Μάριος Μαρκίδης
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
[Ανεμομαζώματα, Εκδ. Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη 1992]
«Η Έδεσσα… γιατί αδιάκοπα λησμονιέται»
Μ. Μέσκος
Ένα παράξενο ποίημα του Α. Θ. Νικολαΐδη, που μου ’χε κάνει εντύπωση από παλιά, ιχνηλατεί μέσα στους δαιδαλώδεις λαβυρίνθους της ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο και δώθε μια λέξη – δε λέει (κι ούτε κι έχει σημασία) ποια. Τη γυρεύει όπως ένας τοξικομανής την πρώτη δόση του, όπως γυρεύει ο Πολίτης Καίην εκείνο το πρώτο σημαίνον, το για μας άσχετο, που σφράγισε τη ζωή του. Rosebud.
Στον Όμηρο πρώτη φορά τη συναπάντησα
κι από τότε χρόνια μέσ’ στα κείμενα
την κυνηγούσα. Μεταμφιεσμένη μερικές φορές
επρόβαλε σε παραμελημένους χρονικογράφους
ή ενσφηνωμένη πνίγονταν σε λέξεις συνθετικές.
Σε μακρινές διαλέκτους της Ελληνικής
την ξαναβρήκα μ’ αλλοιωμένο κάπως νόημα
και σ’ εργαστήρια χημικά μετασχηματισμένη
σ’ όρους
επιστημονικούς: βάρβαρα χείλη την ψελλίζουν
με ποικίλες προφορές.
Ω ναι, δεν πέθανε…
(Μια λέξη)
Το φιλί παίζει μαζύ μας κρυφτό, μόνο όμως επειδή μάθα-με τι είναι φιλί και τι κρυφτό. Και δεν υπάρχει πια παρά μόνο διά του κρυφτού – μπορεί να μην πέθανε, μα ούτε και πρόκει-ται να ξαναζήσει. Αυτά, φυσικά, είναι μάλλον δικές μου φα-ντασιώσεις. Σκέφτομαι όμως σοβαρά, έτσι που έχω συνηθίσει στη δουλειά μου να καταγράφω με επιμέλεια βίους ανθρώπων, αν το συνειδητοποιούμε όσο πρέπει στο καθημερνό μας πάρε δώσε πως το λεξικό δεν έχει απλώς μια δική του ζωή, που μπορεί να σημαίνει πως η γλώσσα «ανασαίνει» σαν ένας κισσός στο σκοτάδι, έχει κυρίως μια βιογραφία, πράγμα που σημαίνει ηλικίες των λέξεων, γέννηση, καριέρα και θάνατο. Το ξέρω πως λέω εδώ μια κοινοτυπία, θέλω όμως να φτάσω σε τούτο: όταν λέω πως το λεξικό χαρακτηρίζεται κυρίως από μια βιογραφία, το εννοώ όχι ως αντικείμενο μιας ιστορικής μοίρας αλλά ως υποκείμενο τής Ιστορίας – δεν γράφεται τόσο απ’ αυτήν όσο τη γράφει.
Πρώτα χάνεται η λέξη «(η) γκαζά», κι ύστερα παύουμε να ξέρουμε πια το παιχνίδι με τις γκαζές. Αυτό είναι το σχόλιό μου. Πρώτα εξαφανίζεται η λέξη, σα μια φιλενάδα που αποφάσισε να διακόψει τον δεσμό της, κι ύστερα έχει χτιστεί πολυκατοικία ακόμη κι ο τόπος όπου παιζότανε η λέξη. Διότι κανείς δεν θα θυσίαζε για χάρη της τσέπης ενός εργολάβου τον τόπο του, αν δεν είχε πεθάνει μέσα του η λέξη που ήθελε τον τόπο δικό της. Για να γίνεις αστήριχτος, έρμαιο των Σκοπίων (ή άλλων), πρέπει να έχει χαθεί το στήριγμα.
Σ’ αυτό, με τη μια ευκαιρία ή με την άλλη, με τους θανάτους στον Παράδεισο είτε με τα παιχνίδια στον Παράδει-σο (την «ονειρεμένη τοποθεσία των παιχνιδιών μας…», – Μ. Μέσκος), έρχομαι και επανέρχομαι. Τώρα θα επιμείνω στην παρατήρηση περί της βιογραφίας του λεξικού, σημειώνοντας πως μπορεί η λέξη να γεννιέται παρέχοντας τις μεγαλύτερες ελπίδες (π.χ. μια λέξη «μουζούκια» που πάει να πει ζαβολιές στο παιχνίδι – βλ. πάλι στον Μέσκο) και να ενηλικιώνεται δια-ψεύδοντας ολοσχερώς τις ελπίδες που στηρίχτηκαν πάνω της (μα και το αντίθετο ενδέχεται φυσικά να συμβεί). Μουζούκια πια δεν λέμε – και τα παιχνίδια μας παράκμασαν επειδή δεν κάνουμε πια ζαβολιές. Όλοι εδώ κάτω, στη μυστήρια αυτή πατρίδα, κερδίζουμε σήμερα. Κι αν πρέπει για να κερδίσουμε να πατήσουμε πάνω σ’ ένα πτώμα, δεν είναι μουζούκι αυτό, είναι απλούστατα παλιανθρωπιά ή και πουστιά – εντελώς άλλο δηλαδή πράγμα. Εξάλλου, είπαμε κάποτε τη λέξη «δημοκρα-τία», κι ούτε κι εμείς πιστεύαμε πως θα μπορούσε η λέξη να ζήσει. Οι Παφλαγόνες χτυπούσαν την ίδια στιγμή την πόρτα. Κι όμως ζει και βασιλεύει (δεν πρόκειται για εσωτερική αντί-φαση όρων; δημοκρατία, όπως την καταφέραμε, είναι μια υποκριτική μοναρχία).
Σ’ έναν έστω βαθμό, η έκβαση αυτή του ύψους ή του βάθους, που δεν δέχομαι πως την υπαγορεύουν μονοπωλιακά οι εξωγλωσσικοί όροι, εξαρτάται από την έννοια που θ’ ανακαλύψει σε κατάσταση απορίας, περιπλανώμενη, η λέξη, για να έρθει να κολλήσει απάνω της (όπως κόλλησε η λέξη «Αμερική», η από τα πριν καθώς υποστηρίζω δοσμένη, πάνω σε κάποιο περίσσεμα της έννοιας Ευρώπη). Γιατί οι λέξεις μπορεί να είναι καλοί ή κακοί κυνηγοί, μα και οι έννοιες ενδέχεται να προσφέρονται για δεσμό ή να μην προσφέρονται. Της αδέσμευτης, έρχεται η λέξη να της περάσει στεφάνι, να τη νομιμοποιήσει μπροστά στα μάτια των ανθρώπων. Αν δεν της αλλάξει βέβαια (επειδή έτσι της κάπνισε!) της έννοιας έννοια. Όπως η λέξη Πόντιος, διά των καλαμπουριών της, έκανε σήμερα σ’ έναν Πόντιο. Η έννοια λοιπόν μπορεί ν’ αλλάξει τροπάριο επειδή έτσι η λέξη το θέλησε, μα κι επειδή οι ίδιες οι έννοιες συμβαίνει να τρίβονται απ’ την πολυχρησία και να γερνούν – και να παύουν να είναι αξιόμαχες απέναντι στην αυθαιρεσία των λέξεων. Γερνούν, κάποτε μάλιστα γερνούν πιο φριχτά από τις λέξεις, γέρνουν στη γη κι εξαφανίζονται…
Στο σημείο που οι έννοιες παρουσιάζουν ζωική εξάντληση και σβήνουν (δε μιλώ, όπως προσέχει ο αναγνώστης, για τα «πράγματα» – δεν έχουνε να κάνουν μαζύ μας τα πράγματα), αν η λέξη έχει προφτάσει να πρωτοκολλήσει τις νέες επενδύ-σεις της σώθηκε (λογάριασε π.χ. τη λέξη «ιπποδύναμη» ή τη λέξη «ζευγάρι», που χάθηκε αμετάκλητα σαν «όργωμα» μα ζει αλλιώς). Μα έτσι, η λέξη μπορεί καμιά φορά να ήταν μισοάτυχη και να σώθηκε απλώς καταφεύγοντας σ’ έναν οίκο ευγη-ρίας – όπως λ.χ. η λέξη «παρθενία», που δε βρίσκει πια σήμερα να της παραδοθεί τίποτα παρθένο, κυριολεκτικά είτε και μεταφορικά. Εκτός απ’ το «αγνό, παρθένο μαλλί» της διαφή-μισης, που φωνάζει λυπητερά τη στιγμή που το καταπίνουν οι πολυεστέρες… Η πρόταση εξάλλου:
Το σιωπητήριο έχει χτυπήσει από ώρα μεταμορ-
-φώνοντας το πεδίο της μάχης σε παρθένα γη
(Τάκη Σιμώτα, Λοιπός οπλίτης)
δεν είναι (κι ούτε θέλει να είναι) μια νέα ζωή της λέξης «παρθενία», είναι πρωτίστως ένας κλαυσίγελως πάνω απ’ το μνημούρι της. Πρέπει εν τούτοις να επαναλάβω πως άλλες φορές μια λέξη είναι πολύ πιο τυχερή, κι αλλάζοντας στέκι κάνει την τύχη της. Και ξαναλάμπει τότε με μια ομορφιά που μπορεί ποτέ, ούτε όταν πρωτογεννήθηκε, να μην την υποσχέ-θηκε. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει η ποίηση – κι επειδή ο ποιητικός λόγος, άμα ευδοκήσει, ξαναθέτει πάντα επί τάπη-τος τα υπόλοιπα των παιδικών παραδείσων και τα γυαλίζει. Φτιάχνει απ’ το μολύβι χρυσάφι.
Ξαναπιάνω τη γκρίνια μου: γέρασε λ.χ. (και κακογέρασε μάλιστα!) η λέξη «αναγνώστης», που ξεκίνησε στη νεοελληνική ζωή της γλώσσας μας να πει τον βοηθό του ψάλτη και βρέθηκε στο ιταμό σήμερα να εκτρέφει τις ελπίδες δυο μάλλον άσχημων συμπλεγμάτων φθόγγων: του «περιοδικού» και της «εφημερί-δας». Κανένα περιοδικό και καμιά εφημερίδα δεν είναι «χτεσι-νά», όλα είναι σίγουρα «αυριανά». Και σε λίγο δεν θα χρειάζο-νται καν αναγνώστες, γιατί θα φέρνουνε τα νέα που θέλουνε «άλεκτα» στον ύπνο μας, ή στον μακάριο ύπνο του ξύπνου μας που ονομάσαμε με τη λέξη τέρας «τηλεόραση». Εμείς όμως θα συνεχίσουμε να λεγόμαστε αναγνώστες. Γι’ αυτό είναι υποκριτική η αγωνία τους, γιατί είμαστε καταδικασμένοι να υπάρχουμε. Η λέξη, βυθισμένη κατά τα άλλα στην από-γνωση, δε θα χαθεί –και να το θέλει–, κι ας χάθηκε η ανάγνωση ως «ψάλσιμο». Δε θα χαθεί όπως χάθηκε το «χειρόμυλο», το «λυχνάρι», το «σκαμνί» [λατινικά: scamnum], το «αδράχτι» (πρβλ.: «δραχμή»), η «δαχτυλήθρα», το «δαδί», ο «ληνός» (το πατητήρι των σταφυλιών – θυμήσου τα λήναια), η «πυροστιά», το «ζωνάρι», ο «νταμαχιάρης», ο «ακαμάτης». Δε θα πάρει τη θέση της ένας αλλιώτικα ηλίθιος «λαμπτήρ», που δεν ξέρει από πού κρατάει η σκούφια του. Η λέξη «αναγνώ-στης» στάθηκε απλούστατα, μέσα στην απρόσωπη φιλοτιμία του νόμου των πιθανοτήτων που διέπει τους έναρθρους ήχους, τυχερή – ή και άτυχη, όπως το πάρει κανείς. Η λέξη «σφεντόνα» εξάλλου στάθηκε άτυχη – ή και τυχερή, που δεν ήρθε να σημάνει για να σωθεί καμιά τριτοκοσμική αχρειότητα. Όπως το πάρει κανείς.
Μια παροιμία του Αραβανί, του τόπου όπου τα ελληνικά πεισμάτωσαν ανάμεσα στο πλήθος των αγαρηνών και σώθη-καν μισολυωμένα (βλ. Δ. Φωστέρη και Ι.Ι. Κεσίσογλου, «Λεξι-λόγιο του Αραβανί». Αθήνα 1960), διερωτάται: Ας το αγάς πέφτσει μ’ νιχέρ; Από το δέντρο, λέει, γίνεται να πέσει πέτρα; Εννοώντας ασφαλώς τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε πια να κάνουμε ελόγου μας, οι κάτοικοι του Αιγαίου 1991, έτσι που έχουμε απομακρυνθεί αγιάτρευτα από το σόι της πέτρας. Σπανουμένοι [τρομαγμένοι], σπουDασμένοι [βιαστικοί], καλιγωμένοι [εξαπατημένοι], στείροι και για το πολύ καλό και για το πολύ κακό. Το πιο μεγάλο αμάρτημα… Άλλη μια παροιμία λέει: Απ’ ένα πρόβατο, εργιό [=δύο] Dερματα Dε βγαίνουν, δυο δέρματα δεν δίνει ένα και το αυτό πρόβατο. Είμαστε, λόγω των «ευρωπαϊκών» εδώ ή των «τριτοκοσμικών» εκεί προσα-νατολισμών μας, στη θέση του πρόβατου – δείχνουμε πια καθαρά τι είδους δέρμα γίνεται να δώσουμε και τι δε γίνεται.
Ίσως να τέλειωσε με μας η παραγωγή γενικά δέρματος, ίσως να δώσαμε απλώς το δικό μας δέρμα και σχολάσαμε. Κι όμως, κάπου κάπου, γράφοντας ακριβώς τις παροιμίες μας, για τις οποίες μας καρπαζώνουν όλοι (ή: τους στίχους μας, που δεν προσέχει κανείς) φαίνεται σαν κάπως ακόμη να γίνεται να «δώσουμε». Πως οι λέξεις μας δηλαδή, μέσα στη γενική κακοφωνία όπου ώς κι η γραμματική τους ταυτότητα συμφι-λιώθηκε πρόωρα γηρασμένη με τις νεοελληνικές έννοιες μας (δες το ραδιοφωνικό διαμάντι: «Να πούμε πως ο πρόεδρος έπαιξε σήμερα το αγαπημένο του γκολφ…» – ένθα το «να πούμε» εκείνο ανασταίνει ακατάλληλα ένα δήθεν προστακτι-κό απαρέμφατο «ειπείν»), πως οι λέξεις μας, με φαγωμένες οικτρά τις καταλήξεις τους και τις πιο πολλές φορές νοθευμέ-νες με ανελλήνιστους φθόγγους, έχουν παραταύτα ακόμη το σθένος να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα, να ξαναδοκιμάσουν σε νέες θάλασσες τα κουπιά τους, να διαγράψουν πάλι μια τροχιά «τριών» (όπως λέγανε οι παπούδες μας) «ηπείρων». Από τη Σαλονίκη, λ.χ., μέχρι την Κομμαγηνή. Δεν υπαινίσσομαι την άκλιτη τροχιά ενός «στουκαπούτς» (παρατσούκλι, εξηγεί στα «Παιχνίδια» του ο Μέσκος), ή ενός «στακαμάν» (= «Ψηλά τα χέρια!»), νοσταλγικών βαρβαρισμών της παιδικής μας ηλικίας, κλαδιών που ποτέ δεν έπαψαν να μπολιάζονται στην ελληνική γλώσσα και που, άλλωστε, αμφότερα σήμερα ξεράθηκαν. Δεν υπερασπίζομαι καν το βάρβαρο αίμα, κι ας είναι αλήθεια πως τότε χώνευε μέσα στο ελληνικό ενώ σήμερα όλα δείχνουνε πως το χωνεύει. Αυτό που εξηγώ είναι πως σ’ ό,τι φαίνεται να χαλάει, εν μέρει τουλάχιστο, τα απαίσια σχέδια μιας νεοελληνίδος αυτοκράτειρας ονόματι Απαισιοδοξίας, οι περισσότερες ευθύνες πρέπει να πέσουν στις πλάτες της ποίησης. Στοίχημα και έπαθλο, είπε ο φίλος μου.
Έρχομαι έπειτα απ’ τα παραπάνω να πω τούτο: το να εκδώσεις, εδώ που εκδίδομαι τώρα κι εγώ, καμιά τριανταριά ποιήματα με τον τίτλο «Λοιπός οπλίτης», δεν συνιστά μόνο ποιητικό απολογισμό μιας μάλλον οδυνηρής (όσο και νοσταλγουμένης, λόγω της παράδοξης λειτουργίας της νοσταλγίας) εποχής της ζωής σου, ενός ιστορικά συμπτωματικού «περά-σματος» πάνω στο οποίο, όπως θέλει να καταλάβουμε ο ποιητής (ο Τ. Σιμώτας), είτε αυτοκτονείς καταγγέλλοντας την αγριότητα της ανθρωπολογίας είτε αναβάλλεις ν’ αυτοκτονή-σεις (το συνηθέστερο βέβαια είναι το δεύτερο, τρόπος διά του οποίου ο Σιμώτας προκαλεί τον Καρυωτάκη, όσο κι ερμηνεύει τον Ζήνωνα τον Ελεάτη: ένα βέλος αναβάλλει συνεχώς την επαφή με τον στόχο του…). Αυτό που συμβαίνει επιπλέον είναι ότι οδηγείς σε μια καινούργια καριέρα εκείνο το «ΛΟΙΠΟΣ», γνωστό ανάμεσα στους δημότες της Ιερουσαλήμ μόνο διά των πληθυντικών του βαθμών – «λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις» και τα λοιπά και τα λοιπά… Διότι το «λοιπός» δεν μπορεί ποτέ να είναι ένα. Όπως κι ο οπλίτης άλλωστε, αυτό το παλαιομοδίτικο χαρτί της στρατηγικής τέχνης, δεν μπορεί κι αυτός να μείνει σκέτος ένας. Δεν υπάρχει ο «οπλίτης» ως ένας, όπως μπορεί να υπάρχει ως ένας ο αρχιστράτηγος Παπάγος. Νομίζω ότι σ’ αυτό είμαι αρκετά πειστικός. Το «λοιπός» ανοίγει τώρα δρόμο σπρώχνοντας με τους αγκώνες του ανάμε-σα σε δυο σφιχταγκαλιασμένα λήμματα του νεοελληνικού λεξικού, απαιτεί ν’ αναγνωριστεί το ενικό δίκιο του, φωνάζει, δίνει παρουσία – αντλώντας δικαιώματα από έναν ύπουλο φαντάρο, συγκεκριμένον όσο κι αόριστο, που τρέχει για την αλχημεία του πρωινού ροφήματος έχοντας καταλάβει πως έμεινε «ένας». Κι ας λέει ο Μακρυγιάννης πως ζούμε στο «εμείς», δεν υπάρχουμε σήμερα «εμείς».
Το ότι επιπροσθέτως η λέξη «οπλίτης» στη σύγχρονη πολεμική μηχανή ολοένα και περισσότερο παρακμάζει –και τείνει μάλιστα να περιπέσει σε οριστική σιγή χάριν της έκφρα-σης «χειριστής κομπιούτερ»– προσδίδει μεγαλύτερη ποιητική ένταση στο φιλέρημο «λοιπός». Ο λοιπός δεν ξέρει να χειρίζε-ται τίποτα, δεν είναι «ειδικός» σε τίποτα, ξέρει μόνο να πεθαίνει (ή να λουφάρει, αν δεν είναι το μετεωρολογικό δελτίο της ελληνικής χερσονήσου προς τον θάνατο). Λοιπός είναι ένας αλλόκοτος τελευταίος, που δεν υπάρχει πια – έτσι λέει ο κομπιούτερ. Πλην όμως, η νέα ανατολή της λέξης μέσα στο λεξικό ήδη διεκδικήθηκε (κι ίσως να κερδηθεί), ο ποιητής έβαλε για λίγο έστω στη θέση της την κυρά Απαισιοδοξία. Μας χάρισε έναν «λοιπό», έναν μοναχικό Ρομπέν των Δασών που θα υπεραμυνθεί των παλιών υλικών της γλώσσας, κοιτάζοντας μάλιστα πώς θα τ’ αναδείξει. Εντούτοις, τα σχέδια (και τα καταστροφολογικά σχόλια) της κυρά Απαισιοδοξίας, που χρό-νια τώρα τροφοδοτείται δικαιολογημένα με τις χοντράδες των ελληνικών σημάνσεων, ο ποιητής τα ανατρέπει κυρίως με την κοινόχρηστη λέξη «σιωπητήριο», στην πρότασή του που έφε-ρα ήδη σαν παράδειγμα παραπάνω:
Το σιωπητήριο έχει χτυπήσει από ώρα μεταμορ-
-φώνοντας το πεδίο της μάχης σε παρθένα γη…
Αφήνω το πεδίο της μάχης – όλοι οι εθνικοί δρόμοι μας, όπως ξέρουμε, είναι πια πεδία μάχης. Αφήνω και την παρθένα γη, που την εξήγησα. Αρπάζομαι, μακάρι και ν’ αντιστέκεται στην ερμηνεία μου ο ποιητής, από το «σιωπητήριο»: το σιωπητήριο, που είναι ολοφάνερο πως γεννήθηκε κάποτε, όχι πολύ παλιά, από έναν άγαρμπο λογιωτατισμό, απ’ αυτούς που δεν εννοούν ποτέ να πουν το κουτάλι κουτάλι. Έζησε ως λέξη μια λυκοφωτική μάλλον ζωή, όπως και το περιβόητο ανάμεσα στους φαντάρους «κοχλιάριον», που δεν αφορά τη δική σου ζωή παρά για ένα μόνο ή δυο χρονάκια. Ύστερα παίρνει κανείς «απολυτήριο» και πηγαίνει καλιά του. Η διαφορά είναι ότι εδώ, στον «Λοιπό οπλίτη», το σιωπητήριο εκτοξεύεται απ’ τον ποιητή μέσα σε μια τέτοια ευχή, ώστε να ανακαλείται απ’ την εφεδρεία και να καταντά συνώνυμο μιας κάποιας βραχυπρό-θεσμης ανθρώπινης ελπίδας: αυτό που μας χρειάζεται τώρα είναι μια δροσερή ρετσίνα κι ένα καλό σιωπητήριο.
Εξυπακούεται πως αυτό που διαπραγματεύομαι εδώ δεν είναι τόσο το αισθητικό βάρος της ποιητικής πρότασης που περιέχει στο σώμα της το σιωπητήριο. Αυτό, με άλλη αφορμή των ελεύθερων συνειρμών μου, το έχω ξαναδηλώσει. Κι είναι αναμφισβήτητο πως μέσα στον «Λοιπό οπλίτη» του Τάκη Σιμώτα υπάρχουνε σπουδαιότερα πράγματα, που μπορεί μεν να δείχνουν επιφανειακά αμέριμνα ως προς τον σφαδασμό που καταθέτω εδώ της ελληνικής γλώσσας, στην πραγματικό-τητα όμως είναι εξόχως προκλητικά (αν δεχτούμε πως η ποίηση εξισούται κατά βάθος με μια τρικλοποδιά στη νηνεμία της γλώσσας), Παράδειγμα της πρόκλησης, που προσπαθεί κατά τα άλλα να μας πείσει ότι ταξιδεύει ψύχραιμη σε συντα-κτικά ήρεμα νερά, προδίδεται όμως εκ των έσω από μια εννοιολογική ανησυχία που όλοι οι δρόμοι της οδηγούν στο «σιωπητήριο»:
Τροφοδοτούμε
τον αχόρταγο
θόρυβο.
Κανείς δε μας είπε μέχρι τώρα τον θόρυβο που μας περιτριγυρίζει «αχόρταγο» (επιδιώκοντας μάλιστα να μας κατευνάσει δήθεν και να μας διασκεδάσει, γιατί το κλίμα του βιβλίου έχει και κάτι απατηλά αυτοσαρκαστικό), κι αυτό ίσως είναι ήδη μια νέα ευκαιρία σταδιοδρομίας στη λέξη «αχόρταγος» που μέχρι σήμερα δεν της πρόσφεραν εργασία παρά μόνο τα βυτία εκκενώσεως των αστικών λυμάτων. Μα αυτό που θέλω κυρίως να υπογραμμίσω βρίσκεται λίγο πιο πέρα: ο ποιητής, επιστρα-τεύοντας απ’ την άνευ ειδικότητος υποχρεωτική διετή θητεία του τη λέξη «σιωπητήριο», μας υποβάλλει σοβαρά την ιδέα πως θα ’πρεπε κάποια στιγμή ν’ αποφασίσουμε να σωπάσου-με (μ’ ό,τι μπορεί να σημαίνει η σιωπή), για να μπορέσουμε ίσως στη συνέχεια να ξαναμιλήσουμε (μ’ ό,τι σημαίνει ομιλία). Χτες στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσύλλεκτων, σήμερα στη μεγάλη υποχώρηση.
27.9.91, ώρα 8 το βράδυ: όλα αυτά που εξέθεσα ώς εδώ δεν ήταν παρά ένας αναρχούμενος συνειρμός, με τις δικές μου κατά βάθος έμμονες ιδέες στο μυαλό, καθώς έτυχε να κλείνω το Λεξιλόγιο του Αραβανί που κονόμησα χτες στο παλιατζήδικο και να περνάω στα άκοπα φύλλα τού «Λοιπού οπλίτη» μ’ ένα μαχαίρι (γιατί μας επιτρέπουν κάπου κάπου σπλαχνικά οι βιβλιοδέτες μας να λειτουργούμε σαν μαχαιροβγάλτες). Το θέμα δεν είναι ασφαλώς να σωπάσουμε ρίχνοντας στην κατα-νάλωση ΚΑΙ αυτήν ακόμη τη σιωπή μας (γιατί, τελευταία, γίνεται κι αυτό). Το θέμα είναι να σωπάσουμε μ’ αυτόν τον εκβιαστικό, για παράδειγμα, τρόπο. Το πρωινό ρόφημα των φαντάρων: «Η σκέψη δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν. Τη φιμώνω με κακία και τρέχω γιατί μόλις και μετά βίας προλαβαίνω την αλχημεία του πρωινού ροφήματος […]. Στην πρώτη γουλιά το πρόσωπό μας είναι ακόμα πρόπλα-σμα ικανό για όλες τις γκριμάτσες […]. Σαν πίνουμε όμως την τελευταία ξέρουμε ήδη πολύ καλά από πού ερχόμαστε, πού προσπαθήσαμε να πάμε και πού καταλήξαμε». Νομίζω πως δε θα μπορούσα να καταλάβω πουθενά καλύτερα αυτά τα κεφαλαιώδη ερωτήματα που θέτει διά της τελευταίας της γουλιάς η νεοελληνική μας ύπαρξη, από τη θορυβώδη ντενεκεδένια σιωπή ενός πρωινού ροφήματος στρατοπέδου. Μπο-ρεί η έξοδος να μην περνάει παρά από τη σιωπή της «Μητρό-πολης» – κι ίσως ένα έξυπνα αποβλακωτικό σύστημα να έπρε-πε να μας επιβάλει να σκεφτόμαστε διαρκώς και να μιλάμε ακατάσχετα. Θα βρεθεί βέβαια να μου παρατηρήσει κανείς πως η Ελλάδα δεν είναι σήμερα στρατόπεδο, η ελευθερία έκφρασης (ακόμη και της «άδειας») γνώμης έχει εξασφαλι-στεί, κι επομένως δεν υπάρχει λόγος να μιλήσουν οι λέξεις μας σωπαίνοντας (Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος για τα ποιήματα τού Π. Σωτηρίου). Ουαί τοις ηττημένοις…
Αν και η δέση στην οποία βρίσκεστε
δεν σας ταιριάζει
δεν αξίζατε για τίποτα καλύτερο.
Έλεγα πως οι λέξεις μπορεί να ξεκινάνε έτσι ή να ξεκινάνε αλλιώς – να ξεκινάνε δηλαδή σαν παιδιά θαύματα που ξεφου-σκώνουν ως θαύματα μόλις πάψουν να είναι παιδιά, ή να ξεκινάνε σαν άσχημα γιαπιά, που κανείς δεν προσέχει το μερίδιο της πρασινάδας τους, και να μεταμορφώνονται ξαφνι-κά στις πιο προνομιούχες συνοικίες της πρωτεύουσας και της συμπρωτεύουσας. Εις βάρος κάθε προβλέψεως της πολεοδο-μίας μας. Ίσως οι διαγωνισμοί των ήχων και της προσωδίας να μην τελειώνουν ποτέ, γιατί στο λεξικό δεν υπάρχουν ούτε τσιφλίκια ούτε δημόσιοι υπάλληλοι που κατοχύρωσαν τη μονι-μότητα (κι έδεσαν τον γάιδαρό τους). Αυτά, για να κλείσω προσώρας το Αραβανί και την Έδεσσα και τον λοιπό οπλίτη, μ’ όλο που είναι αλήθεια πως μ’ ένα μαναχό νιχέρ’ τσούχοζ Dε νίσκεται – με μια μονάχη πέτρα τοίχος δε σηκώνεται. Το χρυσάφι είναι πολύ πιο σπάνιο / απ’ όσο φοβάται / ο πιο απαισιόδοξος χρυσοθήρας. Αν είναι ποτέ δυνατό να ταιριάξει χρυσοθήρας κι απαισιόδοξος!… Μα δεν πρέπει να γιορτάζου-με και το λίγο χρυσάφι που βρίσκουμε;
18.10.91, μεσάνυχτα. Ξαναβάλαμε το μάτι μας στις κλειδαρότρυπες του Στάλκερ. Το Στάλκερ είναι ένα σημαίνον που δεν εξηγείται, που δεν λογοδοτεί πουθενά, που δεν περιέχεται σε κανέναν ρασσελικό κατάλογο μα παίζει (συχνά θανάσιμα) με όλους τους καταλόγους. Το Στάλκερ είναι ο τρόπος να πλευρίσει ο τόπος της γλώσσας τον τόπο της επιθυμίας – τον τόπο όπου εξαργυρώνονται επί τη εμφανίσει όλες οι επιθυ-μίες. Για να χαθούν φυσικά τα υποκείμενα που επιθυμούν, γιατί δεν είναι υποκείμενα παρά στον βαθμό που συνεχίζουν να επιθυμούν (ανεκπλήρωτα). Το Στάλκερ δεν υποχρεώνεται σε τίποτα, μα αυτό που λέμε ποίηση ξεκινάει πάντα από το Στάλκερ. Μεγάλη γκάφα του Σαρτρ που μας αμόλυσε την ιδέα πως η ποίηση δεν είναι άγγιγμα της λέξης μα του πράγματος, σα να είναι τάχα το Στάλκερ πράγμα. Το Στάλκερ, όπως το βλέπει η ποίηση, είναι αυτό που δεν είναι κατά κανένα τρόπο πράγμα και που δεν ισοδυναμεί, με καμιά λογική, με το ερμηνευτικό λεξικό – είναι μάλλον τα χοντρά λάθη του ερμηνευτικού λεξικού. Νερά, νερά, νερά –ο φθόγγος συμψηφίζεται με την αδάμαστη ροή μιας σταγόνας που ανατρέπει όλες τις φυσικές συντεταγμένες. Αυτός που έχει ξεμάθει να βλέπει δεν διακρίνει στο τοπίο τίποτα έξω από ένα παρατημένο τοπίο. Αυτός που έχει ξεμάθει να απευθύνεται στο τοπίο δεν βλέπει σ’ αυτό παρά λόγια (words, words, words!). Η ποίηση, ο Ταρκόβσκυ που απόψε με αναστάτωσε ώστε να μην μπορέσω να κοιμηθώ, στήνει την τέντα ανάμεσα στο μη τοπίο και στα δεν λόγια: κάνει στο σκάκι μια κίνηση που δεν μπορεί παρά να χάσει, η αξία της όμως βρίσκεται στο ότι υφίσταται μια διαδρομή ανάμεσα στην ελπίδα και την ήττα. Θα έλεγα ότι πρόκειται για μια διαδρομή που απ’ τη μια μεριά καταριέται τον εαυτό της κι απ’ την άλλη περηφανεύεται για τον εαυτό της. Το Στάλκερ δεν φτάνει φυσικά την επιθυμία, μα δεν κρίνεται απ’ αυτό – το Στάλκερ κρίνεται απ’ την πολιορκία που μπορεί να κάνει της ανέφικτης a priori επιθυμίας. Γι’ αυ-τό υπάρχει εκεί μέσα κάποιος που υπερέχει κατά πολύ της επιστημονικής απόδειξης της επιθυμίας και του φιλολογικού πλευρίσματός της. Είναι ένας πατέρας που εγκατέλειψε την οικογένειά του για χάρη του ανάπηρου παιδιού του. Δεν έχει τώρα παρά μόνο τη γλώσσα: θα έρθει το θαύμα της γλώσσας ή δεν θα έρθει;
Θέλω να πω ότι ο ποιητής δεν έχει σχέση με τη φιλολογία, μα ούτε καν με τη λογοτεχνία. Τα παίζει όλα στο «δεν» του σημαίνοντος, μέχρι να συγκατατεθούμε να παραχωρήσουμε χώρο γι’ αυτό το μυστήριο «δεν», ν’ αναγνωρίσουμε την υπό-σταση ενός δυνητικά ομιλούντος μηδενός – ομιλούντος διά της ομιλίας του ή διά της εύγλωττης σιωπής του. Όλα αυτά τα λέει το Στάλκερ, που όπως είναι φανερό είναι η αιτία που με ξενύχτησε. Το Στάλκερ που δεν ήταν καθόλου μετεωρίτης όπως στην αρχή προτιμήσαμε να υποθέσουμε, και που το μόνο που έκανε ήταν να υπενθυμίσει στην ποίηση τα χρέη της: «Με τη γλώσσα ο ποιητής αισθάνεται, στοχάζεται, μαντεύει. Αισθάνεται, όπως τ’ άλλα άτομα αισθάνονται με τις αισθή-σεις τους και τρέφονται με τα αισθήματά τους. Στοχάζεται, όπως τα άλλα άτομα στοχάζονται με ό,τι αποκαλούν σκέψη και φαντασία. Και μαντεύει, όπως δεν μαντεύουν τα άλλα άτομα […]. Ο ποιητής […] διαρκώς ανακαλύπτει τη γλώσσα, που του ανήκει…» (Γ. Σαραντάρης). Αυτό το Στάλκερ είναι ανυπόφορο και απαραίτητο, είναι ένα τίποτα που αξονίζει τα πάντα, μια επαναδιαπραγμάτευση του καθενός που δεν βγαί-νει πουθενά, ένα θετικό μηδέν. Τώρα θα καταφύγω στην περίπτυξη μισού Hipnosedon. Θα βυθίσω στον ύπνο, φυσικά, τον συγγραφέα και τον φυσικό (άπειρους του νοήματος), όπως και τον ανάπηρο (λόγω ενός ανάπηρου παιδιού) πατέρα. Οι δυο πρώτοι αγαθοί τω πνεύματι, ο τρίτος όπως δείχνεται πονηρός – δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί ξέρει πως η απαγορευ-μένη «ζώνη» δεν είναι ζήτημα νοήματος, είναι ζήτημα να βρεις το πασπαρτού, πάει να πει τη «σύνταξη της λέξης». Στο μεταξύ, καλό θα ήταν ένα γενναίο σιωπητήριο. Έστω με το Hipnosedon. Η πρωινή επιθεώρηση. Η αναφορά μονάδος. Το πρωινό ρόφημα…
Μέρες του 1978
Βιάζονται Κύριέ μου να γράψουν ποιήματα και να γιατρευτούν
δεν έπρεπε να βιάζονται. Τα χέρια σου
μας έχουν όλους
τα χέρια σου ορίζουνε τα δάκρυα και τα ποιήματα.
Δεν ορίζουν το σήμερα τα χέρια σου ορίζουνε το χτες
εκείνον τον τρελό από έρωτα που έσβησε το φως και μπήκε μόνος του στον τάφο της Μυτιλήνης
τον πρίγκιπα που άφησε για το θεό το θρόνο του
κι υστέρα έπεσε η νύχτα σαν κουβέρτα και τον έφαγαν τα πουλιά
— όχι εκείνο που λέμε μα εκείνο που μας λέγεται.
«Πολλοί οι σκοτωμένοι πριν πεθάνουν»
πολλών ασπρίζουν τα μαλλιά και την άλλη μέρα πέφτουν
Ουρανία μαλλιά και Ουρανία χείλη και μαξιλάρια του Απρίλη
να τα κρατήσουν στη ζωή τα ονόματά μας
να πλύνουμε το αίμα με μελάνι
καθώς στα σκοτεινά η πληγή βαθαίνει
Βιάζονται Κύριέ μου να φύγουνε στις λέξεις.
Βιβλίο Παραπόνων (1978) από τη συλλογή, Μετά είκοσι έτη, ύψιλον/βιβλία 1985
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.