Μάριος Μπέγζος
Καθηγητής Συγκριτικής
Φιλοσοφίας της Θρησκείας
Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
Ι.
Επικοινώνησα με τον αείμνηστο Μάριο Μαρκίδη μόλις στην τελευταία δεκαετία της ζωής του. Αναγνώσματα κειμένων του, ακρόαση εισηγήσεών του σε συνέδρια και σεμινάρια, καθώς επίσης συνεργασία σε διασχολικά εγχειρήματα ήταν οι αφορμές των ευκαιριακών συναντήσεών μας. Χωρίς καμιά προγενέστερη σύσταση από τρίτους και σαν αποτέλεσμα δυσερμήνευτης «χημείας» μεταξύ μας επιτεύχθηκε μια ανθρώπινη επικοινωνία σε αξιοθαύμαστο βαθμό.
Αποκορύφωμα αυτής της αμοιβαιότητας ήταν να τού εμπιστευθώ το ανέκδοτο τότε ακόμα χειρόγραφο του βιβλίου μου «Ψυχολογία της Θρησκείας».1 Ο ίδιος, και μάλιστα χωρίς προγενέστερη ενημέρωσή μου, πήρε την ιδιαίτερα τιμητική πρωτοβουλία να προλογίσει το πόνημά μου τιτλοφορώντας μάλιστα το προοιμιακό κείμενό του: «Αντί επαίνου».2
Μιαν μόνο αποστροφή του λόγου του Μάριου Μαρκίδη σε αυτό το κείμενό του θα ήθελα να επαναλάβω: «Ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες, βλέπω πως βρισκόμαστε συχνά, εγώ ένας ψυχίατρος κι εκείνος ένας χριστιανός θεολόγος, στον ίδιο δρόμο. Και ειλικρινά υποπτεύομαι ότι ίσως σ’ ένα σωρό ζητήματα της ζωής και της ψυχής μας αυτό που έχει σημασία δεν είναι το από πού ξεκινάμε καθείς, αλλά το πού βρισκόμαστε. Και δεν θα παραξενευόμουνα αν μού έλεγαν ότι βρισκόμαστε όλοι, πιστοί και άπιστοι, καθ’ οδόν προς Εμμαούς».3 Η ακροτελεύτια φράση του κειμένου του υπογραμμίζει την θεμελιώδη πεποίθησή του: «ξεκινώντας ίσως από διαφορετικές αφετηρίες, βρισκόμαστε να παίρνουμε με την «Ψυχολογία της Θρησκείας» τον ίδιο δρόμο».4
Μέσα σε μια τέτοια προοπτική εμπνευσμένη από τα παραπάνω λόγια του Μάριου Μαρκίδη γράφτηκε λίγα χρόνια αργότερα το επόμενο βιβλίο μου με τίτλο «Δοκίμια Ψυχολογίας της Θρησκείας».5 Επόμενο ήταν να αφιερωθεί το πόνημα στον άδηλο μέντορά του, τον Μάριο Μαρκίδη, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή το θέρος του 2003 έπειτα από πολύμηνη αναμέτρηση με την επάρατη νόσο.
Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι η αφιέρωση προοριζόταν «προς τιμήν» του εμπνευστή του βιβλίου μας, όσον καιρό αυτό γραφόταν. Όταν όμως είδε το φως της δημοσιότητας, περί τα μέσα του 2004, έναν χρόνο μετά την τελευτή του, τότε η αφιέρωση διορθώθηκε κι έγινε «εις μνήμην» Μάριου Μαρκίδη. Κι όπως παρατηρούσε εύστοχα ό ίδιος: «ο διαιρέτης κάθε επιθυμίας είναι ο Θάνατος».6
ΙΙ.
Σπουδάζοντας κάποιος το δοκιμιακό έργο του Μάριου Μαρκίδη δεν θα εκπλαγεί από το γεγονός ότι υπάρχουν διάσπαρτες πολύτιμες παρατηρήσεις του για την εμπειρία του ιερού και το φαινόμενο της θρησκείας. Κύρια χαρακτηριστικά των απόψεων του ψυχαναλυτή μας είναι η ανοικτότητα των οριζόντων του, ο συνδυασμός κριτικής και αντιδογματισμού, η ευαισθησία των παρατηρήσεών του και η λεπτότητα με την οποία καταχωρίζονταν οι επισημάνσεις του, καθώς επίσης ο διμέτωπος αγώνας του εναντίον του δογματισμένου θεολόγου και του φανατισμένου ιδεολόγου της αθεΐας.
Αιφνιδιάζεται κανείς από την απρόσμενη παρομοίωση της ψυχανάλυσης με ασκητική της θηβαϊκής ερήμου, εννοώντας βέβαια τις Θήβες της Αιγύπτου κι όχι φυσικά τον «θηβαϊκό κύκλο» του οιδιπόδειου συμπλέγματος από την ομώνυμη τραγωδία της ελλαδικής Θήβας. «Η Ψυχανάλυση, από πολλές απόψεις, είναι το πιο κοντινό πράγμα σε μια σωτηριολογική άσκηση στη θηβαϊκή έρημο. Όπου είναι φυσικό να παράγονται οι άγιοι, αλλά κι οι μαϊμούδες άγιοι εξ ίσου».7
Σε άλλη πάλι συνάφεια του ίδιου έργου του, και μάλιστα ως ακροτελεύτια φράση μιας παραπομπής, σημειώνει διορατικά ο Μάριος Μαρκίδης: «Ακόμη και η ανάστατη εποχή μας μπορεί να αμφισβητεί τους αγίους, αλλ’ όχι την ίδια την αγιότητα».8 Η τελευταία φράση αυτού του βιβλίου του έχει ως εξής: «Η Ψυχανάλυση είναι τελικά ως προς τη φύση της αποφατική».9
Διαπορεί καθένας αμύητος στην ψυχανάλυση για την κατηγορηματική ετυμηγορία του σχετικά με τον αποφατισμό10 του ψυχαναλυτικού λόγου που ο ίδιος έχει προηγουμένως αποσαφηνίσει με τον ισχυρισμό: «Μα η Ψυχανάλυση δεν είναι υπόλογος στον επιστημονικό εμπειρισμό, είναι μάλλον η ποιητική της εμπειρίας. Δεν είναι αιτιοκρατική, είναι γλωσσοκεντρική, με την έννοια ότι η γλώσσα είναι η παράδοξη κατάσταση που εγκαθιστά την αιτία μετά το αποτέλεσμα».11
Ο λόγος και ο άλλος είναι ένα θεμελιώδες δίπτυχο στη σκέψη του Μάριου Μαρκίδη. Μέσα σε μια τέτοια προοπτική ο ψυχαναλυτής μας ανακαλεί συνειδητά την χριστιανικής προσωνυμίας έννοια του «πλησίον» όπως αριστουργηματικά δηλώνει ο ίδιος: «η αφετηρία του ανθρώπου δεν είναι, όπως θα νόμιζε κανείς επιπόλαια κρίνοντας, ο εαυτός του ή το Εγώ του – πράγματα που θεώρησε συνώνυμα ο καρτεσιανισμός –, αλλά ο «άλλος» του, ο πλησίον του (όπως είχε προτείνει ο ήδη εξαντλημένος χριστιανισμός), με λίγα λόγια ο σωσίας του… είμαστε όμως κυρίως πλασμένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του διπλανού μας».12
Σε ένα κείμενό του με τον ιδιαζόντως ενδεικτικό τίτλο «Ηθική και αγάπη. Για μια υποστύλωση της ψυχιατρικής δεοντολογίας»13 γίνεται σαφέστερος: «Ο λόγος … συνεπάγεται στην ανθρώπινη ζωή, ευθύς μόλις αυτή η ζωή προβαίνει στην αναγνώριση του περιβάλλοντος, ενός άλλου. Ενός πλησίον, ο οποίος ανταποκρίνεται στο σύνθημα που εκπέμπουμε μ’ ένα παρασύνθημα – είναι μέτοχος δηλαδή του κλειδιού του ανθρώπινου τρόπου επικοινωνίας… Η αναγνώριση του πλησίον είναι πράγματι ο λογιστής της θεραπευτικής συμπεριφοράς».14
Προξενεί εντύπωση σε κάθε προσεκτικό αναγνώστη των κειμένων του ψυχαναλυτή μας ότι εναλλάσσει τους δυο όρους, τον ψυχαναλυτικό «άλλος» με τον θεολογικό «πλησίον». Μοιάζει σαν να θεωρεί ότι ο «πλησίον» είναι η εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση του «άλλος». Κι αυτό ακριβώς καταφαίνεται στην ευθεία πλέον αναφορά του στην αγάπη. Αποκορύφωμα του ίδιου αυτού κειμένου του είναι η ρητή αναφορά «στην πιο αποστολική απ’ όλες τις θρησκείες: τον παυλικό χριστιανισμό».15 Παραθέτει μάλιστα αυτολεξεί τον ύμνο της αγάπης του Αποστόλου Παύλου (1 Κορ 13, 1-13), και μάλιστα τα χωρία 1-7, με την ακόλουθη παρατήρηση: «Θα έλθει μια μέρα, λέει ο Παύλος, που θα λυθούνε όλα τα αινίγματα της ζωής. Στο μεταξύ, η πυξίδα μας είναι η αγάπη».16
Το ακροτελεύτιο σχόλιο του Μάριου Μαρκίδη στην έννοια της αγάπης έχει ως εξής: «Το σπουδαιότερο εν τούτοις, πέραν του τι «σημαίνει», είναι το «τι είναι» αγάπη μέσα σ’ αυτή την τεχνητή διϋποκειμενικότητα που λέγεται ψυχιατρική. Που λέγεται περαιτέρω σε μιαν ειδική της έκφανση ψυχοθεραπεία. Η αγάπη δεν είναι σεξουαλικός έρως, ενώ μετέχει του ερωτισμού, είναι αγάπη του πλησίον. Ενώ είναι αγάπη του πλησίον, αυτός ο πλησίον δεν νοείται μέσα στην αγάπη σαν ένας ισοπεδωμένος όμοιος – η αγάπη απευθύνεται στον διαφορετικό, τον «έτερο» και εγγυάται την ετερότητά του… Αγάπη είναι μια ετοιμότητα του παρέχεσθαι, μια ανοικτότητα προς τον άλλον, αν μας επιτρέπεται η έκφραση, άνευ προκαταβολικών περιορισμών και όρων. Αντλεί από την κοινή μοίρα, τον θάνατο, γιατί είτε υπάρχουν θεοί είτε όχι η κοινή μοίρα υπάρχει».17
ΙΙΙ.
Ιδιαιτέρως αξιοσπούδαστο για την ψυχολογία της θρησκείας του Μάριου Μαρκίδη είναι το κείμενό του «Μέθοδος προσεγγίσεως της λειτουργίας του Θεού».18 Εγκαινιάζει τον λόγο του με μιαν αυθόρμητη ομολογία αυτοκριτικής τοποθέτησης απέναντι στο θρησκευτικό φαινόμενο: «Το παρόν διάβημά μου θα σκανδαλίσει την παράδοση ιδεών από την οποία κατάγεται ο τρόπος μου να σκέπτομαι. Θα με φέρει ίσως αντιμέτωπο και με τον «μύωπα» θεολόγο… Κι η μαθητεία μου στον στοχασμό, που έχω την ευθύνη της, υπήρξε απερίφραστα άθεη. Η γενιά μου, που είχε έναν λατρευτικό δεσμό με το Μέλλον, δεν επένδυε στην θεότητα. Αναγνωρίζαμε φυσικά κατά καιρούς τα χρέη μας σε μεγάλους συγγραφείς, που πίστευαν στον Θεό… Αλλά όχι και τις εξόδους τους στον «υπερουράνιο τόπο». Εκεί τους αφήναμε μόνους».19
Σαφής είναι η αποστασιοποίησή του από τον δογματισμό θρήσκων και αθρήσκων, θεολόγων και ιδεολόγων. Μάλιστα διαφοροποιεί τον θεολόγο από τον «μύωπα» συνάδελφό του: «Αντιμέτωπος, είπα, με τον θεολόγο. Φυσικά όχι με κάθε θεολόγο, μόνο με τον σκληρυντικό και τον μύωπα».20 Η ανοικτότητά του απέναντι στη θεολογία δεν σημαίνει δέσμευση θρησκευτική, όπως ρητά δηλώνει ευθύς αμέσως στη συνέχεια του ίδιου κειμένου του: «Ομολογώ ότι εξακολουθώ να απέχω από τη σύναξη εκείνων οι οποίοι φρονούν ότι ο Θεός είναι «πραγματικός», χωρίς όμως να διερωτώνται πάνω στο τι ακριβώς είναι ανθρώπινη πραγματικότητα».21 Κι αλλού πάλι σημειώνει εμφαντικά: «Τόσο ο Θεός των μυώπων θεολόγων, όσο κι ο άνευ Θεού εμπειρικισμός είναι δέσμιοι της «πραγματικότητας», μιας παρεξηγημένης ανθρώπινης πραγματικότητας».22 Για να τονίσει επανειλημμένα: «Εξακολουθώ και σήμερα να θεωρώ εαυτόν… αντιμέτωπο της κονφορμιστικής θεολογίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με κερδίζει ο εμπειρικισμός».23
Αν δυο αρνήσεις κάνουν μια κατάφαση, τότε ο θεολογικός αυτοπροσδιορισμός του Μάριου Μαρκίδη είναι με τον πιο ρητό και κατηγορηματικό τρόπο ο ακόλουθος: «Προσωπικά δεν ξέρω τι είναι ο Θεός, έχω φτάσει όμως στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να είναι ούτε πραγματικός, ούτε αλληγορικός. Με ενδιαφέρει άλλωστε να προσεγγίσω την λειτουργία του – κι από την άποψη της λειτουργίας ο Θεός είναι «αληθινός». Πραγματικός είναι, φερ’ ειπείν, ο θάνατος. Αλληγορικοί είναι οι μύθοι του Αισώπου. Η λειτουργία όμως του αληθινού έχει σχέση με την Αλήθεια».24
Οφείλουμε να υπογραμμίσουμε τον εντοπισμό του αληθινού στο μεταξύ διάστημα ανάμεσα στο πραγματικό και το αλληγορικό. Ως ευαίσθητος λογοτέχνης και λεπταίσθητος ποιητής ο Μάριος Μαρκίδης έχει έντονη την αίσθηση των τριών κατηγοριών: αληθινό, πραγματικό, αλληγορικό. Η «θεολογία» του αναφέρεται στο αληθινό που αιωρείται και περιδινίζεται μεταξύ πραγματικού και αλληγορικού.
Επίσης οφείλουμε να προσέξουμε την άλλη διάκριση που επιχειρεί ο ψυχαναλυτής μας ανάμεσα στην ύπαρξη και τη λειτουργία του Θεού. Αποστρέφεται το κλασικό ερώτημα «υπάρχει Θεός;» και στρέφεται στην υπαρξιακή απορία: «λειτουργεί ο Θεός;» Υπενθυμίζουμε ότι στην ελληνόφωνη θεολογική παράδοση25 διακρίνεται η ουσία του Θεού έναντι των ενεργειών Του, έτσι ώστε να προτάσσεται η ενέργεια απέναντι στην ουσία. Σύμφωνα με την παλαμική θεολογία ισχύει ότι: «Ουκ εκ της ουσίας η ενέργεια, αλλ’ εκ της ενεργείας η ουσία γνωρίζεται ότι έστι, αλλ’ ου τι έστι. Διο και ο Θεός ουκ εκ της ουσίας, αλλ’ εκ της προνοίας αυτού γινώσκεται κατά τους θεολόγους, ότι έστι».26
Το σημαντικότερο θεολογικό δίλημμα δεν είναι η ύπαρξη ή ανυπαρξία Θεού, αλλά η λειτουργία του μέσα στη φύση και την ιστορία σε σχέση προς τον άνθρωπο.27 Ορθότατα ο ψυχαναλυτής μας αποστασιοποιείται από την παλαιάς κοπής ερωτηματοθεσία για την ύπαρξη ή ανυπαρξία Θεού προκειμένου να κινηθεί στον ανοικτό ορίζοντα της υπαρξιακής απορίας για τη λειτουργία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου: «Μετακινώντας όμως την προσοχή μας από την ύπαρξη του Θεού στην λειτουργία του, διαπιστώνουμε ότι εκείνο το οποίο έβαζα εντός αγκυλών έχει την πιο αποφασιστική συνέπεια: Επινοεί».28
Προσκομίζοντας μάλιστα ένα προσωπικό του βίωμα από μιαν αποτυχημένη διαλογική συνάντηση με σύγχρονο θεολόγο σημειώνει εμφαντικά ο Μάριος Μαρκίδης: «Με ασπίδα τον ρεαλισμό του Θεού κατακεραυνώνει ο θεολόγος, τόσο ο μύωψ όσο κι ο φωτισμένος άμα συμβεί να είναι τέως δεξιός και τέως αριστερός, το προσωπικό ταξίδι του καθενός στη λειτουργία της θεότητας».29
Σε αυτήν ακριβώς τη συνάφεια είναι που ο Μάριος Μαρκίδης θέτει κυριολεκτικά τον «δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων», όταν επισημαίνει ότι ο ευρύτερος ορίζοντας του ψυχαναλυτικού προβληματισμού είναι η σχέση του ανθρώπου με τη φύση μέσα στην οποία (σχέση) εντοπίζεται η λειτουργία του ιερού. Ας αφήσουμε να ακουσθεί ο ίδιος με τα δικά του λόγια: «Δεν πρέπει να διστάζουμε να προβαίνουμε στην αναθεώρηση της σχέσης του ανθρώπου με την Φύση. Ίσως να μην είμαστε «φυσικοί». Είμαστε οπωσδήποτε μεταποιημένοι. Μέσα σ’ αυτή την μετα-ποίηση είναι που πρέπει να ελέγξουμε την μυστηριώδη λειτουργία του αληθινού Θεού».30 Κι αλλού πάλι με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο δηλώνει ο ψυχαναλυτής μας: «Κατά την γνώμη μου είμαστε όχι «φυσικά» αλλά επινοημένα όντα – εφ’ όσον πώς αλλιώς υπάρχουμε εκτός απ’ τις επινοήσεις μας».31 Θρησκειολογικές έρευνες έχουν δείξει ότι η σχέση ανθρώπου-φύσης είναι ο ορίζοντας όπου αναδύεται το βίωμα του ιερού και δομείται η θέσμισή του που λέγεται θρησκεία.32
Η ψυχολογία της θρησκείας του Μάριου Μαρκίδη επιστέφεται με μια δήλωσή του γεμάτη από σωκρατική μετριοφροσύνη, αν όχι κι από χριστιανική ταπεινοφροσύνη, με τον ακόλουθο τρόπο: «Δεν είμαι θεολόγος, και ενδέχεται με τα παραπάνω να έχω περιπέσει σε ένα ή περισσότερα αμαρτήματα, ανεξαρτήτως της καλής μου πίστεως. Έναντι του ωμού βιολογισμού υποστηρίζω ότι οι άνθρωποι είμαστε απώθηση του «φυσικού» (γι’ αυτό έχουμε Ασυνείδητο)… Μπορεί να μού παρατηρηθεί εξ άλλου ότι, με τα παραπάνω, προτείνω μια μέθοδο προσεγγίσεως της λειτουργίας του Θεού που δεν στηρίζεται παρά στην ‘αναλογία’. Δεν θα ήθελα να είμαι συνήγορος της αναλογικής σκέψης».33
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Μπέγζος Μ. Ψυχολογία της θρησκείας, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996.
2 Μαρκίδης Μ. «Αντί επαίνου» στο Μπέγζος, ό.π., ΧΙΙΙ-XVI.
3 Μαρκίδης Μ. Ό. π., ΧΙΙΙ.
4 Μαρκίδης Μ. Ό.π., XVI.
5 Μπέγζος Μ, Δοκίμια ψυχολογίας της θρησκείας, Εκδόσεις Εξάντας, Προσεγγίσεις, Αθήνα 2004 .
6 Μαρκίδης Μ. Η ψυχανάλυση του διχασμένου υποκειμένου, ….Αθήνα 1988, 87.
7 Μαρκίδης Μ. Σπουδές στη σημασία, ….Αθήνα 1995, 22.
8 Μαρκίδης Μ. Ό.π., 37 (σημ. 2).
9 Μαρκίδης Μ Ό.π., 141.
10 Για τον αποφατισμό βλ. Μ. Μπέγζος, Διόνυσος και Διονύσιος, ….Αθήνα 2000, 61-73.
11 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο. (Υπογράμμιση του πρωτοτύπου).
12 Μαρκίδης Μ. Λογοδοσία. Διαδρομές στην ψυχοπαθολογία και την ψυχανάλυση, Εξάντας/ «Τρίαψις Λόγος», Αθήνα 1999, 54.
13 Μαρκίδης Μ. Ό.π. 61-69.
14 Μαρκίδης Μ Στο ίδιο, 66-67 (υπογραμμίσεις πρωτοτύπου).
15 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο, 68.
16 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο, 69.
17 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο, 69.
18 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο, 80-91.
19 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο, 80.
20 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο, 81.
21 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο.
22 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο, 84.
23 Μαρκίδης Μ. Στο ίδιο.
24 Μαρκίδης Μ. Ό.π., 81-82 (τηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου).
25 Μπέγζος Μ. Διόνυσος και Διονύσιος, Αθήνα 2000, 85-99 («Αριστοτελισμός και ενεργητισμός στον Γρηγόριο Παλαμά»).
26 Γρηγόριος Παλαμάς, Κεφάλαια φυσικά, 141:PG 150, 1220Α στο Μπέγζος Μ. Ό.π., 93-94 με περαιτέρω σχολιασμένη βιβλιογράφηση.
27 Σχετικά με τον αθεϊσμό βλ. Μ. Μπέγζος, Φαινομενολογία της θρησκείας, Αθήνα 1995, 167-183, και του ίδιου, Εισαγωγή στη θρησκειολογία, Αθήνα 2006, 247-260.
28 Μαρκίδης Μ. Ό.π., 83 (υπογραμμίσεις πρωτοτύπου).
29 Μαρκίδης Μ. Ό.π., 84 (δικές μας υπογραμμίσεις).
30 Μαρκίδης Μ. Ό.π., 82 (ορθογραφία πρωτοτύπου).
31 Μαρκίδης Μ. Ό.π., 84.
32 Μαρκίδης Μ. Εισαγωγή στη θρησκειολογία, Αθήνα 2006, 223-233.
33 Μαρκίδης Μ. Ό.π., 91.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.