Γιάννης Παπαδόπουλος
Ειδικευόμενος στην Ψυχιατρική
της Γ’ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ – Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ
σύναψις 23 [2011 – τόμος 07]
«Και σε δυο στόματα που δαγκώνουν τη σάρκα
Και τη ματώνουν από λαχτάρα.
Και σε μια σάρκα που κομματιάζεται
Από τους αγέρηδες και τα πουλιά»
Θ. Τριαρίδης, «Μελένια λεμόνια», 2007
Ο πόνος και η ηδονή είναι δύο έννοιες που σε μια πρώτη ανάγνωση μοιάζουν αντίθετες. Πώς είναι δυνατόν κάποιος να απολαμβάνει τον πόνο; Πώς είναι δυνατόν κάποιος να δαγκώνει τη σάρκα και να τη ματώνει από λαχτάρα; Σύμφωνα με τους ορισμούς του Λεξικού του Τριανταφυλλίδη έχουμε τα εξής: Πόνος ο [pónos]: 1. (έντονα) δυσάρεστο αίσθημα, που προκαλείται σε σημείο, σε περιοχή ή σε όργανο του σώματος από αρρώστια, χτύπημα, τραυματισμό ή από άλλες βλάβες και αιτίες 2α. βαθιά ψυχική θλίψη, στενοχώρια, λύπη. Ηδονή η [iδoní]: 1. εξαιρετικά έντονη αισθησιακή απόλαυση που δημιουργείται από την ικανοποίηση ενστίκτων και ορμών 2. ψυχική, ηθική ή πνευματική απόλαυση [9]. Είναι σαφές από τους ορισμούς ότι τόσο ο πόνος όσο και η ηδονή έχουν και σωματική και ψυχική διάσταση. Είναι το πρωταρχικά σωματικό που θα οδηγήσει στο ψυχικό.
Ο πόνος είναι ένα συναίσθημα που, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, αποτελεί σήμα κινδύνου για την ακεραιότητα του σώματος και τον κίνδυνο απώλειας ενός τμήματος ή και ολόκληρου του σώματος, όπως κατ’ αναλογία το άγχος αποτελεί σινιάλο για την απώλεια ενός απαραίτητου αντικειμένου – όπως χρησιμοποιείται η έννοια του αντικειμένου στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία [10]. Ο σωματικός πόνος στη βρεφική ηλικία είναι η ρήξη του προστατευτικού ορίου του εγώ, με το δεδομένο βέβαια ότι, κατά τον Φρόυντ, «το εγώ είναι πρώτα απ’ όλα ένα σωματικό εγώ» [18]. Στο «Πέρα από την αρχή της ηδονής», σε μια σπάνια αναφορά του στον σωματικό πόνο, ο Φρόυντ λέει: «η ειδική δυσαρέσκεια του σωματικού πόνου είναι πιθανώς το αποτέλεσμα ρήξης της προστατευτικής ασπίδας σε μια περιορισμένη περιοχή. Υπάρχει τότε ένα συνεχές ρεύμα διεγέρσεων από την περιφέρεια στην κεντρική ψυχική συσκευή». Ακόμη όμως δεν έχει γίνει η διάκριση ανάμεσα στον σωματικό και ψυχικό πόνο. Πιθανόν, οποιαδήποτε ένταση, ανάγκη ή ματαίωση βιώνεται στην αρχή ως «πόνος» και δεν μπορεί να γίνει σαφής διάκριση από τον σωματικό πόνο. Αυτή η διάκριση γίνεται όταν τα σωματικά συμβάντα αποκτούν ψυχικό νόημα, όταν δηλαδή αρχίζουν να υπάρχουν ασυνείδητες φαντασίες όπως αναφέρει η Άννα Φρόυντ [10].
Αυτή την προστατευτική ασπίδα που ορίζει τον εαυτό σε σχέση με τους άλλους και σπάει δια του πόνου εκφράζει η performer Gina Pane. Αυτή η «σωματική καλλιτέχνης» εκτελεί αυτοτραυματισμούς, χωρίς αναισθητικό και χωρίς ιατρική παρέμβαση, που τους μαγνητοσκοπεί και στη συνέχεια τους προβάλλει στο κοινό. Σπάει, όπως λέει η ίδια, την απόσταση με το κοινό και το κάνει έτσι συμμέτοχο στον συλλογικό πόνο. Το σοκ του πόνου «αδειάζει» το σώμα από οτιδήποτε ψυχικό [19].
Είναι ενδιαφέρον ότι ο πόνος, παρότι δυσάρεστος, μπορεί, όπως όλες οι ανθρώπινες αισθήσεις, να προκαλέσει σεξουαλική διέγερση κι ευχαρίστηση όταν φτάσει μια συγκεκριμένη ένταση, το φαινόμενο της λιβιδινικής συνδιέγερσης, όπως επισημαίνει ο Φρόυντ [1, 15]. Όταν όμως ο πόνος μπορεί να είναι ευχάριστος, μπορεί να γίνει στόχος κι έτσι να ξεγελαστεί η αρχή της ηδονής που αποτελεί τον φρουρό του ψυχικού βίου [14]. Τότε όμως προκύπτει ο μαζοχισμός, έννοια που πρωτοχρησιμοποίησε ο ψυχίατρος Krafft-Ebing το 1898 προκειμένου να περιγράψει τη σεξουαλική διαστροφή όπως εμφανιζόταν στα έργα του συγγραφέα Λεοπόλντ φον Ζάχερ Μαζόχ, ιδίως στα έργα του «η Αφροδίτη με τη γούνα» (1870) και «Οι Μεσσαλίνες της Βιέννης» (1874), αν κι ο ίδιος ο Μαζόχ διαφώνησε με την ενέργεια του Krafft-Ebing. [2, 12]. Σ’ αυτά τα έργα περιγράφονται άνδρες που η σεξουαλική τους ικανοποίηση εναπόκειται στον οδυνηρό χειρισμό τους από μια γυναίκα. Είναι όμως ο ίδιος ο Krafft-Ebing που δεν επιμένει στον πραγματικό σωματικό πόνο: «το κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι το γεγονός ότι το σεξουαλικό ένστικτο κατευθύνεται προς ιδέες υποταγής και προσβολής από το αντίθετο φύλο» [11].
Στο βιβλίο «η Αφροδίτη με τη γούνα» περιγράφεται η σχέση ανάμεσα στον Σέβεριν και τη Βάντα, που περιλαμβάνει εξευτελισμό και πόνο για τον Σέβεριν από την Βάντα με τη βοήθεια και ενός τρίτου προσώπου. Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την «Αφροδίτη με τη γούνα»: [ο Σέβεριν] «να γίνω δούλος σου!, φώναξα, απόλυτο κτήμα σου και χωρίς δική μου θέληση, δικός σου μαζί μ’ εκείνον, με τον οποίο θα μπορείς να κάνεις ότι σ’ αρέσει, και ο οποίος δεν θα είναι ποτέ βάρος» και στη συνέχεια: «Ναι ειλικρινά θέλω να γίνω δούλος σου, είπα. Επιθυμώ να ευλογηθεί η κυριαρχία σου πάνω μου απ’ το νόμο, να είναι η ζωή μου στα χέρια σου, έτσι που τίποτα στον κόσμο να μην μπορεί να με υπερασπίζεται και να με προστατεύει από σένα. […] και φαντάσου τότε τη μακαριότητά μου αν επιτρέπεις μερικές φορές στο δούλο σου να φιλάει τα χείλη εκείνης, που έχει το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω του»· [η Βάντα] «φυσικά πρέπει να θεωρείς την εύνοια μου σα χάρη, δεν έχεις κανένα άλλο δικαίωμα και δεν μπορείς να έχεις κανένα όφελος από αυτό το χαρτί. Η δικαιοδοσία μου πάνω σου είναι απεριόριστη. Να ξέρεις ότι από δω και πέρα είσαι κατώτερος από ένα σκυλί, κάτι τι αδρανές· είσαι δικό μου πράγμα, παιχνίδι μου, που μπορώ να το σπάσω μόνο και μόνο σαν απασχόληση για να περνάει η ώρα μου. Δεν είσαι τίποτα κι εγώ είμαι τα πάντα. Καταλαβαίνεις;» [12].
Η ταπείνωση και ο πόνος που συνδέεται με τη σεξουαλική ευχαρίστηση και διαπερνά όλο το έργο του Μαζόχ, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά από αυτά τα αποσπάσματα, οδηγεί στον ορισμό που καλύτερα αποδίδει τον μαζοχισμό κι είναι αυτός που αναφέρεται στο Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης των Laplanche-Pontalis: «σεξουαλική διαστροφή κατά την οποία η ικανοποίηση συνδέεται με την οδύνη ή την ταπείνωση που υφίσταται το υποκείμενο» [17]. Ίσως όμως χρειάζεται να δώσουμε περισσότερη προσοχή στο πεπρωμένο της επιθετικότητας κι όχι τόσο της σεξουαλικότητας, αφού η διέγερση που παράγεται στον σαδομαζοχισμό –όπως φαίνεται κι από τα παραπάνω αποσπάσματα– προέρχεται από καταστάσεις που κάποιος κυριαρχεί ή κατέχει τον άλλο ή, αντίστροφα, κυριαρχείται ή ρεζιλεύεται από κάποιον άλλον [7].
Ο Φρόυντ, αναπτύσσοντας τις ιδέες του για τον μαζοχισμό, ξεκίνησε θεωρώντας τον δευτερογενές φαινόμενο, όπως αναφέρει στο έργο του «Τα ένστικτα και τα πεπρωμένα τους»: είναι ο σαδισμός που επιστρέφει πίσω στον εαυτό. Δηλαδή, πρωταρχικά υπάρχουν σαδιστικές ενορμήσεις ή επιθυμίες προς ένα εξωτερικό αντικείμενο, αλλά που για τον ένα ή άλλο λόγο στρέφονται προς τον εαυτό και καταλήγουν στον μαζοχισμό, πιθανώς υπό το καθεστώς των ενοχών. Σ’ αυτή τη φάση θεωρεί πιθανό ότι για τους μαζοχιστές ο πόνος αποτελεί προϋπόθεση για τη σεξουαλική ευχαρίστηση παρά ότι την προκαλεί άμεσα. Έτσι, τα αλγεινά ερεθίσματα ή η υπερβολική ένταση, που φυσιολογικά στα βρέφη προκαλεί σεξουαλική διέγερση, συνεχίζουν τροποποιημένα στην ενήλικη ζωή να κάνουν το ίδιο και να αποτελούν τη βάση για τον ερωτογενή μαζοχισμό. Στη συνέχεια, υπό την επίδραση του ενστίκτου θανάτου, θεωρεί τον μαζοχισμό πρωτογενές φαινόμενο, δηλαδή ότι υπάρχει μια καταστροφική ενόρμηση μέσα μας που κατευθύνεται προς τον εαυτό από την γέννηση, κι αντίθετα από την αρχή της ευχαρίστησης, οπότε ο σαδισμός αποτελεί δευτερογενές φαινόμενο ως αποτέλεσμα της προβολής του μαζοχισμού σε κάποιο εξωτερικό αντικείμενο. Όταν ο σαδισμός επιστρέφει στον εαυτό, όπως όταν κάποιος ταυτίζεται με ένα μισητό αντικείμενο που το έχει ενδοβάλλει, προκύπτει ο δευτερογενής μαζοχισμός [1, 3].
Ήδη όμως από την εποχή του Φρόυντ διαφαίνεται ότι η σαδομαζοχιστική διάσταση της βρεφικής σεξουαλικότητας δεν έχει να κάνει μόνο με τη διατήρηση ισοζυγίου ανάμεσα σε λιβιδινικές κι επιθετικές ενορμήσεις. Αποτελεί μια πρωτόγονη μορφή σύνθεσης ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος. Η σεξουαλική διέγερση και ο πόνος γίνονται ένα. Σ’ ένα άρθρο του Stoller, που προέκυψε από την επίσκεψη του στη σαδομαζοχιστική κοινότητα (SM) του Λος Άντζελες, πέρα από τις συγκλονιστικές περιγραφές των πρακτικών των SM, ο Stoller διαπιστώνει ότι οι περισσότεροι από τους σαδομαζοχιστές που επικεντρώνονταν στον σωματικό πόνο είχαν περάσει στην παιδική τους ηλικία σοβαρές σωματικές ασθένειες που συνοδεύονταν από φοβερό πόνο και ιατρικές πράξεις: «Υπέφεραν στην παιδική τους ηλικία από βαριές ασθένειες που προκαλούσαν έντονους πόνους, αδύνατον να ανακουφιστούν στην αρχή και απαιτούσαν τρομακτικές ιατρικές επεμβάσεις. Πρόκειται για ανθρώπους που, λόγω αυτού του γεγονότος, έπρεπε να μείνουν καθηλωμένοι για μακρές περιόδους, χωρίς να έχουν έστω και μία ευκαιρία να αποφορτίσουν ελεύθερα και με τον κατάλληλο τρόπο τη ματαίωσή τους, την απελπισία τους και την οργή τους». Σε μια άλλη περίπτωση, μια γυναίκα υπέφερε από ασθένεια της σπονδυλικής στήλης που την εμπόδιζε να κάθεται για μέρες. Το να πηγαίνει στο σχολείο ήταν ένα βασανιστήριο. Ένας άλλος άνδρας έπασχε από κυστική ίνωση, κάτι που τον είχε οδηγήσει σε μεγάλο αριθμό ιατρικών επεμβάσεων που είχαν να κάνουν με διείσδυση – ενέσεις, τομές, αφαιμάξεις– που απαιτούσαν πολλές εβδομάδες νοσηλείας [15, 16, 4, 5]. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο Stoller ανιχνεύει ένα πρώιμο τραύμα που, μέσω του καταναγκασμού της επανάληψης, μπορεί να οδηγεί στην ηδονή του σωματικού πόνου. Φυσικά, όλα τα παιδιά που υποφέρουν από πόνους και οδυνηρές ιατρικές επεμβάσεις δεν θα γίνουν σαδομαζοχιστές στην ενήλικη ζωή τους. Όπως αναφέρει και ο De Massi, δεν είναι πάντα εύκολο να ανακαλυφθεί το τραύμα, αλλά ακόμα κι όταν υπάρχει είναι δύσκολο να ιχνηλατηθεί ο δρόμος προς τον μαζοχισμό [7]. Ιδιοσυστασιακοί λόγοι και οι σχέσεις με τα εσωτερικά αντικείμενα καθορίζουν την επεξεργασία αυτών των τραυμάτων και την εκδήλωση σαδομαζοχιστικών πρακτικών.
Το 1987, οι Novick μελέτησαν τις «φαντασίες χτυπήματος» (beating fantasy) σε παιδιά. Αυτές είχαν περιγραφεί από τον Φρόυντ το 1919 και περιελάμβαναν φαντασίες όπου το παιδί, κυρίως αγόρι, χτυπιέται από τον πατέρα του. Τις χαρακτήρισε «ουσία του μαζοχισμού» και αποτελούν την «κληρονομιά του οιδιπόδειου συμπλέγματος». Όμως, πέρα από αυτό, ο Φρόυντ πρότεινε και τρεις διαφορετικές μορφές μαζοχισμού. Τον ερωτογενή μαζοχισμό, δηλαδή τον διαστροφικό μαζοχισμό, όπου ο πόνος ή ο εξευτελισμός συνδέονται με συνειδητή σεξουαλική διέγερση και ευχαρίστηση. Με βάση αυτόν προκύπτουν οι άλλοι δύο τύποι: ο θηλυκός μαζοχισμός, όπου το να υποφέρει κάποιος είναι το αποτέλεσμα της ασυνείδητης φαντασίας ότι είναι γυναίκα είτε σε σεξουαλική συνεύρεση είτε σε τοκετό και ο ηθικός μαζοχισμός ή ο μαζοχιστικός χαρακτήρας, όπου το ασυνείδητο αίσθημα ενοχής καθορίζει τη συμπεριφορά του ατόμου στην καθημερινότητά του [3, 6, 14].
Οι Novick βρήκαν ότι τα παιδιά με τις «φαντασίες χτυπήματος» είχαν μητέρες που δεν μπορούσαν να περιέξουν την επιθετικότητα, την οργή, την απελπισία των παιδιών τους. Τα παιδιά δεν περνούσαν από το απαραίτητο στάδιο να έχουν μια μητέρα που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους κι έτσι να διατηρείται η φαντασία παντοδυναμίας ότι μπορούν τα ίδια να ρυθμίζουν την ανάγκη τους, μέχρις αυτή η φαντασία να ατονήσει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αντιλαμβάνονται από πολύ νωρίς την εξάρτησή τους από τη μητέρα τους, κάτι όμως που συνέβαινε και με τις ίδιες τις μητέρες, αφού είχαν δυσκολίες σε θέματα εξάρτησης κι ανημπόριας. Αυτό που πιθανόν έκαναν οι μητέρες είναι να προβάλλουν στα παιδιά τους δικά τους κομμάτια μίσους, αποτυχίας και υποτίμησης, κι έτσι τα παιδιά να μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον οδυνηρών εξωτερικεύσεων. Η σχέση με τη μητέρα έτσι, είναι μια σχέση πόνου και ίσως είναι το «πρωταρχικό λάθος», κατά Balint, που θα οδηγήσει στον μαζοχισμό. Ο Glenn, αναφερόμενος στον μαζοχισμό ενός ασθενή του, τονίζει τη σχέση του με «ένα γονιό που συνδέεται μέσω του πόνου», ενώ ο Valenstein περιγράφει «άτομα που η πρόσδεσή τους στον πόνο σηματοδοτεί μια γνήσια πρόσδεση σε οδυνηρώς αντιληφθέντα αντικείμενα». Έτσι, οι μητέρες δεν μπορούν να περιέξουν την πρωτόγονη, παντοδύναμη επιθετικότητα των παιδιών τους με τη βοήθεια της λιβιδινικής επένδυσής τους, αλλά ενισχύεται η επιθετικότητα των παιδιών με την ασύγχρονη σωματική εισβολή από πλευράς μητέρας, περιορισμό της ανεξαρτησίας και ανάμιξη με ευχαρίστηση στην εξερεύνηση [6].
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις όμως, το παιδί αντιμετωπίζει την επιθετικότητά του αρνούμενο οποιαδήποτε ένδειξη εχθρότητας ανάμεσα στο ίδιο και τη μητέρα του και πασχίζει να διατηρήσει μια εξιδανικευμένη εικόνα της μητέρας ως αγαπητή και τέλεια. Από αυτή τη σκοπιά, ο πόνος, που κατευθύνεται στο ίδιο το άτομο, μπορεί να ιδωθεί ως προσπάθεια για άμυνα έναντι των καταστροφικών επιθυμιών που κατευθύνονται στη μητέρα, χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς της άρνησης, μετάθεσης και εσωτερίκευσης κι έτσι να στρέφει την επιθετικότητα προς το ίδιο του το σώμα. Τα παιδιά νιώθουν τα σώματά τους να ελέγχονται από τη μητέρα τους και αμύνονται στην προοιδιπόδεια παντοδύναμη επιθετικότητα προς τη μάνα με επιθέσεις στο σώμα τους. Ακόμη και η ροπή του παιδιού προς την αυτονομία μπορεί να θεωρηθεί τόσο από το ίδιο όσο και από τη μητέρα ως επιθετική ενέργεια, πρώτα σε σωματικό επίπεδο, κάτι που κάνει το παιδί να καταφεύγει λόγω ενοχών σε μαζοχιστικές πρακτικές [6, 11].
Η επιθυμία και οι συνεπακόλουθες ενοχές είναι το κύριο που διαπερνά το έργο των καλλιτεχνών της ομάδας των βιεννέζων «αξιονιστών», των εκφραστών της σωματικής τέχνης, που εκτελούν περφόρμανς με σκηνοθετημένους αυτό-ακρωτηριασμούς, αυτό-τραυματισμούς, κατανάλωση ούρων και κοπράνων κ.ά. Όπως δηλώνει ο Hermann Nitsch, ένας από τα μέλη της Ομάδας της Βιέννης: «Εγώ είμαι η έκφραση όλης της ενοχής και της επιθυμίας αυτού του κόσμου. Θέλω να αναγνωρίσω τον εαυτό μου στη χαρά της ανάστασης […] η απόλυτη χαρά της ύπαρξης θα αναπτύσσεται μέσα από τον πόνο» [19].
Επιπλέον, όταν τα παιδιά έχουν να κάνουν με γονείς που τους προκαλούν ματαίωση ή και κίνδυνο όταν ψάχνουν για αγάπη και τρυφερότητα, τότε προτιμούν, αντί να υποφέρουν την απογοήτευση και τον πόνο από έναν μη διαθέσιμο γονιό, να αλλάζουν τη συμπεριφορά τους προκαλώντας έτσι την άγρια απόρριψη, την εχθρότητα και την τιμωρία από τη μητέρα. Με αυτόν τον τρόπο όμως ελέγχει το ίδιο το παιδί τον πόνο και την τιμωρία, αφού αυτό την προκαλεί [8]. Αυτή τη συμπεριφορά του μικρού παιδιού, που στην ενήλικη ζωή μπορεί να οδηγήσει στον μαζοχισμό, ονόμασε ο Loewenstein «αποπλάνηση του επιτιθέμενου» (seduction of the aggressor), δηλαδή ο κίνδυνος και ο πόνος που λαμβάνει το παιδί προκαλώντας τον γονιό και η άμβλυνσή τους δια μέσω της ερωτικής συνενοχής του απειλούντος προσώπου. Η ευχαρίστηση σε αυτές τις περιπτώσεις στην αρχή δεν προκύπτει από τον ίδιο τον πόνο, αλλά από την απομάκρυνσή του δια της ερωτικής συνένωσης με τον γονιό. Γρήγορα όμως μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι αυτά τα δύο γίνονται ένα, δηλαδή η οδύνη της απειλής και η ευχαρίστηση της απομάκρυνσής της [1].
Ο μαζοχισμός, όμως, είναι ένας τρόπος «σχετίζεσθαι», αφού το να δίνει ή να λαμβάνει επιθετικότητα με τη μορφή οδυνηρών ερεθισμάτων σηματοδοτεί και να δίνει ή να λαμβάνει αγάπη με τη μορφή ερωτικής διέγερσης [4]. Ο πόνος, έτσι, αποτελεί το όχημα πρόσδεσης στο αντικείμενο, στον άλλο [5]. Σε πιο νευρωτικό επίπεδο, το «σενάριο» με τις μαζοχιστικές πρακτικές επιτρέπει στο άτομο να το φανταστεί, να το υλοποιήσει, κι έτσι να αρνηθεί το άγχος ευνουχισμού σε ένα όμως ασφαλές κι ελεγχόμενο περιβάλλον. Προκαλώντας τον σεξουαλικό παρτενέρ να εκτελέσει μια σκηνή απειλής ευνουχισμού ή τιμωρίας, ο μαζοχιστής ωθεί τον απαγορευμένο, απειλητικό γονιό να καταργήσει και να αναιρέσει την άρνηση και την απειλή ευνουχισμού δια μέσω της προσομοιωμένης επανάληψης, ενώ συμμετέχει στην καλυμμένη αιμομικτική ικανοποίηση. Η μαζοχιστική σκηνή είναι ένας τρόπος για ικανοποίηση των απαγορευμένων, απωθημένων αιμομικτικών φαντασιών, αλλά με την απειλή ευνουχισμού ακυρωμένη [1]. Κάποιες φορές το σενάριο περιλαμβάνει τον μαζοχιστή να παρακολουθεί σεξουαλική σχέση ανάμεσα στο αντικείμενο αγάπης και έναν αντίπαλο για να έχει διέγερση, σε μια επανάληψη της πρωταρχικής σκηνής. Φυσικά υπάρχουν και περιπτώσεις χωρίς παρτενέρ, όπου ο μαζοχιστής αυνανίζεται δεμένος κοιτώντας τον εαυτό του στον καθρέφτη με τον πόνο να αποτελεί προϋπόθεση για οργασμό. Η ενεργός παρουσία ή απουσία αντικειμένου είναι μικρότερης σημασίας από το γεγονός ότι η σεξουαλική συμπεριφορά είναι σχέση αντικειμένου.
Αυτό που πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι ο μαζοχιστής δεν αγαπάει τον πόνο περισσότερο από τους άλλους, όπως αναφέρεται και στο άρθρο του Stoller. Αυτό που τους προσφέρει ικανοποίηση και διέγερση είναι να εκτυλιχθεί ένα σενάριο του οποίου δημιουργοί είναι οι ίδιοι κι έχουν τον έλεγχο ενεργοποίησης του πόνου. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Δέθηκα μέσα στο διαμέρισμά μου και το έκανα. Ήταν η φορά που απότυχα. Χτύπησα το καρφί κι αυτό χώθηκε [στο πέος μου] με την πρώτη. Αλλά ήθελα πραγματικά να αισθανθώ ότι είχε καρφωθεί καλά στο ξύλο. Θέλησα να ξαναχτυπήσω το καρφί. Έχασα όμως το στόχο και χτύπησα με όλη μου τη δύναμη την άκρη του πέους. Αφού πρήστηκε έγινε ένας μαύρος χοντρός κόμπος. Τρόμαξα. Ξεκάρφωσα το καρφί από τη σανίδα. Ήταν όμως ακόμα χωμένο στο πέος μου. Αυτή τη στιγμή κατάλαβα ότι θα αιμορραγήσει πολύ. Τότε πήγα στη μπανιέρα και τράβηξα το καρφί. Γέμισε παντού αίμα» [15].
Υπάρχουν λοιπόν περιπτώσεις όπου το μαζοχιστικό σενάριο στερείται ασφάλειας, και ο κίνδυνος μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο στον εξευτελισμό, αλλά στον αυτοτραυματισμό μέχρι και στον θάνατο. Είναι συγκλονιστικό το περιστατικό που αναφέρει ο Michel de M’ Uzan: Εκτός από τα βωμολοχικά τατουάζ που καλύπτουν σχεδόν όλο το σώμα του κ. Μ. και την προτρεπτική επιγραφή «μ’αρέσει να με χτυπάνε σ’ όλο το σώμα, χτυπήστε δυνατά», υπάρχουν παντού εντυπωσιακές ουλές και ίχνη κακοποίησης. Το δεξί στήθος είχε κυριολεκτικά εξαφανιστεί, είχε καεί με πυρακτωμένο σίδερο, διαπεραστεί με καρφιά και σχιστεί. Ο ομφαλός είχε μετατραπεί σε ένα είδος κρατήρα. Χρησιμοποιώντας ένα πυρακτωμένο σύρμα είχε ρίξει εκεί λιωμένο μολύβι. Λωρίδες είχαν σχηματιστεί στην πλάτη όπου είχαν περαστεί γάντζοι, προκειμένου ο κ. Μ να μπορέσει να αιωρείται τη στιγμή που ένας άνδρας τον σοδόμιζε. Το μικρό δαχτυλάκι του δεξιού ποδιού λείπει. Είχε ακρωτηριαστεί με διαταγή του συντρόφου από το ίδιο το υποκείμενο με ένα πριόνι για μέταλλα. Το ορθό είχε διανοιχθεί έτσι ώστε να «μοιάζει με κόλπο». Είχαν τραβηχτεί φωτογραφίες κατά τη διάρκεια αυτής της επέμβασης. Τέλος, πράγμα αξιοσημείωτο, τα γεννητικά όργανα δεν είχαν διαφύγει των πρακτικών αυτών. Πολλές βελόνες φωνογράφου είχαν μπηχτεί στο εσωτερικό μάλιστα των όρχεων, όπως το μαρτυρούν και οι ακτινογραφίες. Το πέος ήταν μπλε σε όλο του το μήκος. Ίσως από την παροχέτευση σινικής μελάνης σε μια φλέβα. Η άκρη της βαλάνου είχε σχιστεί με μια λάμα ξυρίσματος, προκειμένου να μεγαλώσει η τρύπα. Ένα ανοξείδωτο δαχτυλίδι, είχε τοποθετηθεί μόνιμα στην άκρη του πέους, αφού είχαν μετατρέψει την πόσθη του σε ένα είδος μαξιλαριού γεμισμένου με παραφίνη. Μια μαγνητική βελόνα είχε μπηχτεί στο σώμα του πέους» [15].
Σε τέτοιες και παρόμοιες περιπτώσεις, η σεξουαλική διαστροφή ξεφεύγει απ’ το πλαίσιο του «έως αν», δηλαδή του παιξίματος ρόλων και μπορεί να είναι μια αυθεντική απειλή για τον ασθενή. Υπάρχει σοβαρή παθολογία των σχέσεων αντικειμένου και το αμεταμφίεστο πρωκτικό, ουρηθρικό περιεχόμενο προσδίδει μια πρωτόγονη, προοιδιπόδεια ποιότητα. Σε πιο ακραίες μορφές όμως διαστροφής, ο μαζοχιστής μπορεί να φτάσει μέχρι και τον αυτo-ευνουχισμό, όπου όμως πλησιάζουμε σε πιο ψυχωτικές μορφές οργάνωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πιο δύσκολο να εξηγηθεί αυτή η πρακτική ως άμυνα στον ευνουχισμό. Κυριαρχεί μια έντονη επιθετικότητα, πρωτόγονες ενδοψυχικές δομές και η επιστράτευση λιβιδινικών και ερωτικών ενορμήσεων στην υπηρεσία της επιθετικότητας. Ο πόνος κι ο ακρωτηριασμός χρησιμοποιούνται ως απόδειξη της υποταγής τους σε μια παντοδύναμη εξουσία για να εξασφαλίσουν την προστασία και την αγάπη της συγχωνευόμενη μαζί της. Είναι σα να λέει το άτομο: «Δεν είναι αλήθεια ότι θέλω να ευνουχίσω τον πατέρα και θα το αποδείξω ευνουχίζοντας τον εαυτό μου ή αφήνοντας τον να με ευνουχίσει» [11, 4].
Ο πόνος μπορεί να αποτελεί έκκληση για σχέση όταν η αγάπη εκλείπει. Ο πόνος όμως προσφέρει κι ευχαρίστηση. Ο Έρωτας αναμιγνύεται με τν Θάνατο σε ένα παιχνίδι που μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στον χαμό. Οι στίχοι του ψυχίατρου και μουσικού Η. Ανδρεουλάκη (προσωπική επικοινωνία) υπογραμμίζουν το μίγμα Έρωτα και Θανάτου που μπορεί να δώσει νόημα στη ζωή:
«δίχως το κλάημα αλάκερο δε θα ’τονε το γέλιο,
Του πόνου την αθιβολή κάνει η χαρά θεμέλιο».
Βιβλιογραφία
Loewenstein RM. A Contribution to the Psychoanalytic Theory of Masochism. Journal of the American Psychoanalytic Association, 1957, 5, 197-234.
Breiner SJ. (1994). Leopold Von Sacher Masosh and Masochism. Journal of the American Academy of Psychoanalysis, 1994, 22, 639-661.
Brenner C. (1959). The Masochistic Character: Genesis and Treatment. Journal of the American Psychoanalytic Association, 1959, 7, 197-226.
Kernberg, O. F. (1988). Object Relations Theory in Clinical Practice. Psychoanalytic Quarterly, 1988, 57, 481-504.
Novick KK & Novick J. The Essence of Masochism. Psychoanalytic study of the Child, 1987, 42, 353-384.
Bartolomei G, Filippini S and Slotkin P. Sadomasochistic perversion: object and theories. International Journal of Psychoanalysis, 2001, 82, 1023-1027.
Imber RR. Clinical Notes On Masochism. Contemp. Psychoanal., 1995, 31, 581.
Szasz Thomas. Pain and Pleasure. Syracuse University Press, 1988.
Glick R, Meyers D. Masochism Current Psychoanalytic Perspectives. Psychology Press, 2008.
Ζάχερ- Μαζόχ Φον Λέοπολντ . Η Αφροδίτη με τη γούνα. Εκδόσεις Ερατώ.
Τριαρίδης Θ. Μελένια Λεμόνια. Τυπωθήτω 2007.
Φρόυντ Σ. Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός. Εκδόσεις Επίκουρος.
Αndré J. [επιμ.] Το αίνιγμα του μαζοχισμού. Κατάρτι 2009.
André J. Η βία στο πρόσωπο. Το εκ των υστέρων των πρώιμων τραυμάτων. Εκ των Υστέρων, 2009, 18, 19-36.
Laplanche J., Pontalis J.-B. Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Εκδόσεις Κέδρος.
Κανελλοπούλου Β. Ψυχαναλυτική θεώρηση του πόνου. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Ρηγοπούλου Π. Το Σώμα – Ικεσία και Απειλή. Εκδόσεις Πλέθρον.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.