Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

 

σύναψις 24 [2012 – τόμος 08]

Όπιο και ιατρική

[ Από το Αθ. Καράβατο, Γρ. Αμπατζόγλου, Ε. Χριστοπούλου-Αλετρά, Euphorica/Phantastica, Όνειρο και Ψυχοπαθολογία, Εξάντας 2003 – Προσεγγίσεις/2, σελ. 13-22 ]

Η χρήση ευφορικών ουσιών που σήμερα, με τη μορφή της φαρμακοεξάρτησης, αποτελεί ένα σύνθετο ιατρικό, ψυχολογικό και κοινωνιολογικό φαινόμενο, έχει βαθιές τις ρίζες της μέσα στην πολιτισμική και θρησκευτική ιστορία της ανθρωπότητας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η συλλογή και η μαγικο-ιατρική χρήση φυτικών ουσιών αποσκοπούσε, κατά κύριο λόγο, στην ανακούφιση του πόνου. Το θεραπευτικό αποτέλεσμα προέκυπτε όχι μόνο με αυτή καθ’ εαυτή τη δραστική ουσία αλλά και με επίκληση του υπερφυσικού, που παρενέβαινε, μέσω του μάγου-ιερέα,  είτε κατά την παρασκευή είτε κατά τη χορήγηση της ουσίας. Με την ανάδυση του ορθού λόγου της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας, τη θέση των θεών και των ιερέων θα πάρει ο κοινός άνθρωπος-ιατρός. Η συλλογή φυτών και η επεξεργασία των παραγώγων τους αποβλέπουν πλέον στην παρασκευή ιατρικών φαρμάκων.1

Το όπιο –η λέξη προέρχεται εκ του αρχαιοελληνικού «οπός» που θα πει γαλακτώδης φυτικός χυμός2– ανιχνεύεται στα βάθη αυτής της μακραίωνης πορείας. Μια πρώτη ένδειξη φαίνεται να είναι η ανεύρεση σπόρων και καλύκων της υπνοφόρου παπαρούνας σε λημναίους ελβετικούς οικισμούς της λίθινης εποχής.3 Πρώτη γραπτή επιβεβαίωση, κατά πολύ μεταγενέστερη βέβαια, βρίσκεται σε σουμεριακή επιγραφή του 7ου π.Χ. αιώνα στην οποία εντοπίζεται ο συνδυασμός δύο ιδεογραμμάτων: το ένα παριστάνει το  «φυτό» και το άλλο τη «χαρά».4 Στον πάπυρο του Ebers (κατά τον παπυρολόγο Breasted, που τον βρήκε, είναι έργο του 1500 π. Χ., κατά άλλη εκδοχή5 ανήκει στον 17ο αιώνα και ίσως αντιγράφει άλλον που συντάχθηκε γύρω στα 3000 χρόνια) αναφέρεται η χρήση του οπίου σε παιδιά, «για να μη φωνάζουν πολύ δυνατά».6,7

Στη σκηνή της Οδύσσειας, που περιγράφει την επίσκεψη του Τηλέμαχου στον Μενέλαο της Σπάρτης, η ανάμνηση του χαμένου Οδυσσέα προκαλεί θλίψη και θρήνο στην ομήγυρη. Τότε η Ελένη έβαλε στο κρασί «φάρμακον», «ένθεν έπινον, νηπενθές τ’ άχολόν τε κακών επίληθον απάντων». «Τέτοια βοτάνια μαγικά είχε του Δία η κόρη, παρμένα απ’ την Πολύδαμνα, του Θώνα τη γυναίκα στην Αίγυπτο, όπου η πλούσια γης βγάζει ανακατωμένα άλλα βοτάνια ωφέλιμα κι άλλα θανατηφόρα».8 Το νηπενθές ήταν παρασκεύασμα που περιείχε όπιο9,10,11. Ο Chast12 εντοπίζει την πρώτη αναμφισβήτητη αναφορά της θεραπευτικής χρήσης του οπίου στο Historia Plantarum του Θεοφράστου (3ος π. Χ. αιώνας). Ακολούθησαν ο Διοσκουρίδης με το Materia Medica (περί το 70 μ. Χ.) και ο Πλίνιος με το Naturalis Historia (23-79 μ. X.).

Ο Γαληνός (130-200 μ. Χ.) αναφέρει την προσθήκη οπίου στα διάφορα ιατρικά παρασκευάσματα θηριακής (π.χ. στον θηριακό οίνο), στα πολυσύνθετα εκείνα φάρμακα που έλαβαν το όνομα τους επειδή προστάτευαν από τα άγρια θηρία, από τα δήγματα φιδιών ιδιαίτερα (στη σύνθεσή τους υπήρχε συχνά σάρκα φιδιού).13,14 Ας σημειωθεί ότι από την ονομασία των παρασκευασμάτων αυτών προήλθε το περσικό τιριάκ, το τουρκικό τιριακί και το νεοελληνικό θεριακλής, ο μανιώδης για κάτι, αλλά και ο οπιοπότης.15

Οι D. και M. Gourevitch αναφέρουν ότι, κατά τον Γαληνό, η χρήση των θηριακών σκευασμάτων έχασε με τον καιρό την αποκλειστική τους ένδειξη στις δηλητηριάσεις: βοηθούσαν κι αυτούς που είχαν προβλήματα υγείας, γαστρεντερικές διαταραχές ιδίως. Η σύνθεσή τους γινόταν ολοένα και πιο πολύπλοκη, όντας ένα βασικό προστατευτικό της υγείας εν γένει. Η απολυτότητα αυτής της πεποίθησης διατήρησε τα σκευάσματα αυτά μέχρι και τον 19ο αιώνα (στη γαλλική φαρμακοποιία υπήρχαν μέχρι το 1884). Καθημερινή χρήση θηριακής που περιείχε όπιο έκανε ο στωϊκός Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, γιατρός του οποίου ήταν ο Γαληνός που το αναφέρει, προσθέτοντας ότι είχε προβλήματα ύπνου και υπέφερε από γαστραλγίες.16

Μηκυναϊκές θεότητες, φέρουσες στολίδια της κεφαλής που παριστούν κάψα της μήκωνος της υπνοφόρου (Kritikos PG & Papadaki SP. The History of the Poppy and of Opium and Their Expansion in Antiquity in the Eastern Mediterranean Area. Bulletin of Narcotics 1967, 19, 3, 17-38.)
Μηκυναϊκές θεότητες, φέρουσες στολίδια της κεφαλής που παριστούν κάψα της μήκωνος της υπνοφόρου (Kritikos PG & Papadaki SP. The History of the Poppy and of Opium and Their Expansion in Antiquity in the Eastern Mediterranean Area. Bulletin of Narcotics 1967, 19, 3, 17-38.)

Οι ίδιοι συγγραφείς εντόπισαν σε κείμενο του Γαληνού ένα είδος «τοξικομανίας» κάτω από τον όρο «φιλοφάρμακος»: έτσι χαρακτήριζε κάποιον που, παρά τις οδηγίες του, όχι μόνο συνέχιζε να χρησιμοποιεί φάρμακα αλλά και κατέφευγε σε τεχνάσματα και ψεύδη για να το αποκρύψει. Η διαπίστωση της χρωματισμένης από το φάρμακο γλώσσας και η αύξηση του σφυγμού τον αποκάλυψε· ο Γαληνός απέδιδε τον πυρετό του στο φάρμακο. Σε ψευδο-γαληνικό σχόλιο ιπποκρατικού κειμένου αναφέρεται ότι «υπάρχουν άνθρωποι φιλοφάρμακοι σε βαθμό να παίρνουν, κατά την απουσία μας, φάρμακα που ανεβάζουν τον πυρετό, ικανά να αλλοιώσουν αισθητά  τη φύση τους (…). Μερικοί έχουν συνηθίσει να παίρνουν φάρμακα και δεν αντέχουν να ζουν χωρίς αυτά».17

Οι Άραβες γιατροί, ο Αβικέννας (980-1037) ιδίως, συνέχισαν την παράδοση του Γαληνού που μεταδόθηκε, από το 10ο αιώνα και μετά, μαζί με τους σταυροφόρους, στη μεσαιωνική Ευρώπη. Σταθμός στη πορεία αυτή είναι το tinctura laudanum του Παράκελσου (1493-1541). Η τοξική του ενέργεια περιόρισε κάπως τη χρήση του, μέχρι που αποκατέστησε τη χρήση του ο Sydenham (1624-1689): «Ανάμεσα στα φάρμακα που ο παντοδύναμος Θεός (…) παρουσίασε στους ανθρώπους για να απαλύνει τα βάσανά τους, δεν υπάρχει πιο παγκόσμιο και πιο αποτελεσματικό από το όπιο (…). Αυτό το φάρμακο είναι άλλωστε τόσο αναγκαίο στην ιατρική που δεν θα ήταν ικανή χωρίς αυτό· ένας γιατρός, όταν γνωρίζει να το χειρίζεται όπως πρέπει, θα κάνει καταπληκτικά πράγματα που κανένας δεν θα περίμενε από ένα φάρμακο».18 Την ίδια αυτή εποχή κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο που παρουσίασε λεπτομερώς τα αποτελέσματα του οπίου, είτε από περιορισμένη είτε από χρόνια χρήση του, καθώς και τους μηχανισμούς της δράσης του (προκαλεί μια «ευχάριστη αίσθηση» και δεν «μειώνει τα ζωϊκά πνεύματα», όπως πίστευαν ως τότε). Πρόκειται για το Mysteries of Opium Reveal’d που εξέδωσε το 1700 ο Dr John Jones (1645-1709) όπου, χαρακτηριστικά, δεν συνιστάται η απότομη διακοπή του οπίου, όταν αυτό λαμβάνεται για καιρό.19,20 Στον κατά Φαντασία ασθενή του Μολιέρου οι καθηγητές τη Ιατρικής Σχολής εξετάζουν τον υποψήφιο γιατρό και τον ρωτούν γιατί το όπιο φέρνει ύπνο (opium facit dormire), ανακατεύοντας για την περίσταση τα γαλλικά τους με τα απαραίτητα λατινικά της επιστήμης. Και κείνος απαντά, στο ίδιο πάντα γλωσσικό μείγμα, ότι το όπιο κοιμίζει επειδή διαθέτει μια υπνοφόρο ιδιότητα (virtus dormitiva). Άξιος, άξιος, λοιπόν, να εισέλθει ο υποψήφιος στο σώμα των γιατρών (dignus, dignus est entrare / in nostro docto corpore), ανακράζουν ικανοποιημένοι οι καθηγητές.21 Στην ελληνική του απόδοση: «“Για πιο λόγο το αφιόνι / ύπνο φέρνει και ναρκώνει;” / Tου απαντώ τώρα κιόλας / “το ’χει από φυσικού του / το αφιόνι να κοιμίζει”».22 Το έργο παίχτηκε το 1673, με τον ίδιο επί σκηνής βαριά άρρωστο. Ο Μολιέρος πέθανε εκείνο το βράδυ.

Η ιατρική δεν ήταν ο μόνος δρόμος που οδήγησε στην «οπιοφαγία», ήταν όμως ένας σημαντικός δρόμος. Το διαπιστώνει η σχετική σύγχρονη ιστορική έρευνα23,24,25,26. Ο Cullen (1710-1790), ο ονοματοδότης των νευρώσεων, συνιστούσε το όπιο σε κάθε πάθηση (τέτανο, τύφο, καρκίνο, χολέρα, ρευματισμούς, ελονοσία, υστερία κλπ) πιστεύοντας ότι με την ηρεμιστική του ενέργεια αναστέλλει την κίνηση του νευρικού ρευστού από και προς τον εγκέφαλο. Ο John Brown (1735-1788), μαθητής του Cullen, χρησιμοποιούσε το λάβδανο ως διεγερτικό, για να αυξήσει το επίπεδο της σωματικής «ερεθιστικότητας», καθώς πίστευε ότι τα νοσήματα χαρακτηρίζονται, κυρίως, από μια κατάσταση ασθενείας. Εκείνη την εποχή δυσκολεύονταν να κατανοήσουν ταυτόχρονα και την διέγερση του κυκλοφορικού και την μείωση, μέχρι ύπνου, των νοητικών λειτουργιών που προκαλούσε το όπιο. «Το όπιο δεν είναι ηρεμιστικό», υποστήριζε ο Brown, «του αποδίδουν υπνογόνο ιδιότητα ενώ είναι ένα από τα ισχυρότερα μέσα για να προκληθεί ή να συντηρηθεί η εγρήγορση. Του αποδίδουν ιδιότητα του παυσίπονου, κάτι που είναι αλήθεια αλλά μόνο για τους πόνους που εξαρτώνται από την ασθενεία».27 Η μέγιστη δημοτικότητα των θέσεών του, που διαδόθηκαν μέσω του συγγράμματός του Elements of Medicine, συνέβαλε στην ταχεία αύξηση της χρήσης του οπίου κατά τον 18ο αιώνα. Με την έλευση του 19ου αιώνα θα πραγματοποιηθούν και οι πρώτες σημαντικές ανακαλύψεις του τρόπου δράσης του, από τις πρώτες εργασίες του Darosne, που ομαδοποίησε το 1803 κάποιες ουσίες υπό το όνομα «ουσιώδες άλας», μέχρι την απομόνωση του «υπνογόνου παράγοντα» από τον Serturner το 1806 τον οποίο ονόμασε μορφίνη το 1817· για τις εργασίες του θα ανταμειφθεί το 1831 με το βραβείο Montyon που απονεμόταν «σε αυτούς που τελειοποιούσαν την τέχνη του θεραπεύειν».28 Η διαπίστωση της ακριβούς χημικής δομής της θα περιμένει, βέβαια, την έλευση του 1923.29

Από τα μέσα, όμως, του 17ου αιώνα είχαν κιόλας αρχίσει να περιγράφονται και αρνητικά φαινόμενα της θεραπείας με όπιο, ακόμα και φαινόμενα «τοξικομανίας» (ο όρος, βέβαια, δεν υπήρχε ακόμα).  Για τον μεγάλο βιταλιστή γιατρό της εποχής, τον Stahl (1660-1734), τον πρόδρομο των γερμανών ρομαντικών (ψυχ)ιάτρων του 19ου αιώνα, το όπιο δρούσε ανασταλτικά στις αυτοθεραπευτικές ικανότητες της ανθρώπινης ψυχής. Προεκτεινόταν έτσι και στο θεραπευτικό επίπεδο (ψυχοθεραπεία vs φαρμακοθεραπεία) η διαμάχη μεταξύ «σωματιστών» και «ψυχιστών» για το θεωρητικό μοντέλο της νόσου. Εντούτοις, ο Reil (1759-1813), ο ρομαντικός Γερμανός ψυχίατρος που έδωσε το όνομα στη νεοαναδυόμενη τότε ψυχιατρική, όχι μόνο θα υποστηρίξει την ανάγκη μιας «ψυχολογικής» θεραπείας, επηρεασμένος καθώς είναι από τον Pinel (1745-1826), αλλά και θα περιγράψει τις ενδείξεις του οπίου, σύμφωνα με τα διαγνωστικά και ψυχοπαθολογικά του κριτήρια, αποδεχόμενος τη γενική θεωρία του John Brown.

Η πρωταρχική ιδέα των ρομαντικών γιατρών της εποχής εκείνης για το όπιο βασιζόταν στην «ολιστική» τους αντίληψη που πήγαζε από την Φιλοσοφία της Φύσης (Schelling, Herder, Goethe). Αυτό το «όλον» το έβλεπαν να πολώνεται μεταξύ ψυχικής και σωματικής ζωής, κάτι δηλαδή που διαπιστωνόταν και στις φαρμακολογικές ιδιότητες του οπίου. Η βασική, όμως, αντίθεση «ψυχιστών» και «σωματιστών» δεν αντιστοιχούσε πάντοτε στη θέση που έπαιρναν έναντι της χρήσης του οπίου: ο «ψυχιστής» Heinroth (1773-1843) δεν δίσταζε να αναφερθεί σ’ αυτή ενώ ο «σωματιστής» Jakobi (1775-1858) δεν απέκρυπτε τη βαθιά του αντίθεση.  Ούτως ή άλλως, ο von Haller (1708-1777) είχε καταγράψει και την ιατρογενή εξάρτηση από το όπιο.

Οι γιατροί του 18ου αιώνα θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το όπιο για την αντιμετώπιση των σωματικών αλλά και των ψυχικών ασθενειών.  Ακόμη και στις αρχές του 19ου αιώνα πολλοί γιατροί αλλά και άρρωστοι δεν θεωρούν το όπιο ως επικίνδυνο «τοξικομανιογόνο», αλλά ως αναλγητικό και ηρεμιστικό για τις «νευρικές κρίσεις». Δεν πρέπει να «εκπλήσσει το γεγονός ότι το όπιο απέβη ταυτόχρονα και ευλογία και κατάρα για το ιατρικό επάγγελμα τον 19ο αιώνα»,30διότι, γύρω στα μέσα του αιώνα αυτού, στο λυκόφως της ρομαντικής εποχής, το πρόβλημα θα γίνει αισθητό και το 1829 ο Hufeland (1762-1836) θα εισαγάγει τον όρο «εξάρτηση στο όπιο»: «Σε μια χρόνια νόσο κάποιος μπορεί να εθιστεί τελικώς στη χρήση του οπίου, που του γίνεται έτσι καθημερινή ανάγκη ή, εάν ο πόνος φύγει, σκοπεύοντας να ανεβάσει το γενικό αίσθημα μέχρι του σημείου της ευεξίας και της ζωντάνιας των σωματικών και ψυχικών του δυνάμεων –όπως ακριβώς ο πότης αλκοολούχων εθίζεται τελικώς στο οινόπνευμα, έτσι ώστε να του γίνει απαραίτητη καθημερινή ανάγκη, με συνέπεια πάντα να αναγκάζεται να παίρνει συνεχώς υψηλότερες δόσεις– γίνεται εξάρτηση στο όπιο [«Opiumsucht», όπως «Trunksucht» για τον αλκοολισμό] (…)».31Την ίδια εποχή ο χαρακτηρισμός «οπιοφάγος» αρχίζει να θεωρείται ως «στίγμα».32 Ο όρος αντιστοιχούσε στον γαλλικό «οπιομανής» αν και στην Αγγλία, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, οι περισσότεροι «οπιοφάγοι» ήταν «λαβδανοπότες».

Υποσημειώσεις

1 Chast F. Histoire contemporaine des médicaments, Paris, La Decouverte 1995, 9-10 και 37-39

2 Liddel & Scott. Greek English Lexicon. Jones & Mckenzie Oxford 1968

3 Lewin L. Phantastica. Drogues Psychédéliques, Stupefiants, Narcotiques, Excitants, Hallucinogènes. Payot, Paris 1970, 60, (πρώτη γερμανική έκδοση το 1924), 51-61.

4 Touzeau D. Le point de vue pharmacologique. Στο, Bergeret J., Leblanc J (Eds), Precis des  toxicomanies. Masson, Paris 1984, 7-31

5 Changeux J.-P, Ο νευρωνικός άνθρωπος, μτφ Β. Μπρίκα, Ράππας, 1986

6 Chast F, ό.π., 38.

7 Lewin L, ό.π., 56.

8 Ομήρου Οδύσσεια. Δ-220-221, Δ-226-230, Μτφ. Σιδέρης Ζ. Βιβλιοθήκη Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων «Ι. Ζαχαρόπουλος»

9 Chast F, ό.π.

10 Lewin L, ό.π., 55

11 Weber M. M. Emrich H. M. Current and Historical Concepts of Opiate Treatment in Psychiatric Disorders. International Clinnical Psychopharmacology  1988, 3, 3, 255-266

12 Chast F,   ό.π., 38.

13 Μέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης. Δ. Δημητράκου, Εκδοτικός Οργανισμός Ελληνική Παιδεία 1964

14 Gourevitch D, Gourevitch M. Marc-Aurele devint-il toxico-dependant? Evolution Psychiatrique 1983, 48, 1, 253-256

15 Μέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, Δ. Δημητράκου, Εκδοτικός Οργανισμός Ελληνική Παιδεία 1964

16 Gourevitch D, Gourevitch M, ό.π.

17 Gourevitch D, Gourevitch M.  La mauvaise foi du toxicomane. Evolution Psychiatrique 1983, 48, 2, 587-591

18 Chast F,   ό.π., 38.

19 Miller RJ, Tran PB, More mysteries of opium reveal’d: 300 years of opiates. Trends in Pharmacological Sciences 2000, 21, 299-304

20 Maehle A-H, Pharmacological experimentations with opium in the eighteenth century. Στο Porter R, Teich M. (Eds) Drugs and narcotics in history Cambridge University Press 1995, 52-76.  

21 Moliere. Le malade imaginaire. Intermède 3. (Βλ την ψηφιακή βιβλιοθήκη Athena, un2sg1.unige.ch/www/athena/html/ athone. html).

22  Μολιέρου. Ο κατά φαντασίαν ασθενής, μτφ ΔΝ Χαρτουλάρης. Αθήνα, Δοδώνη, (Παγκόσμιο Θέατρο 121),  102

23 Miller RJ, Tran PB, ό.π., More mysteries of opium reveal’d: 300 years of opiates. Trends in Pharmacological Sciences 2000, 21, 299-304.

24 Weber MM, Emrich HM, Current and Historical Concepts of Opiate Treatment in Psychiatric Disorders. International Clinnical Psychopharmacology  1988, 3, 3, 255-266.

25 Haller J. S. Opium Usage in Nineteenth-century Therapeutics. Bulletin of New York Academy of Medicine 1989, 65, 5, 591-607

26 Hayter A. Opium and the Romantic Imagination. Faber and Faber, London 1968, 19-35

27 Rey R, Histoire de la douleur. La Decouverte, Paris 1993, 150

28 Στο ίδιο, 175-180

29 Miller RJ, Tran PB, ό.π.

30 Haller JS, Opium Usage in Nineteenth-century Therapeutics. Bulletin of New York Academy of Medicine 1989, 65, 5, 591-607.

31 Maehle A.-H. Opium: explorations of an ambiguous drug. Drugs on Trial: Experiemental Pharmacology and Therapeutic Innovation in thw Eighteenth Century. Clio Medica 53, 1999,127-222

32 Schneider E. Coleridge, Opium and Kublai Khan. Octagon Books. NY 1975, 33

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.