Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
Μέλος της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού Σημειώσεις
και εκδότης της σειράς Έρασμος
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
Περιοδικό Σημειώσεις, 2001, 55, 63-71
… όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε
λέξεις και δεν κλαίμε δάκρυα.
Β. Λεοντάρης
… αυτό πρέπει για την τέχνη σου
κρύα να καις
για να υπάρχεις
Δ. Ι. Αντωνίου
«Εγώ δεν ήθελα όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να γράφω, ήθελα να παίζω μπάλα στην αλάνα…» Ξεκινώ απ’ αυτή τη δήλωση του Μάριου Μαρκίδη η οποία περιγράφει —το λέω προκαταλαμβάνοντας εν μέρει την έκθεση που ακολουθεί— το γενέθλιο τραύμα της ποίη-σης και το κυρίαρχο μοτίβο της, τουλάχιστον απ’ τον ρομαντισμό κι εδώ. Δεν θα φτάσω βέβαια τόσο πίσω ώστε να συναντήσω τη δίψα και τον καημό του γέροντα Φάουστ ή του νεαρού Τόνιο Κραίγκερ, ούτε σκοπεύω να λοξοδρομήσω το θέμα μου προς τις χαρακτηριστι-κές εκείνες διανοουμενικές κατασκευές ή περσόνες του Νίκου Καζαν-τζάκη τις όποιες ο δημιουργός τους αποκαλούσε μ’ ένα είδος τρα-χείας πατρικής τρυφερότητας «χαρτοπόντικες», υποδηλώνοντας ότι και αυτός επίσης κατά βάθος δεν ήθελε «να γράφει» αλλά να παίζει στη δική του αλάνα — «να ζει» σαν τον «Ζορμπά» του. Θα προτι-μούσα, να πιάσω το νήμα μιας πιο οικείας προς τον ποιητικό χώρο παράδοσης, ανατρέχοντας σε μερικές τυπικές αποτυπώσεις, όπως λ.χ. του Ζαχαρία Παπαντωνίου («Σερενάδα στο παράθυρο του Σοφού») ή του Μήτσου Παπανικολάου («Ζούσα όπως ήθελεν η Μούσα / κι όπως δεν ήθελε η ζωή»), ή του Γιάννη Σκαρίμπα («Κάλλιο χορευ-ταράς νάμουνα πέρι / κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια») ή του Κώστα Καρυωτάκη:
Είκοσι χρόνια παίζοντας
αντί χαρτιά βιβλία
είκοσι χρόνια παίζοντας
έχασα τη ζωή
Φτωχός τώρα ξαπλώνομαι
μιαν εύκολη σοφία
ν’ ακούσω εδώ που πλάτανος
γέρος μού τη θροεί
Η στοιχειοθεσία ενός «βιβλίου παραπόνων» της γραφής θα ισο-δυναμούσε ίσως με το ιστορικό ακριβώς της νόσου της γραφής — με το ιστορικό της προέλευσής της από τη ματαίωση ή την έλλειψη της «ζωής». Σ’ αυτή την περίπτωση, το ρητορικό ερώτημα «και ποιος θα ήθελε να γράφει; (αντί να «ζει»)», έτσι βιαστικά διατυπωμένο ως μια πρώτη απόπειρα διαλόγου με την ποίηση του Μ. Μαρκίδη, δεν θα μας πήγαινε μακρύτερα από τα χωράφια μιας περίπου κοινόχρη-στης πλέον θεωρίας ή γενεαλογίας της ποίησης — ερήμην των ερω-τημάτων που η ποίηση του Μ. Μαρκίδη εγείρει. Όταν όμως κανείς ακούει αυτό το ερώτημα μέσα του και το βιώνει εμπειρικά ως το ερώ-τημα της (δικής του) γραφής, τότε χρεώνεται προσωπικά την πει-στική απάντηση την οποία έχει ήδη δώσει ο Μ. Μαρκίδης:
Καθόσον με αφορά δεν διστάζω να πω ότι μισώ τη γραφή, που δεν μπορώ όμως να κάνω χωρίς αυτή. Τι το αλλόκοτο; Είναι σίγουρο πως αγαπάει η χελώνα το καβούκι της; Απλώς είναι υποχρεωμένη να το φέρει.1
Αυτή η απάντηση καλύπτει πιστεύω και τα εγγενή ερωτήματα του αναγνώστη, συντηρεί δηλαδή μέσα του την εκκρεμότητα εκείνη η οποία του επιτρέπει να παραμένει ο εν κινδύνω παρατηρητής ενός πεδίου αντίρροπων δυνάμεων ανάμεσα στο συν και το πλην· ανάμεσα στους δυο πόλους που τροφοδοτούν τη ζωή και τη νόηση ενός ατόμου ή ενός κόσμου: ανάμεσα, δηλαδή, στην («πραγματική») αλάνα του παρελθόντος Πολυδρόσου και την «ιδεατή» αλάνα της παρούσης γρα-φής (του)· ανάμεσα στο (ουτοπικό;) αίτημα της άμεσης βίωσης του παρελθόντος πραγματικού και στο δικαίωμα της εκτροπής του, της παροχέτευσής του σε μιαν έμμεση βίωση. Εκεί, σ’ αυτό το ανάμεσα — σ’ αυτό το μαγνητικό πεδίο παίζεται το παιχνίδι της ποίησης. «Δεν ήθελα να γράφω», γράφει ο Μάριος Μαρκίδης ξέροντας όμως ότι αυτή η «αντίφαση», αυτή η αντιδικία του άγραφου με το γραμμένο είναι δίχως τέλος. Και το έχει εμπράκτως αποδεχτεί. Είναι ως προς τούτο —παρά τα σκανδαλιστικά σκασιαρχεία του στα «Ροζικλαίρ» και στις «κακές παρέες» της παραλογοτεχνίας– ό καλύτερος μαθητής στο σεβαστικό σχολείο του Τέλλου Άγρα ο οποίος διακηρύσσει απε-ρίφραστα την ηθική της ποιητικής του:
Μην πεις «δεν καταδέχομαι!»
Μην πεις «κι αχ πώς να κάμω;»
Πιάσε το στίχο σου σκυφτός
Σαν το ψωμί από χάμω.
Ο Μάριος Μαρκίδης έχει αναγάγει αυτή την ταπεινή «ποιητι-κή» σε πρώτο κανόνα της δικής του τεχνικής που όλα τα καταδέχε-ται, τα περισώζει και τα ενσωματώνει — τα μικρά και τα μεγάλα θη-σαυρίσματα της ποιητικής μνήμης. Το μαρτυρεί τούτο μια πρόχειρη καταγραφή των «προσώπων» που κινούνται στην ποίησή του, προερ-χόμενα είτε από την αφανή και μακρόσυρτη «εποποιία της καθη-μερινότητας» είτε από την περιοχή των αναγνώσεών του.
Όμως εδώ προσοχή: διότι τα πρόσωπα και της πρώτης και της δεύτερης ομάδας, όταν τα συναντάμε στη γραφή του, ήτοι στη δική του ζωή, δεν ξεχωρίζουν πλέον μεταξύ τους· έχουν το ίδιο αίμα και το ίδιο παρελθόν γι’ αυτόν που τα ανακαλεί και τα επικαλείται σή-μερα στη γραφή και διά της γραφής. Οι παιδικοί του φίλοι ήταν βε-βαίως αυτοί που μνημονεύει, οι σύντροφοι των παιχνιδιών στην ανε-πίστροφη αλάνα — αλλά παλιοί του φίλοι και σύντροφοι ήταν επίσης και ο Συρκούφ και ο Ζορρό και οι Τρεις Σωματοφύλακες στην αε-νάως σκηνοθετούμενη αλάνα της γραφής του.
Σε εξορκίζω για λογαριασμό των μικρομεσαίων οικογενειών μας
για λογαριασμό του μακαριστού Κοσμά Πολίτη, του Λοΐζου και της Μόνικας
του Παρασκευά,
που μου έμοιαζε νομίζω στον χαρακτήρα.2
Το πρόσωπο του Παρασκευά, του αφανούς αφηγητή στην Eroica του Κοσμά Πολίτη, είναι το κύριο πρόσωπο που δρα ανωνύμως μέσα στην ποιητική — σωστική, θα την έλεγα — μέθοδο του Μ. Μαρκίδη, καθώς τα ποιήματά του προϋποθέτουν ή υπαινίσσονται στο βάθος τους το πρόσωπο ενός τέτοιου επιζήσαντος ο όποιος φέρει τη μαρτυρία του ως τύψη της ποίησης. Ως τύψη διότι ο Παρασκευάς του Μάριου Μαρκίδη ήθελε να είναι ο Λοΐζος (ή ο Αλέκος) της Eroica — η ζωή, όχι η αφήγηση της:
Εσείς υπήρξατε το ζωντανό πράγμα που υπήρξατε, κι εγώ ο παλιατζής σας […]
Συγγνώμη που γράφω ακόμα ποιήματα. Με τόσα χρόνια χώμα στο στόμα.3
*
Η πολυσημεία των ποιητικών συμβόλων του Μάριου Μαρκίδη σε συνδυασμό με μια γενναία αυτοϋπονομευτική, σουρρεαλιστικής κατα-γωγής, ανεμελιά γλύτωσαν, μέχρι στιγμής, την ποίησή του από την ταξινομητική μανία ενός είδους κριτικής που απείλησε κάποτε, δίκην βιαίας στρατολόγησης, να εξουδετερώσει συλλήβδην την ποίηση κά-ποιων συγχρόνων του ποιητών, οι όποιοι είχαν ανάλογες αφετηρίες με τον Μαρκίδη αλλά άλλου είδους συναισθηματικές εμπλοκές με τα ιστορικά βιώματα του άμεσου παρελθόντος. Εξηγούμαι: Το «παρά-πονο» του ποιητή Μάριου Μαρκίδη ευτύχησε να μην ερμηνευθεί με αμιγώς «πολιτικούς» ορούς, ίσως διότι σε μιαν εποχή η όποια είδε κάποτε να «αριστερίζουν» ώς και τα «Ρω του έρωτα» εκείνος αγά-πησε το εμβατήριο της αριστεράς μονάχα μέσα από την κουτσή μουσική του Καρυωτάκη.
Βεβαίως, κατά τις επιταγές και κατά τη φορά των καιρών, όπως φαίνεται κυρίως στα πρώτα του ποιήματα, μαγεύτηκε κάποτε κι αυτός από τούς ήχους μιας Eroica της δικής του εφηβείας — και έγινε ό Παρασκευάς της όταν ό «Χάρης» του Μ. Αναγνωστάκη μας απο-χαιρετούσε ήδη μέσ’ από ένα πιο πρόσφατο είδος «φυγής». Και υστέρα, κάπου στη στροφή τον περίμεναν ο Κατσαρός, ο Δούκαρης, ο Αλε-ξάνδρου.
Μέσ’ από τέτοια μονοπάτια ξέφυγε την κρίσιμη στιγμή η ποίηση του Μάριου Μαρκίδη απ’ αυτό που θα γίνει για κάποιους άλλους ποιητές της εποχής του εντάφια πλάκα με τη γνωστή συλλογική επιγραφή. Τα συμφραζόμενα του δικού του «παράπονου» δεν εντοπίζονται στα όρια του «σπασμένου καιρού», της ιδεολογικής διάψευσης ή της πο-λιτικής «αμφισβήτησης», γι’ αυτό και στοιχειοθετούν ακριβώς την αέναη παραλογή της προσωπικής του, τολμώ να πω, ποιητικής μυθοποιίας:
Κάθε φορά βρε Κωνσταντή στην άλλη όχθη
ολοζώντανος ανάμεσα στοάς πεθαμένους νεκρός για } πάντα ανάμεσα στους ζωντανούς
(«Παράπονο ποιητού της γενιάς του ’60») 4
*
Διαισθάνομαι καμιά φορά ότι εκείνα ακριβώς τα ποιήματα που αιχμαλωτίζουν το ενδιαφέρον μας είναι και τα περισσότερο κλειστά στις ερμηνείες· χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ισχύει απαραιτήτως και το αντίστροφο: δεν είναι δηλαδή η «ερμητικότητα» στοιχείο γοητείας αλλά η ίδια η γοητεία «ερμητική», ένα ήκιστα αναλύσιμο στοιχείο — όσο την αναλύουμε τόσο μας διαφεύγει. Αυτή ή παρατήρηση δεν ενέχει αιχμή εναντίον της ερμηνείας ή της «ανάγνωσης» — περιγράφει απλώς τη δυσκολία ή την αδυναμία να εξηγήσει κανείς κάθε φορά το «γιατί» μας συγκινεί ένα συγκεκριμένο ποιητικό κείμενο.
Η αναζήτηση αυτού του «γιατί» ακολουθεί μοιραία ένα δρομο-λόγιο που περνάει από το «πώς». Προσπαθώντας λοιπόν όχι να ερ-μηνεύσω αλλά να περιγράψω τους ορούς της συγκίνησης που (μου) προκαλείται από τα κείμενα του Μάριου Μαρκίδη έφτανα κάθε φορά μπροστά σε μιαν άτυπη ποιητική μέθοδο η οποία έχει να κάνει με το δίπολο που ανέφερα αόριστα στην αρχή αυτών των σημειώσεων.
Η «μέθοδος» λοιπόν του Μάριου Μαρκίδη, στοιχειωδώς περιγρα-φόμενη, είναι να παίζει με το συν και το πλην στη μουσική κλίμακα των αισθημάτων, με το θερμό και το ψυχρό, με τη συγκίνηση και την αποστασιοποίηση από τη συγκίνηση. Δεν είμαι σε θέση να εξη-γήσω τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού σε όλα της τα καθέκα-στα, να μιλήσω για ακριβείς αναλογίες συγκίνησης και αντισταθμι-στικής αυτοειρωνείας, να ζυγίσω το σοβαρό και το παιγνιώδες στις «σωστές» τους δόσεις, να σταθμίσω το αντίβαρο μιας λυρικής υπερ-χείλισης την οποία επιτρέπει μεν η εφηβεία της ποίησης αλλά όχι η ωριμότητά της. Νομίζω εν προκειμένω πως ένα ποίημα του Μάριου Μαρκίδη, «Το έργο του ταριχευτή», παρουσιάζει και συνάμα συνιστά τη μέθοδο ή τον «τρόπο» που προσπάθησα να περιγράψω:
Το καλύτερο απ’ όλα είναι ν’ αδειάσει πρώτα αυτή η θάλασσα
να κοπεί το αίμα που ψέλλιζε αρχαία συνθήματα
θα ρίξω μέσα μετά σκουριασμένα σίδερα, άσπρα μαλλιά και τη φωνή μου που πεθαίνει.
Παντού ο δυναμίτης έκανε καλά τη δουλειά του…
Κι οι ψιλοί που περπατούσαν ακόμα
έτοιμοι να βουλιάξουν στο πρησμένο ακρογιάλι
κατάλαβαν πως ο πνιγμός δεν ήτανε για κείνους
τι να πιστέψουν πια τι να πιστέψουν
μπήγαν τα νύχια τους στ’ αγάλματα για να γλιτώσουν
Ύστερα έχω να τυλίξω τα φτερά τους.
Να τα δέσω γερά με τ’ αδύνατά μου χέρια
κι ας οργώνουν την ψυχή μου τα γκρεμισμένα χείλη
και τα παλιά τους γράμματα που έγραφαν ελευθερία
κι ας φωνάζουν τα χαλάσματα γοερά τις εντολές τους
Είμαι ξένος πάνω στη γη.5
Αυτός ο ταριχευτής των συγκινήσεων, ο ποιητής που μαρτυρεί εκ των ύστερων, δεν ανήκει, ούτε στο χτες ούτε στο σήμερα, αλλά στο άυλο σύνορό τους. Τι μαρτυρεί και τι καταγράφει από κει; Αυτό που πράγματι έζησε τότε ή αυτό που ζει τώρα; Αυτό που ζει τώρα είναι η αγωνία του να φέρει τον αναγνώστη στη δική του θέση, στον δικό του χρόνο, πράγμα σχεδόν αδύνατο. Από αυτό το «σχεδόν» γεν-νιέται ίσως αυτό που λέγεται «ποιητική εμπειρία»: «Δεν ξέρετε σεις τίποτα για όλα εκείνα!», θα ήθελε να φωνάξει ό ποιητής στους ανα-γνώστες του. Όμως δεν το κάνει, κι ας πνίγεται, γιατί αν το έκανε θα αυτοκαταργούνταν. Γιατί «όλα εκείνα» αν τα φωνάξει δυνατά δεν θα υπάρχουν πια σαν σκοτεινό δυναμικό μέσα του, θα εκτονωθούν σε κοινοτοπίες που δεν αφορούν πια κανέναν, ούτε καν τον ίδιο. Το είπε σε ανύποπτο χρόνο και ανύποπτη γλώσσα ο παλαιός ελάσσων Μικέλης Άβλιχος:
Της δράσης μου το κάδρο θέλεις ; Δες
χάλασα τον ατμό σε σφυριξιές.
Αντίθετα, όσο πιο σεμνά φυλακίσει στον στίχο τη λύπη του ή την έπαρσή του για «όλα εκείνα!» τόσο το καλύτερο για τον στίχο του. Στον πληθωρισμό των δακρύων η ποιητική τεχνική επιτάσσει τη χρήση σταγονόμετρου: «Και μόνο εγώ επέζησα για να σου τα πω», λέει ό Ισμαήλ στον επίλογο του Μόμπυ Ντικ, επαναλαμβάνοντας τη βι-βλική φράση. Αυτό αρκεί. Παλιά συνταγή, αλλά δεν γνωρίζω καμιά νεώτερη. Ούτε και ο Μάριος Μαρκίδης, ο οποίος φαίνεται να επιβε-βαιώνει την άποψη ότι η ποίηση δεν είναι αυτή καθ’ εαυτήν η συγ-κίνηση αλλά ο χειρισμός της συγκίνησης — η «μεταποίηση» των παλαιών αισθη-μάτων. Κι εδώ πράγματι η ευρηματικότητά του αντιπολιτεύεται τη σπαρακτικότητα: «Είμαι ο παλιατζής σας», λέει στους νεκρούς παιδικούς του φίλους για να συμπληρώσει όμως, εξισορροπιστικά, αμέ-σως: «Το επάγγελμά μου απαιτεί λιγοστή συγκίνηση, απόλυτη όμως τάξη και ισορροπία».
Στη φράση αυτή αναδιατυπώνεται συμπυκνωμένη μια ολόκληρη ποιητική που η άκρα συνέπειά της οδηγεί στην «καβαφική» της εκδοχή όπως παρωδείται στα Βαποράκια: «η ποίησις έγκειται στο ψέμα». Εδώ ακριβώς, πλησιάζοντας στο τέλος αυτών των σημειώ-σεων, θα ήθελα αντί να κλείσω ν’ ανοίξω από την αρχή το ίδιο θέμα με τη βοήθεια τώρα του Βύρωνα Λεοντάρη, ο οποίος εμφανίζεται σχεδόν εξ αρχής μέσα στην ίδια προβληματική της γραφής και της τύψης της γραφής.
Γιατί δεν θέλω, δεν μπορώ, δεν καταδέχομαι
όσα έζησα
τώρα μονάχα ποίηση να ’ναι.6
Πρόκειται για την άλλη άκρη του ίδιου νήματος που ξετυλίξαμε ώς τώρα: «Δεν ήθελα να γράφω…», λέει ο Μάριος Μαρκίδης δια-κλαδίζοντας αυτή την άρνησή του σε ποιητικούς κλώνους και κλωναράκια που μπορούμε να τα φανταστούμε προοπτικά ν’ απλώνονται και να φουντώνουν σε ολόκληρο δάσος. Η ίδια ένσταση στη γραφή εγείρεται πανομοιότυπα και από τον Βύρωνα Λεοντάρη αλλά κατ’ αντί-στροφη φορά: ξεκινώντας από μια λυρική πολυανθία (Γενική Αίσθη-ση 1954, Ορθοστασία 1957), η οποία συγχώνευε γόνιμα Βάρναλη και Καρυωτάκη, περιστρεφόταν με τα χρόνια σε όλο και πιο κλει-στούς κύκλους στοχεύοντας στο κέντρο της αλήθειας, καθώς κόνταινε το σκοινί που τυλιγόταν στον πάσσαλό της, τρομάζοντας μας σε κάθε γύρο πως τελειώνει το σκοινί, πως τώρα φτάνει για πρώτη —και μοιραίως για τελευταία— φορά αυτόν τον καθηλωτικό αποσβολωτικό στόχο — το ακαριαίο και το οριστικό. Έχοντας φτάσει σ’ αυτή την αφόρη-τη κόψη, το «βίωμα» αρνείται πλέον, αποκηρύσσει και καταριέται το «ποίημα»:
If we could weep words…
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε
λέξεις και δεν
κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, που είστε δάκρυά μου…
Διαπεράστε τα έγκατα πετρώματα αναβλύστε
σαρώστε αυτά τα μυγοχέσματα απ’ τα μάτια μου
και κάντε μου ξανά το κλάμα κλάμα.7
Ωστόσο, έστω και έτσι (ή μόνο έτσι πλέον;) η ποίηση εξακολου-θεί να γράφεται. Να γράφεται — όχι να βιώνεται. Διότι η ποίηση μόνο να γράφεται μπορεί. Και μπορεί να γράφεται μόνον όταν, και επειδή, «κλαίμε λέξεις»· όταν «κλαίμε δάκρυα», απλώς κλαίμε.
Αλλά μήπως το πετρωμένο δάκρυ της τέχνης δεν είναι η ζωή της; Μήπως δεν είναι η ζωή της το παγωμένο μνημείο που φυλακί-ζει, ήτοι διασώζει, εκείνη την ανοχύρωτη μπροστά στον χρόνο φευ-γαλέα ανατριχίλα, εκείνη τη θερμή και σπαρταριστή στιγμή, εκείνο το κάτι που έτσι κι αλλιώς είναι για πάντα χαμένο έξω από την τέχνη;
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Ή του ύψους ή του βάθους, εκδ Οδυσσέας, 1999, σ. 184.
2 Βαποράκια, Νεφέλη, 1999, σ. 43.
3 Ό.π., σ. 40
4 Εν αβάτω και ουχ οδώ (=Μετά είκοσι έτη, Ύψιλον, 1985, σ. 120).
5 Θάλασσα Σαρωνικού ήρεμος 1970, ό.π., σ. 79.
6 Η ομίχλη του μεσημεριού (= Ψυχοστασία, Ύψιλον, 1983, σ. 126).
7 «Εκτός», περ. Σημειώσεις 52, σ. 52.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.