Μάριος Μαρκίδης
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
[Ψυχανάλυση και Ελλάδα – Στοιχεία, θέσεις, ερωτήματα. Έκδοση Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη, Αθήνα 1984, 353-359]
Ο λόγος που η φυσική έχει πάψει να ψάχνει για αιτίες
είναι ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν αιτίες.
Bertrand Russell
Στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και του ανθρώπινου βιώματος έχει αποτελέσει σχεδόν πάγια παράδοση να αντιδιαστέλλεται κυρίως ένας «δυναμικός» από έναν λεγόμενο «οργανικό» προσανατολισμό, να καθοδηγείται δηλαδή η ψυχολογούσα σκέψη (και συνεπώς και η διαγνωστική και θεραπευτική διαδικασία) από την υπόθεση ότι η αιτία της ψυχικής διαταραχής προσδιορίζεται ουσιαστικά από τις πρώιμες τραυματικές εμπειρίες και τις νοσηρές περιβαλλοντικές σχέσεις του ανθρώπινου νηπίου (Ψυχογένεση), είτε ότι συνιστά «εσωτερικά» στοιχειοθετημένο γεγονός, που η γενεσιουργός του ζύμωση συντελείται αποφασιστικά στο επίπεδο της μι-κροσκοπικής ανατομίας, της φυσιολογίας, της γενετικής, της βιολογίας. Ανάμεσα στους πράσινους και στους βένετους αυτού του ψυχολογισμού (Κ. Popper) ανθούν πολλοί φανατισμοί και στελεχώνονται όχι μόνο επιστημονικές εταιρείες μα κάποτε και πραγματικά κόμματα. Οι στοχαστικοί μετριοπαθείς, λ.χ. οι οπαδοί της πολλαπλής ή πολυπαραγοντικής αιτιολογίας, δεν κατορθώνουν πάντοτε να αμβλύνουν τα πάθη. Άλλωστε όλοι βρίσκονται στο κυνήγι της αναγκαίας και ικανής αιτίας, του χρυσού κλειδιού που φρουρεί ο δράκος στο κάστρο της Άγνοιας, και που προορίζεται, στα χέρια του παλικαριού της Γνώσης, ν’ ανοίξει διάπλατες τις πόρτες στην «ολική» κατανόηση του ανθρώπινου δράματος και στην ολική θεραπεία του. Το σκάνδαλο αυτό, όπως χαρακτήριζε ο Moritz Schlick τη σπατάλη χαρτιού, μελάνης και σκέψης γύρω από όρους σαν τον ντετερμινισμό και την αιτιότητα,1 συντηρήθηκε επιμελώς από την ίδια την ψυχανάλυση.
Η φιλοδοξία της νεαρής ψυχολογίας του βάθους να «αναγνωριστεί» από το επίσημο σώμα της επιστήμης, ένα είδος πλέγματος ενοχής απέναντι στην ακαδημαϊκή καριέρα, χρωμάτιζε πάντα όχι μόνο μια χαρακτηριστική αποστροφή της στα φιλοσοφικά ερωτήματα, αλλά και την επίμονη προσήλωσή της στην οργάνωση μιας γλώσσας, που θα έπρεπε να βρίσκεται όσο γίνεται πιο κοντά στα ήθη και στο λεκτικό ιδίωμα της ιατρικής μονογραφίας. Την τάση αυτή (δηλωτική ουσιαστικά της λειτουργίας ενός ασυνείδητου μηχανισμού ταυτοποίησης με τον επιτιθέμενο) συνέχισαν οι περισσότεροι από τους επιγόνους με εύλογη συνέπεια. Κατοχύρωνε την αποδοχή της φροϋδικής κληρονομιάς, μα και ξόρκιζε τους κινδύνους μιας πιθανής κατηγορίας επί αναθεωρητισμώ (βλ. την περίπτωση Ζ. Λακάν). Έδινε την αυταπάτη της επιστημονικότητας και κατεύναζε τις προσωπικές αγωνίες. Άνοιγε την αγκαλιά των ψυχαναλυτικών εταιρειών (εκεί που το όνομα του Φρόυντ κυριαρχούσε συνθλιπτικά σε κάθε βιβλιογραφία), έστω κι αν ταυτόχρονα συσκότιζε την πραγματική φύση της αναλυτικής σχέσης.
Ο Charles Brenner λ.χ., για τον οποίο προφανώς τίποτα δεν είναι ευκολότερο απ’ την επίλυση των αιώνιων μεταφυσικών προβλημάτων με ψυχαναλυτικές εξισώσεις και τη μεταμόρφωση των «υποθέσεων» σε «νόμους» –«μερικές υποθέσεις […] της ψυχαναλυτικής θεωρίας[…] απέκτησαν τόσην επικύρωση και φαίνονται τέτοιας θεμελιώδους σημασίας που τείνουμε να τις βλέπουμε σαν καθιερωμένους νόμους της ψυχής»2)–, βεβαιώνει ότι μπορούμε και οφείλουμε να διερωτώμαστε πάντοτε για την αιτία κάθε ψυχικού φαινομένου, γιατί «όπως και στον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει», υπάρχει ένας αναμφισβήτητος ψυχικός ντετερμινισμός. Εννοείται, πως στη μιαν άκρη αυτού του ντετερμινισμού συνωμοτούν οι δράστες της ανθρώπινης δυστυχίας και στην άλλη προκύπτει υποχρεωτικά και ευθύγραμμα, με την απλότητα της παλαιοφροϋδικής ερμηνείας, το έγκλημα της νεύρωσης. Το ευτυχές γεγονός της θεραπείας, αν όχι το ίδιο υποχρεωτικό κι αν όχι το ίδιο ευθύγραμμο (αφού περιπλέκει τα πράγματα η ανάπτυξη της συναισθηματικής μεταβίβασης), δεν μπορεί πάντως να είναι στην καλύτερη του περίπτωση παρά μια «εγνωσμένη αναγκαιότητα», αυτό δηλαδή που ο Χέγκελ και οι κρατιστές απόγονοι της διαλεκτικής θεωρούσαν σαν ουσιαστικό περιεχόμενο της ελευθερίας, μια και λογικά τίποτα δεν μπορεί να αναιρέσει έναν εγγεγραμμένο στον φυσικό κόσμο και στην ανθρώπινη φύση ντετερμινισμό.
Σχετικά με τον Brenner, θα μπορούσε κανείς να παρηγορηθεί για το θαύμα αναλογικής σκέψης και πνευματικής αυτάρκειας που αναδύεται απ’ το στοιχειώδες εγχειρίδιό του ψυχανάλυσης προς αμερικανική χρήση. Όμως το σύνολο σχεδόν της ορθόδοξης ψυχαναλυτικής σκέψης (αρχής γενομένης άλλωστε απ’ τον Φρόυντ) αναπαράγει τον ίδιο μηχανιστικό λογισμό, που ενώ αποκρούει σταθερά τη νοσηρή κλίση της φιλοσοφίας να θέτει πάντοτε μάταια ερωτήματα, εν τούτοις δεν αποφεύγει τον πειρασμό να τα ανασύρει συνεχώς στην επιφάνεια δίνοντάς τους απρόσκοπτα τις πιο παιδαριώδεις λύσεις.
«Ο ντετερμινισμός», γράφει ο Robert Knight, «είναι θεμελιώδες αξίωμα κάθε επιστήμης. Η Δυναμική Ψυχολογία […] σαν επιστήμη, πρέπει να είναι ντετερμινιστική».3 Αλλά κι από τη γενιά των «κλασικών» ο Otto Fenichel λ.χ., που συνήθως παραπλέει τους φιλοσοφικούς σκοπέλους, επιβεβαιώ-νει όχι μόνο την επιστημονικότητα της ψυχανάλυσης («Η ψυχανάλυση αντιπροσωπεύει […] ένα οριστικό βήμα προς την κατεύθυνση επιστημονικοποίησης της ψυχολογικής σκέψης, – το πέραν της μαγικής (;) σκέψης»4), αλλά και την αιτιοκρατία της δομής της που αντιστοιχεί στην αιτιοκρατία του πνεύματος. («Οι απόπειρες να κρατήσει κανείς το ψυχικό πεδίο έξω απ’ την αιτιολογική και ποσοτική σκέψη […] υπονομεύουν την αληθινή Γνώση, όπως κάνει και μια ψευδοακρίβεια που θεωρεί αναγκαίο να μετα-φέρει τις βιολογικές μεθόδους του πειράματος και του επιστημονικού πρωτοκόλλου σ’ έναν χώρο που δεν τους ταιριάζει. Κι η Αστρονομία είναι ανίκανη να προσφύγει στο πείραμα, μ’ όλα ταύτα είναι μια φυσική επιστήμη». Είναι όμως αυτή ακριβώς η φυσική επιστήμη, η οποία, όπως παρατηρεί ο Russell, παράτησε πρώτη, εδώ και καιρό, την αναζήτηση της αιτίας και δεν αρθρώνει πια αυτή τη λέξη).
Αν ο ψυχικός ντετερμινισμός, που υποστηρίζουν προοιμιακά οι ψυχαναλυτές συγγραφείς και που φαίνεται ν’ αφήνει κάποια περιθώρια για να υλοποιηθεί το απελευθερωτικό αποτέλεσμα της θεραπείας, έχει την έννοια πως στο φροϋδικό apparatus κάθε γεγονός καθορίζεται από τις συνάφειές του, από τη θέση του μέσα στο σύστημα, κι ότι τίποτα δεν έχει «νόημα» αδέσποτο, σαν ένας ήχος τρένου μέσα στην ανοιχτή θάλασσα, η συμφωνία θα ήταν ζήτημα κατ’ αρχήν αποδοχής του ψυχαναλυτικού μοντέλου (και δεν είναι αυτό που αμφισβητείται εδώ). Στις ζυμώσεις που διαδραματίζονται στη σφαίρα του Συμβολικού, στη διαρκή αποκάλυψη κι απώθηση του υποκειμένου, η «τσουλήθρα» στην οποία γλιστρούν τα σημαίνοντα της γλώσσας για να παίξουν τις μετωνυμίες και τις μεταφορές τους αποστρέφεται την ασυνέχεια. Η εμπειρία μας βεβαιώνει πως υπάρχουν κανόνες στο παιχνίδι, πλέγματα που συνυφαίνονται μ’ άλλα πλέγματα, σχέσεις, συσχετίσεις, που η ερμηνευτική σύμβαση (και μόνο αυτή) τους δίνει τον χαρακτήρα της αιτίας και του αποτελέσματος. Η επιθυμία «σημαίνει» μόνο μέσα σε μια δομή, στο ρητορικό σχήμα της, που περιέχει ανά πάσα στιγμή μιαν απαγόρευση έκφρασης και μια δίψα έκφρασης. Αν όμως η έννοια αυτού του ντετερμινισμού συνδέεται με τη φαντασίωση της πρωταρχικής αιτίας –βιωματικής πάντα κατηγορίας– που αντιπροσωπεύει την αναγκαία και ικανή αφετηρία της ψυχικής ζωής (της λεγόμενης κανονικής όσο και της παθολογικής εμπειρίας), κι αν η αποδοχή αυτού του ντετερμινισμού υπαγορεύει όχι μόνο τον χαρακτήρα που πρέπει να προσλάβει η «ανάλυση», τη γραμμή πλεύσεώς της, τους ορίζοντες της γλώσσας μέσα στους οποίους έχει να κινηθεί, αλλά και την τελική απάντηση πάνω στο πρόβλημα της «ψυχογένεσης» ή «οργανογένεσης», τότε οι όροι, όταν δεν υποχωρούν άτακτα στην πρώτη λογική επίθεση σαν μια απλή façon de parler, προσκρούουν πάνω στο τείχος ενός ιδεολογισμού, που είναι τόσο περισσότερο αυτοϊκανοποιημένος όσο λιγότερο προσφέρεται στη μεθοδική διάψευση. Είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο η παλιά «επιστημονι-κή» φιλοδοξία της ψυχανάλυσης (που δεν είναι άλλωστε δυνατό να θεμελιωθεί σαν επιστήμη) καταλήγει σ’ έναν άγονο επιστημονισμό, ζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν μπορεί και δεν έχει κανένα λόγο να θέσει.
Τι συμπεράσματα να βγάζει άραγε ο Ernest Jones, όταν σημειώνει: «Λίγα επεισόδια στην ιστορία της επιστημονικής έρευνας παρέχουν μια δραματικότερη απόδειξη της αληθινής μεγαλοφυίας από την περίπτωση που ο καθηγητής Φρόυντ έκανε τη διαλυτική ανακάλυψη ότι πολλά από τα τραύματα στα οποία υπήρξε υποχρεωμένος να προσδώσει αιτιολογική σημασία δεν συνέβησαν ποτέ, έξω από τη φαντασία των αρρώστων».5 Στον κόσμο του πειράματος και της επαλήθευσης της παρατήρησης φαίνονται να υπάρχουν οι αιτιοκρατικά προσδιορισμένες βεβαιότητες, που συνδέονται και με την ασφαλή πρόγνωση των φαινομένων. Αν βάλουμε στη φωτιά ένα κομμάτι πάγο, ο πάγος σίγουρα θα λιώσει. Διατυπώνουμε αυτή την κρίση για τις συνέπειες της φωτιάς πάνω στον πάγο, ανεξάρτητα απ’ την πρακτική επιβεβαίωση κάθε φορά αυτής της σχέσης, όπως θα λέγαμε ότι δεν μπορεί κανείς μέσα στο νερό να αναπνεύσει. Η στάση ενός θεωρητικού της φυσικής απέναντι στο φαινόμενο θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα η εξής: «Πως το κομμάτι του πάγου αν μπει στη φωτιά θα λιώσει (υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλοι παράγοντες θα μείνουν σταθεροί), προκύπτει απ’ το γεγονός πως θερμαίνοντας ένα στερεό σώμα αυξάνεις την κινητική ενέργεια των μορίων του και επομένως τα καθιστάς ικανά να υπερβούν τις συνεκτικές δυνάμεις που τα κρατούν ενωμένα και δίνουν στο σώμα την εικόνα της στερεότητας». Η αναγκαιότητα εδώ, που φέρεται σαν η λογική συνέπεια του αιτιολογικού νόμου του υπαγορευόμενου από τη θεωρία της φυσικής, έχει περίπου την αντιστοιχία της στις «εξαρτημένες απαντήσεις» που σημειώνουν στο επίπεδο της μάθησης οι συμπεριφεριολόγοι. Η σχέση αιτίας και αποτελέσματος φαίνεται ακαταμάχητη, σαν την πουτίγκα με την οποία απέδειξε την ύπαρξη της ύλης ο Ένγκελς. Δεν είναι ίσως τόσο αυτονόητη για τον Χιουμ και τους θετικιστές της λογικής, είναι όμως τουλάχιστο διαψεύσιμη (falsifiable), μπορεί δηλαδή κανείς ανά πάσα στιγμή να δοκιμάσει να την ανατρέψει πειραματικά (όπως μπορεί κι ένα ποντίκι να αντλήσει «επιστημονικές» γνώσεις απ’ τις συνέπειες της δοκιμασίας-λάθους).
Στην πραγματικότητα, το νόημα της «αιτίας» για τον Χιουμ βρίσκεται μόνο στην εμπειρία της «κανονικότητας». Αν το Α είναι ο λόγος του Β, αυτό σημαίνει πως το γεγονός Α ακολουθείται κανονικά απ’ το Β. Δεν υπάρχει, όπως υποθέτουν οι ρασιοναλιστές της γαλλικής εγκυκλοπαίδειας, μια «αναγκαία σύνδεση» αιτίας και αποτελέσματος, για τον απλούστατο λόγο πως δεν σημαίνει λογική αντίφαση να υποθέσουμε πως αυτή τη φορά το Β δεν πρόκειται ν’ ακολουθήσει το Α. Είναι λογικά δυνατό, λέει μια σκέψη που προτιμάει τον σκεπτικισμό απ’ την άκαρπη σιγουριά και μέσα στην οποία θα αισθάνονταν ίσως άνετα σήμερα ο Wittgenstein, πως την επόμενη φορά που θα δοκιμάσω να φάω ψωμί, αντί να τραφώ, θα δηλητηριαστώ. Συνεπώς, το αποτέλεσμα δεν συνάγεται ποτέ θετικά από τη λεγόμενη αιτία, με τον ίδιο τουλάχιστο τρόπο που οι ιδιότητες μιας πυραμίδας συνάγονται από τον ορισμό της. Ο ντετερμινισμός στον φυσικό κόσμο δεν προκύπτει από την ίδια τη φύση των όρων, τη φύση του πάγου και τη φύση της φωτιάς, τη φύση της σπειροχαίτης και τη φύση της σύφιλης, τη φύση της σεξουαλικής οργάνωσης και τη φύση της παράνοιας, όπως έχει τον πειρασμό να υποθέσει μια εξαπλουστευτική ερμηνεία. Δεν πρόκειται ασφαλώς ποτέ, μπροστά στο αίτημα ορισμού του φαινομένου «Πάγος», να δώσουμε το βάρος στην περιγραφή της διαγωγής του πάνω στη φωτιά, όπως ορίζοντας λ.χ. τον κ. Καραμανλή θα δίναμε το βάρος στην ιδιότητα του ως προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Απορρίπτοντας την αναγκαία σύνδεση ανάμεσα στην αιτία και το αποτέλεσμα, ο Χιουμ πολλά χρόνια πριν, η σχολή του λογικού ποζιτιβισμού αργότερα, οι ίδιες οι ιατρικές επιστήμες σήμερα μετά την «αποβακιλλοποίηση» της φυματίωσης, αρνούνται απλά πως μπορούν να θεμελιωθούν αιτιολογικοί νόμοι μέσα στην εμπειρία. Και μόνη ίσως η ψυχανάλυση, με τη δύναμη του «καταναγκασμού επαναληπτικότητας» που η ίδια περιέγραψε, σηκώνει ακόμη τη σημαία του μυθικού ντετερμινισμού, μαγεμένη από την «επιστημονικότητα» ενός ενεργειακού μοντέλου της ψυχής, που η πατρότητα του ανάγεται, όπως είναι γνωστό, στις θεωρίες ψυχοφυσικής ευστάθειας και αστάθειας του Φέχνερ.
Βλέποντας συννεφιασμένο τον ουρανό αναμένουμε τη βροχή, όχι εξαιτίας κάποιου αδήριτου αποχρώντος λόγου που συνυφαίνει τα δυο φαινόμενα, μα επειδή η παρελθούσα εμπειρία υποβάλλει τον συνειρμό τους μέσα στον χρόνο και τον τόπο, όπως εξαιτίας της ομοιότητας τα κεράσια, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, υποβάλλουν την ιδέα των (κερασένιων) χειλιών. Αν λοιπόν υπάρχουν οι «αιτιολογικές σχέσεις» μέσα στην ψυχανάλυση (και μάλιστα αιτίες που να αναχωρούν κάποτε στη φαντασία, αφήνοντας τα αποτελέσματα τους εγγεγραμμένα στο σώμα των ανθρώπων), δεν μπορούν να έχουν παρά το χαρακτήρα μιας «κανονικότητας», της κανονικότητας που διαθέτει ακριβώς η γραμματική και το συντακτικό της γλώσσας. Ολόκληρο το οικοδόμημα της ψυχανάλυσης χτίζεται στο γήπεδο της γλώσσας. Είναι τα σχήματα λόγου που ενδύεται το σημαίνον για να μπορέσει να «σημάνει», οι μεταθέσεις κι οι συμπυκνώσεις που δεν υποδεικνύουν μιαν αιτία, αλλά μια πρόθεση. Αυτό σημαίνει κάτι για τα συμπεράσματα που θα έπρεπε ο Ernest Jones να συναγάγει από την ατυχία του Φρόυντ. Αυτό σημαίνει επίσης πως η δυνατή κλίση του νέου ψυχαναλυτή να πιστεύει πως η αιτία, για παράδειγμα, της μελαγχολίας βρίσκεται στην απώλεια του αντικειμένου αγάπης κι όχι στη συμπεριφορά των αμινών, κι ότι το παραλήρημα δίωξης ανάγεται υποχρεωτικά στη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία κι όχι σε κάποια γενετική ή βιολογική διεργασία, δεν είναι θεμελιωμένη σε κάποιον «προϋποτιθέμενο» ή αποδεδειγμένο ντετερμινισμό και δεν πρέπει να συγχέεται με τη λογική αναγκαιότητα. Επιπλέον, η ψυχαναλυτική ή οργανική αντιδικία στην ψυχολογία δεν έχει νόημα, αν εμπλέκει την έσχατη αιτία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, τουλάχιστο για τον λόγο ότι κάθε μοντέλο αναπτύσσεται σε διαφορετική τάξη κανονικοτήτων, που δεν αλληλοαποκλείονται, αλλά και δεν υπερκαλύπτουν η μια την άλλη. Θα ήταν γελοιογραφία ψυχαναλυτικής σκέψης ο αφορισμός ότι η ηλεκτροσπασμοθεραπεία, λ.χ., δρα μέσω της εμπειρίας θανάτου και νεκρανάστασης (το υποστηρίζει πραγματικά ο Fenichel, με κάποιες χλιαρές επιφυλάξεις), όπως θα ήταν αφελής επιστημονισμός η ιδέα μιας έρευνας που θα απεδείκνυε ως πλάσμα της φαντασίας των ψυχαναλυτών τη συναι-σθηματική μεταβίβαση. Με τί είδους επιστημονικά επιχειρήματα τάχα θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει την εκδοχή πως
«Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή»
Όταν ο Φρόυντ κάνει θεωρία, κρυώνει τον ενθουσιασμό των πρόθυμων οπαδών, μεταβάλλοντας συνεχώς προοπτικές και γλώσσα (βλ. τις θεωρίες των ενορμήσεων) ή διατυπώνοντας συνεχώς δισταγμούς κι επιφυλάξεις (Πένθος και Μελαγχολία). Στα τεχνικά του γραπτά, όταν δεν αποφεύγει τον πειρασμό της αιτίας (βλ. για παράδειγμα στα Εισαγωγικά Μαθήματα: «Ψυχικές διεργασίες λειτουργούσαν σ’ αυτήν», λέει για μιαν άρρωστη, «που η ιδεοληψία ήταν το αποτέλεσμά τους»6), τον ισοφαρίζει με την πλαστικότητα μιας ποιητικοτεχνικής, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης, ανάλυσης, όπου βασιλεύουν κυριολεκτικά ο σκοπός, οι σχέσεις και το νόημα του συμπτώματος: «Στην πρώτη άρρωστη ακούσαμε για την χωρίς νόημα ιδεοληπτική δραστηριότητα που εκτελούσε και για τις αναμνήσεις που αναβίωσε σε σχέση μ’ αυτήν. Λάβαμε υπόψη τη συσχέτιση ανάμεσά τους και βγάλαμε ένα συμπέρασμα για τον σκοπό της ιδεοληψίας σε συνάφεια με τις αναμνήσεις […]. Ο σκοπός ήταν να διορθώσει ένα οδυνηρό γεγονός του παρελθόντος και ν’ ανεβάσει τον άντρα που αγαπούσε στην ίδια της την εκτίμηση […]. Ένα τέτοιο κίνητρο μπορούσε να υπάρχει μόνο σαν κινητήρια δύναμη πίσω απ’ την ιδεοληψία».
Όταν όμως ο καθηγητής Κουρέτας γράφει, λ.χ.: «Λανθάνουσαι διφυλετικαί τάσεις που εμφωλεύουν ανεπιγνώστως εις την ψυχήν του ενός εκ των συζύγων είναι το πραγματικόν αίτιον πολλών αποτυχημένων γάμων, διά τους οποίους είχον σχηματισθή εκ προοιμίου ευοίωνοι προβλέψεις –και όχι μόνον ευχαί– ότι θα εξελίσσοντο εις ταιριαστούς και επιτυχείς γάμους».7 Κι όταν οι νεότεροι ψυχαναλυτές, στις αιώνιες εισαγωγές τους στις βασικές αρχές της ψυχανάλυσης (όπου κάποτε θα πρέπει να αισθανθούν σαν κάποιος που αρχίζει ένα ανέκδοτο κι όλοι βιάζονται να πουν πως το έχουνε ακούσει), αναφέρονται με τη μεγαλύτερη άνεση στις αιτίες της νεύρωσης, της παιδικής εγκληματικότητας, του φεμινιστικού κινήματος, διαπράττουν μια λογική βουτιά, που ψαρεύει αιτιολογίες εκεί που δεν υπάρχει παρά μια πιθανή συσχέτιση. Αλλά οι λογικές βουτιές δεν βρίσκουν πάντα αρκετά βαθιά νερά.
Έλεγαν πολλοί πως ο Οιδίποδας δεν έλυσε ποτέ το αίνιγμα. Έξυσε μόνο μ αμηχανία το κεφάλι του. Τα υπόλοιπα τα έγραψε η «παρεξήγηση», δεν τα έγραψε η «μοίρα».8
Στέρησις εξόδου
Πόσοι μήνες σου μένουν ακόμη για να γυρίσεις στο Περιστέρι
δυό κυπαρίσσια ξεχασμένα απ’ τη μπουλντόζα θύμωσαν με μια κομμώτρια
Πόσοι μήνες σου μένουν ακόμη για να γυρίσεις στις κόντρες του Άγιου Φανούρη
όλη νύχτα βράχνιασαν τα περιπολικά
η Γιαμάχα έφτυσε αίμα και τώρα ξεϊδρώνετε αγκαλιά
σε συλλογίζεται απόψε η Εθνική Οδός
σχεδόν με τρυφερότητα.
Λυρική πλάνη (1960-1970) από τη συλλογή Μετά είκοσι έτη, ύψιλον/βιβλία 1985
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Schlick, Μ., Problems of ethics, 1939.
2 Brenner, Ch., An elementary textbook of psycho-analysis,1955.
3 Knight, R. P. and Friedman, C. R., (eds), Psychoanalytic psychiatry and psychology, 1954.
4 Fenichel, O., The psychoanalytic theory of neuroses, 1945.
5 Jones, Ε., Πρόλογος στα Collected papers του Φρόυντ.
6 Freud, S., Introductory lectures on psycho-analysis (1916-1917), Standard Edition 15.
7 Κουρέτα, Δ., «Το ψυχοσύμπλεγμα του Κανδαύλη», Ν. Εστία, 1974.
8 Μάριος Μαρκίδης (1977), Η ψυχανάλυση του διχασμένου Υποκειμένου (βλ. ιδιαίτερα την έννοια της «méconnaissance» στη λακανική ανάγνωση του φροϋδικού κειμένου).
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.