Μάριος Μαρκίδης
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
[Σοφία Καλογεροπούλου, ΨΥΧΑΝΑΛΙΜΑ, 1001 Συνεδρίες, Αθήνα 1998]
Ανάμεσα στα αινίγματα που είχαν παιδέψει τη γενιά μου ήταν ο κύριος Γκοντό. Ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο μυστήριος τύπος που είχαν κλείσει ραντεβού μαζί του οι ήρωες του Μπέκετ – ένα ραντεβού στο οποίο ποτέ δεν ανταποκρίθηκε; Πέρασαν σαράντα χρόνια και βάλε (και πόση οδυνηρή αναμονή, πόσα ατέλειωτα ξενύχτια κάτω από πεθαμένα δέντρα!…) κι οι πιο πολλοί το πήραν απόφαση πως Γκοντό δεν υπήρχε. Λίγοι κατάλαβαν πως ο Γκοντό υπήρχε, μα Γκοντό ήταν αυτό καθεαυτό το να αγρυπνάς και να περιμένεις. Επειδή υπάρχει αυτό το «περιμένω» μιλούν τα λόγια τους οι ποιητές, ακούνε τις φωνές τους οι μουσικοί κι οραματίζονται τις συνουσίες των χρωμάτων τους οι ζωγράφοι. Θα ’λεγες πως το πιο παλιό εκείνο «Μουσικήν ποίει και εργάζου» περιείχε κατά βάθος και μια προειδοποίηση, να μην αφεθείς ποτέ να σε πάρει ο ύπνος…
Η υπόθεση Γκοντό μου ήρθε σήμερα στο νου καθώς η ζωγραφική της Σοφίας Καλογεροπούλου ανακάλυψε τις Χίλιες και Μία Νύχτες. Για έναν παρόμοιο λόγο: κι εδώ όπως και στο θέατρο του Μπέκετ το όλο ζήτημα έγκειται στο να κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά και να περι-μένεις. Όπως η Χαλιμά ήξερε πως θα πέθαινε άμα σταματούσαν τα παραμύθια της, η Καλογεροπούλου διαισθάνεται πως θα χάσει το στοίχημα της ζωής της αν πάψουν να βγαίνουν από μέσα της οι εικόνες της. Είναι υποχρεωμένη να ζωγραφίζει με τον τρόπο της συνεχώς παραμύθια, όπου το ένα αρχίζει προτού τελειώσει καν το προηγούμενο – σαν τους μανιακούς καπνιστές που ανάβουν αμέτρητα τσιγάρα, το ένα από το άλλο.
Και σ’ άλλους ανθρώπους συμβαίνει φυσικά έτσι είτε το συνειδη-τοποιούν είτε όχι, μα αυτό που συμβαίνει στη Καλογεροπούλου καταλήγει σ’ ένα ιδιαίτερα γοητευτικό αποτέλεσμα. Είναι μια σαγηνευτική ιδεοληψία, που άμα τη διαθέτει ένας καλλιτέχνης αξίζει να καίγεται στη φωτιά της. Πρέπει να υπογραμμίσω ότι δεν είμαι ζωγράφος, ούτε (κατά διάνοια καν!…) τεχνοκριτικός, κι ότι δεν έχω να εμπιστευθώ στην ανάγνωση τής τέχνης τής Σοφίας Καλογεροπούλου παρά μόνο το ένστικτο μου, συν το χαρμάνι βιωμάτων, βλεμμάτων, συγκινήσεων, μνημών που ονομάζω εαυτό μου.


Αυτός λοιπόν ο εαυτός στέκεται μπροστά στα προϊόντα της φαντασίας της Χαλιμάς-Καλογεροπούλου συνεπαρμένος. Γιατί; Πρώτον διότι δεν πρόκειται για συνήθεις φαντασιώσεις (από τις οποίες για ορισμένους επαγγελματικούς λόγους έχω μάλλον μπουχτίσει…), αλλά για φαντασιώσεις αισθητικοποιημένες, περα-σμένες απ’ την κρισάρα της θεάς Ομορφιάς, για μια μεθοδευμένη κατάληψη εκ μέρους του ζωγράφου των οχυρών του βαρετού ρασιοναλισμού μας, για μια διέγερση των υποδοχέων της αισθητικής αγωγής μας. Δεύτερον διότι τα παραπάνω εξασφαλίζονται μ’ ένα πρωτόγνωρο όργιο του χρώματος. Τρίτον διότι αφυπνίζεται ένας λόγος προσωπικός, σχετικά με τον οποίο όμως υποπτεύομαι ότι αποτελεί μια ιδαίτερη πονηριά της τέχνης, ένα κόλπο στο οποίο η Σοφία Καλογεροπούλου είναι μάστορας: στις επιφάνειές της δηλαδή που δεν μένουν ούτε χιλιοστό ακάλυπτες από ζωγραφική αφήγηση (δεν αγαπούν όπως κι η μνήμη το κενόν…) θα συναντήσεις άξαφνα ένα διάλογο με τις δικές σου εφηβικές επενδύσεις. Εκεί μέσα, ανάμεσα στα ιπτάμενα χαλιά, τις καμήλες, τους κλέφτες της Βαγδάτης που το σκάνε υπερρεαλιστικά περνώντας ίσως κάτω απ’την Αψίδα του Θριάμβου, ανάμεσα σε γυναικωτούς χαλίφες και γυναίκες που είναι έτοιμες να παραδοθούν με τον πιο αποφασιστικό τρόπο στο παραμύθι και τον έρωτα, ανάμεσα στο εξαίσιο γαλάζιο του νερού και το κεχριμπαρένιο προς το κόκκινο του ναργιλέ, πετάγεται κάτι άλλο.
Δεν υποστηρίζω ότι οφείλουν να το δούν όλοι. Δεν ορκίζομαι καν πως δεν με ξεγελούν τα μάτια μου. Νομίζω όμως ότι βλέπω πραγματικά, μέσα στη σαγήνη των ζωγραφιστών παραμυθιών, μέσα στο «περίμενε» μιας νύχτας που δεν πρέπει ούτε στιγμή να σωπάσει, μέσα στην αγρύπνια της ζωγράφου που κάηκε εάν νυστάξει, – νομίζω λέω ότι βλέπω να πηδάει για μια στιγμή στον καμβά ξυπόλητος και παιχνιδιάρης ο Σαμπού, ο Τόνυ Κέρτις, η αιθέρια Ντέμπρα Πέητζεντ. Ένα φίδι ξεχάστηκε όρθιο, μεγεμένο από μια φλογέρα. Μια στρουθο-κάμηλος στα καλά του καθουμένου εμφανίζεται στο στούντιο κι αμέσως το βάζει κωμικά στα πόδια, γιατί ανήκει σ’ άλλο ταμπλώ. Έχουν όλα αυτά τα θέματα που πλημμυρίζουν τους πίνακες τα χρώματα και τη ρευστότητα του χαμένου πια δυστυχώς εφηβικού ονείρου μας, ενός ονείρου που η Σοφία Καλογεροπούλου – είτε είναι στις προθέσεις της είτε όχι – έρχεται και το ανασταίνει.
Διαβάζω ιμπρεσιονιστικά, πράγμα που δεν ξέρω αν θα επιδοκίμαζε η naïveté της ζωγράφου. Εκείνη σκέπτεται όπως τελικά ο τελώνης ο Ρουσσώ: άμα λέμε λιοντάρι πρέπει να ζωγραφίσουμε ένα κανονικό λιοντάρι. Η Καλογεροπούλου ζωγραφίζει πιστά τα όντα, το καθένα τους ξεχωριστά, μα ο πίνακας της παρεμβαίνει και τα ανακατεύει. Υλοποιείται έτσι η πιο προκλητική συνταγή του υπερρεαλισμού – μια ομπρέλα κάνει έρωτα με μια ραπτομηχανή πάνω σ’ ένα ανατομικό τραπέζι. Μα από την άλλη μεριά ένας παραμυθένιος πίνακας ερμη-νεύεται με τα δικά σου μάτια, σημαίνει αυτό που εσύ διαβάζεις. Η «υλική» φαντασία του ναϊφισμού κι η αστραπιαία έμπνευση του ιμπρεσιονισμού παντρεύονται έτσι τον ελεύθερο συνειρμό μετά σεξουαλικών συνεκδοχών που δίδαξε στον υπερρεαλισμό η ψυχα-νάλυση. Δεν υπάρχει συνεπέστερη αναγωγή εις τα «προηγούμενα» από έναν ναϊφισμό που είναι κατά βάθος υπερρεαλισμός, από έναν υπερρεαλισμό που αντλεί τα κέρδη του από το αστραπιαίο ανακά-τωμα που επιφέρει στο βλέμμα μας το σκάνδαλο της απροσδόκητα όσο και σοφά διατεταγμένης εικόνας. Δεν θέλω να πω λόγο, μα αυτή η ζωγράφος, που θα έλεγες αν ήσουν στείρος πως δεν ξέρει από ζωγραφική, διδάσκει στ’ αλήθεια τη ζωγραφική. Βέβαια, το δηλώνω αυτό χωρίς να είμαι τεχνοκριτικός (ούτε καν κατά διάνοιαν!) ούτε ζωγράφος.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.