Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Μάριος Μαρκίδης

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

Καθ’ όσον με αφορά

[Ανεμομαζώματα, Εκδ. Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη, 1992]

Με τα χρόνια αποκτούμε μιαν εξομολογητική διάθεση που δεν εκδηλώναμε στα νιάτα μας. Εγώ έχω φαινομενικά μια κεφαλαιώδη αντίφαση στον χαρακτήρα μου: ενώ είμαι ένας άνθρωπος μάλλον ματαιόδοξος, αποφεύγω γενικά τη δημοσιότητα – τη δημοσιότητα που σου παρέχει η συνέντευ-ξη, η λογοτεχνική σελίδα της εφημερίδας, το εξιμπισιονιστικό κουτί που λέγεται τηλεόραση. Είπα όμως ότι αυτή η αντίφαση είναι φαινομενική. Στην πραγματικότητα δεν πρό-κειται για μιαν ανεπίλυτη σύγκρουση ανάμεσα στη ματαιο-δοξία και τη σεμνότητα, αλλά για μιαν αλαζονεία, έναν υπερτροφικό εγωισμό. Δεν αρκούμαι στη λίγη δόξα, γιατί θα την ήθελα όλη. Και ξέρω, έχω επίγνωση του γεγονότος ότι τα πράγματα που γράφω δεν είναι τέτοια ώστε να μου εξασφαλίσουν ολόκληρη τη δόξα, ούτε καν μια γερή μερί-δα της.

Αυτά είναι φυσικά ζητήματα που θα έπρεπε να έχουν απασχολήσει –τον καιρό που έπρεπε– τον ψυχαναλυτή μου. Δεν ελπίζω πάντως ότι θα βελτιωθεί μέσα από μια μεθο-δευμένη προβολή το image του έργου μου, για το οποίο οφείλω να παραδεχτώ ότι ανησυχώ πάρα πολύ. Στα μάτια των λίγων πνευματικών ανθρώπων που γνωρίζω και που εκτιμώ τη γνώμη τους δεν βλέπω κατά κανόνα, όταν με διαβάζουν, εκείνη την αυθόρμητη ευχαρίστηση – τη μείζονα όπως πιστεύω αποτελεσματικότητα της τέχνης. Mea cu-lpa φυσικά… Δεν θα εμπιστευόμουνα πάντως μια λάμψη των ματιών που θα έβαζε ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό της τις συστάσεις ενός μέσου μαζικής επικοινωνίας. Και γνή-σια να ήταν, κι αδιαμεσολάβητη εντέλει να ήταν· εμένα θα με βασάνιζε η ιδεοληψία πως είναι υποβολιμαία. Ότι είναι «προκλητή», μια προβοκάτσια που ο τελικός σκοπός της είναι να μου στερήσει την ανεξαρτησία μου. Είναι δύσκο-λο να ξαναγράψεις όπως θέλεις άμα επαινεθεί ένα βιβλίο σου – και πιο δύσκολο ακόμη όταν ο έπαινος είναι δημό-σιος, με την υπερβολική δημοσιότητα που εξασφαλίζουν σήμερα τα Media.

Δεν αρκεί να έχεις όλη τη δόξα δική σου, αλλά να την έχεις και στο διηνεκές. Η γραφή –απ’ όλα τα υλικά πράγ-ματα αυτού του κόσμου– δεν προβλέπει τον περιορισμό του χρόνου. Η γραφή δεν σκοπεύει να είναι ποτέ συντόμου βίου, προσωρινή, θνητή, σαν τη σάρκα μας. Με ερεθισμένη λοι-πόν για λογαριασμό μου τη δημοσιότητα θα με έλιωνε επι-πλέον η πικρία του πρόσκαιρου χαρακτήρα της λογοτεχνι-κής φήμης, της φήμης επί παραδείγματι που απόλαυσε όσο ζούσε ο καημένος προβηγγιανός, ο Σωτήρης Σκίπης. Για ποιήματά του που εντός ολίγου εσίγησαν, εκμηδενίστηκαν, πέθαναν από μια φθίση που κουβαλούσαν όπως φαίνεται εκ γενετής μέσα τους. Όπως θα ’λεγε ο Βιζυηνός, «Θεός να μη μας δώσει…»

Πλην όμως υπάρχει και μια άλλη πλευρά του ζητήμα-τος. Ενώ παραδέχτηκα παραπάνω ότι τα εσωτερικά μου πράγματα έχουν έτσι, ότι δηλαδή ως λογοτέχνης είμαι ένας κομπλεξικός (και μυγιάγγιχτος όπως όλοι οι κομπλεξικοί) άνθρωπος, με γοητεύει ταυτόχρονα η άνεση με την οποία οι ποιητές του Μεσοπόλεμου, που τους θεωρώ συγγενικές μου ιδιοσυγκρασίες, ενώ είχαν πίσω τους τους θρόνους ενός Παλαμά κι ενός Σικελιανού, έδιναν πρόθυμα ακόμη και στα πιο λαϊκά έντυπα εξηγήσεις επί της ταπεινής τέχνης τους και συνεντεύξεις. Ανέλυαν εις ώτα που δεν ήταν πάντοτε στοιχειωδώς ευήκοα τις πηγές του έργου τους· τις τακτικές του και τις προτιμήσεις του (λ.χ. ο Μιλτιάδης Μαλακάσης)· σελιδοποιούσαν σε ημερολογιακές συνέχειες την ίδια την τρυφηλή όσο κι αυτοκτόνο ζωή τους (όπως έκανε επί εβδομάδες, στο Ρομάντσο νομίζω, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης). Κατέθεταν ανεμπόδιστα τη γνώμη τους επί της ποιήσεως των μεγάλων ξένων, επί της ποιήσεως γενικά, και επί της ποιήσεως των συναδέλφων τους που στη μι-κρή κοινότητα Ελλάδα ήταν λίγο ώς πολύ και γείτονες στη συνοικία τους… Δημιουργούνταν τότε πίκρες και καυγά-δες, χτίζονταν παρεξηγήσεις και κουτσομπολιά, μα δεν κράταγαν πολύ. Το καράβι της κοινότητας αρμένιζε – και του ποιήματος ενός εκάστου ποιητή κατά την αξία του επί-σης. Η ψαλίδα ανάμεσα στο Ρομάντσο και τον λογοτέχνη, αν είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει ένα άνοιγμα, συνιστού-σε ακόμη μιαν ανεκτή ψαλίδα. Ο ποιητής εν πάση περι-πτώσει έβρισκε εκεί μέσα, στο εβδομαδιαίο έντυπο με το μεγάλο τιράζ, τον αναγνώστη του· μα και τον συνάδελφο του. Αυτό το τελευταίο, το να μπορείς με κάποιον να πιεις ένα κρασί την ίδια ώρα που μπορείς και να τσακωθείς και να του κόψεις για δυο μέρες την καλημέρα, το θεωρώ κρίσιμο.

Εγώ γνώμη για την ποίηση και για τους συναδέλφους μου –όσους εν πάση περιπτώσει έχω διαβάσει– έχω και παραέ-χω, μα δεν μπορώ να την καταθέσω στις σύγχρονες μεταλ-λαγμένες εκδόσεις του Ρομάντσου, γιατί από κει μέσα λεί-πουν οι συνάδελφοι, οι ομιλούντες την ίδια με μένα γλώσ-σα. Δεν γίνεται να αγαπήσουμε, δεν γίνεται να τσακωθού-με. Έχω την καχυποψία της «αρμοδιότητας» – τι νομιμο-ποιεί τον πάσα ένα να με ρωτάει οτιδήποτε; Από πού και πώς βρεθήκαμε συγκάτοικοι με τον τάδε μισθοδίαιτο επιμελητή «λογοτεχνικής» εκπομπής, γείτονες με τον δείνα δημοσιογράφο;

Θα εκμυστηρευτώ εδώ (κι αυτό θα το κάνω εν μέρει μόνο κι ίσως και παραπλανητικά…) για ποιον λόγο γράφω. Πρώ-τα πρώτα πρέπει να πω ότι κυρίως υπεξαιρώ τον κόπο άλλων και σχολιάζω, αυτή είναι η δική μου απάντηση στην αγωνία της επίδρασης. Νομίζω πως με κατέλαβε τα τελευ-ταία ιδίως χρόνια το πάθος των «σημαδιών». Να γράφω όσο μπορώ πιο πολύ, όσο μπορώ διαφορετικά τα ίδια και τα ίδια· σαν να πρέπει να προφτάσω. Τι; Δεν ξέρω (ή μάλ-λον ξέρω, μα επειδή είμαι δεισιδαίμων δεν θέλω να το δη-λώσω ξεσκέπαστα). Δεν ντρέπομαι να ομολογήσω ότι γρά-φω επειδή ορισμένες συνθήκες που διαμόρφωσαν στα πιο ευαίσθητα χρόνια μου τους ρυθμούς της ζωής μου –συνθή-κες που τις ξέρει κάπως η γυναίκα μου και θα ’πρεπε να τις έχει καταλάβει προ πολλού ώστε να μετανοήσει και η μάνα μου… – μου συρρίκνωσαν το δικαίωμα της άμεσης βίω-σης και με διοχέτευσαν στο κανάλι μιας έμμεσης ύπαρξης: στη γραφή. Θα ήμουν ανειλικρινής και ψεύτικος αν υπο-στήριζα εδώ ότι ξεκίνησα να γράφω για να συντηρήσω το καντήλι του πνεύματος, μολονότι κι αυτό το κίνητρο προ-στέθηκε αργότερα στο προηγούμενο. Γλεντάω να διαβάζω σήμερα στον μεσιέ Ντερριντά ότι η γραφή δεν ήρθε δεύτε-ρη ως προς την προφορική ομιλία, αλλά ήταν πρώτη και καλύτερη. Ότι το να μιλήσουμε («ομιλώ» = συναναστρέ-φομαι και συνουσιάζομαι) οι άνθρωποι ήταν μια απ’ τις εξόδους της γραφής, μια απ’ τις εκφραστικές λύσεις της. Και να είναι γενικά έτσι, άσε που ο Λακάν το διαψεύδει, δεν ήταν έτσι στην περίπτωσή μου. Εγώ δεν ήθελα όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να γράφω, ήθελα να παίζω μπάλα στην αλάνα του Πολύδροσου (που κατάντησε σήμερα δη-μοτικό θέατρο). Να έχω φίλους που να κάνουμε μαζί πο-δήλατο, να συγχρωτίζομαι με τον Τάκη τον Λάππα και τον Γιώργο Σιορόκο (που αυτοί δεν άλλαξαν πλεύση από τότε που τους πρωτογνώρισα…), ν’ ακούω και να λέω σόκιν ανέκδοτα, να κλέβω από τα ξένα δέντρα αχλάδια, να βλέ-πω το βρακί της Ελένης καθώς προφασιζόταν για χάρη μου πως έκανε, δέκα σπίτια παρακάτω, χορευτική γυμναστική. Εγώ ήθελα τολμώ να πω να 

Ορισμένοι ανασταλτικοί παράγοντες στην εφηβεία μου, που δεν χρειάζεται να τους αναφέρω καταλεπτώς εδώ, δεν μου τα επέτρεψαν αυτά. Οι νέοι φίλοι μου που με κατήχη-σαν πάνω στο πώς θα αποκτούσε νόημα η ανθρώπινη ζωή (μέχρις ότου έχασε για μένα παντελώς την αμεριμνησία της), συν η Ιατρική, συν η Ερμηνευτική των Ονείρων, συν η Προ-δομένη Επανάσταση του Τρότσκυ, συν ο Σεφέρης, συν το σύνθημα 1-1-4, μου προμήθευσαν για τον πρόωρο ευνουχι-σμό μου ένα ευλογοφανές άλλοθι. Απέφυγα τη ζωντανή ζωή κι έγραψα υπερβολικά «νευρικά», όπως εκτιμώ σήμερα, πράγματα. Αργότερα προστέθηκαν κι άλλα άλλοθι, που αμφισβήτησαν κι αναίρεσαν μάλιστα τα πρώτα. Μα αυτό δεν σήμαινε παρά πως το παιχνίδι είχε πια οριστικά χα-θεί. Καμιά ζωή δεν έγινε ανεκτή με στέγη ένα άλλοθι, κα-νέναν κατηγορούμενο δεν έσωσαν ποτέ τα άλλοθι… Τα περισσότερα από τα πράγματα που έγραψα θα ήθελα να μπορούσα σήμερα να τα πάρω πίσω, κι είναι στ’ αλήθεια αρκετές φορές που σχεδιάζω, προτού με πάρει ο ύπνος, ν’ ανακαλύψω τους τριάντα (βάλε σαράντα, πες πενήντα) κατόχους των ποιημάτων μου και να τους δωροδοκήσω, ή εν ανάγκη και να τους εκβιάσω, ώστε να μου γυρίσουν τα βιβλία μου πίσω. Μα το ξέρω πως κάτι τέτοιο είναι πρα-κτικά ανέφικτο. Κι ένα μοναδικό αντίτυπο απ’ τα πενήντα να μείνει ανεπίστρεπτο, σε εκθέτει διά βίου.

Σκρίπτα πράγματι μάνεντ, κι αν η γραφή δεν είναι όντως η πρώτη εκδήλωση ανθρωποποίησης της ανθρωπότητας, εί-ναι οπωσδήποτε η πιο άσπλαχνη, η πιο σκληρή κι η πιο επίμονη. Είναι σε κάποιους ένας λεκές που αντιστέκεται σ’ όλα τα καθαριστήρια. Δεν διστάζω να πω ότι μισώ τη γραφή, που δεν μπορώ να κάνω όμως πια χωρίς αυτή. Τι το αλλόκοτο; Είναι σίγουρο πως αγαπάει η χελώνα το κα-βούκι της; Απλώς είναι υποχρεωμένη να το φέρει. Πιστεύω ότι απ’ το φως που ρίχνει αυτή η παραδοξολογία μου βγαί-νει εύκολα το συμπέρασμα ότι συνεχίζω να γράφω για να υπερκεράσω αυτά που ήδη έχω γράψει, που τα αμφισβητώ αλλά κι αδυνατώ να τα αποσύρω απ’ την κυκλοφορία.

Τα εξομολογούμαι ευκαιρίας δοθείσης όλα αυτά χωρίς να ξέρω ασφαλώς αν ο αναγνώστης γνωρίζει έστω και στο ελάχιστο τα γραπτά που με έχουν εκθέσει. Είναι κι αυτή η χίμαιρα μια μορφή εγωισμού. Θα επιθυμούσα ειλικρινά, αν δεν με κέρδιζαν συνεχώς νέες υποχρεώσεις και νέα αντι-κείμενα, να είχα την άνεση (και τη σύνεση!) τα πράγματα που έγραψα είτε να τ’ αρνηθώ οριστικά σήμερα, είτε να καθίσω να τα ξαναδούλεψω. Να τα συμμαζέψω ώστε να φτάσουν στα μάτια του ερχόμενου αιώνα ανανεωμένα και μαχητικά. Γιατί τάχα να έχει ο ράφτης μόνο το δικαίωμα να επιδιορθώνει τα σακάκια που έραψε; Γιατί να μην μπορώ κι εγώ να διορθώσω τις στραβές μου βελονιές, να σιδερώνω τα μπατζάκια που έκαναν γόνατα, να απαλείψω όσες γίνεται πιο πολλές ρυτίδες από τα πέτα;

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.