Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Μ. Μέσκος, Γ. Χριστοδούλου, Β. Κονταξάκης,
Δ. Ν. Πλουμπίδης, Μ. Οικονόμου, Γ. Ζέρβας,
Γ. Λυκιαρδόπουλος, Κ. Σολδάτος

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

Γράφουν για τον Μάριο Μαρκίδη

Μάρκος Μέσκος, Χρώματα στο χαρτί, Θεσσλονίκη 2011, σελ 41
Μάρκος Μέσκος, Χρώματα στο χαρτί, Θεσσλονίκη 2011, σελ 41

 

Γιώργος Χριστοδούλου
Ομότιμος Kαθηγητής Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε που ο Μάριος Μαρκίδης μας άφησε, ωστόσο η παρουσία του είναι ακόμη αισθητή και εμφανής. Στους νοσηλευτικούς χώρους του Αιγινητείου, στο κτήριο της Δημητρέσσα, στα διδακτικά αμφιθέατρα, στα γραφεία της Ψυχιατρικής Εταιρείας, στη μνήμη όλων μας που συνεργαστήκαμε μαζί του και ευνοηθήκαμε από τη συνετή και πάντα ενδιαφέρουσα παρουσία του. Ακόμη και όταν δεν μιλούσε, η παρουσία του Μάριου Μαρκίδη δεν περνούσε απαρατήρητη.

Η γνώμη του Μάριου ήταν πάντα βαρύνουσα γιατί ήταν προσεκτικά ζυγισμένη και υπεύθυνη. Το στιλ της επικοινωνίας του κομψό, οι θέσεις του μετριοπαθείς, χωρίς ακρότητες, και πάντα συνεπείς με τις αρχές του και τα γούστα του, αλλά ποτέ αντιδραστικές και ποτέ πεισματικές. Το λεπτό του χιούμορ αξεπέραστο. Θυμάμαι πάντα με χαμόγελο το σχόλιο του, όταν και οι δυο μας παρατηρούσαμε τις ποικίλες αποχρώσεις των μαλλιών προκαθήμενου στο αμφιθέατρο συναδέλφου μας («δεν με ενοχλεί που βάφει τα μαλλιά του, αλλά που είναι τόσο αναποφάσιστος»).

Ήμουν τυχερός που ο Μάριος Μαρκίδης ανέλαβε το περιοδικό της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, την Ψυχιατρική, μετά την αποχώρηση μου από τη Διεύθυνση του περιοδικού. Μέχρι τότε ήταν αναπληρωτής διευθυντής συντάξεως και η άψογη συνεργασία μας με έπεισε ότι το περιοδικό θα περνούσε σε πολύ ικανά χέρια και αυτό επιβεβαιώθηκε με το παραπάνω. Είμαι ευγνώμων στον Μάριο γι’ αυτό καθώς είχα δουλέψει πολύ για να εκδοθεί το περιοδικό και να λειτουργήσει για μια δεκαετία και δεν ήθελα να πάψει να εκδίδεται, ούτε να υποβαθμισθεί. Ο Μάριος με βοήθησε πολύ σε αυτό, καθώς και ο Βασίλης Κονταξάκης που διαδέχτηκε τον Μάριο στη Διεύθυνση του περιοδικού και που εξακολουθεί να το διευθύνει με εξαιρετική επιτυχία μέχρι σήμερα.

Στο διάστημα που είχα την τιμή να διευθύνω την Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών ο Μάριος Μαρκίδης ήταν ένας από τους πιο στενούς μου συνεργάτες. Είχε τότε, παράλληλα με τα κλινικά του καθήκοντα, την ευθύνη του τμήματος ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας, ενός γνωστικού χώρου με τον οποίο οι προσωπικές μου σχέσεις δεν ήσαν και τόσο καλές. Όμως, η διακριτική και μειλίχια διαλεκτική προσέγγιση του Μάριου βοήθησε και μένα να αποδεχθώ τη σημασία της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας, περιορίζοντας το μέγεθος και την «βιαιότητα» των αρχικών μου επιφυλάξεων για την κλινική αποτελεσματικότητα αυτής της ενδιαφέρουσας προσέγγισης.

Η επίδοση του Μάριου Μαρκίδη στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση είχε έναν αντίπαλο που δεν είναι άλλος από την επίδοση του ίδιου στα Γράμματα. Στην ποίηση και τον πεζό λόγο. Δεν θα επιχειρήσω να αγγίξω αυτό τον χώρο λόγω αναρμοδιότητος, ένα πράγμα όμως ξέρω ότι οι ομότεχνοι του μιλούν με μεγάλο θαυμασμό για το έργο του και αυτό δεν είναι σύνηθες σε αυτό τον χώρο (και σε άλλους χώρους επίσης).

Δυστυχώς, ο προικισμένος αυτός άνθρωπος, ο καλός φίλος, ο τρυφερός σύζυγος και πατέρας, το πρότυπο αξιοπρεπούς συμπεριφοράς, έφυγε από τη ζωή νωρίς, στερώντας την επαγγελματική μας οικογένεια από έναν από τους πιο αξιόλογους εκφραστές της. Λίγο πριν, η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον τίμησε με την εκλογή του στην ανώτατη ακαδημαϊκή βαθμίδα του καθηγητή και είναι κρίμα που δεν μπόρεσε να υπηρετήσει την ιατρική εκπαίδευση και από αυτή την υψηλότερων προδιαγραφών θέση. Μετά τον θάνατο του, η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, τιμώντας την προσωπικότητα και την προσφορά του, οργάνωσε ειδική συνεδρία για να τον τιμήσει.

Με τον Μάριο βρεθήκαμε πιο κοντά από οποιαδήποτε άλλη φορά στην πιο κρίσιμη ίσως στιγμή της ζωής του, δηλαδή την ώρα που έφευγε από τη ζωή. Είχε ζητήσει από την αγαπημένη του σύντροφο, τη Ράνια Μαχαίρα, να μου γνωστοποιήσει ότι ήθελε να με δει. Αμέσως ξεκίνησα για το σπίτι του μαζί με τον Βασίλη Κονταξάκη. Θεώρησα ότι η επιθυμία του να με δει αποτελούσε έκφραση της επιθυμίας του να αποχαιρετήσει στο πρόσωπο μου όλους τους συναδέλφους του κοινού εργασιακού μας χώρου, του Αιγινητείου. Μετά από λίγο, ο Μάριος έφυγε από τη ζωή.

Πέρα από τους τίτλους, αυτό που τελικά μένει είναι ο Άνθρωπος ως οντότητα, ως παρουσία, ως προσφορά, ως ανάμνηση. Από όποια σκοπιά κι αν το δει κανείς, ο Άνθρωπος Μάριος Μαρκίδης έχει αφήσει βαθιά τα ίχνη του σε όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν.

Βασίλης Κονταξάκη
Καθηγητής Ψυχιατρικής Παν/μίου Αθηνών

Ήταν το μεσημέρι της Δευτέρας 30 Ιουνίου 2003 όταν έφυγε για πάντα από κοντά μας ο Καθηγητής Μάριος Μαρκίδης. Ο δάσκαλος, ο συνεργάτης, ο φίλος, ο συγγραφέας, ο διανοούμενος. Φεύγοντας, άφησε πίσω του ένα μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό, όχι μόνο στην ψυχιατρική κοινότητα και τον ακαδημαϊκό-πανεπιστημιακό χώρο, αλλά και στον ευρύτερο χώρο των γραμμάτων και των ανθρωπιστικών επιστημών.

Στη μακρά του ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την κοινωνική ψυχιατρική και τις ψυχαναλυτικού τύπου ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις ενώ δίδαξε και καθοδήγησε πολλούς νεότερους συναδέλφους. Το συγγραφικό του έργο υπήρξε πλούσιο και πολυσχιδές. Οι επιστημονικές δημοσιεύσεις και τα βιβλία του εκτείνονται από την κλινική ψυχιατρική, την ψυχοπαθολογία και την επιδημιολογία μέχρι την ψυχογλωσσολογία και την ψυχανάλυση. Αλλά και στον ευρύτερο λογοτεχνικό χώρο η παρουσία του ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Αποκορύφωμα και αποτίμηση της προσφοράς του στον χώρο των γραμμάτων υπήρξε η απονομή στο πρόσωπό του, από το Υπουργείο Πολιτισμού, του Κρατικού Βραβείου Ποίησης.

Με τον Μάριο Μαρκίδη συνεργάσθηκα στενά τόσο στο επίπεδο της κλινικής ψυχιατρικής όσο και στην έκδοση του περιοδικού Ψυχιατρική της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. Η συνεργασία μας υπήρξε πάντα εξαιρετική και αποδοτική. Τον Μάριο διέκρινε η ευγένεια, ο επιστημονικός πλουραλισμός, η μετριοπάθεια. Οι διάλογοι και οι συχνές επιστημονικές αντιπαραθέσεις μας οδηγούσαν πάντα σε θετικά και γόνιμα αποτελέσματα. Πολλοί νεότεροι συνάδελφοι μου υπενθυμίζουν συχνά –αναπολώντας– τους ιδιαίτερα ενδιαφέροντες διαλόγους μας στο Κλινικό Τμήμα Α1 του Αιγινητείου Νοσοκομείου, όπου συνυπήρξαμε και συνεργασθήκαμε για αρκετά χρόνια.

Το περιοδικό Ψυχιατρική, σε συνεργασία με τους Κλάδους Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχοθεραπείας της Ε.Ψ.Ε., οργάνωσε την Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2004, στο Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν στην Πλάκα, Επιστημονικό Συμπόσιο με τίτλο «Ο ψυχωσικός ασθενής: γλώσσα, επικοινωνία, ψυχοθεραπευτικές και ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις», αφιερωμένο στη μνήμη του Μάριου Μαρκίδη. Στο Συμπόσιο αυτό συμμετείχαν ως ομιλητές οι κ.κ. Γιώργος Χριστοδούλου, Ανδρέας Ραμπαβίλας, Κώστας Σολδάτος, Βασίλης Κονταξάκης, Γρηγόρης Βασλαματζής, Νίκος Τζαβάρας, Δημήτρης Βεργέτης, Γιάννης Παπακώστας, Δημήτρης Πλουμπίδης και Αντώνης Πολίτης.

Οι ομιλίες του Συμποσίου κάλυψαν θέματα με τα οποία ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο Μάριος Μαρκίδης όπως «η αποσύνθεση της γλώσσας στην ψύχωση», «οι αινιγματικές σημασίες στον λόγο του ψυχωσικού», «ο ρόλος της γνωσιακής ψυχοθεραπείας στην αντιμετώπιση του ασθενούς με ψύχωση», «ανοιχτές δομές, αποϊδρυματισμός και ψυχιατρική μεταρρύθμιση», «ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις στην ψυχωσική κρίση».

Ο Μάριος Μαρκίδης έφυγε, όμως η ανάμνηση της παρουσίας του, η σφραγίδα της προσφοράς του και το πρότυπο που προσέφερε σε όλους μας θα παραμείνουν για να συντροφεύουν τους παλιότερους και να παραδειγματίζουν τους νεότερους.

Δ. Ν. Πλουμπίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής Παν/μίου Αθηνών

Γνώρισα τον Μάριο Μαρκίδη γυρίζοντας από τη Γαλλία το 1986, όταν ο καθηγητής Κ. Στεφανής με δέχτηκε στο «Αιγινήτειο» αρχικά ως επιστημονικό συνεργάτη. Όταν ο Μάριος Μαρκίδης ζήτησε τη συνεργασία μου στο πρόγραμμα ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας, απάντησα θετικά, αλλά και εκτός τόπου – ο φόβος όσων επανέρχονται μετά από χρόνια στο εξωτερικό ότι δεν θα αναγνωριστεί η ιδιαιτερότητα τους; Οι σχέσεις μας «μούδιασαν» γι’ αρκετό καιρό, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γράψει μια μεστή εισήγηση για την εξέλιξη μου σε επίκουρο καθηγητή.

Το 1994, ο καθηγητής Κ. Στεφανής όρισε τριμελή επιτροπή από τον Μάριο Μαρκίδη, τον γράφοντα και την Μαρίνα Οικονόμου με σκοπό την οργάνωση ενός σημαντικού πανελλήνιου προγράμματος εκπαίδευσης του προσωπικού των ψυχιατρικών υπηρεσιών της χώρας (βλέπε το επόμενο κείμενο). Έχω γράψει αλλού για την αίσθηση που άφηνε η συνεργασία μαζί του: «Δεν ήταν εύκολη υπόθεση η προσέγγιση του Μάριου Μαρκίδη, από την στιγμή όμως που θα κέρδιζε κάποιος την εμπιστοσύνη του βρισκόταν δίπλα σε μια αστείρευτη πηγή ιδεών και αναφορών σε κείμενα και σε ανθρώπους και την αδιάψευστη συνέπεια για ό,τι αναλάμβανε. Άνοιγε δρόμους ή επέτρεπε τη σύνδεση με δρόμους που αγνοούσαμε».

Αυτά είχα την ευκαιρία να τα διαπιστώσω ξανά, από το 1996 κι έπειτα, στη στενή συνεργασία μας στο Πρόγραμμα Ψυχιατρικής Ειδικότητας των Νοσηλευτών. Το πρόγραμμα είχε την ενεργή υποστήριξη όλων των καθηγητών, διευθυντών της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και είχε ξεκινήσει το 1992 με υπεύθυνο τον Μάριο Μαρκίδη, στυλοβάτη την Αλεξάνδρα Παπαγεωργίου, στέλεχος της νοσηλευτικής υπηρεσίας, όπως και τη Στέλλα Μάλαμα και τη Βεατρίκη Γιαννάκου. Η Ελένη Γκρέτσα εργάστηκε επίσης πολλά χρόνια για την επιτυχία του προγράμματος, καθώς και ο συνάδελφος Δημήτρης Αναγνωστόπουλος. Η σφραγίδα του Μάριου Μαρκίδη τόσο στη δομή όσο και τις συνεργασίες του προγράμματος ήταν καθοριστική.

Του οφείλω επίσης την παραίνεση για την αποστολή κειμένων βιβλιοκριτικής, ιδιαίτερα στην «Ψυχιατρική», καθώς συχνά στην Ελλάδα περνάει στα «μουγκά» η έκδοση σημαντικών βιβλίων που αφορούν τον ανθρώπινο ψυχισμό.

Τα γραπτά του Μάριου Μαρκίδη μας παρέχουν την ευκαιρία να αντλήσουμε ιδέες για την κατανόηση και την υπεράσπιση ενός κόσμου και πέραν των ορίων της ψυχιατρικής, όταν μάλιστα στις μέρες μας ταλαντεύονται θεμελιακές αξίες του. Μόνο όμως θραύσματα από την ανεπανάληπτη παρουσία του θα μπορούμε να μοιραζόμαστε με όσους δεν τον γνώρισαν.

Μαρίνα Οικονόμου
Επίκουρη Καθηγήτρια Ψυχιατρικής

Δημήτρης Πλουμπίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής – Παν/μιο Αθηνών

 

Μια ευκαιρία “συνάντησης” με τον Μάριο Μαρκίδη:
Το Πρώτο Πανελλήνιο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Προσωπικού Ψυχιατρικών Υπηρεσιών

To 1993, η πρώτη φάση της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης είχε προχωρήσει, η διαδικασία αποασυλοποίησης και η δημιουργία νέων δομών στο πλαίσιο της κοινότητας είχαν ξεκινήσει, νέες όμως ανάγκες είχαν προκύψει, ειδικά ως προς την εκπαίδευση του προσωπικού έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις τρέχουσες εξελίξεις. Χαρακτηριστικά, το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού των ψυχιατρικών υπηρεσιών εργαζόταν μέχρι πρότινος στις παλιές, ασυλικού τύπου δομές και η επαγγελματική του επάρκεια βρισκόταν σε έντονη αναντιστοιχία με τα νέα δεδομένα στον χώρο της ψυχικής υγείας, ενώ υπήρχε σημαντική διάσταση ανάμεσα στην εκπαίδευση που είχε πάρει και στους στόχους που εκκαλείτο πλέον να υπηρετήσει. Επιπλέον, η εκπαίδευση του προσωπικού των υπηρεσιών ψυχικής υγείας αποτελούσε μία από τις προτεραιότητες του κανονισμού 815/84 της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας και κρίθηκε ότι θα συνέβαλε ουσιαστικά στην αναβάθμιση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται σε ένα σύγχρονο, ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της ψυχιατρικής περίθαλψης.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας ζήτησε από το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής και προσωπικά από τον καθηγητή Κ. Στεφανή την κατάρτιση ενός σχεδίου για την ανάπτυξη ενός μεγάλου προγράμματος επιμόρφωσης για το προσωπικό των ψυχιατρικών υπηρεσιών. Ο καθηγητής Κ. Στεφανής όρισε τότε μια τριμελή επιστημονική ομάδα από στελέχη της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον Μάριο Μαρκίδη και τους συγγραφείς του παρόντος κειμένου Δημήτρη Πλουμπίδη και Μαρίνα Οικονόμου για να επεξεργαστεί τη σχετική πρόταση. Μας δόθηκε έτσι η ευκαιρία μιας ακόμα «συνάντησης» με την πολυδιάστατη προσωπικότητα του Μάριου Μαρκίδη και μιας συνεργασίας που κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια.

Η επιτροπή αυτή ανέλαβε το αρχικό δύσκολο έργο να καταρτίσει μια περιεκτική και ολοκληρωμένη πρόταση με ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο: να παράσχει στους εργαζόμενους των δομών ψυχικής υγείας εκπαίδευση τέτοια που να αντισταθμίσει τις σημαντικές ελλείψεις και ανεπάρκειες και να τους καταστήσει ικανούς να ανταποκριθούν επάξια στο νέο χαρακτήρα που έπρεπε να πάρει η φροντίδα της ψυχικής υγείας στη χώρα μας. Σε αυτό το εγχείρημα ο Μάριος Μαρκίδης κατάθεσε τον δικό του «συνδυασμό» του επιστημονικού νου με την ποιητική ενορατικότητα, τη φιλοσοφική σκέψη και την πλούσια εκπαιδευτική και κλινική πρακτική. Παράλληλα, είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε την οργανωτικότητα και το πρακτικό του πνεύμα, πάντα σε αναστοχαστικό πλαίσιο.

Η ολοκληρωμένη πρόταση που διαμορφώθηκε έγινε αποδεκτή και ανατέθηκε στο ΕΠΙΨΥ ο σχεδιασμός, η οργάνωση και η υλοποίηση ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για το σύνολο του προσωπικού όλων των ψυχιατρικών υπηρεσιών της χώρας. Ως κεντρικός στόχος του προγράμματος ορίστηκε η εκπαίδευση όλων των κατηγοριών του προσωπικού, με ιδιαίτερη έμφαση στο προσωπικό βασικής φροντίδας, στο ανειδίκευτο νοσηλευτικό προσωπικό και στους διοικητικούς υπαλλήλους, που μέχρι τότε δεν είχαν πάρει κάποια ειδική εκπαίδευση. Η βασική φιλοσοφία του εκπαιδευτικού «πακέτου» ήταν η μεταφορά γνώσεων κατάλληλα επεξεργασμένων έτσι ώστε να μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα από κάθε εργαζόμενο, ανεξάρτητα από την επιστημονική του κατάρτιση και την επαγγελματική του εξειδίκευση. Φιλοδοξία του προγράμματος δεν ήταν μόνο να εφοδιάσει τον εκπαιδευόμενο με ένα ευρύ φάσμα από νέες γνώσεις και δεξιότητες, απαραίτητες για την επιτυχή άσκηση του επαγγέλματός του, αλλά επίσης να διαπλάσει τις κατάλληλες στάσεις και συμπεριφορές, να σμιλεύσει τη νοοτροπία αυτή που θα καθιστούσε δυνατή την άρτια αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών στο πλαίσιο του νέου χαρακτήρα ψυχιατρικής περίθαλψης στον οποίο στόχευε η ψυχιατρική μεταρρύθμιση.

Η πανελλαδική εμβέλεια του προγράμματος και η πολυκλαδική εκπροσώπηση των εκπαιδευομένων –με τις δυσκολίες που συνεπαγόταν κάτι τέτοιο για το όλο εγχείρημα– κινητοποίησαν το ενδιαφέρον της ψυχιατρικής κοινότητας, έθεσαν όμως ταυτόχρονες προκλήσεις. Προέκυπταν ποικίλα ζητήματα που έχρηζαν απαντήσεων, τόσο ως προς το γενικό οργανωτικό σχήμα και τη συμμετοχή των υπηρεσιών, όσο και ως προς το θεματικό περιεχόμενο της κάθε ενότητας εκπαίδευσης. Ο ρόλος του Μάριου Μαρκίδη στο όλο εγχείρημα ήταν καθοριστικός, ακόμα και σε ζητήματα καθημερινής διαχείρισης. Για παράδειγμα, στην κοινή σύσκεψη των στελεχών του επιστημονικού ιστού της χώρας, τον Φεβρουάριο του 1994, όπου παρουσιάστηκε η πρόταση του ΕΠΙΨΥ προς το Υπουργείο και μέσα από ένα δημιουργικό διάλογο διατυπώθηκαν τα κριτήρια της κατηγοριοποίησης του προς εκπαίδευση προσωπικού και της επιλογής των εκπαιδευτών, οι συνεργασίες, οι εστίες, η δικτύωση και η τελική δομή του προγράμματος. Ουσιαστική ήταν η συμβολή του στην ανάπτυξη της συνεργασίας με το Ινστιτούτο Διαρκούς Επιμόρφωσης (ΙΔΕ) του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο είχε αναπτύξει μεγάλη δράση στην επιμόρφωση εργαζομένων και στελεχών του Δημοσίου Τομέα. Κρίθηκε σκόπιμη η ανάπτυξη πολλαπλών «πόλων» εκπαίδευσης, ο κάθε ένας από τους οποίους αναλογούσε σε ένα σεμινάριο για προσωπικό από διαφορετικούς φορείς και το οποίο διαβαθμιζόταν σε επίπεδα ανάλογα με το εκπαιδευτικό υπόβαθρο και το αντικείμενο απασχόλησης.

Πιστεύουμε ότι αυτό το πρόγραμμα συνέβαλε στην αλλαγή της ψυχιατρικής πραγματικότητας της χώρας, με συνεχείς αξιολογήσεις της πορείας του και συνεργασίες με εξω-ψυχιατρικές υπηρεσίες και έδωσε μια άλλη, πρωτόγνωρη για την εποχή πνοή στα τελματώδη ψυχιατρικά πράγματα. Συνολικά εκπαιδεύτηκαν 1431 εργαζόμενοι, το 39% του συνόλου του προσωπικού των υπηρεσιών ψυχικής υγείας της χώρας (305 από τους οποίους παρακολούθησαν επίσης το πρόγραμμα συμπληρωματικής, περισσότερο εξειδικευμένης, εκπαίδευσης), ενώ αξιοποιήθηκε η επιστημονική και πρακτική εμπειρία 461 εκπαιδευτών οι οποίοι προέρχονταν από ένα ευρύ φάσμα επιστημονικής και επαγγελματικής εξειδίκευσης.

Την ουσιαστική αξία του όλου εγχειρήματος κατέδειξε ο εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός των εκπαιδευομένων που δήλωσαν υψηλού βαθμού ικανοποίηση από το πρόγραμμα στα σχετικά ερωτηματολόγια. Ειδικά το αξιολόγησαν ως εξαιρετικά χρήσιμο τα μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού και το προσωπικού βάσης. Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της αξιολόγησης, σε συνδυασμό με τον επιστημονικό και οργανωτικό απολογισμό, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των εργαζομένων, επιτέλεσε τους σκοπούς της διεξαγωγής του και κατέδειξε την ανάγκη για οργάνωση νέων προγραμμάτων συνεχιζόμενης εκπαίδευσης για τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ειδικά στα μεγάλα ψυχιατρικά νοσοκομεία, αλλά επίσης προγραμμάτων ευαισθητοποίησης και αρχικής κατάρτισης του προσωπικού που επρόκειτο να εργαστεί σε ψυχιατρικές υπηρεσίες και ειδικότερα στις νέες δομές που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης.

Αυτό το μεγάλο εγχείρημα οφείλει πολλά στη μεστή καθοδήγηση του καθηγητή Κ. Στεφανή. Η προσωπική σφραγίδα του Μάριου Μαρκίδη ήταν επίσης καθοριστική και η πολύτιμη κληρονομιά του μένει ως παράδειγμα προς μίμηση για όλους όσοι επιχειρούν την άσκηση ενός επιστημονικού, κλινικού και εκπαιδευτικού έργου, με κύρια έμφαση στον άνθρωπο, τις συνολικές ανάγκες του ασθενούς και του περιβάλλοντός του.

Γιάννης Ζέρβας
Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής Παν/μίου Αθηνών

 

Ο Μάριος Μαρκίδης και ο χρόνος

Όταν έφευγες, ο Οκτώβρης κατέβαζε τις βαλίτσες στο πεζοδρόμιο
Τα παπούτσια λασπώνονταν στα χαρακώματα των φυκιών
κι οι τελευταίοι, ανασφαλή γερόντια
ξαπλώνανε ακόμα στις θυμωνιές της θάλασσας
κρατώντας επίμονα το νοίκι τους και μια μπουκάλα μεταλλικό νερό

Θα ξαναρθεί βέβαια το καλοκαίρι κι οι ρομφαίες του τουρισμού
το νησί θα βγάλει βιαστικά τις αντίκες του απ’ το ντουλάπι
σαρακοφαγωμένες κασέλες, εικονίσματα, σκαλιστές ιδεολογίες
θα ξαναβγάλει τις αντίκες του απ’ το ντουλάπι
μασημένα τραγούδια, άδειες ταξιδιών και ξωκκλήσια ιαματικά

Θα ξαναρθεί βέβαια το καλοκαίρι. Ο έρωτας
θα σκουπίζει τις νύχτες με ξανθά μαλλιά
κι απ’ τα μπαλκόνια που υποθέτουνε τη θάλασσα
ο καθένας θ’ ανοίγει τις πληγές του και τις μεγάλες γάζες της μοναξιάς

Οι τρείς πρώτες στροφές από τις Βαλίτσες του Οκτώβρη του Μάριου Μαρκίδη. Τι με κάνει τώρα να γυρίζω σ’ ένα ποίημα του 1970 –μια εποχή που εγώ ήμουν μόλις δέκα χρονών– που το διάβασα πρώτη φορά είκοσι χρόνια μετά; Τριάντα χρονών ο Μαρκίδης όταν το έγραφε. Όταν έχει κανείς πια ελευθερωθεί απ’ τα εγκόσμια ελευθερώνει και τους αναγνώστες του να τον φαντάζονται σ’ όποια ηλικία θέλουνε. Λοιπόν εγώ διαλέγω τα τριάντα. Την ηλικία που κι εγώ τον πρωτοδιάβασα. Δεν τον ήξερα βέβαια τότε. Τον γνώρισα πολύ αργότερα. Και αναρωτιόμουν πάντα πώς να ’ταν στα τριάντα του. Όμορφος, δίχως άλλο, άλλωστε πάντα ήταν. Λεπτός, στην εμφάνιση και στους τρόπους. Με μια ελαφρά περιπαικτική διάθεση ακόμη και στις σοβαρότερες παρατηρήσεις του. Και μια ταυτόχρονη ανησυχία να μην θίξει, μέρος της ευγένειας και της κομψότητας που έφερε πάντα μαζί του, όπως τον θυμάμαι με το κάπως επιταχυμένο βήμα του στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Δεν ξέρω αν έχετε προσέξει, οι περισσότεροι ποιητές, αντίθετα με το ονειροπαρμένο στερεότυπο που τους αποδίδει ο κόσμος, έχουν μια ταχύτητα και μια σαφήνεια, έναν αέρα οριστικότητας και πείσματος ταυτόχρονα. Έχουν βέβαια και μια αεικινησία: μέχρι να καταλάβεις πού βρίσκονται, είναι ήδη κάπου αλλού. Ίσως αυτό παρεξηγεί ο κόσμος, τη διαρκή φυγή των ποιητών. Που οφείλεται όμως στο ότι ζουν σε διπλό χρόνο. Μέσα κι έξω. Με διαφορετικό ημερολόγιο και διαφορετικό χρονόμετρο για τον κάθε τόπο. Γιατί ο ποιητικός χρόνος, αν και αποσπασματικός εξωτερικά (δηλαδή πότε γράφουμε, στριμωγμένοι ανάμεσα σε τι περιστάσεις και αναγκαιότητες, κ.λπ.), είναι απολύτως ενιαίος εσωτερικά. Δεν παρεμβάλλεται στη ροή της κανονικής ζωής, αποτελεί από μόνος του μια άλλη, ακέραια, παράλληλη ζωή.

Πέρα απ’ αυτό το γενικό χαρακτηριστικό των ποιητών, ο Μάριος Μαρκίδης είχε επιπλέον και κάτι άλλο: μια μεγάλη ικανότητα να εστιάζει πολύ γρήγορα στο ουσιώδες. Όποιος έχει αυτό το ταλέντο, μπορεί να κάνει τον κοινό χρόνο της καθημερινότητάς μας να δείχνει περισσότερος, απλούστατα γιατί τον κάνει περιεκτικό. Αυτή η ικανότητα λειτουργεί σαν ένας τεράστιος μαγνήτης χρόνου που αποδίδει το πλεόνασμα στην άλλη ζωή, την ποιητική. Γι’ αυτό πιστεύω πως ο Μάριος Μαρκίδης έζησε τελικά πολύ περισσότερο απ’ όσο του μέτρησαν στο ληξιαρχείο. Ακόμη και στο ποιητικό ληξιαρχείο. Για την ακρίβεια ένα μέρος του πολλαπλού του χρόνου τρέχει ακόμη ακάθεκτο, όπως αποδεικνύει αυτό εδώ το τεύχος.

Τι είναι αυτό λοιπόν που με γυρίζει στον Μαρκίδη των τριάντα χρόνων; Γιατί επιστρέφω σε μια συγκεκριμένη στιγμή του, όπως γυρνάει κανείς σε μια αγαπημένη φωτογραφία; Η υπόσχεση της πραγμάτωσης, νομίζω. Είναι εκείνη η ηλικία που κανείς μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με το ταλέντο του, την ωριμότητα που ήδη έχει αρχίσει να αποκτά, την πίκρα μιας απομυθοποιητικής συνειδητοποίησης που έχει βάλει μπρος τη μηχανή της, αλλά που είναι ακόμη αρκετά ανάμικτη με ελπίδα και ιδεολογία. Το 1970, ο κόσμος και ο Μαρκίδης πίστευαν ακόμη σε κάτι. Και στις Βαλίτσες του Οκτώβρη, ένα ποίημα που δεν μιλά για το τέλος αλλά για ένα τέλος, η προσδοκία της ζωής είναι ακόμη παρούσα. Ούτε οριστικές πίκρες, ούτε οριστικές απομυθοποιήσεις, ούτε αβάσταχτη υπαρξιακή αγωνία. Το νόημα είναι ακόμη παρόν. Ο έρωτας έχει ακόμη τόπο:

Θα ξανάρθει βέβαια το καλοκαίρι. Ο έρωτας
Θα σκουπίζει τις νύχτες με ξανθά μαλλιά.

 

Γι’ αυτή την εικόνα ενός τέλους μη-τέλους, όπως το βλέπει κανείς στα τριάντα του, διαβάζω και ξαναδιαβάζω αυτό το ποίημα (που είναι έτσι κι αλλιώς υπέροχο πέρα από τις προβολές μου). Γι’ αυτή την ανακουφιστική βεβαιότητα ζωής και μέλλοντος που παρεισφρύει δικαιωματικά στην ποιητική μελαγχολία του Οκτώβρη του Μάριου Μαρκίδη. Την αυτονόητη βεβαιότητα ότι το ταξίδι της ζωής συνεχίζεται ακόμη και τη στιγμή που όλα δείχνουν τελειωμένα.

Ο συνδυασμός τέλους και ζωής, η τοιχογραφία ενός κόσμου που κλείνει και ταυτόχρονα αναπνέει, μέσα από την καθησυχαστική επαναληπτικότητα που παραπέμπει στην αέναη εναλλαγή θανάτου και ανάστασης, όλα γίνονται με μέτρο και μίξη αριστοτεχνικά. Ακόμη κι αν αυτή η ανάσταση, στον Οκτώβρη του Μάριου Μαρκίδη, προσδοκάται καταμεσής μιας δικτατορίας και μέσα στο περιορισμένο νεοελληνικό γίγνεσθαι – με τονισμένο άλλωστε τον υπαινιγμό του συναισθηματικού τόνου (οι θυμωνιές της θάλασσας γραμμένο με υ) – και παραπέμποντας άρρητα σε μια ελπίδα για επανάσταση. Ο Μαρκίδης δίνει ταυτόχρονα το σημείο ενατένισης (κοιτάζοντας από τον Οκτώβρη το τέλος του καλοκαιριού και μαζί το τέλος της όποιας παράτασης στη ματαιωμένη πλέον ελπίδα ότι φέτος θα καταφέρναμε να ζήσουμε), το αντικείμενο της παρατήρησης (τη λαχτάρα μιας σύγχρονης Ελλάδας που περιμένει να ζήσει και χρησιμοποιεί ό,τι διαθέτει για να πείσει τον εαυτό της ότι τα καταφέρνει) και τη συμμετοχή του ποιητή, που βιώνει ο ίδιος αυτή την αίσθηση τέλους, η οποία εντείνει τη λαχτάρα για ζωή και τον πόνο για την έλλειψή της («συμμέτοχος-παρατηρητής» όπως θα ’λεγε ο Σάλλιβαν). Ο ποιητής μας αποκαλύπτεται μόνο στο τέλος του ποιήματος – που παραθέτω στη συνέχεια, κλείνοντας αυτό το σημείωμα – και μας εκμυστηρεύεται το βάρος της πραγματικότητας μέσα από το βάρος της φαντασίωσής του.

Στο μεταξύ τα δάχτυλα της Κίρκης τρίβουνε τα τζάμια του νησιού
γνέφοντας αινιγματικά σε μια φωνή γιαπωνέζικου τρανζίστορ
και μόνο κάπου κάπου τα παιδιά ξεθάβουν στα βουνά κοχύλια και τροπάρια νεκρά
ή φτερούγες που κάποτε δρόσιζαν μια παμπάλαιη ελευθερία

Θα ξαναρθεί βέβαια το καλοκαίρι
Όταν έφευγες το νησί μετοικούσε κιόλας στο συνάχι του
σε κλειστά καφενεία που κατέβαζαν δάκρυα
αυλακώνοντας τα μάγουλα με χειμερινές φαντασιώσεις
κι εσένα σου έμεναν οι αφροί των καρτ ποστάλ
και οι πικρές λιθογραφίες του Αυγούστου

κι εσένα σου έμεναν οι Δέκα Εντολές
και οι γραβάτες ενός ασήκωτου χειμώνα

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Σημειώσεις, εκδότης της σειράς Έρασμος

Νανούρισμα

Έλα ύπνε που παίρνεις τα παιδιά και πάρε το
έλα γριά με τα φριχτά δόντια και πάρε το
έλα Τζών Σίλβερ
έλα άσπλαχνε Ιαβέρη
έλα Φού Μαντσού, Εμπενέζερ Σκρούτζ, σερίφη του Νόττινγχαμ
λυσσασμένοι λύκοι, στρίγκλες, τέρατα
ελάτε γαμώτο και πάρτε το

και μην το αφήνετε μέχρι το πρωί

 

(Έχω στο μυαλό μου την ακόλουθη εικόνα: Κάπου, στην άκρη ενός δωματίου, ένα νήπιο στην κούνια του νυστάζει, αλλά δεν κοιμάται. Κάτι του φταίει και γκρινιάζει. Θέλει νανούρισμα, αλλά δεν υπάρχει κανείς κοντά του. Δεν κλαίει δυνατά, έχει ίσως κουραστεί από το κλάμα, που καταλαγιάζει τώρα σε κάτι σαν ρυθμικό νανούρισμα, χωρίς παράπονο πια. Φαίνεται να το έχει πάρει απόφαση πως δεν υπάρχει κανείς ν’ ακούσει το άναρθρο αίτημά του κι έτσι απομιμείται αυτό που επιθυμεί και δεν του παρέχεται. Δεν διαθέτει ακόμα τις φράσεις, έχει όμως τους ήχους και τους ρυθμούς: «ώ…ώ…ώ…». Μόνο του. Ολομόναχο μέσα στη μεγάλη έλλειψη που είναι ο κόσμος. Αυτονανουρίζεται. Αυτοπαρηγοριέται. Δεν ξέρει ακόμα την ποίηση.)

Για τον Μάριο Μαρκίδη έχω γράψει δύο φορές, μία πρώιμα, στη χαραυγή του άστρου του (Μαρτυρίες, 1964), και μια άλλη, σχετικά πρόσφατα (Σημειώσεις, 2001). Δεν ξέρω αν θα έχω ποτέ την ψυχραιμία να το ξανακάνω σύμφωνα με τα μέτρα και τους καλοζυγισμένους τόνους που ο ίδιος προτιμούσε. Για την ώρα καταγράφω απλώς μερικές σκέψεις («κινήματα της ψυχής») που μου προκαλούνται καθώς διαβάζω και ξαναδιαβάζω το έργο της ζωής του.

Το ολιγόστιχο ποίημα με το οποίο θέλησα να προκαταλάβω τον αναγνώστη, για να τον οδηγήσωόχι εκεί αλλά από εκείπου θα ήθελα, με βοηθάει να υπαινιχθώ κάτι σχετικά μ’ ένα κρί-σιμο, όπως το διαισθάνομαι, στοιχείο του έργου του και να προ-σκαλέσω τον αναγνώστη σε μια συνάντηση με την ιδιοφυή εκείνη γενναιοδωρία του έρωτα με την οποία η ποίηση του Μάριου Μαρκίδη διάβαζε, «έκλεβε» και κατακτούσε ολόκληρο το σώμα της λογοτεχνίας (και της «παραλογοτεχνίας»).

Δεν μιλώ για τη «διακειμενικότητα» ή για τη συνάντηση δύο επιπέδων η οποία παράγει ένα διαφορετικό τρίτο, αλλά για την άμεση διεκδίκηση από την πλευρά της ποίησης αυτού το όποιο αενάως χάνεται μέσα στην καθημερινότητα της ιστορίας· για την άντληση «νοήματος» από τα πιο τετριμμένα συστατικά του κόσμου και της λογοτεχνικής παράστασης του κόσμου. Η ποιη-τική περσόνα του Μάριου Μαρκίδη θραύεται και ανασυντίθεται διαρκώς ξεκλέβοντας τα χαρακτηριστικά της από κάθε λογής ήρωες και αντιήρωες της γραφής, από τον Όμηρο και από τον Βάρναλη, από τα μαγικά πρόσωπα του μακρινού παραμυθιού και από το μεταμοντέρνο ναυάγιο των «μεγάλων αφηγήσεων», από τους εμβληματικούς κατοίκους των πολυδαίδαλων μυθιστοριών και από τους πρωταγωνιστές του λαϊκού κινηματογράφου.

Πρόκειται για μια ψυχική διαθεσιμότητα που έχει αναχθεί σε ποιητική μέθοδο. Ένα από τα παράδοξα αυτής της μεθόδου εί-ναι ότι πλάι στην επιφυλακτικότητα και την αυτοειρωνεία με την οποία προνοεί να προστατευθεί από τις διαχυτικές τάσεις των νεορομαντικών της καταβολών, πλάι στην αυστηρά προγραμματισμένη «ψυχρότητα» με την οποία θωρακίζει τον θερμό πυρή-να της, αυτή η ποιητική διακρίνεται, ταυτόχρονα, και από μιαν αντίρροπη τάση αυτοέκθεσης. Η «ιδιοφυής γενναιοδωρία» που προανέφερα έγκειται ακριβώς σε τούτο. Μια φαινομενική ευκο-λία του στίχου, μια τολμηρή κατάβαση στο πιο καθημερινό γε-γονός, η μανία να κυνηγήσει την ποίηση (ή τις μετωνυμίες της) στους πλέον απίθανους και ταπεινούς τόπους της γλώσσας, κά-νουν τον Μάριο Μαρκίδη να εκτίθεται ανοιχτά προσχωρώντας άφοβα στον λόγο του «άλλου», επαναφορτίζοντας ποιητικά απο-λιθώματα, σκαλίζοντας τον άσβεστη που σκεπάζει την εν δυνά-μει έκρηξη ενός πανάρχαιου συνθήματος στον τοίχο.

Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσω, μη διαθέτοντας τα εφό-δια να προχωρήσω περ’ απ’ αυτές τις νύξεις στα καθέκαστα του ποιητικού έργου του Μάριου Μαρκίδη. Θα τολμήσω μόνο να πω ότι τον ήξερα. Στις ίδιες αλάνες γδάραμε τα γόνατα μας, τις ίδιες θαλάσσιες αύρες προφθάσαμε ν’ αναπνεύσουμε, τα ίδια δακρυγό-να κάποτε. Αλλά ποτέ δεν κλάψαμε ο ένας μπροστά στον άλ-λον. Ούτε κιχ. Εγώ μπορώ, σήμερα, να το πω· εκείνος δεν θα το έλεγε ποτέ – κι αυτό ακριβώς είναι η ουσία του προσώπου του και του προσώπου του έργου του. Θα πρέπει να δει κανείς με πόση μαεστρία αποφεύγει το μελό χειριζόμενος όλα τα μέσα και τους μοχλούς με τους οποίους ελέγχει τα θερμά και τα ψυ-χρά ρεύματα του στίχου του. Το «Ιδιωτικό μνημόσυνο» (Παρά ταύτα, 2001) λέει πολύ καλύτερα όλ’ αυτά που προσπάθησα μέχρις εδώ ν’ αρθρώσω:

 

Ο καλύτερός μου φίλος έφυγε
χωρίς προειδοποίηση.
Είχα βέβαια κι εγώ τις δουλειές μου, τα συμφέροντά μου να
φροντίσω, εν ενί λόγω τις σκοτούρες μου.
Μάθαινα πως είχε κι αυτός τις δικές του.
Κάνεις έτσι τα δάχτυλα σου
Μετράς μια μέρα επί του συνόλου και βλέπεις τρομάζοντας
πόση ζωή
άφησες απ’ έξω

Κώστας Σολδάτος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Προοίμιο
[Μάριος Μαρκίδης. Το Μέσα και το Έξω – Επιστροφή στη Φωλιά του Κούκου, Έρασμος 1998]

Ο Μάριος Μαρκίδης είναι φίλος. Μοιραστήκαμε την Πάτρα των παιδικών μας χρόνων, την Πλατεία Κλαυθμώνος και την Πλατεία Βικτωρίας των φοιτητικών, το νοσοκομείο Αιγινήτειο των μετέπειτα. Ποτέ δεν είχαμε, ούτε θα ’χουμε την ίδια αντίληψη των γεγονότων. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι ο Μάριος μπορεί να αφήνεται στο άγγιγμά τους πιο εύκολα από τους περισσότερους από μας. Και έχει και το χάρισμα να μας παρουσιάζει αυτό το άγγιγμα με λέξεις, να μας το προτείνει με εικόνες, να μας το μεταδίδει με ιδέες. Κάθε φορά λοιπόν που τον διαβάζω ξανανιώθω τα γεγονότα με έναν πολύ πιο ουσιαστικό τρόπο απ’ ό,τι όταν συνέβησαν.

Είναι η πρώτη φορά που βλέπω κείμενο του Μάριου πριν εκδοθεί και μπορώ να πω ότι η αμεσότητα του λόγου του είναι εντονότερη από άλλοτε. Όταν μου ’δωσε το χειρόγραφό του, μου είπε ότι πρόκειται για κείμενο «αιρετικό». Δεν είμαι βέβαιος γιατί το αποκάλεσε έτσι. Ίσως επειδή οι περισσότεροι ψυχίατροι θα θεωρούσαν ότι δεν τους αφορά στην ουσία όλους. Ίσως επειδή θα ξάφνιαζε πολλούς λογοτέχνες που δεν έχουν το χάρισμά του. Χαίρομαι πάντως που προτίμησε έμενα ως πρώτο αναγνώστη του, ίσως γιατί μου κάνει την τιμή να με θεωρεί αιρετικό. Το κακό είναι ότι δεν ξέρω αν είμαι όσο θα ’πρεπε διαφορετικός από τους πολλούς, μολονότι νομίζω ότι ίσως υπήρξα κάποτε ή τουλάχιστον ελπίζω ότι θα τα καταφέρω να γίνω αργά ή γρήγορα.

Αυτά για τον Μάριο Μαρκίδη και μένα. Και τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Πρέπει να γράψω για το ίδιο το κείμενο και τη σχέση του αναγνώστη με αυτό. Όμως, πώς θα μπορέσω εγώ, που δεν ξέρω τίποτε για αυτόν που κρατάει αυτή τη στιγμή το βιβλίο μπροστά του, να προβλέψω ποιες λέξεις θα φθάσουν σε ποιο στόχο; Βλέπετε υπάρχουν πολλοί στόχοι: αυτοί που συνειδητά ή ασυνείδητα έχει ο συγγραφέας, αυτοί που ενυπάρχουν στους αναγνώστες, αυτοί που καθορίζονται από το περιβάλλον τους, οι εμφανείς, οι προφανείς, οι αφανείς, οι άδηλοι κ.ο.κ. Είναι σχεδόν αδύνατο να βρούμε άκρη. Αλλά γιατί να βρούμε, αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει άκρη, ή μάλλον υπάρχουν πολλές άκρες αλληλοεξαρτώμενες. Νομίζω λοιπόν ότι αυτό που κάνει το κείμενο του Μάριου Μαρκίδη ξεχωριστό, είναι να φανερώνει ότι ο ίδιος ξέρει πολύ καλά τι γίνεται και προσπαθεί να μας το δείξει. Και ο νοών νοείτω. Έτσι, το κείμενο του δεν είναι πυξίδα. Είναι ο ίδιος ο χάρτης, κι ο καθένας ας χρησιμοποιήσει τη δική του πυξίδα. Άλλωστε τι να την κάνεις, αναγνώστη, την πυξίδα χωρίς χάρτη… Ενώ με τον χάρτη μπροστά σου, δεν μπορεί, θα προσέξεις και το τοπίο γύρω σου, μπορεί να βρεις και την πυξίδα σου. Ευτυχώς που υπάρχει για τον καθένα μας ένα πολύ προσωπικό μαγνητι-κό πεδίο για να προσανατολιζόμαστε

Ωδή στον Ράντολφ Σκωτ

Μπήκες στην Τιτάνια καβάλα σ’ ένα σφαγμένο καουμπόικο
τα δυό σου πιστόλια ζέσταναν τις χιονίστρες της ταξιθέτριας
Ράντολφ Σκωτ του θρύλου
να συνηθίσεις τώρα τη συγκοπή των ποιημάτων μας
έσυ που δεν πρόφτασες να μάθεις ανάγνωση και γραφή πώς να τα βγάλεις πέρα με την προπαγάνδα του φάστ φουντ
και σκέπτομαι πως έπρεπε να σε είχαμε μάθει και να σκοτώνεσαι
προτού η πολυκατοικία σε κηδέψει φρόνιμα
στον τάφο που σου ετοιμάζαμε σαράντα χρόνια

Δεν ξέρω τι είπαν στην κηδεία σου οι φίλοι
ο Έρολ Φλυν, ο Τζων Χωλλ, ο Σαμπού, ο Μουράτης,
χαμένοι κι αυτοί στην αναίσθητη στάχτη
ζητιανεύοντας μια φορά το χρόνο λίγο πρόσωπο στην ασπρόμαυρη τηλεόραση
το ζήτημα είναι πως σε γυρεύουμε ακόμη ανάμεσα σε δυό βράχους κι έναν ασελγή κάκτο
κι εσύ τσαντίζεσαι στο ρετιρέ διαιρώντας το θυμό σου με το νοίκι και τα κοινόχρηστα

χτες κιόλας είμαστε έτοιμοι να μπούμε στο μπαρ Λος Άλαμος
για να σηκώσουμε το φλάμπουρο των παιδικών μας χρόνων σ’ όλα τα φρούρια της Αμερικής
τώρα οι λέξεις μας είναι μόνο λέξεις
ήρθε η ώρα, το ιππικό σαλπίζει ηρωϊκά υποχώρηση
κουφάρια από περήφανα άλογα ξεβράζουνται στην όχθη της ταινίας
κι όμως ο σκηνοθέτης ξέφυγε τότε τις δαγκωμένες σφαίρες σου

Σήμερα, αναποδογυρίζοντας παλιά συρτάρια συναντάμε τις νύχτες του Αυγούστου που σώπασαν
τα κορίτσια που μας έγραψαν αχτένιστα γράμματα κι υστέρα τα ’σκισαν
την υστερική λιγοθυμιά του ευκαλύπτου που κάθισες ν’ ανάψεις τσιγάρο

Ράντολφ Σκωτ, καλέ μας, ωραίε σαν το βράδι στο Χαλάντρι
σε φωνάζω από την αγκαλιά της Τζαίην Μάνσφηλντ που επιχειρηματολογεί με δυό βυζιά σα Ζέπελιν
σε φωνάζω άπο την Όμονοια που αγοράζει το πρώτο της ξυραφάκι
υστερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα
ήξερες, βέβαια, καλά να σκοτώνεις
μα έπρεπε να σε μάθουμε και να σκοτώνεσαι.

από τη συλλογή Ποιήματα προτέρου εντίμου βίου, Έρασμος 1989

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.