Εμμανουήλ Κωνσταντόπουλος
σύναψις 21 [2011 – τόμος 07]
Ο Εμμανουήλ Κωνσταντόπουλος είναι Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχαναλυτής Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Paris 7
21ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής, Αθήνα, Hilton, 5-8 Μαΐου 2011, Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, Κλάδος Ιστορίας της Ψυχιατρικής, Στρογγυλή τράπεζα με θέμα: «100 χρόνια σχιζοφρένειας (1911-2011)»
Θα προσπαθήσω να αναφερθώ στα κυριότερα σημεία που σκιαγραφούν την έννοια της σχιζοφρένειας για την ψυχανάλυση και λόγω περιορισμένου χρόνου συγκεκριμένα στην φροϋδική θεωρία. Μια αναλυτική αρχαιολογία της θεωρίας της ψύχωσης είναι απαραίτητη για να ξεκαθαρίσουμε τις δυναμικές που επέβαλλαν τον διαχωρισμό των δύο θεμελιωδών δομών, της ψύχωσης και της νεύρωσης, ανοίγοντας χώρο σε μια διαμάχη τόσο νοσογραφική όσο και τεχνική σχετικά με την ψυχοπαθολογία.
Πρώτα από όλα, ο όρος ψύχωση εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1845 από έναν αυστριακό ψυχίατρο, τον Ερνστ φον Φέχτερσλεμπεν (Ernst von Feuchtersleben), για να αντικαταστήσει αυτόν της τρέλας. Είναι η πρώτη φορά που διαχωρίζουμε την ψύχωση από τη νεύρωση για να σκιαγραφήσουμε το σύνολο των λεγόμενων οργανοψυχικών ή ψυχικών παθήσεων, για να περιοριστούμε αργότερα στις τρεις μεγάλες σύγχρονες μορφές της τρέλας: τη σχιζοφρένεια, την παράνοια και τη μανιοκαταθλιπτική ψύχωση. Ο όρος ψύχωση, εξεταζόμενος από τον Φρόυντ ήδη από το 1894, χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να αποδώσει την ασυνείδητη ανακατασκευή μιας παραληρηματικής ή παραισθητικής πραγματικότητας. Ο Φρόυντ, στην προσπάθεια του να δώσει στην ψύχωση έναν ορισμό που θα επέτρεπε την ένταξή της στο δομικό πλαίσιο της ψυχανάλυσης (νεύρωση, ψύχωση, διαστροφή), εμπλέκεται σε μια νοσογραφική διαμάχη που καταλήγει σε ρήξη με τον Γιούνγκ και τον Μπλόυλερ. Στη θέση του νέου όρου της σχιζοφρένειας, που εισάγει ο Μπλόυλερ το 1911 για να αντικαταστήσει την προγενέστερη πρώιμη άνοια του Κρέπλιν, αντίθετα με τον Γιούγκ που θα κρατήσει αυτόν τον νέο όρο του καθηγητή του, ο Φρόυντ θα επιλέξει να κρατήσει αυτόν της παράνοιας, όρο που εισάγει το 1842 στη γερμανική ψυχιατρική ο Γιόχαν Κρίστιαν Χέινροθ (Johann Christian Heinroth) και στη γαλλική νοσογραφία, το 1887, ο Ζυλ Σεγκλάς.
Στην αλληλογραφία του Φρόυντ με τον Γιούγκ μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η επεξεργασία του φροϋδικού δόγματος για την ψύχωση μεταξύ 1909 και 1911. Είναι αλήθεια ότι αντίθετα με τον Μπλόυλερ, ο Φρόυντ διαλέγει την ορολογία του Κρέπλιν, υιοθετώντας την ιδέα μιας αποσύνθεσης της συνείδησης, ευνοώντας όμως την έννοια της παράνοιας έναντι αυτής της σχιζοφρένειας. Έκτοτε, ο Φρόυντ κάνει την παράνοια το δομικό μοντέλο της ψύχωσης, όπως κάνει την υστερία το πρωτότυπο της νεύρωσης. Για την ψύχωση, μεταξύ παράνοιας και σχιζοφρένειας τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Ίσως, όμως, θα μπορούσαμε να αντιστοιχίσουμε στην υστερία τη σχιζοφρένεια ως πηγή έμπνευσης αλλά και διαμαχών και την παράνοια, αντίστοιχα, με τον ιδεοψυχαναγκασμό, την ενσάρκωση του δομικού παραδειγματικού μοντέλου σε ό,τι αφορά την ψύχωση. Γεγονός πάντως είναι πως στην κλασική φροϋδική ορολογία, η παράνοια έγινε το κατεξοχήν μοντέλο της οργάνωσης των ψυχώσεων από την ανάλυση της περίπτωσης του Σρέμπερ το 1911.
Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τον τρόπο που εισάγεται η σκέψη του Φρόυντ, μέσα από την κλινική του, στις ψυχώσεις και ειδικότερα στη σχιζοφρένεια. Στο κείμενο του για τις Νευροψυχώσεις άμυνας, το 1894, η ουσία είναι να κατανοήσει κανείς ότι ο Φρόυντ βρίσκεται σε μια περίοδο όπου ανακαλύπτει την προέλευση ενός ικανού αριθμού νευρικών συμπτωμάτων που δημιουργούνται από τις φοβίες και τις αναπαραστάσεις καταναγκασμού, προσπαθώντας παράλληλα να κατανοήσει και να εξηγήσει ο ίδιος τον μηχανισμό που φέρει την ευθύνη γι’ αυτά τα συμπτώματα. Εδώ θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Φρόυντ, σ’αυτή την περίοδο, θεωρεί την υστερία, τις αναπαραστάσεις καταναγκασμού και τις φοβίες ως νευροψυχώσεις άμυνας, ενώ τις νευρώσεις άγχους και τις νευρασθένειες ως ενεστώσες νευρώσεις. Ο Φρόυντ πραγματοποιεί μια φωτεινή σύνδεση ανάμεσα στις νευρώσεις άμυνας και τις ψυχώσεις άμυνας προσπαθώντας να συλλάβει τον ψυχολογικό μηχανισμό που φαίνεται να είναι στο κέντρο της ίδιας της έννοιας της άμυνας. Έτσι, ακολουθώντας το κλινικό νήμα των ασθενών του, μιλάει για μία αποτυχία του υποκειμένου να ξεχάσει, που οδηγεί, όπως λέει ο ίδιος, σε «διαφοροποιημένες παθολογικές αντιδράσεις που δημιουργούν είτε μια υστερία, είτε μια αναπαράσταση καταναγκασμού, είτε μια παραισθησιακή ψύχωση». 1 Στο ίδιο κείμενο, λοιπόν, η προσέγγιση του Φρόυντ για την παραίσθηση εξηγείται από έναν δυναμικό τρόπο άμυνας που πετυχαίνει μέσω της απόρριψης της ανεπιθύμητης αναπαράστασης και του συναισθήματος που την συνοδεύει. Το δυστύχημα σ’αυτή την περίπτωση είναι ότι μαζί με την απόρριψη της ανεπιθύμητης αναπαράστασης, που τυχαίνει να συνδέεται άρρηκτα με την πραγματικότητα, προκαλείται παράλληλα και η αποκόλληση του εγώ από την πραγματικότητα. Κατά μία έννοια, λοιπόν, το υποκείμενο χάνει το συνειδητό κέντρο σύνδεσής του με την πραγματικότητα. Ο Φρόυντ θα κρατήσει για αρκετό καιρό αυτή την οπτική σχετικά με την παραίσθηση και γενικότερα τον ψυχωτικό τρόπο λειτουργίας.
Μετά τις Νευροψυχώσεις άμυνας του 1894 και τις Μελέτες στην υστερία του 1895, ο Φρόυντ θα γράψει τις Νέες σημειώσεις στις νευροψυχώσεις άμυνας, το 1896, όπου παρουσιάζει την άμυνα ως κεντρικό σημείο στη δομή λειτουργίας των νευρώσεων και τροφοδοτεί την ιδέα ότι η παράνοια είναι μια ψύχωση άμυνας, η οποία, όπως η υστερία ή οι αναπαραστάσεις καταναγκασμού, προέρχεται από την απώθηση οδυνηρών ενθυμήσεων. Τονίζει ότι, όπως στην υστερία η απώθηση πραγματοποιείται μέσα από τη μετατροπή της σωματικής εννεύρωσης και η νεύρωση καταναγκασμού μέσα από την υποκατάσταση ή την μετάθεση, στην παράνοια ο εξειδικευμένος μηχανισμός απώθησης εκφέρεται μέσω της παραίσθησης. Μια σημαντική συμβολή του Φρόυντ, στο ίδιο κείμενο, αποτελεί η παρατήρησή του, σε μια γυναίκα ασθενή του 30 ετών, ότι η εκφορά του ασυνειδήτου μέσω των παραισθήσεων επιστρέφει στον ασθενή ως οι φωνές που ακούει. Με άλλα λόγια, ο ασθενής υποβάλλεται σε μια φωνητική εκφορά των παραισθήσεών του. Στο κείμενο, λοιπόν, του 1896, οι παραισθήσεις ορίζονται ως συμπτώματα της επιστροφής του απωθημένου και ως ένας, ας πούμε, συμβιβασμός ανάμεσα στη δύναμη επιστροφής του απωθημένου και την αντίσταση του εγώ και οι παραληρηματικές ιδέες αποτελούν την επιστροφή του απωθημένου, μέσω της προβολής, την ίδια στιγμή που η άμυνα της καχυποψίας απέναντι στους γύρω εγείρεται ως σύμπτωμα. Έτσι, για τον Φρόυντ εκείνης της εποχής, η έννοια της ψύχωσης χρησιμοποιείται για να σκιαγραφήσει την ασυνείδητη ανακατασκευή μιας παραληρηματικής ή παραισθησιακής ιδέας από το υποκείμενο, γεγονός που, και στις δύο περιπτώσεις, παρουσιάζεται γύρω από τον κεντρικό μηχανισμό της απώθησης ως άμυνας.
Ένας από τους πρώτους θεσμούς που υιοθέτησαν ένα ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση, πέρα από τον στενό κύκλο μαθητών του Φρόυντ, ήταν η ψυχιατρική κλινική του Μπουργκολσλί (Burghölzli) στη Ζυρίχη, όπου διευθυντής, από το 1898, ήταν ο θεωρητικός της σχιζοφρένειας Μπλόυλερ, δάσκαλος του Γιούγκ που εκτελούσε χρέη επιμελητή ιατρού (médecin assistant), στην ίδια κλινική, από το 1900 και όπου υποστήριξε διδακτορική διατριβή με υπεύθυνο καθηγητή τον Μπλόυλερ το 1901. Όταν ο Φρόυντ θα γνωρίσει τον Γιούγκ, το 1907, ο τελευταίος θα έχει ήδη γίνει διευθυντής (médecin-chef) της κλινικής. Την ίδια χρονιά, ο Φρόυντ θα γνωρίσει και έναν άλλο μελλοντικό μαθητή του, τον Καρλ Άμπρααμ. Τόσο ο Γιούγκ όσο και ο Άμπρααμ θα επηρεάσουν με τον πλέον καταλυτικό τρόπο την θεωρητικοκλινική προσέγγιση του Φρόυντ για τις ψυχώσεις.
Ο Φρόυντ μελετώντας, όπως φαίνεται σ’ένα γράμμα στον Άμπρααμ της 26ης Ιουλίου 1907, το κείμενο Σημασία των νεανικών σεξουαλικών τραυματισμών για την συμπτωματολογία της πρώιμης άνοιας, επισημαίνει ότι οι ιδιοπαθητικοί, 2 που πολλές φορές περνούν στην παράνοια, αποτελούν άτομα στα οποία η εξέλιξη από τον αυτοερωτισμό στην αγάπη του αντικειμένου εκπληρώνεται με τρόπο ελαττωματικό και πως από ψυχιατρική σκοπιά, για ένα μέρος ανοϊκών ασθενών, αυτός ο παράγοντας θα ήταν η περιζήτητη προδιάθεση στην μετέπειτα έναρξη της ασθένειας. Εδώ ο Φρόυντ υπογραμμίζει σ’ αυτή του την παρατήρηση ότι υπάρχει μια ομοφωνία με τη γενική παθολογία σύμφωνα με την οποία η έναρξη μιας ασθένειας σημαίνει πάντοτε ένα βήμα προς τα πίσω στην εξέλιξή της επισημαίνοντας στον Άμπρααμ τον συγκεκριμένο παράγοντα. Ο Άμπρααμ από τη μεριά του τονίζει την ανάγκη διαφοροποίησης της πρώιμης άνοιας από τις οργανικές ψυχώσεις και την επιληψία επιζητώντας την αντικατάσταση του όρου άνοια, για τις χρόνιες ψυχικές παθήσεις, από έναν άλλο που θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα το πάγωμα της ανάπτυξης της προσωπικότητας, δηλαδή τον προσωπικό τρόπο αντίδρασης στα ερεθίσματα του έξω κόσμου που θα συγκρατούσε παράλληλα τις πιο στενές σχέσεις με την σεξουαλικότητα.
Την ίδια χρονιά, στην αλληλογραφία του Φρόυντ με τον Γιούγκ αναδεικνύεται και η διαφωνία τους σχετικά με την πρώιμη άνοια. Ενώ ο Γιούγκ υποστηρίζει ότι η λίμπιντο που απομακρύνεται από το ποθητό αντικείμενο εδράζεται σε μια φαντασιωσική αναπαράσταση που αντικαθιστά το ίδιο το αντικείμενο και με την οποία η λίμπιντο αναπτύσσει ένα αυτοερωτικό παιχνίδι, ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι η λίμπιντο εγκαταλείπει την αναπαράσταση του αντικειμένου και αυτή η ίδια η αποεπενδυμένη αναπαράσταση εκφέρεται ως αντίληψη που, επομένως, μπορεί να προβληθεί προς τον έξω κόσμο. Εδώ, πολύ συνοπτικά, ο Φρόυντ αναφέρει τρία πεπρωμένα της λίμπιντο σε σχέση με την ψύχωση όπου: α) η καθολική επιτυχία της απώθησης αποτελεί τη χαρακτηριστική εξέλιξη της πρώιμης άνοιας, β) η απώθηση μετατρέπεται ουσιαστικά σε απόρριψη (rejet) εξηγώντας το γιατί όλος ο πόνος του υποκειμένου σε σχέση με τον τρόπο του να αμυνθεί ενάντια στην ανεπιθύμητη αναπαράσταση εκφέρεται ως απόρριψη της πραγματικότητας και γ) αντίθετα με την παράνοια, όπου ο αυτοερωτισμός δεν καταφέρνει να εδραιωθεί ολοκληρωτικά, στην πρώιμη άνοια η επιστροφή στον αυτοερωτισμό επιτυγχάνεται με τον καλύτερο τρόπο. Σ’ αυτό το σημείο ο Φρόυντ επισημαίνει στον Γιούγκ ότι οι μηχανισμοί γύρω από τον αυτοερωτισμό δεν ισχύουν μόνο για την πρώιμη άνοια, όπως υποστηρίζει ο Μπλόυλερ, άλλα και για την παράνοια και αναφέρει το παράδειγμα της αμέντια του Meynert, 3 όπου η παραισθησιακή παρανοϊκή προβολή επιτυγχάνεται με τον καλύτερο τρόπο, δηλαδή, η εικόνα του ποθητού αντικειμένου γίνεται άμεσα αντίληψη. Εδώ οφείλουμε να πούμε ότι ο Φρόυντ εκείνη την εποχή έχει ήδη εισέλθει σε μια θεωρητική τροχιά όπου η παράνοια παραμένει γι’ αυτόν η κυρίως θεωρητική έννοια, δηλαδή αυτή που αποδίδει τον δομικό χαρακτήρα της ψύχωσης, ενώ την πρώιμη άνοια την βλέπει περισσότερο σαν μία έννοια αμιγώς κλινική, δηλαδή σαν μια ψυχοπαθολογική-διαγνωστική κατηγορία.
Ο Φρόυντ το 1911 προσεγγίζει τη σχιζοφρένεια θεωρώντας ότι η παραίσθηση είναι αυτή που αποτελεί την προσπάθεια θεραπείας του υποκειμένου, ενώ για την παράνοια θεωρεί ότι αντίστοιχα είναι ο μηχανισμός της προβολής. Τάσσεται υπέρ της προσέγγισης του Κρέπλιν (Kraepelin) λέγοντας ότι συμφωνεί στην ένωση αυτού που παλαιότερα ονομαζόταν παράνοια με την κατατονία και άλλες παθολογικές μορφές σε ένα κλινικό σύνολο για το οποίο όμως παραδέχεται ότι ο όρος πρώιμη άνοια επιλέχτηκε αδέξια. Όσο για την μπλοϋλερική ονομασία, θεωρεί ότι δεν αποδίδει με ικανοποιητικό τρόπο το ίδιο σύνολο ψυχοπαθολογιών, θίγοντας παράλληλα το ότι την εποχή που επιλέχτηκε ο όρος είχε λησμονηθεί η γραμματική του προέλευση. Την ίδια εποχή, και αφού συγγράφει το μοναδικής κλινικής ανάλυσης κείμενο του για τον Σρέμπερ, θα επιλέξει την παλιά ονομασία της πρώιμης άνοιας και όχι αυτή της σχιζοφρένειας. Ουσιαστικά μ’ αυτόν τον τρόπο ευνοεί την παράνοια με σκοπό, παρότι πολλές φορές το κλινικό ταμπλό της συμπληρώνεται από στοιχεία σχιζοφρένειας, να δημιουργήσει για τις ψυχώσεις μια ψυχαναλυτική κλινική της λίμπιντο που να μπορεί να δικαιολογήσει τη νοσογραφική αυτονομία της ίδιας της παράνοιας. Ο Φρόυντ καταλήγοντας θα πει ότι το πιο σωστό θα ήταν να επιλεγεί ο όρος της παραφρενίας στη θέση του όρου της πρώιμης άνοιας γιατί, παρόλο το ακαθόριστο περιεχόμενο της ίδιας της ονομασίας του, εκφράζει τις σχέσεις της με την παράνοια, της οποίας ο ονομαστικός προσδιορισμός είναι αδιαμφισβήτητος και επιπλέον παραπέμπει στην ηβηφρένια που είναι απορροφημένη στον ορισμό της. 4
Ένα μεγάλο κεφάλαιο της ψυχανάλυσης αποτελεί η έννοια του ναρκισσισμού, την οποία ο Φρόυντ εισάγει μέσα από την παραφρενία και τη σχιζοφρένεια. Το κρίσιμο ερώτημα που θέτει ο Φρόυντ στο κείμενό του για την εισαγωγή του ναρκισσισμού έχει να κάνει με το ποιο είναι, στη σχιζοφρένεια, το πεπρωμένο της λίμπιντο που απομακρύνεται από το αντικείμενο; Η απάντηση που δίνει, μέσα από το μεγαλομανιακό παραλήρημα, είναι ότι η λίμπιντο που απομακρύνεται από τον εξωτερικό κόσμο μεταφέρεται στο εγώ με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζει στο υποκείμενο τη φάση του ναρκισσισμού. Έτσι το μεγαλομανιακό παραλήρημα εκφέρεται ως μία επανεκδήλωση μιας προϋπάρχουσας κατάστασης. Ας πούμε ότι πρόκειται για μία φάση όπου το υποκείμενο βιώνει οτιδήποτε είχε επενδύσει στο παρελθόν στη βάση ενός πρώιμου ναρκισσισμού ως την επιστροφή μιας δευτερογενούς κατάστασης, όπου οι ίδιες αυτές επενδύσεις εμφανίζονται ως μια καταρρακωμένη και αδιέξοδη ιστορία επενδύσεων. Έτσι, με κάποιο τρόπο, δικαιολογείται η εισαγωγή του ναρκισσισμού μέσω των παραφρενιών ή των, κατά Μπλόυλερ, σχιζοφρενειών. Βέβαια σ’ αυτή την προσπάθειά του για την εισαγωγή του ναρκισσισμού σημαντικό ρόλο στις μελέτες του Φρόυντ διαδραμάτισε και ένας άλλος μαθητής του, ο Φερέντσι, από τον οποίο ο Φρόυντ εμπνεύστηκε σε μεγάλο βαθμό τη σε βάθος μελέτη του ναρκισσισμού μέσα από την ανάλυση των παραφρενιών, της υποχονδρίας, αλλά και της ερωτικής ζωής. Η θεώρηση του Φρόυντ είναι σ’ αυτό το επίπεδο απλή. Ένα άτομο που βρίσκεται σε εξέχουσα κατάσταση οργανικού πόνου απομακρύνει το λιβιδινικό του ενδιαφέρον από τα αντικείμενα του πόθου, καθώς και το ενδιαφέρον του για τα πράγματα του εξωτερικού κόσμου. Ακολουθώντας αυτή την υπόθεση, ένα υποκείμενο που υποφέρει οργανικά μετατοπίζει, κατά κάποιο τρόπο, τις λιβιδινικές του επενδύσεις στο εγώ για να τις διοχετεύσει εκ νέου μετά την ανάρρωσή του. Σύμφωνα μ’ αυτή την απλή λογική, λοιπόν, λίμπιντο και επένδυση του εγώ αποκτούν το ίδιο πεπρωμένο και άρα καθίστανται αδιαφοροποίητα. Με τον ίδιο τρόπο στην υποχονδρία μπορεί να επέλθει μια απομάκρυνση της επένδυσης του εγώ και της λίμπιντο των εξωγενών αντικειμένων για να εστιαστούν στο όργανο που μονοπωλεί την αίσθηση του πόνου.
Πριν ολοκληρώσουμε τη συνοπτική παρουσίασή μας γύρω από την ψυχαναλυτική προσέγγιση της σχιζοφρένειας, να συμπληρώσουμε ότι ο Φρόυντ βρίσκει σ’ αυτό που ονομάζει γλώσσα του οργάνου την αντιστοιχία με τη γλώσσα του σχιζοφρενή. Θεωρεί ότι η κατασκευή της γλώσσας στη σχιζοφρένεια πηγάζει από μια πρώιμη ψυχική διαδικασία όπου γεννιέται οτιδήποτε κινητοποιεί την επένδυση μιας αναπαράστασης. Στη γλώσσα του σχιζοφρενή υπάρχει μια μετάθεση και μια πυκνή αλληλουχία των λέξεων, όπου η αναπαράσταση της μιας λέξης διαδέχεται την αναπαράσταση μιας άλλης χωρίς σημασιοδοτική επένδυση. Η διαδικασία φτάνει σε τέτοιο σημείο που μία μόνο λέξη μπορεί να αναλάβει την ευθύνη της αναπαράστασης μιας ολόκληρης αλυσίδας σκέψεων. Αυτό ωθεί τον Φρόυντ να πει πως οι σχιζοφρενείς «χειρίζονται τα συγκεκριμένα πράγματα σαν να ήταν αφηρημένα».5 Υπάρχει ένας κοινός τρόπος όπου η αμέντια, το όνειρο και η σχιζοφρένεια κινητοποιούνται από μια πρώιμη ψυχική διαδικασία που γεννά τις αναπαραστάσεις αδιαφορώντας ας πούμε γι’ αυτό που ο Φρόυντ ονομάζει δοκιμασία της πραγματικότητας. Αυτό στις συγκεκριμένες ψυχικές καταστάσεις επιτυγχάνεται από αυτό που ο Φρόυντ ονομάζει «αποτελεσματική αντίφαση», που συνίσταται στο ότι η επένδυση του συνειδητού, μέσω του οποίου προβάλλεται η παραίσθηση, δεν πραγματοποιείται στο εξωγενές περιβάλλον (όπως συνήθως γίνεται με το συνειδητό), αλλά στον εσωτερικό κόσμο. Πρόκειται δηλαδή για μια παλινδρόμηση στο εσωτερικό του ψυχικού οργάνου που πραγματοποιείται από μία εισβολή του συνειδητού που απενεργοποιεί τον ρόλο του ελέγχου της πραγματικότητας. Οι διαφορές τώρα μεταξύ των τριών ψυχικών καταστάσεων είναι ότι, αντίθετα από την αμέντια που αντικαθιστά, μέσα από την επένδυση του συνειδητού, ένα μέρος της δυσβάσταχτης πραγματικότητας από ένα άλλο πιο παραισθησιακά προσαρμοσμένο, στην περίπτωση του ύπνου, το όνειρο αδιαφορεί για το τι γίνεται στον έξω κόσμο. Επίσης, αν στην αμέντια μιλάμε για αντικατάσταση ενός μέρους της πραγματικότητας από ένα άλλο επενδύοντας, όμως, στη δυναμική του εγώ, στη σχιζοφρένεια, η συνθήκη μιας νέας πραγματικότητας είναι η αποδυνάμωση και διάσπαση του εγώ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Freud Sigmund, Les névropsychoses-de-défense, 1894, στο Œuvres complètes Psychanalyse, Τόμος III, 1894-1899, PUF, Παρίσι, 1998, σελ. 6.
2 Ψυχικά ασθενείς χωρίς εμφανή αιτιολογία.
3 Theodor Meynert, Klinische Vorlesungen über Psychiatrie (Κλινικά μαθήματα ψυχιατρικής), 1890.
4 Freud Sigmund, Remarques psychanalytiques sur un cas de paranoïa (Dementia paranoides) décrit sous forme autobiographique, 1910, στο Œuvres complètes Psychanalyse, Τόμος X, 1909-1910, PUF, Παρίσι, 1993, σελ. 296.
5 Freud Sigmund, L’inconscient, 1915, στα Œuvres complètes Psychanalyse, Τόμος XIII, 1914-1915, PUF, Παρίσι, 2005, σελ. 220.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.