Μάριος Μπέγζος
Καθηγητής της Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας και
Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής
Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 24 [2012 – τόμος 08]
Ι. Ηδονή χωρίς οδύνη
Η νεωτερικότητα στη δυτική ευρωπαϊκή κοσμοθεωρία της, από τον αναγεννησιακό ανθρωπισμό μέχρι και τον διαφωτισμό, αντιμετωπίζει το πρόβλημα του πόνου με την αισιόδοξη πεποίθηση στη γραμμική πρόοδο της ιστορίας, με τη δραστική παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση και στην κοινωνία, με επανάσταση ή / και με εξέλιξη (revolution / evolution), και γενικότερα με την ουτοπική προσμονή ενός κάποιου «παραδείσου» (αταξικού ή μη). Από κάποιον ιδεατό «χρυσό αιώνα» του απώτατου παρελθόντος, η νεωτερικότητα ενατενίζει την ουτοπία του μέλλοντος με την άρση του πόνου, φυσικού ή ψυχικού, ατομικού και συλλογικού.
Η πρώτη χρονικά και οπωσδήποτε η πιο ρηξικέλευθη κριτική στην παραπάνω θεώρηση του πόνου εμπεριέχεται στην ψυχανάλυση και μάλιστα στις φροϋδικές πρωταρχές της, τις Τρεις Πραγματείες για τη Θεωρία της Σεξουαλικότητας (1905). Το δίπολο μαζοχισμός – σαδισμός αναπτύσσεται με άξονα το δίδυμο ηδονή – οδύνη. Κοινός παρονομαστής τους είναι η πρόκληση ηδονής από την οδύνη. Διαφορετικός αριθμητής παραμένει το πρωταρχικό υποκείμενο του ζεύγματος ηδονή – οδύνη, που είναι το Εγώ στον μαζοχισμό και το ΄Άλλο στον σαδισμό.
Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν νοείται ανθρώπινος ψυχισμός χωρίς αμφιθυμία (Ambivalenz). Η συγκρουσιακή υφή του ανθρώπου συνδηλώνεται σαφέστατα στην ταυτόχρονη συνύπαρξη δυο εντελώς αντιθέτων καταστάσεων, όπως είναι η θετικά νοούμενη ηδονή και η αρνητικά χρωματισμένη οδύνη, που κατά μιαν άλλη εύστοχη ορολογία συναποκλήθηκαν «αλγολαγνεία», δηλαδή «άλγος» (οδύνη) και «λαγνεία» (ηδονή).
Επιπλέον διαπιστώνεται η αμοιβαία σχέση ανάμεσα στην επιθετικότητα και τη σεξουαλικότητα που αντιστοιχίζεται στο δίπολο οδύνη – ηδονή. Ο Φρόυντ τονίζει ότι «κάθε είδους πόνος περιέχει μέσα του τη δυνατότητα ενός αισθήματος ηδονής» και υπογραμμίζει: «΄Ενας σαδιστής είναι πάντα συγχρόνως και ένας μαζοχιστής» (Τρεις Πραγματείες, Α΄, 2, Β΄).
Το φάσμα του θανάτου είναι το «τραύμα της γέννησης» (Trauma der Geburt). Δίδυμοι προάγγελοι θανάτου, δηλαδή απώλειας και χωρισμού, είναι ο πόνος και η πείνα. Αντίδοτο ζωής είναι η δίδυμη παροχή του θηλασμού, δηλαδή η τροφή και η στοργή. Ο πόνος καταπραΰνεται με τη στοργή και η πείνα προλαμβάνεται με την τροφή. Έτσι απομακρύνεται το φάσμα του θανάτου προσωρινά κάθε φορά και πρόσκαιρα μέχρις ότου επέλθει η βιολογική τελευτή του ανθρώπινου υποκειμένου. Μοιάζει να ισχύει η φροϋδική ρήση: «Αν θέλεις να αντέξεις τη ζωή, προετοιμάσου για τον θάνατο» (Για τον Πόλεμο και τον Θάνατο, Ι. Η απογοήτευση από τον πόλεμο). Η σύγχρονη γηριατρική επιστήμη με το στόμα ενός επιφανούς σύγχρονου Γάλλου εκπροσώπου της συνιστά: «Να προσθέτεις στα χρόνια σου ζωή, αντί να προσπαθείς να προσθέτεις στη ζωή σου χρόνια»!
ΙΙ. Οδύνη με ηδονή
Η ανατολική παράδοση είναι εξοικειωμένη με την παρουσία του πόνου μέσα στη ζωή μας. Με τον όρο «ανατολική παράδοση» εννοούμε ένα ευρύτατο φάσμα βιοθεωρητικών αντιλήψεων που ανατέλλουν επί αιώνες από την Εγγύς Ανατολή μέχρι και την Άπω Ανατολή και εμβιώνονται σε πολυποίκιλες θρησκευτικές παραδόσεις είτε μονοθεϊστικές (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, Ισλάμ) είτε πολυθεϊστικές (ινδουισμός, βουδισμός κ.λπ.).
Η ανατολική βιοσοφία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος είναι μια ύπαρξη που πονά και πεινά, υποφέρει και ταλαιπωρείται, μοιράζεται χαρές και λύπες, ηδονές και οδύνες. Ο άνθρωπος κυοφορείται με πόνους και γεννιέται με τις ωδίνες του τοκετού. Ο πρώτος ήχος ζωής του νεογνού είναι το κλάμα και συνεχίζει τον επίγειο βίο του με πόνο και πείνα, γέλια και κλάματα.
Όλη η ζωή κυλάει έτσι για να τελειώσει με το αποτροπιαστικό όσο και αναπόφευκτο τρίπτυχο: την αρρώστια, τα γηρατειά και τον θάνατο. Ακόμα κι αν κάποιος αντέξει την ασθένεια, θα υποκύψει στην απίσχανση των βιολογικών δυνάμεών του που λέγεται γήρας. Όσο κι αν προεκταθεί ο βίος του ανθρώπου προσλαμβάνοντας τριψήφιο αριθμό ετών, «καταντώντας» αιωνόβιος ή υπεραιωνόβιος, μια κάποια μέρα θα αναγγελθεί ο θάνατός του με τη γνωστή διατύπωση των νεκροσήμων: «πλήρης ημερών»! Η χαρά της ζωής και η λύπη του θανάτου, η ηδονή και η οδύνη είναι σαν την ανάσα μας: εισπνέουμε το ένα και εκπνέουμε το άλλο.
Ο Ντοστογιέφσκι διατύπωνε αυτήν την αλήθεια με τη φράση «πάσχω άρα υπάρχω» (“doleo ergo sum”). Ο μεγαλύτερος Ρώσος φιλόσοφος του 20ού αιώνα, ο Νικόλαος Μπερντιάεφ (1874-1948) υπογράμμιζε αυτή τη διατύπωση: «doleo ergo sum» και σημείωνε την αντίθεση προς τη δυτική φιλοσοφία που με το στόμα του Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1663) πίστευε: «cogito ergo sum» («σκέπτομαι άρα υπάρχω»). Θεμέλιο της ζωής για τον άνθρωπο της νεωτερικότητας είναι η σκέψη, ενώ για τον παραδοσιακό πρόγονό του είναι ο πόνος.
Ένας κορυφαίος Έλληνας Πατέρας της Εκκλησίας, ο Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662), τόνιζε ότι ο ανθρώπινος βίος αποτελείται από ηδονές και οδύνες: «Ουκ ενδέχεταί ποτε χωρίς οδύνης είναι την ηδονήν» (Φιλοκαλία, Β΄, νγ΄). Στην ίδια συνάφεια επισημαίνει ότι «πάσης θλίψεως, τέλος εστιν η χαρά» (Β΄, μδ΄). Αλλού παρατηρεί: «Ο σωματικής ηδονής μη εφιέμενος και οδύνην παντελώς μη φοβούμενος, γέγονεν απαθής» (Β΄ , να΄), δηλαδή η απάθεια συναρτάται με την υπέρβαση της επιθυμίας για ηδονή και με την αποβολή του φόβου της οδύνης. Η εξήγηση που χορηγεί ακούγεται έτσι: «Δια γαρ την ηδονήν αγαπώμεν τα πάθη και δια την οδύνην φεύγομεν την αρετήν» (Β΄ , νβ΄). Σημειώνει επίσης: «πάσης ηδονής είναι πάντως την οδύνην διάδοχον» (Β΄, νγ΄).
Πάρα πολύ ενδιαφέροντα σχόλια βρίσκει όποιος θα ήθελε να εγκύψει καλύτερα στο θέμα ηδονή – οδύνη στην ερμηνευτική μελέτη του μακαριστού π. Ευσεβίου Βίττη, Ηδονή-Οδύνη, 2 τόμοι, 1990/1992. Δεν έκανε κανένα λογοπαίγνιο της ελληνικής γλώσσας παίζοντας τάχα με τη συνήχηση του αναγραμματισμού μιας λέξης (ηδο/οδύ-νη), αλλά δίδασκε μιαν αλήθεια της σκληρής πραγματικότητας στη ζωή μας, ότι δηλαδή ο πόνος και η χαρά είναι πάντοτε μαζί. Αυτό λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα «χαρμολύπη», δηλαδή χαρά και λύπη μαζί. Μια άλλη προσφιλής λέξη της εκκλησίας είναι το «σταυροαναστάσιμο»: κάτι που είναι Σταυρός και Ανάσταση μαζί.
Άλλωστε μέσα στον λειτουργικό χρόνο της Ορθοδοξίας, η ημέρα αρχίζει μέσα στη νύκτα, τα μεσάνυχτα είναι η αρχή της καινούργιας μέρας που δεν έχει φέξει ακόμα, αλλά όπου να ’ναι θα ανατείλει σε λίγες ώρες με το χάραμα. Ο Όρθρος, η πρώτη ημερήσια λατρευτική εκδήλωση του εκκλησιαστικού ωρολογίου, τελείται μέσα στη νύχτα και μάλιστα στο πιο βαθύ σημείο της, λίγο πριν ξημερώσει, στο λυκαυγές. Η Αγρυπνία είναι μια άλλη σειρά τελετών που τελείται μέσα στη νύχτα, αρχίζοντας μετά τη δύση του ηλίου με τον Εσπερινό, συνεχίζοντας με τον Όρθρο και ολοκληρώνοντας με τη θεία Λειτουργία, όπου τελείται η Ευχαριστία και αποκορυφώνεται ο λατρευτικός κύκλος της εκκλησίας.
Δεν είναι διόλου τυχαίο ούτε συμπτωματικό ότι σε πολλές θρησκευτικές παραδόσεις και μάλιστα μονοθεϊστικές, ιδίως στον ιουδαϊσμό, η λατρεία αρχίζει με το λυκόφως και τελειώνει με το λυκαυγές, αποχαιρετώντας την οδύνη του σκότους που επέρχεται μέσα στη νύκτα και συνάμα καρτερώντας κι αναγγέλλοντας την ηδονή του φωτός που ανατέλλει κατά την ημέρα. Εσπερινός και Όρθρος, λυκόφως και λυκαυγές, οδύνη και ηδονή συνυπάρχουν, εναλλάσσονται και αλληλοσυμπληρώνονται.
Με τέτοιο τρόπο προβάλλεται η ελπίδα αντί για την απελπισία και προτείνεται μια στάση ζωής που ονομάζεται «τραγικός ρεαλισμός». Η ανατολική βιοσοφία έχει αίσθηση της πραγματικότητας (ρεαλισμός), αλλά έχει επίσης συναίσθηση της παρουσίας του κακού που παραμονεύει μέσα στην ανθρώπινη ζωή (τραγικότητα). Ο τραγικός ρεαλισμός της Ανατολής δεν είναι αφελής, επιπόλαιος και ανόητα χαρούμενος, δεν διαθέτει “happy end” ούτε επαγγέλλεται έναν ασφαλή παράδεισο. Πρόκειται για ρεαλισμό σοβαρό, όχι σοβαροφανή και σκυθρωπό, ούτε μελαγχολικό και καταθλιπτικό. Ο πιστός μαθαίνει να βλέπει τον ουρανό, χωρίς ποτέ να λησμονεί ότι πατά γερά με τα πόδια του πάνω στη γη μέσα στην οποία θα καταλήξει το σώμα του μια μέρα πεθαίνοντας.
Αξίζει να ληφθεί υπόψη μια καίρια κριτική παρέμβαση σε αυτό ακριβώς το θέμα από τον Ιωάννη Ζηζιούλα, Μητροπολίτη Περγάμου, στο βιβλίο του Communion and Otherness (London 2006). Σε μια υποσημείωση παρατηρεί τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα: «Υπάρχει μια τάση, ιδιαίτερα εμφανής στη ρωσική ορθόδοξη σκέψη προς την κατεύθυνση μιας “μεταφυσικής του πόνου”. Στον Ντοστογιέφσκι αυτό παρουσιάζεται παραδειγματικά στη σκέψη του οποίου το αυθεντικό πρόσωπο φαίνεται να ολοκληρώνεται στον “καθολικά <συνολικά> πονεμένο” άνθρωπο». Συνεχίζοντας διαχωρίζει την προσωπική του τοποθέτηση, διαφοροποιείται από τον Ντοστογιέφσκι και διευκρινίζει ότι για τον ίδιο τον Μητροπολίτη Περγάμου ισχύει ότι «όταν η αγάπη εγκολπώνεται τον πόνο, στοχεύει στην υπέρβαση του πόνου και την υπεραναπλήρωσή του, ακόμα και στον περιορισμό του πόνου. Ο πόνος όπως και ο θάνατος είναι “εχθρός” της αγάπης. Η Ανάσταση του Χριστού εκτοπίζει την “μεταφυσική του πόνου”» (σελ. 63, σημ. 145).
Πάμπολλα επιμέρους ζητήματα διανοίγονται με την παραπάνω παρατήρηση. Ας υπαινιχθούμε εδώ μερικά μόνο αποφεύγοντας να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες κι αφήνοντας την πραγμάτευσή τους για μελλοντική διασχολική (σεμιναριακή ή / και συνεδριακή) συζήτηση θεολόγων, ψυχοεπιστημόνων και φιλοσόφων. Για παράδειγμα, δικαιούται κάποιος να εξισώσει τον ασκητισμό με τον μαζοχισμό και τον πουριτανισμό, τον πιετισμό και τον ευσεβισμό με τον σαδισμό; Πού τελειώνει ο μονοθεϊσμός και πού αρχίζει ο σαδομαζοχισμός του πολιτισμού μας; Ακόμα παραπέρα κάθε σύστημα κοσμοσωτηρίας της ανθρωπότητας με «παράδεισο» (αταξικό ή μη) προϋποθέτει αναπόφευκτα και αναπότρεπτα ισχυρή δόση «ενήδονης οδύνης» και «ενώδυνης ηδονής»: Μπορεί το «σύστημα» (κόμμα, θρησκεία, εταιρεία) να μην είναι σαδομαζοχιστικό;
Απαντήσεις στις απορίες του αυτές αναμένει ο υπογραφόμενος συντάκτης του άρθρου αυτού από τους παραλήπτες του τεύχους και αναγνώστες της «Σύναψης». Κάπως έτσι ευοδώνεται ο διάλογος για ουσιώδη της ζωής μας, ίσως απαλύνεται η οδύνη και ευοδώνεται η ηδονή κατά κάποιο τρόπο τουλάχιστον, λίγο ή πολύ, αδιάφορο…
Βιβλιογραφία
Παραπέμπουμε για περισσότερα στοιχεία και συνολικότερη θεώρηση στα μελετήματά μας: Ψυχολογώντας την Θρησκεία, Αθήνα, Εκδόσεις Γρηγόρη 2011 και: Ψυχολογία και Θρησκεία, Αθήνα, Εκδόσεις Γρηγόρη 2011.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.