Α.-Φ. Χρηστίδης
(1946-2004)
σύναψις 24 [2012 – τόμος 08]
Ο Α.-Φ. Χρηστίδης (1946-2004) υπήρξε Καθηγητής Γλωσσολογίας του ΑΠΘ και Γενικός Γραμματέας του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη]. Ήταν από τους πρωτεργάτες του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και Διευθυντής του Τμήματος Γλωσσολογίας του
O καλύτερος ίσως τρόπος να συνειδητοποιήσει κανείς την ιδιαιτερότητα –ακριβέστερα, τη μοναδικότητα– της ανθρώπινης γλώσσας είναι η σύγκριση ανάμεσα σε μια κραυγή –την κραυγή του πόνου λ.χ.– και στη λέξη που εκφράζει το σχετικό συναίσθημα – τη λέξη πόνος. Μέσα από τη σύγκριση αυτή προκύπτει δραματικά η διαφορά μεταξύ φωνής και λόγου. H κραυγή του πόνου αποτελεί μια άμεση αντίδραση σε ένα ερέθισμα: προκύπτει σε άμεση συνάρτηση με το αίσθημα του πόνου· είναι μέρος της εμπειρίας του πόνου. H λέξη πόνος αντίθετα δεν προϋποθέτει το άμεσο βίωμα. Μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε και όταν δεν πονάμε. Αυτή η καταστατική διαφορά περιγράφει την ποιοτική τομή μεταξύ συστημάτων σήμανσης -πρωτογενών συστημάτων σήμανσης, κατά την ορολογία του Pavlov-, που λειτουργούν στη βάση του σχήματος Ερέθισμα-Αντίδραση (και τέτοια είναι όλα τα συστήματα σήμανσης στο ζωικό βασίλειο, αλλά και ο συγγενικός χώρος της «φωνής» στον άνθρωπο), και του ανθρώπινου λόγου, του μοναδικού δευτερογενούς συστήματος σήμανσης, το οποίο βασίζεται στην υπέρβαση αυτής της αρχέγονης, πρωτογενούς σήμανσης.
H τομή μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς σήμανσης, μεταξύ φωνής και λόγου, ορίζει το «άλμα» από τον χώρο της ζωικής αναγκαιότητας στον –αποκλειστικά ανθρώπινο– χώρο της ελευθερίας. H πρωτογενής σήμανση –η φωνή–, καθηλωμένη στην άμεση, συγκεκριμένη εμπειρία, παραχωρεί (χωρίς να εξαφανίζεται) τη θέση της ως κυρίαρχου εργαλείου της σύνδεσης με τον κόσμο στη δευτερογενή σήμανση, τον λόγο, που λειτουργεί «ελεύθερα», απαλλαγμένος από τα δεσμά του άμεσου βιώματος.
Αλλά πώς υλοποιείται αυτό το εκρηκτικό, απελευθερωτικό «άλμα»; Το «υλικό» τόσο της φωνής (στην κραυγή του πόνου λ.χ.) όσο και του λόγου (στη λέξη πόνος λ.χ.) είναι το ίδιο – και σε αυτό θα χρειαστεί να επανέλθουμε. Τί είναι αυτό που κάνει τη λέξη πόνος λόγο σε αντίστιξη με την κραυγή του πόνου, που παραμένει ζωική φωνή;
H κραυγή είναι ένα φυσικό σημείο […] ή, ακριβέστερα, ένας δείκτης. Γι’ αυτό το είδος σημείου θα πρέπει να εισαγάγουμε στη συζήτηση την ανάλυση του αμερικανού φιλοσόφου Ch. S. Peirce, που εξακολουθεί να αποτελεί την πληρέστερη και βαθύτερη προσέγγιση στη φαινομενολογία της σημείωσης.
Kατά τον G.D. Peirce (Écrits sur le signe. Επιμ. G.D. Deladalle, Seuil, Παρίσι 1978, 139 κ.ε.) η διαδικασία της σημείωσης υλοποιείται με σημεία τριών ειδών: α. εικόνες· β. δείκτες· γ. σύμβολα. H εικόνα είναι ένα σημείο το οποίο συνδέεται με αυτό στο οποίο αναφέρεται –το αντικείμενο αναφοράς του– μέσω της φυσικής ομοιότητας: το σχέδιο μιας φλόγας είναι εικόνα της φλόγας, στον βαθμό που διατηρεί κάποιες από τις ιδιότητες της πραγματικής φλόγας. O δείκτης είναι ένα σημείο που συνδέεται με το αντικείμενο ή το συμβάν στο οποίο αναφέρεται μέσω της φυσικής συμμετοχής του σε αυτό. Έτσι ο καπνός είναι δείκτης της φωτιάς: συμμετέχει στο συμβάν της φωτιάς, αποτελεί μέρος του. Αντίστοιχα, η κραυγή του πόνου είναι δείκτης της βιούμενης οδυνηρής εμπειρίας, με την έννοια ότι αποτελεί μέρος της εμπειρίας αυτής. Είναι, όπως ήδη σημειώσαμε, αντίδραση σε ένα ερέθισμα. [σελ 21-22]
[…] Αν η κραυγή του πόνου –η φωνή– είναι ένας δείκτης, άμορφος και άσημος («χωρίς σημασία», κατά την αρχαία διατύπωση), που δείχνει μια αντίδραση σε ένα άμεσο βίωμα πόνου, η λέξη πόνος –ο λόγος– είναι ο «αντίλογος» σε αυτή τη «θερμή», ολιστική, δεικτική σήμανση της εμπειρίας. Είναι ένα σύμβολο, κατά την ορολογία του Peirce. Σε αντίθεση με την κραυγή σημαίνει αναλυτικά και όχι ολιστικά, και γι’ αυτό το περιεχόμενό του είναι μορφοποιημένο. Δεν αποτελεί αντίδραση σε ένα ερέθισμα αλλά μια ελεύθερη από τα δεσμά της άμεσης εμπειρίας παράσταση ή έννοια. Στη «θερμή» δεικτική σήμανση της εμπειρίας με τα ολιστικά, άμορφα, διάχυτα μορφώματά της αντιπαρατίθεται η «ψυχρή», συμβολική σήμανση που σημαίνει μέσω παραστάσεων ή εννοιών. Kαι αυτή ακριβώς η αντίστιξη συνιστά το «άλμα» από τον χώρο της πρωτογενούς, δεικτικής αναγκαιότητας στον χώρο της δευτερογενούς, παραστατικής/ συμβολικής ελευθερίας, από την πρωτογενή θέρμη του δείκτη στο δευτερογενές φως του συμβόλου. [22-23]
[…]
2. Το σύμβολο
Αλλά τί σημαίνει σύμβολο, παράσταση, έννοια; Σημαίνει αφαίρεση και γενίκευση, επιλεκτική, αφαιρετική επεξεργασία της εμπειρίας που οδηγεί σε γενικεύσεις, σε κατηγορίες. […] Όταν χρησιμοποιώ τη λέξη πόνος στην πρόταση Αισθάνομαι έναν πόνο δεν αναφέρομαι στο βίωμα του πόνου άμεσα αλλά μέσω μιας γενίκευσης. Aυτό που λέω είναι ότι αισθάνομαι μια συγκεκριμένη εκδοχή του είδους βιώματος που ονομάζεται πόνος. Αναφέρομαι στο συγκεκριμένο αφαιρετικά. Αυτή είναι η καταστατική διαφορά ανάμεσα στην κραυγή –τον δείκτη– του πόνου και στη λέξη πόνος. Στην περίπτωση της λέξης η αναφορά στο βίωμα είναι έμμεση, μεσολαβημένη από τη γενίκευση και την αφαίρεση. Στην περίπτωση της κραυγής –του δείκτη– απουσιάζει η γενίκευση και η αφαίρεση. Πρόκειται για μια άμεση αντίδραση σε ένα ερέθισμα. Το «άλμα» από την πρωτογενή στη δευτερογενή σήμανση της εμπειρίας –από τον δείκτη στο σύμβολο– ισοδυναμεί με το «άλμα» από την άμεση, αδιαμεσολάβητη σήμανση της εμπειρίας στην έμμεση, διαμεσολαβημένη σήμανση. Αυτή ακριβώς η διαφορά μάς επιτρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη πόνος και χωρίς το αίσθημα του πόνου. [σλ. 23]
[…] O γενικευτικός και αφαιρετικός χαρακτήρας της ανθρώπινης γλώσσας εξηγεί γιατί η μορφική συγκρότηση των λέξεων –των γλωσσικών σημείων– δεν υπαγορεύεται από αυτό το οποίο σημαίνουν, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της φωνής ή, γενικότερα, των πρωτογενών συστημάτων σήμανσης. Aυτό που σημαίνουν –το νόημά τους– είναι μια γενικευτική και αφαιρετική ανάκλαση της εμπειρίας και όχι μια άμεση, βιωματική σήμανσή της, με τη μορφή αντίδρασης σε ερέθισμα. Γι’ αυτό και οι γλωσσικές μορφές με τις οποίες εκφράζονται τα νοήματα –τα σημαίνοντα με τα οποία εκφράζονται τα σημαινόμενα κατά τη νεότερη ορολογία– έχουν συμβατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι δεν «κινητοποιούνται», δεν καθορίζονται από τα νοήματα που εκφράζουν. Έτσι εξηγείται η ποικιλία των γλωσσικών μορφών για το ίδιο, βασικά, νόημα: αδελφή, sister, sœur κλπ. Αυτή είναι η περίφημη αρχή της αυθαιρεσίας του γλωσσικού σημείου, που συνδέεται με το όνομα του ιδρυτή της νεότερης γλωσσολογίας, του ελβετού F. de Saussure. Kαι το «κλειδί» για την κατανόηση αυτής της δομικής αρχής της γλώσσας είναι η συγκρότησή της στη βάση γενικεύσεων και αφαιρέσεων, στη βάση δηλαδή νοημάτων. Αλλά ο γενικευτικός και αφαιρετικός χαρακτήρας της γλώσσας εξηγεί και μια άλλη –συγγενή προς την «αυθαιρεσία»– δομική αρχή της, την οποία έχουμε ήδη υπαινιχθεί: το γεγονός ότι οι γλωσσικές μορφές δεν έχουν ολιστικό αλλά αναλυτικό χαρακτήρα. H κραυγή του πόνου (ή το επιφώνημα του πόνου), όπως έχουμε ήδη επισημάνει, έχει ολιστικό χαρακτήρα με την έννοια ότι σημαίνει «ολόκληρη» –εν είδει αντίδρασης σε ερέθισμα– τη βίωση μιας συγκεκριμένης εμπειρίας πόνου. H λέξη πόνος, αντίθετα, αναλύεται σε ελάχιστες μονάδες ήχου χωρίς νόημα, τα φωνήματα, οι οποίες σε άλλους συνδυασμούς μπορούν να εκφράσουν άλλα νοήματα, π.χ. πόνος, νωπός (οι ίδιες μονάδες ήχου, αν εξαιρέσουμε τον τόνο) ή πόνος / τόνος, όπου η εναλλαγή π/τ δημιουργεί διαφορετικά νοήματα. Αυτός ο αναλυτικός χαρακτήρας της γλώσσας –η διπλή διάρθρωσή της από μονάδες ήχου χωρίς νόημα, οι οποίες συνδυαζόμενες παράγουν τις μονάδες ήχου με νόημα, τα μορφήματα– είναι, βέβαια, συναρτημένος με το γεγονός ότι τα γλωσσικά περιεχόμενα –τα νοήματα– είναι αναλυτικές ανακλάσεις της εμπειρίας –δηλαδή γενικεύσεις και αφαιρέσεις– και όχι ολιστικές αντιδράσεις σε ερεθίσματα, όπως στα πρωτογενή συστήματα σήμανσης. [σελ 23-24]
[…] Για τον Peirce η συμβολική σήμανση «γειώνεται» στην εικόνα και στη δείξη. H «οδύσσεια» της γλωσσικής σήμανσης, σημειώνει, αρχίζει με την αίσθηση και το αίσθημα – την εικόνα και τον δείκτη. Το γλωσσικό σημείο έχει πάντα αυτή την τριπλή υπόσταση -εικονική, δεικτική, συμβολική- και η τριπλή αυτή υπόσταση αντανακλά την τριπλή σχέση του υποκειμένου με τον κόσμο. [σελ 27].
Τα κεφάλαια του κειμένου είναι:
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Αποσπάσματα από το εκτεταμένο κεφάλαιο «Η φύση της γλώσσας» του αείμνηστου φίλου Τάσου Χρηστίδη, στο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα. Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών – Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 23-52.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.