Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αμαλία Ατσαλάκη
Ψυχολόγος, Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας, Παρίσι 7

 

σύναψις 23 [2011 – τόμος 07]

Robert L. Leahy: Αντιμετωπίζοντας την αντίσταση στη γνωστική θεραπεία

Μετάφραση Ε. Χάιντς, Επιμέλεια Χ. Χιονίδου,
University Studio Press, Θεσσαλονικη, 2011. σελ. 405

Το βιβλίο του Robert Leahy, «Αντιμετωπίζοντας την αντίσταση στη γνωστική θεραπεία», καταπιάνεται μ’ ένα εξαιρετικά σημαντικό, όσο και δύσκολο ζήτημα, όχι μόνο στη γνωστικο-συμπεριφοριστική, αλλά σε κάθε ψυχοθεραπευτική μέθοδο. Για την ακρίβεια, πραγματεύεται την προβληματική της αντίστασης στην ψυχοθεραπεία, που πρώτος εντόπισε και μίλησε γι’ αυτήν ο πατέρας της ψυχανάλυσης, ο Sigmund Freud. Tο παράδοξο με την αντίσταση, εν προκειμένω, είναι ότι αποτελεί μηχανισμό «υπονόμευσης» της θεραπείας που εμφανίζεται εντός του θεραπευτικού πεδίου, ενώ δηλαδή κάποιος βρίσκεται ήδη σε θεραπεία. Έχει συνεπώς προηγηθεί η διατύπωση ενός θεραπευτικού αιτήματος, με το οποίο η αντίσταση, με όποια μορφή κι αν εκδηλώνεται, φαίνεται να βρίσκεται σε αντίφαση.

Οι ψυχαναλυτές έχουν αντιμετωπίσει αυτή την αντίφαση επικαλούμενοι την έννοια του ασυνειδήτου. Υποστηρίζουν ότι, την ίδια στιγμή που ο ασθενής «θέλει» συνειδητά να «θεραπευθεί», υπάρχουν ενδοψυχικές συγκρούσεις που τον εμποδίζουν να «γίνει καλά», συγκρούσεις των οποίων δεν έχει επίγνωση, καθώς οι δυνάμεις που τις αναμοχλεύουν δρουν εκτός του πεδίου της συνειδητής του αντίληψης. Ο ασθενής μπορεί να δυσκολεύεται να εγκαταλείψει το σύμπτωμά του, αυτό ακριβώς που ευθύνεται για τη δυσφορία η οποία τον οδήγησε στη θεραπεία, γιατί αποκομίζει από αυτό δευτερογενή οφέλη, τα οποία δεν συνειδητοποιεί: την προσοχή, το ενδιαφέρον και τη φροντίδα των άλλων, ακόμα και μια ορισμένη αίσθηση ταυτότητας ή μια μορφή αναστολής ενώπιον μιας απαγορευμένης επιθυμίας, για να αναφέρουμε κάποιες από τις πιο γνωστές και συνηθισμένες μορφές αντίστασης κατά την ψυχαναλυτική θεωρία.

Με την ψυχαναλυτική θεωρητικοποίηση της έννοιας της αντίστασης, ο Leahy βρίσκεται σύμφωνος σε αρκετά σημεία. Κατ’ αρχήν, αποδέχεται ότι η αντίσταση αφορά τη δυάδα θεραπευτή / θεραπευόμενου, και όχι αποκλειστικά τον θεραπευόμενο, παραδοχή που τον φέρνει κοντά στις ψυχαναλυτικές έννοιες της μεταβίβασης και της αντιμεταβίβασης. Χωρίς να αναφέρεται ευθέως σε ανάσχεση της διαδικασίας της θεραπείας λόγω «τυφλών σημείων» του ίδιου του θεραπευτή – που στη γνωστικο-συμπεριφοριστική προσέγγιση δεν είναι δεδομένο ότι θα έχει κάνει προσωπική θεραπεία πέραν της εκπαίδευσής του – υπογραμμίζει κατ’ επανάληψη μέσα στο κείμενό του ότι ο θεραπευτής θα πρέπει να είναι ενήμερος για τις πιθανές κινήσεις αντίστασης που μπορεί να εκδηλωθούν από την πλευρά του θεραπευόμενου, ώστε να μην τις ενισχύσει με τη δική του στάση.

Ο Leahy παρουσιάζει μεγάλη συστηματικότητα στον τρόπο που περιγράφει και αναλύει τις διάφορες μορφές αντίστασης, που ο ίδιος αναγνωρίζει ως γνωστικός ψυχοθεραπευτής. Αναφέρεται διαδοχικά:

  • Στην αντίσταση λόγω μη αναγνώρισης και δικαίωσης, όπου ο ασθενής αρνείται να «συνεργαστεί» για την «επίλυση» των προβλημάτων του, αν προηγουμένως ο θεραπευτής δεν του απευθυνθεί ως σε ένα πάσχον υποκείμενο, αν δηλαδή δεν επιδείξει αυτό που οι υπαρξιακοί και οι προσωποκεντρικοί θεραπευτές ονομάζουν ενσυναίσθηση (empathy), ενώ οι ψυχαναλυτές το χαρακτηρίζουν ως δεκτικότητα στην προβλητική ταύτιση. Στο σημείο αυτό αναρωτιέται κανείς σε ποιον από τους δύο πόλους της θεραπευτικής σχέσης θα πρέπει κατ’ αρχήν να αναζητηθεί η αντίσταση στην προκειμένη περίπτωση. Μάλιστα, η ίδια η γνωστικο-συμπεριφοριστική προσέγγιση, στις πιο ακραιφνείς εκδοχές της, θα μπορούσε να ιδωθεί σαν δυνατότητα να «θεωρητικοποιήσει» άμυνες τέτοιου τύπου, με την έμφαση που δίνει στον «λογικό» χαρακτήρα της θεραπείας και την παραγνώριση των «παράλογων» ή «ανώριμων» συναισθηματικών αναγκών των ασθενών. Στην περίπτωση που ο θεραπευτής αποδεχθεί ως έγκυρες τόσο τις αμφιβολίες του θεραπευόμενου για το αλάθητο της μεθόδου του όσο και την εμμονή του σε κάποιες θεματικές που στον ίδιο τον θεραπευτή μπορεί να μοιάζει ότι απλώς δυσχεραίνουν την «επιτέλεση θεραπευτικού έργου», συχνά οι αντιστάσεις του θεραπευόμενου υποχωρούν από μόνες τους.
  • Στη συνέπεια ως προς τον εαυτό. Η συγκεκριμένη μορφή αντίστασης απορρέει από την ανάγκη του θεραπευόμενου για ασφάλεια και προβλεψιμότητα, ακόμα κι αν έτσι αποτρέπει κάθε πιθανή βελτίωση των συνθηκών που τον έχουν κάνει να υποφέρει. Η τάση αυτή για «ομοιόσταση», τόσο σε ενδοψυχικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο, έχει ως αποτέλεσμα να προκρίνεται το γνώριμο, ακόμα κι αν αυτό συνδέεται με την αποτυχία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Leahy, «οι ασθενείς που εμφανίζουν αυτή τη μορφή αντίστασης διαθέτουν μια “κρυφή ατζέντα”: γνωρίζουν πώς να είναι καταθλιπτικοί κι αυτό τουλάχιστον αισθάνονται ότι τους προσφέρει μια μορφή ελέγχου. Εξάλλου, με τα χρόνια τείνουν να δημιουργούν μια διαδραστική πραγματικότητα με τρόπο που τα σενάρια ζωής τους να επαληθεύονται. Όσο πιο πολύ, συνεπώς, επενδύουν σ’ αυτά, ειδικά όταν πρόκειται για επιλογές που τους έχουν κοστίσει, τόσο δυσκολεύονται να τα εγκαταλείψουν (ο συγγραφέας αποκαλεί τον μηχανισμό αυτό «δέσμευση στη δίνη του κόστους της επένδυσης»), γιατί αυτό θα σήμαινε ότι θα αναγνώριζαν την επένδυσή τους ως μάταιη και την απώλεια ως οριστική. Ο μηχανισμός αυτός, όπου «η διαδικασία της παγίδας του κόστους φαίνεται ότι επιτρέπει στο άτομο να διατηρήσει μια ελπίδα ότι οι αποτυχίες, που δεν τελειώνουν ποτέ, μπορεί να μεταστραφούν σε επιτυχία στο μέλλον», μας θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, την ψυχαναλυτική θεώρηση της ελπίδας ως «ασπίδας» στους μεταιχμιακούς ασθενείς, όπως έχει περιγραφεί από την Άννα Ποταμιάνου (1993), όπου εκεί όμως τη θέση των αποτυχημένων «επιλογών που ζητούν δικαίωση» κατέχουν η αναβλητικότητα και η ψυχική αδράνεια.
  • Στα σχήματα, μια από τις πιο γνωστές έννοιες της γνωστικής θεραπείας, που εισήγαγε ο Kelly (1955) και εξέλιξε στη συνέχεια ο δάσκαλος του Leahy, ο Beck (1976), ένας από τους γνωστότερους, για τις έρευνές του στην ψυχοπαθολογία της κατάθλιψης, γνωστικούς θεραπευτές. Αφού απαριθμήσει και αναλύσει τα βασικά χαρακτηριστικά των σχημάτων και τη σύνδεσή τους με την αναπτυξιακή ψυχολογία –ο Beck, επηρεασμένος από τον Piaget και τις έρευνές του για την προοδευτική «κατάκτηση» της λογικής σκέψης από το παιδί, θεωρεί τα σχήματα ως αρχέγονους, από άποψη δομής, τρόπους σκέπτεσθαι, που διαμορφώθηκαν σε πρώιμες φάσεις της ζωής, και στους οποίους «παλινδρομεί» ο ασθενής όταν εισέρχεται σ’ ένα καταθλιπτικό επεισόδιο–, ο Leahy αναφέρεται στο πώς αυτά συντηρούνται μέσω επιλεκτικής προσοχής και ανάκλησης ερεθισμάτων. Άπαξ και ένα σχήμα έχει δομηθεί, κάθε νέα πληροφορία μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτό, εμπλουτίζοντας και ισχυροποιώντας το, κάτι που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την τροποποίησή του. Μέσω των μηχανισμών της αποφυγής και της αναπλήρωσης, όπως ορίζονται από τον συγγραφέα, ο ασθενής δεν «εκθέτει» το κρυφό σχήμα του σε εμπειρικές συνθήκες που θα μπορούσαν να καταδείξουν τη μη εγκυρότητά του.

Στο σημείο αυτό υπάρχουν δύο επιφυλάξεις που μπορούν να διατυπωθούν. Αφ’ ενός, όσον αφορά τη θεωρία των σχημάτων, ελλοχεύει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε αναγωγισμούς που επιδέχονται αμφισβήτησης, αν ταυτίσουμε το πρώιμο από την άποψη της εξέλιξης με το παθολογικό ή έστω το δυσλειτουργικό. Αφ’ ετέρου, μια ταξινόμηση των διαταραχών προσωπικότητας, με βάση τα σενάρια που «καθοδηγούν» τη δράση σύμφωνα με τη θεωρία των σχημάτων, αντιμετωπίζει την πρώιμη εμπειρία αποκλειστικά ως αντιληπτική καταγραφή και όχι ως βίωμα, όπως π.χ στην περίπτωση της προσωποκεντρικής / υπαρξιακής θεραπείας, ή στο μοντέλο των ενορμήσεων της ψυχανάλυσης. Μια τέτοια θεώρηση μπορεί να οδηγήσει σε υπεραπλουστεύσεις, καθώς στερεί από την εμπειρία το ουσιαστικό της υπόβαθρο, δηλαδή την ενορμητική και τη συγκινησιακή-συναισθηματική της διάσταση.

  • Στην ηθική αντίσταση, υπό τη μορφή της καταναγκαστικής υπευθυνότητας. Σ’ αυτή την εκδοχή της αντίστασης ο θεραπευόμενος αντιβαίνει στις παραδοχές της λογικής και συμπεριφέρεται με τρόπους που αποδεικνύονται ζημιογόνοι για κείνον, επικαλούμενος ανώτερες αρχές, όπως αυτές του ηθικού κώδικα και των αξιών του. Όταν μια τέτοια στάση συμμόρφωσης με τις ηθικές επιταγές αποκτά ακραίο χαρακτήρα, καταλήγει σε ψυχική ανελαστικότητα και θυμίζει τις ψυχαναλυτικές θεωρήσεις για τον ρόλο ενός άκαμπτου Υπερεγώ στη νεύρωση, τον ηθικό μαζοχισμό, την αρνητική θεραπευτική αντίδραση και, εν τέλει, τις ενορμήσεις θανάτου, την εμβληματική ψυχαναλυτική θεωρητικοποίηση της τάσης για καταναγκαστική επανάληψη και επιστροφή του ιδίου.
  • Στην αντίσταση του θύματος, όπου ο ρόλος του θύματος «προφυλάσσεται» από κάθε ενδεχόμενη παρέμβαση του θεραπευτή, καθώς η προσκόλληση σ’ αυτόν τον ρόλο τροφοδοτείται από πολλές πηγές, όπως π.χ την πίστη σ’ έναν δίκαιο κόσμο και στην ανταπόδοση των πράξεων, τη διατήρηση μιας ορισμένης εικόνας του εαυτού ως «ανώτερου», που παρέχει ναρκισσιστική επιβεβαίωση, την προσδοκία «εξαγνισμού» ή «ηθικής εξύψωσης» ή διεκδίκησης μιας θέσης «εξαίρεσης» μέσω της δυστυχίας κ.ά. Όσον αφορά κάποιες παρεμβάσεις που προτείνονται στο παρόν βιβλίο με στόχο την παρακίνηση του ασθενούς να εγκαταλείψει μια θέση παθητικότητας, θα μπορούσε να διατυπωθεί από ψυχαναλυτική σκοπιά η ένσταση ότι μια πολύ γρήγορη μετακίνηση, χωρίς πριν να έχει διερευνηθεί η ψυχική δυναμική της προηγούμενης κατάστασης, είτε θα ήταν επίπλαστη και θα οδηγούσε στην ανάπτυξη αμυνών τύπου «ψευδούς εαυτού» είτε θα μπορούσε ακόμα και να επιφέρει επιδείνωση σ’ έναν ασθενή που ξαφνικά θα βρισκόταν «γυμνός», χωρίς τις άμυνές του.
  • Στην αποφυγή της διακινδύνευσης και την καταθλιπτική αντίσταση, όπου τα άκαμπτα νοητικά σχήματα, που οδηγούν σε φαύλους κύκλους στο πεδίο της συμπεριφοράς –καθώς όσο λιγότερο αποδοτική και αποτελεσματική είναι μια στρατηγική τόσο δυσκολότερα αντικαθίσταται από μια άλλη, λειτουργικότερη–, θα μπορούσαμε να πούμε ότι παρουσιάζουν αρκετές συγγένειες με την ψυχαναλυτική έννοια της καθήλωσης, που περιορίζει δραστικά την ψυχική πλαστικότητα. Όσο πιο έντονο παρουσιάζεται το καταθλιπτικό βίωμα τόσο λιγότερο ενεργητική γίνεται η αναζήτηση της ευχαρίστησης, εφόσον πλέον δεν είναι αυτή που μετράει, αλλά η αποφυγή της δυσαρέσκειας. Χρησιμοποιώντας με ενδιαφέροντα τρόπο μοντέλα της οικονομικής θεωρίας, ο συγγραφέας εξηγεί τη συμπεριφορά του καταθλιπτικού ασθενούς μέσω μιας διαδικασίας γνωστικής διαστρέβλωσης της αντίληψης των αμοιβών και του κόστους.

Όπως στην περίπτωση της «παγίδας του κόστους» ο ασθενής παρουσιαζόταν σαν τον παίκτη που το γεγονός ότι χάνει τον εγκλωβίζει ακόμα περισσότερο στο να μη φεύγει από το παιγνίδι, έτσι στην περίπτωση της «αποφυγής της διακινδύνευσης» μοιάζει με συντηρητικό επενδυτή, που όλες του οι επιλογές καθοδηγούνται όχι από την επιθυμία του να κερδίσει, αλλά από τον φόβο του να ρισκάρει. Θεωρεί, συνεπώς, σύμφωνα με το σχήμα του, τους πόρους του ελάχιστους και τα οφέλη αμελητέα, οπότε το όποιο εγχείρημα εμφανίζεται σχεδόν πάντα ως ριψοκίνδυνο. Στο βαθμό που η επιτυχία δεν είναι σίγουρη και εξασφαλισμένη, η πιθανότητα της αποτυχίας ανάγεται σε βεβαιότητα και κάθε αποτυχία μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε καταστροφή. Μάλιστα, μέσω του μηχανισμού που ορίζεται ως «προκατάληψη της αναδρομικής γνώσης», ο ασθενής κατηγορεί τον εαυτό του διαρκώς για παρελθοντικές απώλειες, τις οποίες στο παρόν αξιολογεί ως προβλέψιμες.

Συγχρόνως, υπό το καθεστώς της απογοήτευσης, μειώνεται η ανοχή του στη ματαίωση: σαν να μην είναι σε θέση να πιστέψει ότι, αν περιμένει και συνεχίσει να δρα μεθοδικά, κάτι καλό μπορεί να συμβεί, έστω κι αν δεν πρόκειται για άμεση ικανοποίηση της ανάγκης του ακριβώς με τον τρόπο που αυτή αναπαρίστατο στο μυαλό του. Δεν μπορεί να αποφύγει εδώ ο ψυχαναλυτικά ενήμερος αναγνώστης κάποιες σκέψεις όσον αφορά τις δύο αρχές της ψυχικής λειτουργίας: αν ο καταθλιπτικός αδυνατεί να αντλήσει ευχαρίστηση από την πραγματικότητα, μήπως αυτό συνδέεται περισσότερο με μια αδύνατη διαπραγμάτευση μεταξύ αρχής της πραγματικότητας και αρχής της ευχαρίστησης, όπου η πεισματική «αγκίστρωση» στη δεύτερη δυσχεραίνει την επαρκή εγκατάσταση της πρώτης, και λιγότερο με κάποιας μορφής έλλειμμα, γνωστικό ή άλλο, για το οποίο πολύς λόγος γίνεται τελευταία; Σ’ αυτήν την περίπτωση, οι «ανεπάρκειες» που διαγιγνώσκουμε στον καταθλιπτικό στο να γίνει θηρευτής της ηδονής, της επιτυχίας, της χαράς της ζωής θα μπορούσαν να ιδωθούν ως το αδύνατο πένθος ενός ιδεώδους, μπροστά στο οποίο όλα τα άλλα αντικείμενα μοιάζουν «θαμπά», καταδικασμένα να αποτύχουν. Η έννοια της καθήλωσης που προαναφέρθηκε θα μπορούσε να φανεί πολύ χρήσιμη σε μια τέτοια απόπειρα ερμηνείας, καθώς, πέραν των όποιων συνδέσεων μέσω ενίσχυσης που μπορεί να ευνοούν την επαναληπτικότητα των αντιδράσεών του στα ερεθίσματα, ο καταθλιπτικός, από την άποψη της ψυχικής του πραγματικότητας, είναι απολύτως ειλικρινής όταν, παραμερίζοντας τις εναλλακτικές που του προτείνουμε ως θεραπευτές, μας δηλώνει σθεναρά ότι αυτός ξέρει αυτό που του χρειάζεται και αυτό που τον ευχαριστεί.

Ο Leahy, παρότι ως γνωστικός θεραπευτής πιστεύει σε μεγάλο βαθμό στη δύναμη της συνειδητής ανθρώπινης θέλησης και στη δυνατότητα ισχυροποίησής της μέσω της γνώσης, προειδοποιεί ωστόσο για τους κινδύνους του να εμφανίζεται ο θεραπευτής ως ο εκπρόσωπος της «θετικής σκέψης» μέσα στη θεραπεία, στην οποία επιδιώκει να προσηλυτίσει τον ασθενή. Αυτή του η ικανότητα να «αντέξει» την «αρνητικότητα» του ασθενούς, όχι ιδιαίτερα συχνή στον χώρο των πιο «παρεμβατικών» θεραπευτικών προσεγγίσεων, προκύπτει από την αναγνώριση από μέρους του ότι η «απαισιοδοξία», εν προκειμένω, μπορεί να επιτελεί λειτουργίες ζωτικές: για ορισμένους ασθενείς η μελαγχολία μπορεί να συνδέεται με μια μορφή πικρής, αλλά πολύτιμης σοφίας, προτιμότερης για κείνους από κάθε μέθοδο «γνωστικής ορθοπεδικής». Από αυτήν την άποψη, ο Leahy αποδεικνύεται κι ο ίδιος «σοφότερος» από πολλούς συναδέλφους του, που επιδιώκουν με κάθε τίμημα να απαλλάξουν τους ασθενείς τους από τα «βάρη» του καταθλιπτικού τους συναισθήματος και να τους «επανεντάξουν» εσπευσμένα στην κοινωνία αποδοτικούς, ευέλικτους και ευπροσάρμοστους. Αν μη τι άλλο, ακόμα κι αν δυσκολεύεται να κατανοήσει πλήρως το σκεπτικό των ασθενών του, επιδεικνύει τουλάχιστον σεβασμό κι ευαισθησία στο ότι για κείνους έχει νόημα.

  • Στην αυτοπαρεμπόδιση, που είναι και η τελευταία μορφή αντίστασης στην οποία αναφέρεται ο Leahy. Στην εκδοχή αυτή της αντίστασης, το άτομο διαρκώς υπεκφεύγει κάθε ενδεχόμενο να υποβληθεί σε αξιολόγηση το κατά πόσο η έκβαση μιας κατάστασης εξαρτάται από δικές του ενδογενείς ικανότητες ή από εξωγενείς παράγοντες. Φαίνεται ότι αυτή η μορφή αντίστασης σχετίζεται άμεσα με μια έννοια προσφιλή στους γνωστικούς θεραπευτές, αυτήν της αυτοεκτίμησης. Ο ασθενής που δεν έχει εμπιστοσύνη στις ικανότητές του προστατεύεται συχνά π.χ. από μια σχολαστική τελειοθηρία που τον αναστέλλει από το να προσπαθήσει να δράσει, καθώς ποτέ δεν αισθάνεται «έτοιμος» για κάτι τέτοιο. Η επίσχεση κάθε ανάληψης πρωτοβουλίας αποτελεί την καλύτερη εγγύηση ότι κάποιος δεν θα αποτύχει ποτέ, κι έτσι δυνητικά μια παιδική παντοδύναμη εικόνα εαυτού παραμένει άτρωτη από τις διαψεύσεις και τα πλήγματα της εμπειρικής πραγματικότητας, ως δυνάμει ισχύουσα, ενώ η εκπλήρωσή της μετατίθεται αορίστως στο μέλλον.

 

*

Σε γενικές γραμμές το βιβλίο του Leahy αξίζει να διαβαστεί τόσο από θεραπευτές που ξεκινούν να εργάζονται, ιδίως με ασθενείς που εμφανίζουν καταθλιπτική συμπτωματολογία, όσο και από έμπειρους θεραπευτές κάθε θεραπευτικής κατεύθυνσης, καθώς θέτει ζητήματα που αντιμετωπίζουμε όλοι οι θεραπευτές με τους ασθενείς μας που, όσο ενθουσιωδώς κι αν προσπαθούμε κάποιες φορές, συνειδητά ή ασυνείδητα, να τους κάνουμε να ενστερνιστούν τα θεραπευτικά ιδανικά μας, εκείνοι, για τους δικούς τους ψυχικούς λόγους, συνεχίζουν να μας αντιστέκονται.

Μια ουσιώδης ίσως διαφορά που διακρίνει κάποιος, αφού διαβάσει το βιβλίο του Leahy, στον τρόπο που «χειρίζεται» ένας γνωστικός θεραπευτής την αντίσταση σε σχέση με αυτόν που θα ακολουθούσε π.χ. ένας ψυχαναλυτικής ή προσωποκεντρικός-υπαρξιακής κατεύθυνσης θεραπευτής είναι ότι ο πρώτος, όταν «ανιχνεύει» αντίσταση (π.χ. στο περιεχόμενο των συνειρμών, σε μια όψη της μεταβίβασης κ.ά), παρεμβαίνει επιδιώκοντας την άρση της, εκεί που ο προσωποκεντρικός θεραπευτής θα «συνέπλεε» μαζί της, κρίνοντας σκόπιμο να συνοδεύσει τον ασθενή του σ’ αυτό που ζει, τουλάχιστον για ένα διάστημα, χωρίς να προσπαθήσει να τον αλλάξει, και ο ψυχαναλυτής θα εστίαζε στο να ερμηνεύσει την αντίσταση την κατάλληλη στιγμή για τη θεραπευτική δυάδα.

Μια στάση, ωστόσο, μεγαλύτερης «ανοχής» ενώπιον της αντίστασης προϋποθέτει ορισμένες ιδιότητες που θα πρέπει να διαθέτει ο θεραπευτής: αντί να βιώσει την αντίσταση ως απειλή για τη θεραπευτική του αυθεντία και να εμπλακεί σ’ έναν ασυνείδητο ανταγωνισμό με τον θεραπευόμενό του για το ποιος θα «επιβληθεί» στη σχέση ή, αντίθετα, να παραιτηθεί, θεωρώντας ότι «δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τον ασθενή του, γιατί αντιστέκεται», ο θεραπευτής θα πρέπει να μπορεί να δει την αντίσταση ως πρόκληση μέσα στη θεραπευτική σχέση, ως κίνητρο να αναζητήσει από κοινού με τον θεραπευόμενό του στο εδώ και τώρα αυτό που έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο τη θεραπευτική σχέση, είτε στη συνέχεια αυτό συνδεθεί με το παρελθόν και την προσωπική ιστορία του ασθενούς είτε μελετηθεί σε σχέση με το σύνολο των διαπροσωπικών του σχέσεων είτε ιδωθεί ως απόρροια συγκεκριμένων δυσλειτουργικών σχημάτων του ασθενούς, τα οποία τον οδηγούν να «μεταφράζει» αναλόγως τα δεδομένα της θεραπευτικής σχέσης.

Όπως και να ’χει, πρόκειται για ένα βιβλίο που συνεισφέρει ουσιωδώς στη βιβλιογραφία των ψυχοθεραπειών στη χώρα μας, θίγοντας μια σειρά από καίριες θεματικές, που μία τουλάχιστον απ’ αυτές, αν όχι περισσότερες, συναντά κανείς σε κάθε ψυχοθεραπεία. Αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην πολύ καλή και προσεκτική μετάφραση. Το κείμενο έχει αποδοθεί σε ρέουσα ελληνική γλώσσα, κάτι που καθιστά ένα έργο πολυσέλιδο ευκολοδιάβαστο. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το έργο αυτό του Leahy μας επιτρέπει να «μπούμε στο μυαλό» του καταθλιπτικού ασθενούς. Το ερώτημα είναι αν αυτό αρκεί για να προσεγγίσουμε την ψυχική λειτουργία του.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.