλού διάλογο; Όταν οι εκφραζόμενες πεποιθήσεις παρουσιάζονται αυθόρμητα μεν, αλλά ακραία, προκαλώντας τις δικές μας.

Η σωκρατική θέση του μη «ειδέναι» απέναντι στη γνώση του άλλου (Guthrie, 2001) είναι θέση ανάλογη με την «not knowing position» των Goolishian και Anderson (2006,σ.29). Στην κυκλική αλληλεπίδραση που δημιουργείται ανάμεσα θεραπευτή και θεραπευόμενου, ατομικά ή με την οικογένεια, αναπτύσσεται ένα πλαίσιο σχέσεων που επιτρέπει την εκδραμάτιση των ρόλων, την έκφραση των σκέψεων και των συναισθημάτων, όπως ακριβώς μπορεί να γίνεται στην καθημερινότητα της ζωής. Ο ψυχοθεραπευτής θέτει τον εαυτό του σε θέση ηθελημένης άγνοιας, η οποία απελευθερώνει την αφήγηση και συνοδεύει τον διάλογο με ερωτήσεις που ενθαρρύνουν την απαντητική προτεραιότητα του θεραπευόμενου. Η δημοκρατική έκφραση, εκτός από κοινωνικοπολιτικό δικαίωμα αυτοδιάθεσης, στη συστημική ψυχοθεραπεία της δευτεροκυβερνητικής φάσης έχει συνδεθεί με την αυτονομία ως δεδομένο βιολογικής οργάνωσης της ανθρώπινης ύπαρξης (Maturana & Varela, Ι984, σ. 26). Μπορούμε να πούμε ότι το ερώτημα σχετικά με την έκφραση μεταβιβαστικής βίας στην επικαιρότητα του εδώ και τώρα της θεραπευτικής σχέσης, αφορά άμεσα τον χρόνο και την ποιότητα εκπαίδευσης του ψυχοθεραπευτή και επίσης τη δέσμευσή του στην προσωπική θεραπεία, στοιχεία μη πρωτεύουσας σημασίας στην πρώτη φάση της συστημικής ψυχοθεραπείας.

Ως προς το πλαίσιο της ψυχοθεραπευτικής σχέσης, ο Gregory Bateson (1972, σ.300) προσδιορίζει το γενικότερο φαινόμενο της μεταβίβασης σαν συνηθισμένη τάση, όπου ο θεραπευόμενος, χωρίς να το επιδιώκει συνειδητά, εκφράζει την τάση να επαναλάβει ένα επίπεδο πρώτου βαθμού μάθησης. Αναπαράγει δηλαδή οικείους τρόπους επικοινωνίας και σχετίζεσθαι, όπως έχει μάθει να κάνει στη ζωή του, χωρίς να διακρίνει την ύπαρξη διαφορών. Η θελημένη ή αθέλητη στάση του θεραπευόμενου υποδηλώνει την επιθυμία του να προσκαλέσει τον ψυχοθεραπευτή του σε ένα οικείο για τον ίδιο πλαίσιο επικοινωνίας. Αν παραμερίσουμε το μη συνειδητό πεδίο των προσωπικών συνηθειών, όπως το ορίζει ο Bateson, σε επίπεδο επαναληπτικής συμπεριφοράς και συναισθημάτων, πρόκειται για πράξη άσκησης ελέγχου και εξουσίας εκ μέρους του θεραπευομένου, πράγμα που εξηγεί την ενίοτε βίαιη έκφραση.

Διανύοντας μία περίοδο προβληματισμών και γόνιμου σκεπτικισμού τα χρόνια που ακολούθησαν την έλευση των νέων θεωριών, οι συστημικοί ψυχοθεραπευτές έχουν αποδεχθεί στην πράξη και έχουν μετακινηθεί στη θέση του εσωτερικού παρατηρητή. Είναι μία θέση που για να διατηρηθεί χρειάζεται αυτή τη φορά μία εσωτερική δύναμη. Πρόκειται για το ψυχικό σθένος του θεραπευτή δοκιμασμένο στα χρόνια της εμπειρίας του, ώστε να μπορεί να γίνεται παρατηρητής του εαυτού του, να νοηματοδοτεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του.

Ο Gianfranco Cecchin (2009) χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό ‘ασέβεια του θεραπευτή’ προκειμένου να δηλώσει την ετοιμότητα του ψυχοθεραπευτή να μην υπακούει στις υποδείξεις των πεποιθήσεων ή των αυθόρμητων συνηθειών του.

Εν τέλει, ως προς το θέμα της προσωπικής συγκρότησης των σκέψεων και των συναισθημάτων του ψυχοθεραπευτή, μας προσφέρεται ως σταθερό προϊόν της ίδιας της ψυχοθεραπευτικής εργασίας το πλαίσιο επικοινωνίας θεραπευτή και οικογένειας, στο οποίο μπορούμε να διακρίνουμε τα ανταλλασσόμενα μηνύματα και τα αναδυόμενα νοήματα. Σ’ αυτό το πλαίσιο επιτελείται μία υποδειγματική διαδικασία αυτογνωσίας που επιτρέπει στον ψυχοθεραπευτή να στηρίζεται στον εαυτό του και να παίρνει απόσταση όντας μέσα στη σχέση. Αυτή η διαδικασία εσωτερικών μετασχηματισμών του ψυχοθεραπευτή μεταφέρεται εξωλεκτικά προς τους θεραπευόμενούς του και συνιστά το βασικό αντιμεταβιβαστικό πεδίο της ψυχοθεραπείας τους.

1  Κατά τον προσωκρατικό φιλόσοφο Παρμενίδη, το νοείν και το είναι, δηλαδή το αντιληπτικό υποκείμενο και το αντικείμενο, είναι αδιαχώριστα και συνυπάρχουν σ’ ένα κυκλικά αυτοτροφοδοτούμενο συνεχές. Αλήθεια και γνώση είναι τρόποι εμφάνισης του υποκειμένου, το οποίο εκφράζεται γλωσσικά, για να μπορεί να διακρίνει μέσα στο ίδιο πλαίσιο το είναι, δηλαδή τον εαυτό του ως αντικείμενο.

2  Βλ. Νόμο 3500, ΦΕΚ Α 232, 24/10/2006, «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις».

3  Το πλαίσιο εκτός από σχηματικό: φυσικά πρόσωπα, χωροχρονικά στοιχεία, κανόνες, είναι επίσης ο χώρος των σχέσεων. Κατά τον Bateson (1979), σε ένα διαφορετικό επίπεδο, το πλαίσιο είναι οι ίδιες οι σχέσεις, ο χώρος ανταλλαγής μηνυμάτων, και διάκρισης του νοήματος. Εμπεριέχει τις ενδοπροσωπικές διεργασίες, τους αμοιβαίους μετασχηματισμούς (ψυχοθεραπευτή και θεραπευόμενου) και τη συνεξέλιξη των προσώπων που συνοικούν.

4  Τη σημασία, ως έννοια, την συνδέω με τα επακόλουθα της επικοινωνιακής συνεργασίας στη θεραπευτική σχέση, ενώ το νόημα, με συνδέσεις που γίνονται σε ενδοπροσωπικό επίπεδο. Τις περισσότερες φορές στην αγγλική βιβλιογραφία χρησιμοποιείται αδιάκριτα η ίδια λέξη «meaning» και για τις δύο περιπτώσεις.

5  Η πιο οικεία μορφή αλλαγής στην ψυχοθεραπεία έχει συνδεθεί με την μετακίνηση του θεραπευόμενου από μία θέση σε κάποια άλλη διαφορετική (Watzlawick, 1974). Η μαθηματική θεωρία του Rene Thom αναφέρεται σε αλλαγές που δεν παρουσιάζουν ακολουθία, αλλά συμβαίνουν ξαφνικά και απρόβλεπτα. Παρότι ασυνεχείς και ανακόλουθες, οι αλλαγές αυτές υπόκεινται σε κανόνες ταξινόμησης (Woodcock & Davis, 1988).

6  Με την φιλοσοφία του κριτικού ρεαλισμού, που θεμελιώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 από τον βρετανό φιλόσοφο Roy Bhaskar, σύγχρονοι θεραπευτές και μελετητές της συστημικής ψυχοθεραπείας, επιχειρούν να γεφυρώσουν την απόσταση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στις μεταμοντέρνες αντιλήψεις για την κατασκευαστική προσέγγιση της πραγματικότητας με τον επιστημονικό τρόπο κατανόησης του εξωτερικού κόσμου (Pocock, 2008).

7  Ο Elkaim θεωρεί την συνήχηση (resonance) σαν μία ενδοπροσωπική διεργασία αντιμεταβίβασης, με την οποία ο ψυχοθεραπευτής δημιουργεί μία γέφυρα συναισθημάτων και σιωπηρών συσχετισμών οι οποίοι έχουν περιεχόμενο κοινά βιώματα, δικά του και του θεραπευόμενου, ατόμου ή οικογένειας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αισχύλος. Προμηθέας Δεσμώτης, μετ. Ι. Γρυπάρη, Εστία, χ.χ.

Anderson H, Goolishian H. (2006). The Client is the Expert. A Not Knowing Position to Therapy στο Therapy as Social Construction, London: Sage Publication, 25-39.

Anderson H, Goolishian H. (1988). Human Systems as Linguistic Systems Family Process, 27 (μετ. Τ. Ζήσης, Μετάλογος 6, 2004, σελ.: 75-106).

Bateson G. (1972). Steps to an Ecology of Mind New York: Ballantine, 533.

Bateson G. (1979) Mind and Nature: A Necessary Unit, New York: E.P. Dutton, 238.

Boscolo L, Cecchin G, Hoffman L, Penn P. (1987). Milan Systemic Family Therapy. New York: Basic Books, 337.

Boscolo L. & Bertrando.P. (1996). Systemic Therapy with individuals, London: KarnacBooks. Μετ. (2008) Ατομική Συστημική Θεραπεία, Μαΐστρος.

Cecchin G, Lane G, Wendel R. (2009). Ασέβεια, Μια Στρατηγική Επιβίωσης για Θεραπευτές, μετ. Ε. Σαμαρά, University Studio Press, 106.

Dallos R, Urry A (1999). Abandoning our Parents and Grand Parents, Journal of Family Therapy 21, 2, 161-186.

Διαμαντόπούλος Α. (1973). Προμηθεύς Δεσμώτης και Λυόμενος, Αθήνα, 265.

Durkheim E. (1969). Suicide and Social Cohesion στο Sociological Theory: A Book of Reading, New York: The Mac Millan Co., 189-198.

Elkaim M. (1992). Αν Μ’ αγαπάς μη Μ’ αγαπάς, μετ. Ν. Χρηστάκης, Κέδρος, 241.

Elkaim M. (2008). Συνήχηση στην Εποπτεία και την Εκπαίδευση, Μετάλογος 14, 54-65.

Foucault, M. (1987). Εξουσία, Γνώση και Ηθική, μετ. Ζ. Σαρίκη, Υψιλον, 155.

Gergen K. (1994). Realities and Relationships, London: Harvard University Press, 356.

Gergen K. (1997) Ο Κορεσμένος Εαυτός, μετ. Α. Ζώτος, Ελληνικά Γράμματα, 511.

Gergen K, Kaye J. (2006). Beyond Narrative in the Negotiation of Therapeutic Meaning στο McNamee S., Gergen K. Therapy as Social Construction, London, Sage Publications, 166-183.

Guthrie, W. (2001). Σωκράτης, ΜΙΕΤ, 351.

Hoffman L. (1995). Exchanging Voices, London, Karnak Books, 226.

Hoffman L. (1981). Foundations of Family Therapy, New York, Basic Books, 377.

Imber Black E. (1993). Secrets in Families and Family Therapy, New York: W.W. Norton & Co., 425.

Keeney B. (1983). Aesthetics of change, The Guilford Press, 271.

Maturana H. & Varela F. (1984). Το Δέντρο της Γνώσης, Μετάφραση-Εισαγωγή Σ. Μανουσέλης, Κάτοπτρο, 268.

Madanes C. (1983). Strategic Family Therapy, London: Jossey-Bass Publishers.

Miller J. (1978). Living Systems, New York: Mac Graw Hill, 1-102.

Μιχαηλίδης K, Popper K, Olof G. (1984). Οι Προσωκρατικοί, Imago, 362.

Parry A, Doan R. (1992). Story Revisions, The Guilford Press, 216.

Pearce B.(1992) A «Camper’s» Guide to Constructionisms, Human Systems 3, 139-161.

Pocock D. (1999). Therapists Reflections-Loose Ends, Journal of Family Therapy 21, 2, 187-194).

Pocock D. (2008). Be Dragons Here? Why Family Systems Therapy Needs a New Operating System, Context, 97, 20-23.

Prigogine I, Stenger I. (1984). Τάξη μέσα από το Χάος, Αθήνα: Κέδρος.

Roy-Chowdhury S. (2010). Is there a place for Individual Subjectivity within a Social.

Constructionist Epistemology, Journal of Family Therapy 32, 4, 342-357.

Simon G. (1992). Having a Second Order Mind While Doing First Order Psychotherapy, Journal of Μarital and Family Therapy 18, 4, 377-387.

Σφήκας Θ. (2002). Οι Αλλαγές στην Συστημική Επιστημολογία και η Εγγραφή τους στο Πεδίο της Ψυχοθεραπείας, Μετάλογος , 1, 4-14.

Τριανταφύλλου Φ. (2002). Ψυχοθεραπεία με ή χωρίς Οικογένεια, Διαδικασία και Κατασκευή, Μετάλογος 2, 53-63.

Vetere A, Cooper J. (2001). Working Systemically with Family Violence: Risk, Responsibility and Collaboration, Journal of Family Therapy 23, 4, 378-396.

Watzlawick P, Weakland J, Fisch R. (1974). Change, W.W. Norton & Co, New York, 172.

Woodcock A., Davis M. (1988) “Θεωρία Καταστροφών», μετ. Ν.Ταμπάκης, Ι. Ζαχαρόπουλος, 180.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.