σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

… Στο μέλλον μπορούμε ν’ αλλάξουμε, αν το θελήσουμε, τη μορφή και τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού. Μπορούμε λ.χ. να καταθέσουμε ένα δοκίμιο στη θέση μιας απαντητικής επιστολής ή να απαντήσουμε με ένα δημοσιευμένο μας paper αν νομίζουμε ότι εκφράζει, τις απόψεις μας καλύτερα απ’ ό,τι θα το κάναμε τώρα. Αλλά και τις απόψεις μας δικαιούμαστε να αλλάξουμε, αφού είναι φυσικό να εισπράττουμε επιδράσεις ο ένας από τον άλλο, χωρίς μάλιστα να το δηλώνουμε υποχρεωτικά. Όποιος ξέρει να διαβάζει θα διαβάσει και θα καταλάβει… Για λογαριασμό μου θα ήθελα να μπορώ να προσφεύγω προς άντλησιν επιχειρημάτων σ’ όλη μου τη γνωσιακή εμπειρία, συμπεριλαμβανομένης της ποιητικής εμπειρίας που τη θεωρώ αναπόσπαστα δεμένη με την επαγγελματική μου άσκηση. Ας με επαναφέρεις στην τάξη οσάκις διαπιστώνεις ότι δραπετεύω από ένα ζόρικο ερώτημα με το να το πηγαίνω «αλλού». Εξυπακούεται ότι το ίδιο θα κάνω κι εγώ σε σένα, αν μάλιστα κατεβάζεις στο τραπέζι άσσους από επιστημονικά ιδιώματα των οποίων ο μέσος αναγνώστης –καίτοι, επαρκής στην παρακολούθηση των κλάδων του ψυχιατρικού δέντρου– δεν έχει σαφή εποπτεία. Μπορώ να ξεφύγω από το επιχείρημα της σεροτονίνης. Όχι όμως από το επιχείρημα του χάους.
Αρχίζω λοιπόν εγώ πρώτος τον διάλογο, αγαπητέ Μανόλη, και πριν απ’ όλα ειδοποιώ τον μελλοντικό αναγνώστη μας για τα τυπικά χαρακτηριστικά του βιβλίου που αποτελεί την αφορμή μας. Ο τίτλος (Why Freud was wrong) μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι «Γιατί ο Φρόυντ είχε λάθος». Υπότιτλος: Sin, science and psychoanalysis (Αμάρτημα, επιστήμη και ψυχανάλυση). Είναι ένας επιβλητικός τόμος επτακοσίων περίπου σελίδων στην χαρτόδετη έκδοση τού 1996 (Basic Books). Ο συγγραφέας R. Webster δεν έχει, σημειωτέον, σχέση με την κλινική εμπειρία, θέλεις την ψυχιατρική θέλεις την ψυχαναλυτική. Είναι φιλόλογος και story-teller, και η αντιδικία του με τη φροϋδική «απάτη» είναι αντιδικία με τις πληροφορίες και τα κείμενα. Το βιβλίο του που διαβάζουμε έχει συγκεντρώσει κατά δήλωσή του πολλές κριτικές, οι περισσότερες επιδοκιμαστικές κι ενθουσιώδεις, λίγες επιφυλακτικές, και λιγότερες ακόμη αρνητικές. Μία από τις πρώτες έχει δημοσιευτεί τον Μάρτιο 1996 στο Lancet (347: 669-71) με τον τίτλο Burying Freud (Θάβοντας τον Φρόυντ). Την υπογράφει ένας γηρίατρος, ο καθηγητής R. C. Tallis (εξοικειωμένος προφανώς με το θάψιμο και τους νεκροθάφτες) κι ενσωματώνεις τη φωτοτυπία της στο βιβλίο που μου δωρίζεις, όπου δεν παραλείπεις και μιαν αφιέρωση: «Στον Μάριο Μαρκίδη υποθέτοντας πως δεν θα το διαβάσει». Εξηγείς τους λόγους: ο ένας είναι ότι τα ξέρω όλα αυτά (γιατί τότε τα κρύβω;), ο άλλος (που ερμηνεύει την προηγούμενη απορία), από ένα σύμπλεγμα επαγγελματικής και ιδεολογικής αυτοσυντήρησης. An inbuilt survival kit.
Ελπίζω πως θα σε διαψεύσω, κι ας με τρομάζει αληθινά το μέγεθος του βιβλίου, κι ας μου φαίνεται το πρώτο ξεφύλλισμα του δυσοίωνο για την αφύπνιση του ενδιαφέροντός μου. Θα περιοριστώ όμως σ’ αυτό το γράμμα κυρίως στην παρουσίαση που του κάνει ο Tallis, αφού ο σκοπός αυτής της παρουσίασης είναι ακριβώς εισαγωγικός και δίνει μια πρόγευση των επιχειρημάτων του πρωταγωνιστή νεκροθάφτη (ο R.C. Tallis κατά τα φαινόμενα παρακολούθησε ευλαβικά και τις 700 σελίδες της νεκρώσιμης ακολουθίας. Και σε χρόνο μάλιστα μηδέν, αν λογαριάσει κανείς και τις δικές του επαγγελματικές υποχρεώσεις στο γηροκομείο…).
Και πρώτα πρώτα κάτι για τη γλώσσα που χρησιμοποιείται σ’ ένα κείμενο επιστήμονος που μεταξύ των άλλων επιδιώκει να αποδείξει ακριβώς ότι η γλώσσα που εισήγαγε ο Φρόυντ και η ψυχανάλυσή του είναι μεθοδικά ακατάλληλη, αντιεπιστημονικά ρευστή, υπαινικτική, θολή και παραπλανητική: στη δεύτερη κιόλας σειρά του υπό τον τίτλο Essay κειμένου του ο γηρίατρος μας ενημερώνει για το ασύστατο της φήμης του Φρόυντ ως επιστήμονα, «healer and sage”. Ας αφήσω το sage που κάτι πάει κι έρχεται. Αλλά το healer, για όσους κατανοούν τις παραδηλώσεις μιας λέξης, δεν είναι παρά μια δηλητηριώδης σπόντα αγγλοσάξωνος που έχει κάνει λοχίας στη Μπούρμα και που σκοπεύει εξαρχής να τοποθετήσει τον Φρόυντ ανάμεσα στη μαγική ιατρική και την αγυρτεία. Κι όχι μόνο δηλητηριώδης σπόντα αλλά κι ασυγχώρητη άγνοια, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ένας απ’ τους πιο σύγχρονους προβληματισμούς της ψυχανάλυσης –καταγόμενος απ’ την ίδια την ανάγνωση του Φρόυντ– διερωτάται ακριβώς αν δικαιολογείται μπροστά στο ψυχοπαθολογικό σύμπτωμα να μιλάμε για ψυχαναλυτική θεραπεία με την ίδια έννοια τουλάχιστον που μιλάμε για θεραπεία της ιλαράς ή της βουβωνοκήλης…
Ο λακανικός, που δεν φτάνει παρά μόνο σαν απόηχος –και για να συμπληρώσει απλώς τη βιβλιογραφική ενημέρωση– στο γηροκομείο των Webster and Tallis, θα υποστηρίξει ξεκάθαρα ότι το ζήτημα στην ψυχανάλυση δεν είναι μια «θεραπεία» των συμπτωμάτων, ούτε πολύ περισσότερο μια επανόρθωση των διαστροφών, αλλά κατανόηση του λανθάνοντος παράγοντος που υποστηλώνει στο υποκείμενο τα συμπτώματα, των όρων επένδυσης σε μια φοβία είτε σε κάποιον ιδεοψυχαναγκασμό ως εάν σε τράπεζά της (ως εκ της φύσεώς της ανέφικτης τελικά) επιθυμίας και των λόγων που ο νευρωτικός προβάλλει τέτοια γενναία άμυνα προκειμένου να παραιτηθεί από τη νεύρωσή του. Εάν επισυμβαίνει θεραπεία της κατά τη διάρκεια ισχύος του ψυχαναλυτικού συμβολαίου, αυτό γίνεται παρεμπιπτόντως, ως εκ της αναδιατάξεως των σημαινουσών σχέσεων μέσα στο υποκείμενο, χωρίς ν’ αποτελεί πάντως κατά προτεραιότητα αντικειμενικό στόχο. Ο στόχος είναι να αναγνωρίσει κανείς το στίγμα του, να βαρεθεί το νοσηρό κρυφτούλι με τον εαυτό του και να τα βγάλει πέρα στη ζωή ως αυτό και μ’ αυτό που είναι. Ο Lacan όμως κατά τον καθηγητή Tallis είναι εκ των γνωστότερων «ψυχοπαθητικών» μαθητών του Freud –και για τον ίδιο τον Freud διαθέτει το βρετανικό πνεύμα του χαρακτηρισμούς πολύ χειρότερους. Διότι ο δόκτωρ R. C. Tallis, PhD. κτλ., ο οποίος προφανώς δεν είναι της τάξης ενός «healer» και δεν χρησιμοποίησε ποτέ τα ποικίλα ματζούνια των ευρωπαϊκών Φαρμακευτικών Οίκων προς θεραπείαν της άνοιας των γερόντων που έχει υπό την ευθύνη του, ξέρει τα πάντα για τη δόλια σταδιοδρομία του πατριάρχη της ψυχανάλυσης (ενός επιτέλους πράκτορα του ιουδαιοεθνικισμού και επιπλέον «lunatic», εκτός απ’ αυτό που αποτελεί την ουσία του έργου του. Νομίζω πως δεν τον αδικώ εάν, πέραν των προτάσεών του που αναμασούν το στοιχειώδες σύμβολο πίστεως του αγγλοσαξωνικού εμπειρισμού, δεν ξέρω τι να κάνω με τον ίδιο: τι να διαλέξω να συζητήσω ανάμεσα στην κακοπιστία, την παχυλή άγνοια, τη μοχθηρία ή την ανοησία του (σ’ ένα σημείο δηλώνει χωρίς να δέχεται αντίρρηση ότι ο Φρόυντ δεν υπήρξε παρά ένας απεξαρτημένος κοκαϊνομανής…).
Στην πραγματικότητα ο PhD γηρίατρος επιστρατεύει πανηγυρικά, και την στριφογυρίζει απολαυστικά στο στόμα του, την καραμέλα σε συσκευασία επιστημονικής καταγγελίας υπό του (παντελώς ομολογώ αγνώστου μου) Ε. Μ. Thorton. Όλα στον Φρόυντ, λέγει ο τελευταίος συγκατανεύοντος του γηριάτρου, ήσαν μια ντεμοντέ «naturphilosophie» (παράδειγμα το «Σχέδιο για μιαν Επιστημονική Ψυχολογία»), μυστικισμός επιχορηγημένος από τον σαλεμένο βερολινέζο W. Fleiss (sic) και επιπλέον αποκύημα της εξάρτησής του στην κοκαΐνη. Το καύσιμο της θεωρίας του Φρόυντ υπήρξε στη γένεσή της η κοκαΐνη δηλώνει κατηγορηματικά ο ιππότης της ανεξάρτητης επιστήμης Thorton – και ο γηρίατρος του Lancet τον διπλασπάζεται.
Ημετέρα παρατήρηση πρώτη: το αναφερθέν «Σχέδιο για μιαν Επιστημονική Ψυχολογία» είναι κατ’ ουσίαν προψυχαναλυτικό και δεν δημοσιεύτηκε ποτέ όσο ζούσε ο Φρόυντ. Είναι ένδειξη μιας αναγκαιότητας επιβολής τάξης στα ψυχολογικά φαινόμενα. Για μισό και παραπάνω αιώνα λαθροβιούσε. Και είναι μόνο σήμερα που κινεί αναδρομικά το ενδιαφέρον, και μάλιστα όχι των ψυχαναλυτικών αλλά των νευροψυχολογικών κύκλων. Δεν είναι κείμενο που προσωπικά με ενδιαφέρει. Είναι όμως όπως φαίνεται για κάποιο μέρος του φάσματος του επιστημονικού λόγου εξίσου ερεθιστικό όσο κι αδιέξοδο. Πόσες λαμπρές ιδέες όλων μας δεν αποβαίνουν αδιέξοδες; Η ημέρα εξευτελίζει τα όνειρα των θερινών νυκτών μας – και στη χειρότερη περίπτωση το «Σχέδιο κτλ.» δεν ήταν παρά ένα όνειρο καλοκαιρινής νύχτας.
Παρατήρηση δεύτερη: ο Freud εκτιμούσε πράγματι στα νειάτα τους (ή μήπως πρέπει να πω ανοιχτά «αγαπούσε»;) τον W. Fliess – και όχι Fleiss–, που οι «παλαβές» του ιδέες δεν ήταν επιτέλους και τόσο περισσότερο ασύστατες και παλαβές απ’ τις ιδέες που συγκρότησαν τη βιβλιογραφία του εκπνέοντος 19ου αιώνα. Δεν θέλω να δικαιολογήσω την αγαπητική σχέση, θυμήσου μόνο τη δημοφιλή μέχρι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εκδοχή της τρέλας ως κληρονομικού «εκφυλισμού», την ελονοσιακή ή συφιλιδική αιτιολογία πάσης νευρώσεως κ.ά. Το μυαλό μας είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε να μας υποχρεώνει να εγκαθιστούμε αιτιολογικές σχέσεις – κι όταν δεν τις βρίσκουμε πρέπει να τις επινοούμε (βλ. και κατωτέρω).
Παρατήρηση τρίτη: η «εξάρτηση από την κοκαΐνη» – με την οποία όπως ξέρω εγώ πειραματίστηκε «προφροϋδικά» ο Φρόυντ, προκείμενου να ιχνηλατήσει τις αναισθητικές της ιδιότητες, είναι υστεροβικτωριανός κατινισμός της ελεεινής μορφής. Ο Φρόυντ είχε πράγματι το ένα πόδι στην παράδοση του Ρομαντισμού και το άλλο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Από τη μια μεριά πατούσε στο μορφεϊκό όνειρο, από την άλλη στον θρίαμβο της επιστήμης (και στην ε-πιστημονική σταδιοδρομία). Δοκίμασε τη μέθη της κοκαΐνης – έχουν μάλιστα δημοσιευτεί κι οι σημειώσεις του πάνω στην κοκαϊνική εμπειρία – όπως άλλοι την ίδια εποχή αυτοεμβολιάζονταν με ιούς της λύσσας ή με δονάκια της χολέρας. Και θεωρούνται όχι πρεζόνια αλλά ήρωες της επιστήμης. Αλλά ας γίνουμε και πιο τολμηροί: τι είδους κακό προσάπτουμε ακριβώς στη λεγόμενη «εξάρτηση»; Αν αποκλείσουμε τις άλλες εκδοχές που δεν αφορούν το έργο του Φρόυντ, μένει το «ηθικό σκάνδαλο», σκάνδαλο βέβαια για έναν σκληρυντικό προτεστάντη. Τον Καθηγητή Τallis. Eίναι αστείο ότι αυτός ο προτεστάντης, δέσμιος της ηθκιστικής διάκρισης σε τελείως «καλό» και σε τελείως «κακό», καταγγέλλει ταυτοχρόνως τον Φρόυντ επί ιουδαιοχριστιανικώ μανιχαϊσμώ…
Ας δεχτούμε τώρα ότι ο Φρόυντ (και δι’ αυτού η ψυχανάλυση) ξεκίνησε από την κοκαΐνη για να φτάσει στον κόμβο Οιδίποδα. Αυτό που αποτελεί ανθρωπολογική εμπειρία ή εν πάση περιπτώσει πρόκληση για την ανθρωπολογική έρευνα, από τους Βρεταννούς νεκροθάφτες αποδίδεται σ’ ένα σιδηροδρομικό ατύχημα (ο καθηγητής Tallis υπογραμμίζει τον αριθμό ένα…) της παιδικής ηλικίας του Φρόυντ: είδε μέσα στο τραίνο τη μητέρα του να γδύνεται, είτε την έγδυσε με τη φαντασία του. Τα όσα επακολούθησαν ήταν αποκυήματα του νοσηρού μυαλού του. Μετακινήθηκε από τη μάνα του στην κοκαΐνη, κι απ’ την κοκαΐνη στο οιδιπόδειο ψυχοσύμπλεγμα. Αν εδώ περιλαμβάνεται και η έμμεση μομφή απιστίας του Φρόυντ σ’ έναν επιστημονικό κλάδο (την εργαστηριακή έρευνα) προς χάριν ενός διαφορετικού πεδίου (ίσον του Ασυνειδήτου) είναι σαν να λέμε ότι κάποιος που ξεκίνησε λ.χ. απ’ το Πολυτεχνείο δεν επιτρέπεται να γίνει φιλόσοφος της γλώσσας, όπως ο L. Wittgenstein, ή και καθηγητής της Ψυχιατρικής.
Ό,τι δεν είναι, συνελόντι ειπείν, ιατρική του Ηνωμένου Βασιλείου και του PhD είναι για τον καθηγητή R.C. Tallis –που βρίσκει αδελφή ψυχή στον φιλόλογο R. Webster– ιατρική ιθαγενούς των Αποικιών, ενός δηλαδή μισά εξορκισμών και μισά γνώστη βοτάνων healer… Άλλωστε ο Φρόυντ δεν υποβιβάζεται, εκ μέρους του μόνο σε healer. Κατά το στέρεο «Essay» του γεροντολόγου καθηγητή στο εγκυρότατο Lancet ο μακρόχρονος σεβασμός αυτού του αιώνα στον Φρόυντ και στο δημιούργημά του είναι ένα βαθύτατο κι ανεξήγητο σχεδόν μυστήριο. Δεν επρόκειτο παρά για έναν τσαρλατανισμό που επάσχισε να περάσει σαν ιδιοφυία. Η ετυμηγορία όμως του τέλους του αιώνα, λέγει ο Tallis υπαινισσόμενος ότι σέρνει συναφώς από πίσω του ένα συντριπτικό σώμα καταδικαστικής βιβλιογραφίας, «είναι απαράλλαχτα αρνητική: ο Φρόυντ ως επιστήμων, μεταψυχολόγος και θεωρητικός με επιτηδειότητα στη διάγνωση της κοινωνίας αναδύεται στα μάτια μας σαν ένας κομπογιαννίτης». Cargo cult scientist. Κομπογιαννίτης μάλιστα που εξασφαλίζει τους άτυχους είτε αφελείς οπαδούς του (σαν τον Μάριο Μαρκίδη λ.χ., όπως θα μπορούσε κανείς να εκλάβει τον υπαινιγμό στην αφιέρωση του Μανόλη Μαρκιανού…) μέσω μιας ενσωματωμένης στο αντιεπιστημονικό σύστημά του σανίδας σωτηρίας: θριαμβεύουν οι κυκλικοί συλλογισμοί. Η οποιαδήποτε διαφωνία στο σύστημα εκλαμβάνεται απλούστατα ωσάν «αντίσταση» στην αλήθεια, σύμπτωμα του μυαλού του διαφωνούντος το οποίο λειτουργεί αντίστροφα, σαν επιβεβαίωση της ψυχανάλυσης. Ε λοιπόν, αυτό είναι μια ιδεολογία, ένα παραμύθι, μια ψευδοεπιστήμη. Και ο R. Webster, καταλήγει ο γηρίατρος, με το μεγαλείο (greatness) των επτακοσίων σελίδων του τη θάβει για πάντα.
Ο R. C. Tallis, αγαπητέ Μανόλη, που, αν και γηρίατρος μόνον, διαθέτει επιπλέον το ταμπεραμέντο μιας απολύτως γηραλέας σκέψης, λέει και άλλα πολλά νηπιαγωγικού επιπέδου αν κι όχι πάντα εξίσου επιτυχημένα. (Θα δω τις ε-πόμενες μέρες αν είναι του επιπέδου του κι ο πεζογράφος – φιλόλογος R. Webster, όπως από το πρόχειρο ξεφύλλισμα του ογκώδους βιβλίου του πολύ το φοβάμαι…). Σταχυολογώ παραδείγματα: τον Φρόυντ, λέει, που ήταν ένας lunatic, τον αμφισβήτησαν και φίλιοι ακόμη κριτικοί όπως ο Χάβελοκ Έλλις (!), δείχνοντας ότι η ψυχανάλυση ήταν πιο πολύ τέχνη παρά επιστήμη. Ο Φρόυντ ανταποκρίνεται στη θρησκευτική νοσταλγία που έχει μια εκκοσμικευμένη εποχή της ανθρωπότητας. Ο Α. Grunbaum εξάλλου απέδειξε επιστημολογικά ότι οι προτάσεις του Φρόυντ δεν μπορούν να έχουν την αξίωση γενικευμένων επιστημονικών συμπερασμάτων. Βρίσκονται εν καταστάσει μετεωρισμού, ανάμεσα στους καπνούς των τσιγάρων «φτιαγμένων» διανοουμένων. Είναι στηριγμένες σε ψευδο-γεγονότα. Ο Α. Η. Chapman απ’ τη μια μεριά κι ο ισάξιος J. P. Sartre από την άλλη απέδειξαν πως είναι λογική ανακολουθία η υπόθεση μιας «ασυνείδητης σκέψης». Αλλά και ασυνείδητη σκέψη να υπάρχει, που δεν υπάρχει, ο Φρόυντ μπέρδεψε αυτό που συνέβαινε στο Ασυνείδητο των αρρώστων του με το σενάριο που εκ των υστέρων οργανώθηκε, λόγω της παρουσίας του, στη μνήμη τους. Έτσι η υστερότερη αφήγηση ήρθε να αντιπροσωπεύσει (να χαλκεύσει κυρίως!) ένα προγενέστερο μυθικό συμβάν.
Τελευταία δείγματα γηριατρικής κριτικής, αλλ’ όχι ήσσονος σημασίας: Στη διερεύνηση της «περίπτωσης» του αρρώστου ο Φρόυντ μετήρχετο κτηνωδών ανακριτικών μεθόδων. Επρόκειτο περί ενός άνευ προηγουμένου «βιασμού» του μυαλού προκειμένου να ομολογήσει «βρώμικες» επιθυμίες κι εμπειρίες, ή να αναγνωρίσει σαν δικές του εμπειρίες που δεν είχε. Έτσι καταστράφηκαν μέχρι σήμερα, θέλεις απ’ τον ίδιο τον lunatic ηγήτορα θέλεις από τους μαγεμένους μαθητές του, εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες (ενώ με τις εκάστοτε μεταπτώσεις των δογμάτων του Φρόυντ την έβγαλαν και τη βγάζουν καθαρή οι πραγματικοί γονείς – σεξουαλικοί εγκληματίες). Η διαγνωστική της ψυχανάλυσης είναι μια αχρειότητα: ένα κορίτσι με φριχτούς πόνους στην κοιλιά που ο Φρόυντ θεράπευε σαν αδιαμφισβήτητη υστερία, πέθανε από λέμφωμα. Ο Φρόυντ κάλυψε τότε την ευθύνη του υποστηρίζοντας ότι ο όγκος χρησιμοποιήθηκε σαν αφορμή για την έκλυση της υστερίας. Αυτό το τελευταίο βέβαια είναι μελανό σημείο στη βιογραφία της ψυχανάλυσης και φαντάζομαι πως γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο τού αξίζει του Φρόυντ να πάει στην Κόλαση. Εκεί θα συναντήσει όμως τις μύριες περιπτώσεις αφροΰδιστων συναδέλφων μου που, έχοντας την ιδεοληψία τους στο λέμφωμα (o altra cosa), αγνόησαν το ενδεχόμενο της υστερίας. Και ενέργησαν ανάλογα. Και εβίασαν το μυαλό του αρρώστου πολλαπλά. Για να μην πω, εν όψει της σημερινής πρωτοφανούς ανθήσεως των «διαγνωστικών κέντρων» και των «απεικονιστικών μεθόδων», κι ακριβοπληρωμένα…
Η ψυχανάλυση βέβαια, είτε μιλάμε για την ψυχανάλυση των αρχών του αιώνα με την «ανακριτική» όπως λένε μέθοδο του Φρόυντ (R. Webster), είτε μιλάμε για την ψυχανάλυση της εκπνοής αυτού του αιώνα με τις εύκαμπτες τεχνικές που υιοθέτησε η διασπορά των επιγόνων, δεν συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στις υποχρεώσεις της το να διαγιγνώσκει ένα λέμφωμα περισσότερο απ’ ό,τι είναι υποχρεωμένος ένας μετεωρολόγος να ξέρει πότε φυτεύεται το ρύζι. Τι ρόλο θα έπαιζε εν εναντία περιπτώσει η ακαδημαϊκή ιατρική, με τη γιγαντιαία τεχνογνωσία της, προτού παραπέμψει τη μοιραία νόσο (που κατακτά το κορμί ύπουλα) προς «ψυχιατρικήν αντιμετώπισιν»; Γιατί αυτό είναι κατά κανόνα το κανάλι της ψυχιατρικής πελατείας μη εξαιρουμένης της ψυχανάλυσης. Η καταγγελία λοιπόν επί ανεπάρκεια της ψυχαναλυτικής διαγνωστικής είναι άνευ αντικειμένου. Γιατί η ψυχανάλυση δεν είναι ιατρική. Η κατηγορία πέφτει στο κενό, όπως κατά ειρωνική συγκυρία κάθε συνηγορία της ψυχανάλυσης ξεκινάει ακριβώς από ένα κενόν. Η εχθρότητα του διδύμου Tallis – Webster είναι μια παρανοϊκή προβολή της αδυναμίας προσπέλασης της υποκειμενικότητας εκ μέρους του κλασσικού εμπειρικισμού και του ιατροκεντρικού μοντέλου. Το επιστημονικό discours, όταν μάλιστα είναι αγγλοσαξωνικό, δεν παραδέχεται αδιέξοδα στη συναθροιστική επαγωγή, ούτε ατέρμονους κοχλίες, ούτε λογικά ρήγματα. Είναι βέβαιο ότι πολλαπλασιάζοντας τις «παρατηρήσεις» θα εξακριβώσει χωρίς πιθανότητα λάθους πόσα μικρά άλφα εξισούνται με ένα κεφαλαίο Άλφα. Αυτό που αφήνει απέξω το χι τετράγωνον είναι ένα περίττωμα της πραγματικότητας, που δεν είναι ικανό να παραγάγει ρήγμα στο Είναι. Η ψυχανάλυση όμως πολιορκεί το περίττωμα, γιατί είναι «κάτι». Το ψυχαναλυτικό υποκείμενο είναι ένα discours στα χείλη ενός ρήγματος, το οποίο προκύπτει απ’ το γεγονός ότι ο ισολογισμός του Είναι πάντα βγαίνει υπολειπόμενος των προσδοκιών, ελλειμματικός.
Ο Λακάν έλεγε ότι, αν ούτως επιθυμούν οι «οργανιστές», κάθε ψυχοπαθολογική εκδήλωση έχει βάση οργανική. Η ψυχαναλυτική υπόθεση συνοψίζεται έτσι σε μια πρόκληση: μέσα στην αγωνία του ρήγματος τού Είναι που παράγει ένα λέμφωμα (o altra cosa), μέσα στην αρχή του θανάτου που εξαπολύει ξαφνικά τους ανέμους της, μέσα στο αναδεικνυόμενο κενό βρίσκει την ευκαιρία να εγκαταστήσει, τον οικισμό της και να μιλήσει τη γλώσσα της μια «υστερική δομή». Το ότι μιλάμε για υστερική δομή πρέπει να υπογραμμιστεί, γιατί αν πιθανώς Υστερία δεν υπάρχει, το υστερικό discours εξάπαντος υπάρχει. Τι το εξωφρενικό τώρα αν στη «λακκούβα» που παράγει στον οργανισμό η βλάβη βρίσκει θέατρο για να παίξει το δράμα της μια ασυνείδητη (ονειροπόλα, εκστατική, υστερόβουλη, επανορθωτική, θαμμένη κι όμως άλιωτη) σκέψη; Το Ασυνείδητο δεν ξέρει ίσως ότι είναι ασυνείδητο – παγίδα που προσπάθησε να του στήσει ο J. Ρ. Sartre – ξέρει όμως να μιλάει. Ο υστερικός λόγος, ακόμη και μέσα στη διάβρωση εδάφους που παράγει ένα λέμφωμα, είναι ένας από τους λόγους του. Αν είσαι lunatic όπως ο Φρόυντ προσπαθείς να τον ακούσεις. Αν δεν είσαι, δεν «βλέπεις» και δεν «ακούς» τον λόγο όπως θα ’λεγε ο Ηράκλειτος.
Πρόκειται να σταματήσω εδώ περίπου την εναρκτήρια πρόσκλησή μου σε διάλογο – κι έχω φυσικά πολλά να διαβάσω και να σχολιάσω στις επτακόσιες σελίδες που με περιμένουν ακόμη, ει δυνατόν χωρίς σκανδαλισμό και χωρίς διανοητικές προκαταλήψεις. Δέχομαι λ.χ. εκ προοιμίου ότι ο Φρόυντ πρέπει να υπήρξε μια αποπνικτική για τους συνεργάτες του και τη φτωχή οικογένειά του προσωπικότητα. Όταν ο ήρωάς σου είναι ο Αννίβας, όταν νομίζεις πως είσαι αναπαραγωγή του Μωυσή, φροντίζεις κατά προτεραιότητα τη δόξα του Αννίβα και τις πλάκες του Μωυσέως – δηλαδή τις εντολές που συνέταξε ο εαυτός σου. Όλα αυτά τα καταλαβαίνω, πλην όμως τι είναι αυτό που μας ενδιαφέρει; Η βιογραφία του Φρόυντ (του Νίτσε, του Μαρξ…) ή το βασικό ψυχαναλυτικό κείμενο; Στις συνήθειές μου είναι να διαβάζω λέξη προς λέξη τα κείμενα που ταιριάζουν στην αφοσίωσή μου είτε στην αντιρρητική ιδιοσυγκρασία μου (και γι’ αυτόν τον λόγο δεν είναι παρά ολιγάριθμα συνολικά τα πράγματα που έχω διαβάσει…), να ενίσταμαι περισσότερες φορές απ’ όσες συγκατανεύω, πράγμα που δεν απέκλειε πάντοτε τον κίνδυνο να κάνει ξαφνικά ο συγγραφέας στην εκατοστή σελίδα μια στροφή 180 μοιρών και ν’ ανατρέψει έτσι όλη την κριτική που του έχω ασκήσει. Χαλάλι «του». Καλύτερα και γι’ αυτόν και για μένα… Όσο όμως για την παρούσα μας ανάγνωση, οι κύριες ενστάσεις μου απέναντι στον κ. Σκρουτζ που επλήρωσες για λογαριασμό και των δυο μας ελπίζοντας κατά βάθος ότι θα με ξετινάξει, είτε καλύτερα ότι θα με αποσπάσει απ’ το «inbuilt survival kit» το οποίο κατά τον υπαινιγμό της αφιέρωσής σου ταλαιπωρεί τη σκέψη μου και με δέρνει, έχουν ως εξής (δεν καλύπτω όλες τις μομφές):
α) Δεν υπάρχει πιο άνοστος ομοφυλόφιλος από τον «συμπαθούντα» την ψυχανάλυση Χάβελοκ Έλλις, κι ας τον δόξασαν παρεμπιπτόντως οι ελληνικές εκδόσεις «καροτσιού». Μήπως δεν δόξασε η Γαλλία τον κ. Hesnard; Ο Χάβελοκ Έλλις δεν έχει καμιά σχέση με την ψυχανάλυση, είτε όταν την επαινεί είτε όταν την θέτει τάχα εν αμφιβάλω. Κι εδώ κι εκεί είναι ασήμαντος, εξίσου ασήμαντος με τον γερμανοεβραίο βιογράφο προσωπικοτήτων Ε. Ludwig, ο οποίος σε μια φάση του εκδοτικού ενδιαφέροντος αποφασίζει να δείξει τον Φρόυντ «δίχως μάσκα». Ωστόσο όταν ο Χάβελοκ ‘Ελλις δηλώνει ότι η ψυχανάλυση είναι μάλλον «τέχνη» παρά «επιστήμη» βρίσκεται παραδόξως κοντά στην αλήθεια. Η ψυχανάλυση δεν είναι πράγματι τυπικά συγκροτημένος επιστημονικός λόγος, με τη βαρβαρική τουλάχιστον ευρωπαϊκή έννοια, είναι ποιητικός λόγος, με την προσωκρατική έννοια (την έννοια ενός ποιείν). Δεν είναι για να αποδεικνύει τα σαγηνευτικά γεγονότα και την επακόλουθη δράση των γεγονότων, υλοποιημένων σ’ έναν αόριστο γραμματικό χρόνο, πάνω στη διαμόρφωση του υποκειμένου. Αυτό δηλαδή που προσδιορίζει για μια χυδαία αντίληψη το νόημα και το περιεχόμενο της ψυχαναλυτικής ερμηνείας. Η ψυχανάλυση είναι για να «επινοεί» έναν τρόπο εισόδου του ανθρώπινου υποκειμένου στην ιστορία, την «ιστορικοποίηση» μάλλον του υποκειμένου. Εκ των υστέρων; Πράγματι εκ των υστέρων. Η πιο ουσιώδης έννοια της ασκούμενης ψυχανάλυσης είναι το Nach-Traeglich, ότι η οργάνωση του εξισορροπητικού μύθου μας έρχεται απ’ το μετά.
Αυτή τη δολοπλοκία προάγει διά των τρικλοποδιών που βάζει στις λέξεις και τις προτάσεις του υποκειμένου, στους χρόνους των ρημάτων του και στα επιρρήματά του η ψυχανάλυση. Από μιαν άποψη είναι καλλιέργεια κι εκμετάλλευση των προσόδων ενός mot d’esprit. Διορθώνει διά της «εξυπνάδας». Ό,τι και να έχουμε εναντίον της εξυπνάδας ξυπνάει την ψυχή μας, όπως η χωρίς χιούμορ σοβαροφάνεια ναρκώνει το κορμί μας. Τον δρόμο της εξυπνάδας διαλέγεις Μανόλη και συ, στον μεσημβρινό σου περίπατο στην τραπεζαρία μας, οσάκις επιβάλλεις ημίωρο διάλειμμα στον κομπιούτερ σου. Είτε το συνειδητοποιείς είτε όχι. Σκαρώνοντας δίστιχα για τον βίο και την πολιτεία της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Όπως: «Έγια μόλα έγια λέσα», τραβάμε για την ψυχανάλυση της Δημητρέσσα. Η οδός Δημητρέσσα στεγάζει τη γιάφκα της ψυχανάλυσης. Μπαίνει εύκολα σε ρίμα. Μα αυτή η τόσο ανώδυνη στιχομυθία, η τόσο εύκολη ομοιοκαταληξία, αντιπροσωπεύει τον κανόνα της ψυχαναλυτικής παρέμβασης. Ομοιοκαταληκτεί ξεγλυστρώντας. Θέλεις σαν ένα πυρπολικό ανάμεσα στις ναυαρχίδες της ποιητικής και της τεχνικής παρέμβασης; Του ενός είδους ερμηνείας και του άλλου; Το δέχομαι…
β) Η ψυχανάλυση είναι πράγματι ένα αμφισβητούμενο δραματικό γεγονός της προϊστορίας που σφραγίζει σαν πεπρωμένο το υποκείμενο και που ερμηνεύεται διά μιας reconstruction, διά μιας ανακατασκευής ή αναπαλαίωσης που είναι εν πολλοίς αυθαίρετη. Διά σεναρίων που εκκρεμούν στα όρια της διάψευσης, και που επινοούν ένα λεπτό προτού διαψευστούν σαν ιστορική διαδοχή το υποκείμενο. Οι αποδείξεις αυτής της ιστορίας είναι μάλιστα κατετεθειμένες στο ευφάνταστο ψυχαναλυτικό μυαλό κι όχι σε κάποια στατιστική ή σε κάποιο δοκιμαστικό σωλήνα. Έτσι η υποκειμενικότητα αναδύεται πάντοτε μέσα από μια μυθιστορία. Ο Φρόυντ, όπως τον καταλαβαίνω, δεν είναι ένας ανακριτής-αστυνόμος, είναι όμως ένας μυθιστοριογράφος. Ζητούσε, λέγουν οι κριτικοί του, μια και μοναδική κλείδα για να ξεκλειδώσει όλο το μυστήριο. Η σημασία του για μένα βρίσκεται στο ότι επί ογδόντα και βάλε χρόνια ζωής ζητούσε.
γ) Η ψυχανάλυση που εγκαινίασε ο Φρόυντ είναι πράγματι μια προσδοκία απελεύθερου μέλλοντος (με ελάχιστες στ’ αλήθεια εγγυήσεις), ενός μέλλοντος που ανατρέπει τη δυστυχία του παρόντος, ενός παρόντος που χαλκεύει τις αιτίες της δυστυχίας του στο παρελθόν του. Που εφευρίσκει για την ακρίβεια παρελθόν. Δεν υπάρχει άλλη ιστορία της υποκειμενικότητας απ’ το σενάριο που γράφει ξεκινώντας απ’ το εδώ και τώρα η ψυχανάλυση. Όποιος δεν το κατανοεί αυτό αποβαίνει R. C. Tallis.
Αυτό συνιστά άλλωστε για την ακρίβεια τον απόπλου της ψυχανάλυσης από τις συνέπειες μιας Naturphilosophie, ενώ δεν είμαι βέβαιος ότι οι δυσανεκτικοί «επιστημονικοί» κριτικοί της έχουν κι εκείνοι εξίσου αποπλεύσει. Θυμάμαι συνεργάτη μας στο Αιγινήτειο να υπερασπίζεται με πάθος το «ένστικτο» (τη μικρότερη μέριμνα μιας ψυχανάλυσης που ξέρει πού να αναζητήσει τον εαυτό της…), το οποίο όμως δεν ξέρει, πώς να το δει, με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο και, πού στο βασίλειο του Κ.Ν.Σ. να το τοποθετήσει,. Έχει υποθετικές ακλόνητες αρχές, μα δεν έχει απτές αφετηρίες – αυτός ο θρίαμβος της απτότητας. Ανεβαίνει τσιμεντένια σκαλοπάτια, που μπορεί και να μην υπάρχουν. Η ψυχανάλυση αφετέρου που παραδέχομαι, και που την εγκυμονούν οι αγωνιώδεις στ’ αλήθεια αντιφάσεις του Σ. Φρόυντ, τοποθετείται πέραν της μαρτυρίας του τσιμεντένιου σκαλοπατιού. Πέραν του «ενστίκτου», είτε υφίσταται είτε όχι, στις μυθιστορηματικές περιπέτειες των «αναπαραστάσεων» της έλλειψης σε βιολογική προδιαγραφή μέσα στο Ψυχικό Όργανον. Μ’ αυτή την έννοια η ψυχανάλυση που εισήγαγε ο Φρόυντ είναι στην πραγματικότητα ενός είδους αποκωδικοποιητική δουλειά. Είμαστε προϊόντα μιας μετάφρασης της βιολογίας σε λόγο, που κάπου κάπου τη διακόπτουν λιποθυμίες του χειρογράφου. Η ψυχανάλυση συνεφέρνει το λιποθυμικό κενό. Εκεί, στα κενά, προτείνει ότι πρέπει να διαβάσουμε μια διαολιά του Ασυνειδήτου.
Με τη φιλία μου
Μάριος Μαρκίδης
Μανώλης Μαρκιανός
τ. Αναπληρωτής Καθηγητής Κλινικής Νευροχημείας – Ψυχιατρική Κλινική του Αιγινητείου
Τις σκέψεις που ακολουθούν είχα διατυπώσει πριν από αρκετά χρόνια, και περίμενα να τις συμπληρώσω για να τις στείλω στον Μάριο, πράγμα που δεν έγινε. Θεωρώ πως πρέπει να τις κοινοποιήσω, έτσι όπως γράφτηκαν τότε, μαζί με το κείμενο του Μάριου, γιατί πιστεύω πως αυτό ήταν η επιθυμία του, το διατυπώνει άλλωστε ρητά στο γράμμα του. Δεν θα με ευχαριστούσαν οποιεσδήποτε τυχόν απαντήσεις από τρίτους· έχουν διατυπωθεί άλλωστε διάφορες από διαφόρους. Οι σκέψεις και τα ερωτήματά μου είχαν αποδέκτη προσωπικά τον Μάριο, αυτός και η φιλία μας τις προκάλεσαν, τις δικές του απόψεις αναζητούσα. Αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί με τα ερωτήματα που θέτω, ας βρει κάποιον άλλο σύντροφο στην σκέψη για να ανοίξει διάλογο.
Μάριε,
Το κείμενο σου είναι ένα ποίημα. Φτάνω στο σημείο να συγχωρήσω την ψυχανάλυση για τον ανασταλτικό ρόλο που έπαιξε στην εξέλιξη της Ψυχιατρικής όταν διαπιστώνω ότι μπορεί να εμπνεύσει την παραγωγή τέτοιων κειμένων. Ή μήπως το κείμενο σου θα ήταν το ίδιο θαυμαστό αν είχε ως αντικείμενο π.χ. το παιχνίδι της επικοινωνίας των νευρικών κυττάρων για την δημιουργία της συνείδησης;
Συμφωνώ με την πρόταση σου να τσακωθούμε για τον Φρόυντ και το, χμ, επιστημονικό κύρος της ψυχανάλυσης, και εκφράζω την επιθυμία η νίκη να είναι δική σου, έτσι για να μην τρέφω ΦΡΟΫΔες ελπίδες. Θα προσπαθήσω να είμαι εριστικός –ομολογώ δύσκολο όταν έχω να κάνω με σένα– και να δείξω και κάποια κακία, μια αρετή που μειώνεται επικίνδυνα στις μέρες μας που όλοι θέλουν να τα έχουν καλά με όλους, τουλάχιστον στον πανεπιστημιακό χώρο. Και σε αντίθεση με τον δικό σου ποιητικό λόγο εγώ θα είμαι πεζός, προσγειωμένος και πραγματιστής (για να θυμηθώ και τον William James που το 1890 μίλησε για unconscious, το 1898 για id, και το 1910 συνάντησε τον Φρόϋντ στην Αμερική για τον οποίο λέει «I confess that he made on me personally the impression of a man obsessed with fixed ideas» (Simon, Am J Psychiatry 1967, 124, 831-834), όπως είμαι και στην ενασχόληση μου με την διερεύνηση μηχανισμών του εγκεφάλου στις ψυχιατρικές –όχι ψυχικές– και νευρολογικές νόσους στο Εργαστήριο Κλινικής Νευροχημείας στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο.
Χαίρομαι ιδιαίτερα γιατί παίζουμε στο δικό σου γήπεδο, με αιωνόβιο καλοφυτρωμένο και καλοποτισμένο γρασίδι και με δική σου μπάλα, την γραφή. Αν δημοσιευθούν τα κείμενα μας, όπως προτείνεις, εύχομαι να μην διαβαστούν κατά πλειοψηφία από ανθρώπους που ποτέ δεν προσπάθησαν να καταλάβουν γιατί μικραίνουν οι μέρες το χειμώνα, σκιρτούν όμως από κατανόηση όταν διαβάζουν την διατύπωσή σου ότι «το ψυχαναλυτικό υποκείμενο είναι ένα discours στα χείλη ενός ρήγματος, το οποίο προκύπτει απ’ το γεγονός ότι ο ισολογισμός του Είναι πάντα βγαίνει υπολειπόμενος των προσδοκιών, ελλειματικός». Να μην είναι αρκετοί από τους συνανθρώπους μας που ισχυρίζονται αυτάρεσκα ότι δεν εκτιμούν ιδιαίτερα τα μαθηματικά, και δεν εννοούν ότι πάσχουν από δυσαριθμησία που φτάνει σημειωτέον μέχρι το 5% του πληθυσμού, αλλά ότι έχουν καλλιτεχνικές τάσεις, δεν έχουν την τεχνοκρατική σκέψη που αποδίδουν στην επιστήμη και έτσι λειτουργούν με φαντασία, ελευθερία και δημιουργικότητα.
Αυτό το κοινό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα στην συζήτηση μας. Το κοινό που αρχίζει να σε εκτιμά από την στιγμή που αρχίζει να μην σε καταλαβαίνει. Σαν συγγραφέας, θα έχεις πάντα μπροστά σου το φάντασμα του κοινού, του κοινού σου από την λογοτεχνική σου παραγωγή την οποία και εκτιμώ ιδιαίτερα. Θα θέλεις να απευθύνεσαι όπως λες «στον μέσο αναγνώστη, που καίτοι επαρκής στην παρακολούθηση των κλάδων του ψυχιατρικού δένδρου, δεν έχει σαφή εποπτεία επιστημονικών ιδιωμάτων». Όχι. Δεν πρέπει να βάλουμε περιορισμούς. Και ας μην μιλάμε για εξειδικευμένη γνώση, που είναι απλώς πρόσθετη γνώση. Αυτοί που δεν την απόκτησαν δεν ασχολήθηκαν με το αντικείμενο. Γιατί να περιοριστούμε σε αυτούς; Ας βάλουμε στο τραπέζι μερικά ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί κατ’ επανάληψη είτε σε σχέση με το επιστημονικό κύρος της ψυχανάλυσης, είτε σαν κριτική γενικότερα και για τα οποία θα ήθελα τις απόψεις σου.
Κατά την σήμερα επικρατούσα άποψη, βασικό χαρακτηριστικό της επιστημονικής διαδικασίας είναι η προσπάθεια να απορρίψει ένα Παράδειγμα (κατά Kuhn) και να περάσει σε ένα καλλίτερο. Η ψυχανάλυση αντίθετα ψάχνει για επιβεβαίωση των απόψεων κυρίως του Μεγάλου, εξ ου και το «inbuilt survival kit» που δίνεται μαζί με την θεωρία κατά την εκπαίδευση, το ενσωματωμένο πακέτο επιβίωσης. Εκτός των άλλων, επιλέγει το τι θα επεξεργασθεί για να ταιριάζει στην μέχρι στιγμής θεώρηση, επιλέγει ερωτήματα για τα οποία έχει ήδη απαντήσεις. Έτσι δεν παράγει νέες απόψεις και θεωρήσεις που δεν προβλέπονταν. Όταν παρουσιάζονται προβλήματα η απάντηση είναι «ξαναδιαβάσετε τον Φρόυντ» (Λακάν), όλα όσα έχει γράψει και πει. Όπως ο Αλτουσέρ που ξαναδιαβάζει το Κεφάλαιο. Αναζητούνται λύσεις εντός. Όταν όμως δεν μπαίνει ήλιος στο σπίτι σου και θέλεις να μπει, δεν μετακινείς απλώς τα έπιπλα.
Η περιορισμένη δυνατότητα παραγωγής νέων θεωρήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι ο Φρόυντ δεν παρουσίασε ένα πλήρες Παράδειγμα. Αυτό που έκανε ο Ferdinand de Saussure για την Γλωσσολογία ή ακόμα αν θέλεις ο William James για την Ψυχολογία (έλεγε: «I wished by treating Psychology like a natural science, to help her to become one») δεν το έκανε ο Φρόυντ για την Ψυχανάλυση. Δεν παρουσίασε ένα Παράδειγμα που να είναι παραγωγικό. Λείπει η πρόταση για μεθοδολογία στην συλλογή και επεξεργασία δεδομένων. Καμμιά φορά οι ιστοριούλες που διηγούνται οι αναλυόμενοι δεν είναι ιδιαίτερα σοβαρές, παίρνονται όμως πολύ σοβαρά από τους αναλυτές όποιες ταιριάζουν στις υπάρχουσες απόψεις τους και αγνοούνται όποιες δεν ταιριάζουν. Δεν δουλεύει κανείς για τυχόν απόρριψη των υπαρχουσών υποθέσεων, αλλά για την επιβεβαίωση τους. Αυτό από μόνο του θέτει την ψυχανάλυση εκτός επιστημονικής διαδικασίας. Παραμένει σε προεπιστημονικό επίπεδο και να της ευχηθούμε να παραμείνει εκεί για πολύ καιρό, για να παράγονται κατά καιρούς αξιόλογα κείμενα, όπως το δικό σου. Νομίζω πως θα συμφωνήσεις με αυτό. Οι προσπάθειες ορισμένων να επιστημονικοποιήσουν την ψυχανάλυση γίνονται από άτομα που δεν αποδέχονται το ρόλο της σήμερα, που με πολύ ενάργεια διατυπώνεις, και με τον οποίον, όσο μου επιτρέπεται, δεν διαφωνώ, και προσπαθούν να βρουν στον Φρόυντ νευροεπιστημονικές απόψεις με την έννοια οτι ο Μεγάλος τα είχε προβλέψει όλα όσα συμβαίνουν στην Ψυχιατρική σήμερα. Μάλλον τον υποβαθμίζουν άθελα τους, γιατί είναι μέχρι υβριστικό να αποκαλείς έναν ψυχαναλυτή νευροεπιστήμονα. Και βέβαια προσπαθούν να προσθέσουν στο «survival kit» την σύνδεση της ψυχανάλυσης με τις νευροεπιστήμες. Από ό,τι διαφαίνεται από το κείμενο σου, ούτε εσύ συμφωνείς με αυτήν την προσπάθεια.1
Όταν οι ψυχαναλυτές συζητούσαν για μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση άλλοι ψυχοεπιστήμονες – αν μου επιτρέπεις την λέξη, υπόσχομαι να μην την χρησιμοποιήσω ξανά – διερευνούσαν τους μηχανισμούς με τους οποίους ο εγκέφαλος μεταβιβάζει και αντιμεταβιβάζει πληροφορίες ερεθίσματα και απαντήσεις σε ένα σύστημα που αναπτύσσεται με τις οδηγίες του γενετικού υλικού και σχηματίζεται με βάση και τα ερεθίσματα από το πάντοτε παρόν περιβάλλον. Και έτσι προέκυψε αυτό που σήμερα λέμε βιολογική ψυχιατρική, μια προσπάθεια δηλαδή κατανόησης της συμπεριφοράς και των διαταραχών της με βάση τις λειτουργίες του εγκεφάλου και με το αξίωμα πως σε κάθε συμπεριφορά αντιστοιχεί και κάποια εγκεφαλική λειτουργία που μένει να διερευνηθεί. Τόσο απλά.
Υποστηρίζω ότι το γίγνεσθαι στον τομέα της βιολογικής ψυχιατρικής αφορά και τους ψυχαναλυτές. Είτε αυτό είναι οι απόψεις για μια αναπτυξιακή κατανόηση της ψυχοπαθολογίας σε βιολογική βάση, είτε είναι ο τρόπος δράσης στον εγκέφαλο των αντικαταθλιπτικών ή αντιψυχωσικών φαρμάκων. Και μάλιστα θα εύρισκα ενδιαφέρον να ακούσω από έναν ψυχαναλυτή –όχι όμως από πολλούς, θα ήταν ανυπόφορο…– το πώς κατανοεί το γεγονός όταν ένα άτομο με χρόνια καταθλιπτική διάθεση γίνεται ένα άτομο χωρίς καταθλιπτική διάθεση μετά από χορήγηση ειδικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης και πως κατανοεί το γεγονός όταν ένα άτομο με ψύχωση σταματά να ακούει φωνές μετά από χορήγηση αντιψυχωσικών, αντί ο εν λόγω ψυχαναλυτής να μας μιλάει για συμφέροντα φαρμακευτικών εταιρειών ή ακριβές ιατρικές εξετάσεις, δηλαδή να αλλάζει συζήτηση. Να ασχοληθεί και να μας πεί την άποψη του. Θα τον ακούσωμε. Αν δεν το κάνει, αν δηλαδή σφυρίζει αδιάφορα μπροστά από τις σχετικές επιτυχίες της βιολογικής ψυχιατρικής και της δουλειάς για την κατανόηση των μηχανισμών του εγκεφάλου που έχει προηγηθεί της σύνθεσης ενός φαρμάκου και που οδηγεί στις ιδιότητες που πρέπει να έχει ένα φάρμακο για να το λάβει υπόψιν του ο εγκέφαλος, θα βρεθεί έξω από το παιχνίδι, σε κάποια γωνιά του γηπέδου, περιεργαζόμένος την δική του μπάλα που θα αρχίσει να χάνει αέρα. Βέβαια, το παιχνίδι θα συνεχισθεί χωρίς αυτόν.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο ψυχαναλυτής υποβάλλει στον αναλυόμενο αναμνήσεις για γεγονότα που δεν έχουν συμβεί, δηλαδή ψευδείς μνήμες. Εκφράζεται με το «τώρα που το λέτε γιατρέ, θυμάμαι ότι…» ή ο αναλυόμενος ετοιμάζει κάποιες «μνήμες» για τις επόμενες συνεδρίες. Αυτό διευκολύνεται αρκετά από την σχέση που έχει αναπτυχθεί μεταξύ αναλυτού και αναλυομένου. Έτσι όμως, ο αναλυόμενος γίνεται κατά την πορεία της ανάλυσης αναληθής… Λέγεται ότι «some therapists practice techniques that carry a high risk of suggestion» και πως «some memories recovered in therapy may be false». Και ακόμα, υπάρχει και το «false memory syndrome» (Bremmer et al. Am J Psychiatry 1996, 153, 71-82).
To πρόβλημα που δημιουργείται είναι σημαντικό και συνέβαλε στην απαξίωση της ψυχανάλυσης. Παραθέτω απόσπασμα από το άρθρο μιας κυρίας που έχει συχνά κληθεί ως εμπειρογνώμων σε δικαστήρια, της Loftus EF, «Memory distortion and false memory creation». Bull Am Acad Psychiatry Law. 1996, 24, 3, 281-95: «Scientific work on memory distortion has captured the attention of the wider mental health field, of the legal profession, and of the general public. One reason is this: In the last decade, hundreds if not thousands of patients have emerged from psychotherapy accusing their fathers and mothers, their uncles and grandfathers, their former neighbors, their former teachers and therapists, and countless others, of sexually abusing them years before. The patients often claim that they have repressed or dissociated the “memories” until various therapeutic interventions excavated the mental contents and made their presence known. After recovering these new memories, patients have confronted their alleged abusers, and sometimes taken them to court, forcing them to pay sizable sums in damages. In many cases, accused people have found themselves dragged through the criminal justice system, and occasionally, to their shock, sent off to prison.
Ενώ στις ψυχοθεραπείες γενικά δέχεται κανείς εύκολα μια κάποια αναποτελεσματικότητα, από τις ψυχοφαρμακοθεραπείες απαιτεί άμεσο, πλήρες, και χωρίς παρενέργειες θεραπευτικό αποτέλεσμα, και γελά χαιρέκακα ο κάθε ψυχαναλυτής όταν τα φάρμακα δεν έχουν αποτέλεσμα ή έχουν παρενέργειες. Από που προκύπτουν αυτές οι απαιτήσεις; Μήπως πιστεύετε τελικά πως αυτό είναι κατορθωτό; Να το δηλώσετε τότε. Πάντως σήμερα, αν ρωτήσεις κάποιον τι προτιμά, Φρόυντ ή βάλιουμ, θα σου πεί Φρόυντ, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα θα πάρει βάλιουμ.
Η ψυχανάλυση είναι κυρίως λογοτεχνία, και μου φαίνεται πως δεν διαφωνείς πολύ με αυτήν την άποψη (εξάλλου και στον Φρόυντ το λογοτεχνικό βραβείο Γκαίτε δόθηκε το 1932, και του άρεσε πολύ). Αυτό εξηγεί και το γεγονός της απουσίας δημοσιεύσεων σε διεθνή ψυχαναλυτικά περιοδικά μελετών από την Ελλάδα. Οι Έλληνες ψυχαναλυτές είναι local, όχι global. Ποιος Έλληνας μπορεί να γράψει αξιόλογη λογοτεχνία στα Αγγλικά, και γιατί άλλωστε. Στην διεθνή ψυχιατρική επιστημονική κοινότητα υπάρχει όμως αξιόλογη παρουσία Ελλήνων, όπως φαίνεται από τις δημοσιεύσεις στα σχετικά διεθνή περιοδικά. Οι Fava και Montanari (Psychotherapy and Psychosomatics 1996, 65, 281-292) αναφέρουν 158 δημοσιεύσεις από την Ελλάδα με αντικείμενο Ψυχιατρική για την περίοδο 1981-1995, και κατατάσσουν τη χώρα μας 23η παγκοσμίως στην παραγωγή μελετών στον τομέα αυτόν. Και για να παινέσουμε το σπίτι μας, περίπου το 70% των 158 δημοσιεύσεων προέρχονται από το Αιγινήτειο.
Η απουσία ή αν θέλεις η περιορισμένη παρουσία ερευνητικών μελετών από την Ελλάδα με αντικείμενο την ψυχανάλυση δεν οφείλεται μόνο στην μακαριότητα και αυταρέσκεια των Ελλήνων ψυχαναλυτών. Οφείλεται κυρίως στις ελλείψεις του Παραδείγματος που δεν προτείνει κανόνες για την συλλογή και επεξεργασία δεδομένων, όπως ανάφερα και παραπάνω. Η στατιστική για τους ψυχαναλυτές, και όχι μόνο, είναι μια μηχανιστική επεξεργασία αριθμών, εντελώς απαξιωμένη. Φαίνεται όμως πως είναι μια εντελώς κοινή διαδικασία του μυαλού για την εξαγωγή συμπερασμάτων στην αντιμετώπιση των δεδομένων που του τίθενται κάθε στιγμή, και που πρέπει να πάρει αποφάσεις για το πως θα αντιδράσει και ποια από τις εναλλακτικές λύσεις θα προτιμήσει, ποια έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Με την στατιστική πορεύεται ο καθένας μας σε κάθε του ενέργεια. Και φαίνεται να υπάρχει σαν δυνατότητα του μυαλού από πολύ νωρίς. Σε παραπέμπω στο άρθρο των Saffran et al., «Statistical learning by 8-month old infants» (Science 1996, 274, 1926-1928), όπου οι συγγραφείς διαπιστώνουν «that infants have access to a powerful mechanism for the computation of statistical properties of the language input».
Έχω την εντύπωση πως η άρνηση μιας κάποιας ποσοτικοποίησης ή έστω αντικειμενικοποίησης της ποιότητας είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του τρόπου σκέψης των ψυχαναλυτών. Λες να σχετίζεται με το ότι εισπράττουν το ίδιο ποσό για κάθε συνεδρία ανεξάρτητα από την ποιότητα της; Δεν θα έπρεπε τότε να παίρνουν όλοι την ίδια αμοιβή και να μην καθορίζεται αυτή από το «όνομα» που έχουν αποκτήσει στην αγορά; Η ψυχολογία τα έχει καταφέρει αρκετά καλά στο να χειριστεί ποιότητες σε πλήθος περιπτώσεων με την κατασκευή ερωτηματολογίων που δίνουν επεξεργάσιμα αποτελέσματα και έχει βρει μεθόδους για τον έλεγχο και την βελτίωση τους. Υπάρχουν ερωτηματολόγια π.χ. για την διερεύνηση μηχανισμών άμυνας, όπως το Defense Mechanism Inventory (1986) και το Defense Style Questionnaire (1983). Για να γίνω προκλητικός, σκέφτηκε κανείς ποτέ ένα ερωτηματολόγιο για αξιολόγηση του …Οιδιπόδειου; Ερωτηματολόγια φτιάχνονται και για παιδιά, αλλά θα μπορούσε κανείς με κατάλληλα ερωτήματα να ανιχνεύσει σε ενήλικες την ύπαρξη του στην παιδική ηλικία, όπως γίνεται π.χ. για το «σύνδρομο μειωμένης προσοχής και υπερκινητικότητας». Θα μπορούσε να καταγράψει την ύπαρξη και ένταση του σε διαφόρους πληθυσμούς και πολιτισμούς, και θα βοηθούσε να διερευνηθεί η αμφισβητούμενη από μερικούς οικουμενικότητά του, να συνδεθεί με άλλες ποιότητες όπως άγχος, επιθετικότητα, που ποσοτικοποιούνται, και να διαπιστώσει μεταβολές κατά την διάρκεια της ψυναναλυτικής διαδικασίας…
Παρόλον ότι τοποθετείς την ψυχανάλυση εκτός ιατρικής, το ερώτημα παραμένει και έχει να κάνει και με το επιστημονικό της κύρος. Για να μπορέσει η ψυχανάλυση να δουλέψει επιστημονικά στα πλαίσια της ιατρικής θα πρέπει να αποδεχθεί την ψυχική νόσο και να βάλει στόχο την θεραπευτική της αντιμετώπιση. Και να προχωρήσει, αν θέλει, σε μια δική της ταξινόμηση αντί να κατηγορεί άλλους γι’ αυτό. Ταξινομήσεις μπορούν να γίνουν από διαφορετικές σκοπιές, παράδειγμα η κινεζική ταξινόμηση ψυχικών διαταραχών (Υ-Ρ Zheng et al., Comprehensive Psychiatry 1994, 35, 441-449), που όπως λένε οι συγγραφείς, επιδιώκει να είναι κοντά στην ICD-10, αλλά και να αντανακλά τον κινέζικο πολιτισμό. Πολιτισμικές διαφορές υπάρχουν μεταξύ δυτικού και ανατολικού πολιτισμού μεταξύ άλλων στην ατομικότητα – συλλογικότητα και έχουν καταγραφεί από τον Geert Hofstede, έναν άνθρωπο που προτείνει πολιτισμικές διαστάσεις που μπορούν να αντικειμενικοποιηθούν και έτσι να συγκριθούν μεταξύ εθνών, κατανοώντας τον πολιτισμό εν ολίγοις ως ένα μαθημένο σχηματοποιημένο σύστημα σκέψεων, συναισθημάτων, αντιδράσεων και συμπεριφορών. Αν, όπως αναφέρεις, η ψυχανάλυση θεωρεί ότι το τυχόν θεραπευτικό αποτέλεσμα συμβαίνει «παρεμπιπτόντως, ως εκ της αναδιατάξεως των σημαινουσών σχέσεων μέσα στο υποκείμενο, χωρίς να αποτελεί κατά προτεραιότητα αντικειμενικό στόχο», τότε θέτει εαυτήν εκτός Ιατρικής και δεν συμβάλλει στην εξέλιξη της. Το λες καθαρά : Η ψυχανάλυση δεν είναι ιατρική. Σήμερα, έτσι φαίνεται να έχουν τα πράγματα. Τότε όμως, γιατί να ασκείται από γιατρούς που δεν έχουν απαρνηθεί την ιατρική τους ιδιότητα και μπορούν να δίνουν φάρμακα, ενώ έχουν απαρνηθεί την παρακολούθηση από κοντά των εξελίξεων στην Ιατρική –τι να πρωτοκάνεις…– εδώ και δεκαετίες. Ο Φρόυντ επέμενε ότι η ψυχανάλυση είναι μια συνεισφορά στην ιατρική και υπήρξε μια διαμάχη τότε στην Βιέννη κατά πόσο μη γιατροί θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί για εκπαίδευση (περίπτωση Reik). Ψυχολόγοι δεν γίνονταν δεκτοί για εκπαίδευση στα ινστιτούτα της American Psychoanalytic Association μέχρι το 1987.
Ένα νέφος με στοιχειώδεις, ανακριβείς ή και παραπλανητικές ψυχαναλυτικές έννοιες έχει απλωθεί δυσανάλογα πολύ στον γενικό πληθυσμό, αλλά και στην επιστημονική κοινότητα. Υπάρχουν αρκετοί φροϋδίζοντες κοινωνιολόγοι, ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες, βιολόγοι. Οι τελευταίοι μάλιστα προσπαθούν να στηρίξουν τον Φροϋδισμό διαπιστώνοντας μεταβολές σε εγκεφαλικές λειτουργίες ποντικιών μετά από χωρισμό από την μητέρα ή άλλα τραύματα σε μικρή ηλικία, θα ήθελα την άποψη σου για αυτή την (κακο;) μεταχείριση της ψυχανάλυσης.
Μου κάνει εντύπωση το πόσο ασχολήθηκες με τις απόψεις που διατυπώνει ο Tallis στο άρθρο του στο Lancet, και το μένος σου εναντίον του (Burying Tallis?). Να συμφωνήσω μαζί σου για τους ακραίους χαρακτηρισμούς του. Δεν βλέπει ο άμοιρος πως η ψυχανάλυση ακόμα και αν παύσει να υπάρχει –λένε ορισμένοι πως είναι είδος προς εξαφάνιση– θα αφήσει μια πλούσια πνευματική κληρονομιά. Στην κριτική σου όμως νομίζω ότι εμφανίζεται το «survival kit». Τον κατηγορείς και για αυτά που λέει, αλλά και για αυτό που είναι. Ένας γηρίατρος. Γηριατρική κριτική. Δεν δικαιούται δια να ομιλεί; Είναι κακό να ακούει κανείς και γνώμες από αλλόθρησκους; Με αναγκάζεις να τον υπερασπιστώ σε ορισμένα σημεία: Κατ’ αρχάς, στον τίτλο του άρθρου του λέει τι θα κάνει: «Burying Freud». Θάψιμο, που λέμε και εμείς. Δεύτερον: Βρίσκω την έκφραση του «ενσωματωμένο πακέτο επιβίωσης» έξυπνη. Γράφει: «Freud’s theories, notoriously, have an inbuilt survival kit: disagreement with them is regarded as a symptom of the very resistance they themselves predict, and therefore counts as confirmatory evidence. Psychoanalysis thus enjoys an extraordinary ability to shake off decisive criticism». Ξέρεις πως αντιμετωπίζουν οι συνάδελφοι σου όποιον τολμήσει να ασκήσει κριτική και πως χαμογελούν ελαφρά και με κατανόηση για τον άνθρωπο, κλπ. Γνωστά αυτά. Τρίτον: Για τις ανακριτικές μεθόδους αναφέρεται σε κείμενο του ίδιου του Φρόυντ ο οποίος σε οδηγίες προς ναυτιλομένους γράφει: «The work [of therapy] keeps corning to a stop and they keep maintaining that this time nothing has occurred to them. We must not believe what they say, we must always assume, and tell them too, that they have kept something back… We must insist on this, we must repeat the pressure and represent ourselves as infallible, till at last we are really told something… There are cases, too, in which the patient tries to disown [the memory] even after its return. ‘Something has occurred to me now, but you obviously put it into my head’… In all such cases, I remain unshakeably firm. I… explain to the patient that [these distinctions] are only forms of his resistance and pretexts raise by it against reproducing this particular memory, which we must recognise in spite of all this», (ref 5) δίνει την αναφορά: 5. Standard Edition 2: 279-80, quoted in Crews F. The revenge of the repressed The New York Review of Books, part I, Nov 17, 1994, 54-60, part Π, Dec 1, 1994, 49-58 και σχολιάζει: «Not surprisingly, this approach, more like rape of the mind than history taking, led to catastrophic diagnostic errors».
Να διαφωνήσουμε με τους χαρακτηρισμούς κτηνώδεις ανακριτικές μέθοδοι και βιασμός του μυαλού, η επιμονή όμως να καμφθούν οι αντιστάσεις μπορεί βέβαια να οδηγήσει τουλάχιστον σε αυτό που αναφέρθηκε παραπάνω ως «false memories». Νομίζω οι πρακτικές αυτές του Φροϋντ έχουν εγκαταλειφθεί από καιρό. Αναμφισβήτητα όμως διαγνωστικά λάθη έγιναν και γίνονται. Πολλές φορές, καταστροφικά. Τέταρτον: Ναι μεν αναφέρει όπως λες τον Fliess ως Wilhelm Fleiss, αλλά τέσσερεις μόλις σειρές παρακάτω γράφει σωστά: «The Fliessian roots of Freudian thought were long suppressed by the keepers of the flame policing the archives». Αυτό γιατί δεν το είδες; Να αρχίσω και εγώ τις ερμηνείες;
Το βιβλίο του Webster του άρεσε πολύ: «The greatness of Webster’s book lies not only in his review of the primary and secondary literature, nor only in his wonderfully lucid and witty prose, but in the penetration of his understanding of the man and his influence».
Από όσο έχω διαβάσει μέχρι στιγμής, βρίσκω να είναι μια πλούσια συλλογή απόψεων και καλή πηγή πληροφοριών. Για να το κάνω ελκυστικό για σένα, βρίσκει «the origin of the idea of unconscious» μεταξύ άλλων και στον Shakespeare, που γράφει «My affection hath an unknown bottom, like the bay of Portugal». Kαι αλλού «My mind is troubled, like a fountain stirr’d; And I myself see not the bottom of it» (σελ. 243). Ας μην το πετάξουμε στα άχρηστα. Δεν είναι κακό να διαπιστώνει κανείς ότι κάποιος μεγάλος είπε και μερικές κουταμάρες. Θα μπορούσε εύκολα να συνταχθεί ένας κατάλογος από κουταμάρες –μου αρέσει η λέξη– που έχουν λεχθεί από τον Φρόυντ, τον Ιπποκράτη, τον Αριστοτέλη. Δεν τους μειώνει αυτό. Η εξυπνάδα της σήμερον μπορεί να είναι η κουταμάρα της αύριον. Sic transit…
Μου κάνει επίσης εντύπωση το ότι προσδοκάς από την ψυχανάλυση ένα «απελεύθερο μέλλον, ένα μέλλον που ανατρέπει τη δυστυχία του παρόντος, ενός παρόντος που χαλκεύει τις αιτίες της δυστυχίας του στο παρελθόν του». Νομίζω πως ο Λακάν της αποδίδει ένα τέτοιο ρόλο, αλλά θα πρέπει να πω ότι εμένα μου θυμίζει το «Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών, προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Αν είναι να περιμένουμε από μια πνευματική διαδικασία, την ψυχανάλυση, να ανατρέψει την δυστυχία, τότε γιατί όχι Βουδδισμός; Στοιχίζει και λιγότερο… Το βρίσκω όμως αφόρητα ρομαντικό. Και για να μην ξεχνάμε ότι τσακωνόμαστε, πως σου φαίνεται το «οι απαιτήσεις του παρόντος καθορίζονται από προσδοκίες για το μέλλον που σχηματίστηκαν στο παρελθόν». Οπότε το πρόβλημα είναι η Ungleichzeitlichkeit!
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.