Αγγελική Σουμάνη, Γιώργος Κωνσταντακόπουλος, Δημήτρης Πλουμπίδης
Κέντρο Κοινοτικής Ψυχικής Υγείας Βύρωνα – Καισαριανής
1η Ψυχιατρική Κλινική ΕΚΠΑ,
Αιγινήτειο Νοσοκομείο
σύναψις 23 [2011 – τόμος 07]
«Πόνος είναι μια υποκειμενική αισθητηριακή και συναισθηματική εμπειρία,
που συνδέεται με πραγματική ή δυνητική ιστική βλάβη,
ή με κάτι που μπορεί να περιγραφεί με όρους τέτοιας βλάβης» [1].
Αυτός ο σύγχρονος ορισμός του πόνου από τον Διεθνή Οργανισμό για τη Μελέτη του Πόνου (IASP) δίνει έμφαση τόσο στην πολυπλοκότητα της εμπειρίας του πόνου, όσο και στην υποκειμενικότητα της βίωσής της καθώς επεκτείνεται από τη σωματική αίσθηση στη συναισθηματική εμπειρία. Η εμπειρία του πόνου, ακόμη και η προσπάθεια ορισμού της, επικοινωνείται μέσω της γλώσσας. Ο άνθρωπος που πονά, επικοινωνεί μέσω της γλώσσας. Έτσι, για να γίνει κατανοητή αυτή η εμπειρία, κανείς έχει να κατανοήσει και τη γλώσσα με την οποία εκφράζεται και περιγράφεται ο πόνος. Η γλώσσα δεν αντανακλά απλώς την πραγματικότητα, αλλά ερμηνεύει την ανθρώπινη εμπειρία – έτσι, η κατανόηση των αντιληπτικών και γλωσσικών μηχανισμών μιας εμπειρίας μπορεί να είναι η προσέγγιση αυτού που ονομάζουμε «σκέψη» [2, 3]. Η κατανόηση του τρόπου επικοινωνίας είναι σημαντική για την αξιολόγηση και κατόπιν για την αντιμετώπιση του πόνου.
Για τον σκοπό αυτό η σύγχρονη εφαρμοσμένη γλωσσολογία έχει εστιάσει στον τομέα της «γλώσσας του πόνου», αν και η γλωσσολογία του πόνου είναι προς το παρόν από τις πιο παρθένες ερευνητικά περιοχές. Παρότι παραδοσιακά οι εμπλεκόμενες με τον πόνο ειδικότητες είναι οι ιατρικές και δευτερευόντως οι κοινωνικές επιστήμες, ο χώρος της γλωσσολογίας μπορεί να έχει πολύτιμες εφαρμογές στην αντιμετώπιση του πόνου καθώς μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά στην κατανόηση του πολυδιάστατου φαινομένου του πόνου από την πλευρά της γλωσσικής του έκφρασης και επικοινωνίας, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στην επικοινωνία γιατρού-ασθενούς, αλλά αναφέρεται σε ένα ολόκληρο γλωσσικό-πολιτισμικό σύστημα.
Η «γλώσσα του πόνου» επίσης δεν περιορίζεται μόνο στη έκφρασή του με λέξεις, αλλά από γλωσσολογικής πλευράς παίρνει τρεις μορφές: του κλάματος και των βογκητών, των επιφωνημάτων και των περιγραφικών-αφηγηματικών μορφών έκφρασης του πόνου, στις οποίες οι γνωστικοί παράγοντες είναι περισσότερο παρόντες [4].
Η φιλοσοφική θεώρηση του Wittgenstein
Ένας από τους πρώτους φιλοσόφους και γλωσσολόγους που ασχολήθηκαν με τη γλώσσα του πόνου είναι ο L. Wittgenstein. Ο Wittgenstein διέκρινε δύο όψεις της γλώσσας του πόνου –αφενός τον «εσωτερικό», «ιδιωτικό» πόνο κι αφετέρου τον «δημόσιο» πόνο [5]. Η πρώτη διάσταση αφορά στην αναπαράσταση του ίδιου του ανθρώπου για τον πόνο του και η δεύτερη είναι πληροφοριακή για τους άλλους – ως εκ τούτου, ο «ιδιωτικός» πόνος δεν είναι προσβάσιμος από τους άλλους, και ο μόνος δρόμος για την κατανόηση του πόνου είναι ο «δημόσιος» πόνος, η έκφρασή του ενώπιον των άλλων. Σύμφωνα με τον Wittgenstein, η εμπειρία του πόνου είναι προσωπική, αλλά το νόημα που δίνεται σ’ αυτήν είναι διϋποκειμενικό, εφόσον μεταδίδεται ένα μήνυμα στους άλλους μέσω συμπεριφορών πόνου. Η αποκωδικοποίηση και κατανόηση του μηνύματος πραγματοποιείται μόνο με τον παραλληλισμό με τα υποκειμενικά προσωπικά βιώματα του αποδέκτη. Κανείς μπορεί να καταλάβει το «έχω πονοκέφαλο», μόνο παραλληλίζοντάς το με τον πονοκέφαλο που ο ίδιος έχει κάποτε νιώσει. Για τον Wittgenstein, αυτή είναι η «δημόσια» έκφραση του πόνου, που συμβαίνει στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησης και ουσιαστικά δίνει υπόσταση στην ίδια την επώδυνη εμπειρία. Η ανθρώπινη εμπειρία συσταίνεται μέσω της γλώσσας – το ίδιο συμβαίνει και με την εμπειρία του πόνου. Έτσι, η λεκτική έκφραση του πόνου δεν τον περιγράφει απλώς, αλλά αντικαθιστά το κλάμα κι άλλες πρωτόγονες φυσικές εκφράσεις και τελικά καθίσταται μέρος της καθαυτής εμπειρίας του πόνου.
Η γλώσσα του πόνου φαίνεται να είναι πλησιέστερη στην έννοια της ανοχής στον πόνο, παρά στον ουδό του πόνου. Οι δύο αυτές έννοιες είναι πολύ στενά σχετιζόμενες. Παρά ταύτα, μελέτες σε εργαστηριακά ελεγχόμενα πλαίσια δείχνουν ότι ο ουδός του πόνου έχει να κάνει περισσότερο με τη νευροφυσιολογική διεργασία και είναι περισσότερο όμοια διαπολιτισμικά, ενώ η ανοχή στον πόνο αναφέρεται περισσότερο στην «ψυχολογική» ή και κοινωνική διάσταση του πόνου, άρα και στη λεκτική του έκφραση. Ως εκ τούτου, έχει προταθεί ότι η ανοχή στον πόνο είναι καλύτερο μέτρο για διαπολιτισμικές μελέτες και συγκρίσεις [6].
Ο μεγαλύτερος όγκος της έρευνας σχετικά με τη γλώσσα του πόνου έχει γίνει στην αγγλική γλώσσα. Παρά ταύτα, έχουν υπάρξει διαπολιτισμικές γλωσσολογικές έρευνες, τα ευρήματα των οποίων καταλήγουν εν ολίγοις στο συμπέρασμα πως κάθε γλώσσα έχει τον δικό της τρόπο να μιλάει για τον πόνο και να δίνει ένα συλλογικό-υποκειμενικό νόημα στην εμπειρία αυτή [7]. Ο Halliday, γλωσσολόγος με σημαντικό έργο αναφορικά με το αντικείμενο αυτό και συνεχιστής του έργου του Wittgenstein, υποστήριξε πως η αναφορά στη γλώσσα του πόνου είναι ουσιαστικά μελέτη της γραμματικής του πόνου, εφόσον η γραμματική είναι «μια θεωρία για την ανθρώπινη εμπειρία καθώς κατανοούμε την καθημερινή μας εμπειρία με το να την μετατρέπουμε σε νόημα» [2].
Η ελληνική γλώσσα του πόνου
– Ο σωματικός και ο συναισθηματικός πόνος
Η βιβλιογραφία για την ελληνική «γλώσσα του πόνου» είναι αρκετά περιορισμένη. Σημαντικό σ’ αυτήν την κατεύθυνση είναι καταρχήν το έργο της Λασκαράτου [8], σύμφωνα με την οποία η εμπειρία του πόνου πραγματώνεται γλωσσικά συνήθως μέσω ρήματος, αντίθετα με την αγγλική γλώσσα, στην οποία οι γλωσσικές κατασκευές είναι κυρίως ονοματικές [2]. Η ελληνική γλώσσα, καθώς είναι κλιτή, επιτρέπει στον πάσχοντα να εμπλέξει τον εαυτό του στη διαδικασία της έκφρασης του πόνου του. Επιπλέον, στην ελληνική γλώσσα αυτό είναι που κατεξοχήν συμβαίνει – ο άνθρωπος που πάσχει, βιώνει τον πόνο «ολιστικά», ως εισβολέα στον εαυτό του ως σύνολο, παρά στο επώδυνο μέλος του σώματος [8]. Η Λασκαράτου μίλησε επίσης για ένα συνεχές της λειτουργίας του πόνου στην ελληνική γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι η έκφραση του πόνου αποτελεί ένα συνεχές από την «πρωτόγονη» κραυγή και το κλάμα μέχρι τις πιο εκτενείς αναφορές και περιγραφές του. Επιπλέον, η Λασκαράτου υποστήριξε ότι όπως σε όλες τις πολυδιάστατες ανθρώπινες εμπειρίες που συνιστούν και βασικά ανθρώπινα συναισθήματα, όπως η αγάπη, έτσι και στη λεκτική έκφραση του πόνου πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η χρήση της μεταφοράς στον λόγο.
Οι Τερκουράφη και Μπαλή [9] μελέτησαν τη σύγκριση του σωματικού και του «συναισθηματικού», του ψυχικού, πόνου αναφορικά με την έκφρασή τους στην ελληνική γλώσσα, εκκινώντας ουσιαστικά από τα ευρήματα της Λασκαράτου. Προτείνουν ότι και στη γλωσσική έκφραση ουσιαστικά δεν υπάρχει αμιγώς σωματική αίσθηση, ανεξάρτητα από τη μεσολάβηση γνωστικών παραγόντων και ότι η διαφοροποίηση σ’ αυτό το συνεχές εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο μεσολαβούν οι παράγοντες αυτοί. Η θέση αυτή έχει υποστηριχθεί βάσει δεδομένων από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το φαινόμενο εικονικού φαρμάκου («placebo effect»). Ακόμη και αισθήματα όπως η πείνα ή η δίψα διαφοροποιούνται σε κάθε άνθρωπο βάσει αυτό-ρυθμιστικών μηχανισμών, στους οποίους υπεισέρχονται γνωστικοί παράγοντες.
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι, και από γλωσσολογικής πλευράς, ο πόνος είναι μια κατεξοχήν τέτοια εμπειρία, που διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τη μεσολάβηση των γνωστικών παραγόντων, ανεξάρτητα από τις υποκείμενες μεταβολές στη φυσιολογία, χωρίς φυσικά αυτές να παραγνωρίζονται. Στη μελέτη αυτή, στην οποία υιοθετήθηκε ποσοτική μεθοδολογία, η λεκτική έκφραση του πόνου αξιολογήθηκε τόσο από δεδομένα γραπτού όσο και προφορικού λόγου και αρχικά έγινε διαχωρισμός του σωματικού από τον συναισθηματικό πόνο. Ο σωματικός πόνος προϋπέθετε την αναφορά σε κάποιο μέρος του σώματος, ενώ ο συναισθηματικός πόνος όχι. Παρά ταύτα, υπήρξαν περιπτώσεις που δεν ήταν ξεκάθαρο τι είδους ήταν ο πόνος, οπότε έγιναν και διπλές καταχωρήσεις.
Στη λεκτικοποίηση τόσο του σωματικού όσο και του συναισθηματικού πόνου επικρατεί το ρήμα, με πιο σύνηθες το «πονάω» και δευτερευόντως το «υποφέρω». Σύμφωνα μάλιστα με τη Λασκαράτου [8], η έκφραση του πόνου στα ελληνικά ξεκινάει από το «πονάω». Ειδικά για τον συναισθηματικό πόνο συχνά απαντήθηκαν και τα ρήματα «πληγώνω» και «πληγώνομαι». Η διαφορά που σημειώθηκε είναι πως στην περίπτωση του σωματικού πόνου το ρήμα χρησιμοποιείται ως αμετάβατο και το υποκείμενο του είναι «άψυχο» (π.χ. η ένεση ή ένα μέρος του σώματος), ενώ στην περίπτωση του συναισθηματικού πόνου το υποκείμενο είναι «έμψυχο», ο πάσχων, ο άνθρωπος που υποφέρει. Επιπλέον, στον συναισθηματικό πόνο σπάνια γίνεται αναφορά σε μέρος του σώματος.
Λιγότερο συχνά η έκφραση του πόνου πραγματοποιείται με κάποιο όνομα, με κάποιο ουσιαστικό, όπου όμως και στις δύο περιπτώσεις επικρατεί ο «πόνος», αλλά και ειδικά για τον συναισθηματικό πόνο και η «οδύνη» – αφηρημένο ουσιαστικό. Βρέθηκε επίσης ότι ο συναισθηματικός πόνος πιο σπάνια ακόμη εκφράζεται με εμπρόθετο προσδιορισμό, όπως επίσης και ο σωματικός πόνος. Επιπλέον, παρόμοια ήταν και τα ευρήματα σε σχέση με τη συχνότητα έκφρασης σωματικού και συναισθηματικού πόνου από τα συμφραζόμενα, δηλαδή χωρίς τη χρήση κάποιας λέξης που να αναφέρεται σημασιολογικά στον πόνο, π.χ. «Το κεφάλι μου πάει να σπάσει», αλλά και «Όσο ψηλότερα βάζουμε κάποιους, τόσο βαθύτερη η μαχαιριά» για σωματικό και συναισθηματικό πόνο αντίστοιχα.
Στη λεκτική έκφραση τόσο του σωματικού όσο και του συναισθηματικού πόνου είναι πολύ εκτεταμένη η χρήση της μεταφοράς, η οποία είναι λίγο συχνότερη στον συναισθηματικό πόνο. Ως εκ τούτου, ακόμη και η διάκριση σχετικά με την αναφορά ή μη σε κάποιο μέρος του σώματος (για σωματικό και συναισθηματικό πόνο αντίστοιχα) πιθανόν να είναι φαινομενική, καθώς η αναφορά σε κάποιο μέρος του σώματος μπορεί να είναι μεταφορική και να αποκαλύπτει αίσθηση συναισθηματικού πόνου πιθανώς με συνοδό αίσθηση του επώδυνου σωματικού συμπτώματος (π.χ. «σφίγγεται η καρδιά μου»).
Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης, που αποτελεί και τη μοναδική σ’ αυτό τον τομέα, τόσο ο συναισθηματικός όσο και ο σωματικός πόνος χρησιμοποιούν τις ίδιες συντακτικές δομές, αλλά και τις ίδιες σημασιολογικές – πραγματολογικές πηγές στην ελληνική γλώσσα. Τόσο ο σωματικός όσο και ο συναισθηματικός πόνος λεκτικοποιούνται καταρχήν μέσω ρήματος, ακολούθως μέσω ουσιαστικού και σπανιότερα μέσω εμπρόθετου προσδιορισμού. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι ο μεν σωματικός πόνος εμφανίζεται πιο χειροπιαστός και συγκεκριμένος, σαν μια σταθερή κατάσταση που δεν μπορεί κανείς να αλλάξει, ενώ ο συναισθηματικός πόνος είναι πιο αφηρημένος, αλλά και το υποκείμενο βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, με ενεργητική στάση, που μπορεί να χειριστεί την κατάσταση. Παρά ταύτα, οι ομοιότητές τους φαίνεται να υπερτερούν έναντι των διαφορών τους, καθώς εκ των πραγμάτων ο σωματικός πόνος έχει κυριολεκτική διάσταση, ενώ ο συναισθηματικός είναι αφηρημένος, όχι όμως χωρίς σωματική διάσταση, εφόσον ακόμη και μεταφορικά γίνεται αναφορά στο σώμα.
Έτσι, ουσιαστικά μιλάμε περισσότερο για ένα συνεχές αίσθησης-συναισθήματος, παρά για ένα δίπολο. Η διαφοροποίησή τους έχει να κάνει περισσότερο με το διαφορετικό βαθμό της γνωστικής διαμεσολάβησης παρά με διαφορετικές διεργασίες.
Το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο και με την άποψη του σύγχρονου νευροφυσιολόγου Damasio, για τον οποίο «το σώμα δεν αποτελεί πλέον το αποκλειστικό θέατρο για τα συναισθήματα και συνεπώς το σώμα δεν είναι η μόνη πηγή αισθήσεων» [10]. Ο Damasio υποστηρίζει ότι και από πλευράς νευροφυσιολογίας η αίσθηση και το συναίσθημα αποτελούν απάντηση στο ίδιο ερέθισμα. Όμοια, σύγχρονες μελέτες, που χρησιμοποίησαν απεικονιστικές μεθόδους, αποκαλύπτουν τις κοινές περιοχές του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται στην περίπτωση σωματικού, αλλά και ψυχικού πόνου [11], ενώ είναι πλέον εδραιωμένη η υπόθεση περί κοινού νευροφυσιολογικού υποβάθρου του πόνου και της κατάθλιψης [12].
Φαίνεται λοιπόν πως η έκφραση και η επικοινωνία του πόνου είναι «ενιαία», όσον αφορά στην αισθητηριακή και συναισθηματική της πλευρά, και πως η διάκριση μεταξύ σωματικού και συναισθηματικού πόνου μοιάζει σχηματική τουλάχιστον από γλωσσολογικής απόψεως, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει αίσθηση χωρίς συνοδά συναισθήματα, αλλά και συναίσθημα χωρίς αίσθηση.
Βιβλιογραφία
IASP. (1979). Pain terms: A list with definitions and notes on usage. Pain, 6, 247-252.
Halliday, (1998). On the grammar of pain. Function of language, 5, 1-32.
Lascaratou, C. (2005). Metaphor in Greek pain constructions. Cognitive and functional outcomes. In S. Marmaridou, K. Nikiforidou and E. Antonopoulou (eds). Renewing linguistic thought; converging trends for the 21st century. Mouton books.
Ehlich, K. (1985). The language of pain. Theoretical Medicine, 6, 177-187.
Wittgenstein, L. (1999). Philosophical investigations. Oxford: Blackwell (first published in 1953).
Zatzick, D, Dimsdale, J. (1990) Cultural Variations in Response to Painful Stimuli, Psychosomatic Medicine, 52, 544-557.
Iwasaki, N., Vinson, D. P., & Vigliocco, G. (2007). How does it hurt, kiri-kiri or siku-siku? Japanese mimetic words of pain perceived by Japanese speakers and English speakers. In M. Minami (Ed.), Applying theory and research to learning Japanese as a foreign language (pp. 2-19). Newcastle: Cambridge Scholars Publishing.
Lascaratou, C. (2003). Language of pain; Expression or description? The case of Greek. Athens Parousia Monograph series 55.
Terkourafi, M., Bali, P. (2007). Speaking of pain in Greek; Implications for the cognitive permeation of emotions. Cognition and Emotion, 21, 1745-1779.
Damasio, A. (1999). The feeling of what happens: Body and emotion in the making of consciousness. London: Heinemann.
Eisenberger NI, Lieberman MD. (2004). Why rejection hurts: a common neural alarm system for physical and social pain. Trends in Cognitive Science, 8, 294-300.
Bair MJ, Robinson RL, Katon W, Kroenke K. (2003). Depression and pain comorbidity: a literature review. Archives of Internal Medicine, 163, 2433-45.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.