Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Μαρία Χατζηανδρέου
Ψυχίατρος, ψυχαναλύτρια,
μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και
της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης.

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

Για τη «Λογοδοσία»* και τον συγγραφέα της

Πριν ξεκινήσω θα ήθελα να πω πόσο συγκινημένη νιώθω που θα μιλήσω για τον Μάριο Μαρκίδη στο ίδιο αμφιθέατρο όπου, πριν από χρόνια, τις λιγοστές φορές που βρέθηκα ως ομιλήτρια εδώ ήταν πάντα καθισμένος στην πρώτη σειρά, κύριος συμπαραστάτης και συνεργάτης στην προετοιμασία αυτών των ομιλιών. Και επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Ράνια Μαχαίρα-Μαρκίδη, γιατί με την ιδέα που είχε και την πρόσκληση που μου έκανε να μιλήσω για το έργο του Μάριο Μαρκίδη μου έδωσε την ευκαιρία να επικοινωνήσω και πάλι νοερά μαζί του και να καταπιαστώ πιο προσεκτικά με κάποιους από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, πράγμα που υπήρξε ιδιαίτερα απολαυστικό για μένα.

Τον Μάριο Μαρκίδη τον γνώριζα πολύ προτού τον συναντήσω ως καθηγητή στο Αιγινήτειο. Σ’ εκείνα τα αγωνιώδη χρόνια της νεότητας που κανείς ψάχνει μέσα σ’ ένα χάος κατατεθειμένης γνώσης και δεν ξέρει από που να ξεκινήσει, τον συνάντησα ανάμεσα στις αναζητήσεις μου και υπήρξε για μένα μια από τις ελάχιστες πυξίδες στον χώρο της σύγχρονης νεοελληνικής διανόησης. Τα πρώιμα κείμενά του διαμόρφωναν ερωτήματα που ακόμη συνεχίζουν να με απασχολούν. Χρόνια αργότερα, όπως προείπα, οι συνθήκες έφεραν έτσι τα πράγματα ώστε να ξανασυναντηθούμε, ζωντανά αυτή τη φορά, και να συνυπάρξουμε στο Τμήμα ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας του Αιγινητείου. Και τότε είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι αυτή τη χαρισματική προσωπικότητα συνέθεταν ο γιατρός με τη σπάνια συναντώμενη όσο και βαθιά ανθρωπιστική κληρονομιά, ο διανοητής με τον πλούσιο και ανοιχτό ορίζοντα και ο δάσκαλος με τον διάλογο, θεμελιακό συστατικό της σκέψης του. Αργότερα κατάλαβα ότι ο Μάριος Μαρκίδης ήταν ποιητής κι ότι αυτή η πλευρά του ήταν η συνδετική ουσία για τις άλλες του ιδιότητες. Στους πλούσιους και γόνιμους διαλόγους που είχα μαζί του υπήρξε για μένα δάσκαλος σε διάφορα θέματα, κεντρικότερο όμως όλων θα θεωρούσα την τέχνη να θέτεις ερωτήματα και να αντέχεις να τα κρατάς ανοικτά, να μην τα κλείνεις πρόωρα και βάναυσα. Ήταν μια μεγάλη απώλεια η αιφνίδια διακοπή αυτών των διαλόγων.

Δέκα χρόνια σχεδόν αργότερα, αποφασίζοντας να λογοδοτήσω μαζί του στο τελευταίο του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο Λογοδοσία –-Διαδρομές στην ψυχοπαθολογία και την ψυχανάλυση (Εξάντας, Τρίαψις Λόγος, 1999), ξανασυναντώ ολοκάθαρα αποτυπωμένη όχι μόνο τη σκέψη του, αλλά και τον τρόπο του, ο οποίος ενυπάρχει εξάλλου ακόμη και στον τίτλο του βιβλίου του, τον τρόπο του δασκάλου, που καταφέρνει να συνθέσει τους πλέον αφηρημένους στοχασμούς με προσωπικά, απτά, ζωντανά παραδείγματα. Και με αυτόν τον τρόπο να «εκτεθεί» προσωπικά, εκθέτοντας τις απόψεις του με στόχο να κινητοποιήσει την αντιπαράθεση των αναγνωστών που μετατρέπονται έτσι σε συνομιλητές σ’ έναν διάλογο εσαεί συνεχιζόμενο.

Πολλά τα θέματα που τον απασχολούσαν ζωντανά και αποτυπώνονται κατ’ επέκταση στο έργο του. Μέσα από κείμενα γύρω από την Ψυχοπαθολογία, την Ψυχιατρική και την Ψυχανάλυση, την Τέχνη, τη Δικαιοσύνη και την Ηθική, ο κεντρικός κορμός είναι το ανθρώπινο υποκείμενο και η θέση του μέσα στην πραγματικότητα. Αλλά ποιο το υποκείμενο για το οποίο μιλά ο Μάριος Μαρκίδης και ποια η πραγματικότητά του; Το ανθρώπινο υποκείμενο γίνεται υποκείμενο μέσω του ομιλείν, μας επισημαίνει, γιατί «το ανθρώπινο πλάσμα δεν βρίσκει την αιτία και το μέτρο του παρά μόνο στον βαθμό που γεννιέται, για δεύτερη και οριστική φορά μετά τη βιολογική του γέννηση, μέσα στον λόγο» (σ. 64). Έτσι, για τον Μάριο Μαρκίδη, το ανθρώπινο πλάσμα γίνεται υποκείμενο μετά την κατάκτηση του λόγου, όταν η πραγματικότητά του δομείται μέσω των συμβόλων, όταν δηλαδή η πραγματικότητά του γίνεται συμβολική πραγματικότητα. Κι εδώ συναντά τον S. Freud μέσω της προσωκρατικής σκέψης, γιατί από αυτήν αντλεί, προκειμένου να κατανοήσει σε βάθος την ψυχανάλυση, αντιλαμβανόμενος επίσης ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Freud χρησιμοποίησε ως παραδείγματα-σχήματα, στα οποία θεμελίωσε την θεωρία του, τους αρχαίους ελληνικούς μύθους, με τους οποίους επίσης έχει σημαντικούς δεσμούς η προσωκρατική σκέψη, που θα λέγαμε ότι κυριολεκτικά αναδύεται μέσα από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Αλλά ποια είναι η ουσία του ανθρώπινου όντος που μέσω της ομιλίας γίνεται υποκείμενο; Ποια είναι η οντολογική του υπόσταση; Από τον Πλάτωνα και μετά, και μέσω του χριστιανισμού, η δυτική σκέψη έχει κληροδοτήσει την έννοια της ψυχής ως την ουσία της ανθρώπινης υπόστασης. Η ψυχανάλυση επίσης μιλά για ψυχή ή μάλλον ψυχισμό. Όμως, η εγκαθίδρυση από την ψυχανάλυση του Ασυνείδητου και η αδιάρρηκτη σχέση που διατηρεί το ασυνείδητο με την σωματική ολότητα, εφόσον το ασυνείδητο αποτελεί τον τελικό αποδέκτη όλων των ενστικτικών-βιολογικών κινήσεων, μετακινούν τον ψυχαναλυτικό ψυχισμό από μια άυλη και σε αντιπαράθεση με το βιολογικό σώμα ψυχή σε ένα σκέπτεσθαι-αισθάνεσθαι που εδράζεται στο σώμα. Η μεταψυχολογία του Freud, κατά τον Μάριο Μαρκίδη, ξαναπιάνει τον μίτο εκεί που τον είχαν αφήσει οι προσωκρατικοί: Ο Παρμενίδης, όταν μιλούσε περί της συμπτώσεως του Είναι με το νοείν (σ. 140). Ο Δημόκριτος, ο οποίος είπε το «Εν όλω τω σώματι (είναι την διάνοιαν)», δηλαδή ότι η νόηση εδράζεται σε όλο το σώμα και με την πρόταση αυτή άνοιξε τον δρόμο στην ιδέα ότι «η σωματικότητα είναι εκείνη που νοεί, με πρότυπο νόησης την σύνταξη και τον λόγο.» (σ. 140). Ο Εμπεδοκλής, που πίστευε ότι η νόηση φωλιάζει στην καρδιά (σ. 16) και επίσης προείπε την 2η θεωρία των ενορμήσεων του Freud περί της συνεχούς διαμάχης μεταξύ της ενόρμησης της ζωής (Έρως) και της ενόρμησης του θανάτου, υποθέτοντας την ύπαρξη μιας συνεχούς, αδιάλειπτης και παγκόσμιας έντασης ανάμεσα στο νεīκος (την έριδα δηλαδή) και τη φιλία (την αγάπη).1 Και ο Μάριος Μαρκίδης, παίζοντας με τις λέξεις, θα πει ότι κατά το πρότυπο της μεταψυχολογίας του Freud θα έπρεπε να μιλάμε για μεταψυχική»», η οποία «συνίσταται στη διαπίστωση ότι δεν είμαστε οι άνθρωποι ψυχικά όντα (που δεν ξέρουμε καν τι θα πει), αλλά νοητικά όντα, με την αυστηρή έννοια ότι η ύπαρξή μας είναι υποταγμένη στο νοείν» (σ.139).

Έτσι, το υποκείμενο για την ψυχανάλυση είναι το ομιλούν υποκείμενο, το άτομο δηλαδή που συγκροτείται σε υποκείμενο αφηγούμενο τη ζωή του και τη σκέψη του σε έναν σιωπηλό, κατά το μάλλον ή ήττον, ακροατή-μάρτυρα, που είναι ο θεραπευτής. Το πόσο κοντά σ’ αυτήν τη θεώρηση βρίσκεται ο λόγος του Ηράκλειτου, στον οποίο ανατρέχει ο Μάριος Μαρκίδης, φαίνεται από τα αποσπάσματά του που επιλέγει να παραθέσει, τα οποία και παραθέτω αυτούσια: «Δεν έχεις να μάθεις τίποτα από κανέναν: μάθε τα πάντα ρωτώντας τον εαυτό σου – Ο λόγος δεν είναι ούτε σαφής ούτε ασαφής, χρειάζεται επαρκή ακροατή – Μη με ακούτε: ακούτε τον λόγο – Μακρυά από μένα οι άμουσοι: Δεν κόπιασα για δαύτους».

Αυτά που παραδόθηκαν σ’ εμάς ως Ηράκλειτος, επισημαίνει ο Μάριοα Μαρκίδης, είχαν σκοπό να προκαλέσουν, να προκαλέσουν όπως οι χρησμοί: «την συμβολική καθίδρυση του υποκειμένου ενώπιον της μοίρας, η οποία διαχειρίζεται την ηδονή της ζωής και το πέραν της ηδονής. Την γένεση του ζωτικού μύθου, την είσοδο του ανθρώπινου όντος στη χρονικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι η πιο παλιά σημασία της ελληνικής λέξης μύθος είναι τα λόγια». Και συνεχίζει : «Συνδέω εδώ την ψυχαναλυτική πρόταση με το σημαίνειν του Ηράκλειτου, γιατί πιστεύω ότι η ουσία και της δικής της (δηλαδή της ψυχαναλυτικής) ερμηνευτικής πρόσβασης στον κόσμο είναι αινικτική, χρησμοδοτική, όχι αποδεικτική» (σ. 24-25). Έτσι, αφού πρώτα ορίζει ως αντικείμενο της ψυχανάλυσης το ομιλούν υποκείμενο, στη συνέχεια ορίζει την ψυχαναλυτική προσέγγιση του υποκειμένου ως προσέγγιση χρησμοδοτικού τύπου. Με πόσο μεγαλύτερη βαθύτητα μπορεί κανείς να κατανοήσει την ψυχαναλυτική ερμηνεία; Ο ίδιος μας λέει: «Το τελικό ζήτημα για την ψυχαναλυτική ερμηνευτική είναι το εύρος της λειτουργικής αμφισημίας της, κι όχι η αντιστοιχία της στα γεγονότα […] (με στόχο) να ανατραπεί ο συνειδητός λόγος και να ακουστεί το μήνυμα που το υποκείμενο ασυνείδητα απευθύνει στον εαυτό του» (σ. 27).

Προσεγγίζοντας λοιπόν ο Μάριος Μαρκίδης, την ψυχαναλυτική ερμηνευτική κάτω από το πρίσμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας διευκρινίζει (σ. 36) ότι «ο στόχος της δεν είναι η αποκάλυψη ενός κρυφού περιεχομένου αλλά η ανατροπή του φανερού», εφόσον ο απώτερος στόχος είναι η ανίχνευση της αλήθειας του υποκειμένου και όχι η αποκατάσταση κάποιας αντικειμενικής, πραγματικής αλήθειας. Κι αν, για την ανίχνευση αυτής της αλήθειας, ο ψυχαναλυτής χρειάζεται να επινοήσει κομμάτια αλήθειας, θα το κάνει. Παραθέτω: «Το ψυχαναλυτικό έργο δεν μεριμνά τόσο για την αποκατάσταση της συνοχής του αντικειμενικού γεγονότος, όσο την επινοεί, όπως επινοείται η συνοχή ενός αρχαίου ποιήματος μέσα απ’ τα σωσμένα σπαράγματα των στίχων του» (σ.45). Αναφερόμενος στην ψυχαναλυτική τεχνική της κατασκευής, τεχνική που χρησιμοποιείται ευρύτατα από τους ψυχαναλυτές στην αποκατάσταση του σεναρίου της ζωής ασθενών με αφηγηματικά και κατ’ επέκταση αναπαραστατικά κενά και η οποία κατασκευή βασίζεται σε μια επινοητική λειτουργία του ψυχαναλυτή, μας συνδέει και πάλι τον Freud με την αρχαία ελληνική γραμματεία, επισημαίνοντας ότι εδώ η ψυχανάλυση «παντρεύει την ανακλητική μνήμη (δηλαδή την αριστοτελική ανάμνηση) με τον μύθο (δηλαδή την πλατωνική ανάμνηση)», πάντρεμα που το ονομάζει κατασκευή μέσα στην ανάλυση, «ένα σενάριο μ’ άλλα λόγια που πλοηγεί την εκτύλιξη της αφήγησης» (σ. 45). Οι σύγχρονες νευροφυσιολογικές έρευνες έχουν πράγματι εντοπίσει, πέραν της αυτοβιογραφικής-ρητής μνήμης, την ύπαρξη μιας άρρητης μνήμης που ξεπερνά την αναπαραστατική-αφηγηματική δυνατότητα του υποκειμένου, παραμένοντας στη δεξαμενή του ασυνειδήτου με τη μορφή των ξένων σωμάτων ή των ασύνδετων στοιχείων.2 Αυτά τα ξένα σώματα ή ασύνδετα στοιχεία αντιστοιχούν σε διάφορα μεμονωμένα, σωματο-αισθητηριακά στοιχεία, εικόνες, συναισθηματικές καταστάσεις και σωματικές αισθήσεις, όπως επίσης μυρωδιές και ήχους και ανάγονται σε συναισθηματικο-κινητικά σχήματα, τα οποία λόγω της διεγερτικής τους ισχύος ή και της πρωιμότητάς τους δεν εντάχθηκαν ποτέ στην αυτοβιογραφική μνήμη δημιουργώντας κενά και ποικίλες στρεβλώσεις στον αναπαραστατικό ιστό. Ο ψυχαναλυτής έχει έναν και μόνο τρόπο να τα αγγίξει κι αυτός είναι δια μέσου των κατασκευών. Κι εδώ, νομίζω, μπορεί κανείς να καταλάβει πόσο κοντά βρίσκεται η ψυχαναλυτική κατασκευή, η οποία, ως ένα μικρό απόσπασμα σεναρίου, έχει σκοπό να συνδέσει τα κενά και τα παράδοξα που έχουν προκύψει μέσα στη θεραπεία, προς ανίχνευση της υποκειμενικής αλήθειας, με τη λειτουργία του μύθου, ως εργαλείου-ανιχνευτή επίσης μιας αλήθειας, εδώ της οντογενετικής αλήθειας.

Επίσης, μπορεί κανείς να δει πόσο δίκιο έχει ο Μάριος Μαρκίδης όταν τονίζει ότι «(ψυχαναλυτικό) μονοπάτι και ταλέντο συνιστούν από κοινού αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε ποιητική, δημιουργική τέχνη της ψυχοθεραπείας…» (σ. 129). Γιατί πράγματι ο ψυχαναλυτής-θεραπευτής, με βάση το ύφος του, που «λογοδοτεί στο ήθος» του, όπως εύστοχα επισημαίνεται στο κείμενο (σ. 66), συνδημιουργεί από κοινού με τον αναλυόμενο-θεραπευόμενο καινούρια κομμάτια ψυχικής πραγματικότητας και υποκειμενικής αλήθειας. Αυτή η συνδημιουργία τελείται μέσα στην τεχνητή διυποκειμενικότητα, που είναι η θεραπεία. Και αλλού μας τονίζει: «Πιστεύω προσωπικά στην ποιητική αξία της ψυχαναλυτικής πρακτικής (με την αρχαιοελληνική έννοια του ποιείν). Δεν υπάρχει ποιείν χωρίς την συνδυασμένη δράση του νοείν με τα πράγματα και το σώμα. Τα πράγματα και το σώμα, λέει η ψυχανάλυση, μέσα στην τοπογραφία του ψυχικού οργάνου αναπαριστάνονται» (σ. 94). Η ποιητική της ψυχανάλυσης βασίζεται σύμφωνα με τον Μάριο Μαρίδη στην αγάπη, μια αγάπη που απευθύνεται στον διαφορετικό, τον έτερο και εγγυάται την ετερότητά του. Και συνεχίζει μιλώντας για την αγάπη του ψυχαναλυτή προς τον ασθενή του: «Αγάπη είναι μια ετοιμότητα του παρέχεσθαι, μια ανοικτότητα προς τον άλλον, αν μας επιτρέπεται η έκφραση, άνευ προκαταβολικών περιορισμών και όρων. Αντλεί από την κοινή μοίρα, τον θάνατο, γιατί είτε υπάρχουν θεοί είτε όχι η κοινή μοίρα υπάρχει. Θεμελιώνει την ηθική (πράγμα που καθιστά την ψυχανάλυση παράδειγμα της ηθικής)…» (σ. 69).

Προτού κλείσω την απόπειρα λογοδοσίας μου στον Μάριο Μαρκίδη, θα ήθελα να επισημάνω τη σύνδεση που κάνει στη Λογοδοσία ανάμεσα στην απουσία, την επιθυμία, την αναπαράσταση και τη σημασία. Τελικά, το είναι του υποκειμένου καταλήγει να συνίσταται σε αυτό που το υποκείμενο σημαίνει δια των ελλείψεών του ή αυτό που το υποκείμενο στη διαχρονική του πορεία καταλήγει να αναδεικνύει ως σημαίνουσες ελλείψεις της ύπαρξής του. Με άλλα λόγια, είμαστε αυτό που έχει αποτυπωθεί θετικά μέσω του βιώματος, αλλά κυρίως είμαστε αυτό που έχει αποτυπωθεί αρνητικά ως απουσία (αρχικά απουσία της μητέρας, στην συνέχεια απουσία του εκάστοτε αντικειμένου) και έχει γίνει σημαίνουσα έλλειψη. Έτσι, μας επισημαίνεται στη Λογοδοσία, «αναπαράσταση (και κατ’ επέκταση αναπαραστατικές αλυσίδες) σημαίνει ότι καθίσταται παρούσα –μέσω μιας υποκατάστατης λ.χ. εικόνας– η απουσία» (σ.94), η οποία απουσία συγκροτεί την επιθυμία, που διαμεσολαβείται από τον λόγο (τον προσωπικό, όπως μας αποσαφηνίζεται, και όχι τον λόγο ως επικοινωνιακό κώδικα). Και ο λόγος είναι στην ουσία του η «ανάπτυξη αντοχής στην απουσία» τονίζει ο Μάριος Μαρκίδης.

Θα έλεγα ότι τόσο για τον ίδιο όσο και για την ψυχανάλυση, τα ανθρώπινα όντα γίνονται υποκείμενα στον βαθμό που γίνονται ομιλούντα υποκείμενα και καταφέρνουν να συγκροτούν τις ελλείψεις τους, ελλείψεις που απορρέουν από τις απουσίες και σηματοδοτούν τις απουσίες του αντικειμένου σε επιθυμίες με όχημα τον σημαίνοντα λόγο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Μάριος Μαρκίδης. Λογοδοσία –-Διαδρομές στην ψυχοπαθολογία και την ψυχανάλυση. Εξάντας, Τρίαψις Λόγος, 1999

1 Το παραθέτει επίσης ο Freud στο Analysis Terminable and Interminable (1937, SE ΧΧΙΙΙ, 244-5).

2 Βλέπε π.χ. Tutté Juan Carlos “The concept of psychical trauma”, στο Int. J. Psychoanal. 2004, 85, 897-921.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.