Γεωργιάδη Ελένη
Ειδικευόμενη στην Παιδοψυχιατρική
σύναψις 25 [2012 – τόμος 08]
Ασυνόδευτοι ανήλικοι: Η πραγματικότητα στην Ελλάδα
Η σημερινή εποχή, λόγω των συνεχών πολέμων, ενόπλων συρράξεων και διώξεων, της καταστρατήγησης θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της διαρκώς αυξανόμενης οικονομικής ανέχειας και στέρησης βασικών αγαθών και των φυσικών καταστροφών, χαρακτηρίζεται από μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, προσφύγων και μεταναστών, κάθε ηλικίας, εθνικότητας και φύλου, σε άλλα κράτη και ηπείρους, σε αναζήτηση προστασίας και καλύτερης ζωής.
Μεγάλο κομμάτι των προσφυγικών και μεταναστευτικών πληθυσμών αποτελούν τα παιδιά, τα οποία αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις χώρες τους είτε μαζί με τις οικογένειές τους είτε μόνα, και στην περίπτωση αυτή ονομάζονται ασυνόδευτοι ανήλικοι1 ή αποχωρισμένα παιδιά.2
Η Ελλάδα, λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, αποτελεί άλλοτε τον τελικό προορισμό του ταξιδιού των ασυνόδευτων παιδιών και άλλοτε το πέρασμα για την προσέγγιση μιας άλλης χώρας, συνήθως της Δυτικής Ευρώπης. Είναι πολύ πιθανό τα τελευταία χρόνια, λόγω του σχεδόν μηδαμινού ποσοστού χορήγησης ασύλου στην Ελλάδα3 και λόγω του Κανονισμού Δουβλίνο II,4 να έχει αυξηθεί ο αριθμός των παιδιών που δεν επιθυμούν να παραμείνουν στη χώρα και δεν καταθέτουν αίτημα ασύλου, θέλοντας να φτάσουν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Όσον αφορά στον αριθμό των ασυνόδευτων ανηλίκων συνολικά, στην Ελλάδα δεν υπάρχει ολοκληρωμένη και σαφή καταγραφή του αριθμού τους. Τα μόνα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποιούνται αφορούν στους ασυνόδευτους ανήλικους αιτούντες άσυλο και στους ασυνόδευτους ανήλικους που μένουν σε κάποια από τις δομές φιλοξενίας, αν και η ακρίβεια και η πληρότητά τους αμφισβητείται (UNHCR, 2008). Σύμφωνα πάντως με αυτά τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, 247 ασυνόδευτοι ανήλικοι κατέθεσαν αίτημα ασύλου το 2002, 314 το 2003, 302 το 2004, 158 το 2005, 165 το 2006, 44 το 2007 και 296 για το 2008. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την κατανομή με βάση το φύλο, ενώ τα περισσότερα παιδιά είναι ηλικίας άνω των 15 ετών και προέρχονται κυρίως από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Ιράκ και το Μπαγκλαντές. Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι που δεν ζητούνε άσυλο, δηλαδή αυτοί που εισέρχονται παράνομα στη χώρα χωρίς να συλληφθούν στα σύνορα και όσοι συλλαμβάνονται, κρατούνται και έπειτα απελευθερώνονται με διαταγές απέλασης, αλλά παραμένουν στη χώρα ή προσπαθούν να φύγουν παράνομα για άλλη ευρωπαϊκή χώρα, δεν εμφανίζονται στα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Τα παιδιά αυτά, τα οποία βρίσκονται σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο εκμετάλλευσης, είναι στην ουσία «αόρατα» για την πολιτεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι για το 2008, όταν κατατέθηκαν 296 αιτήματα ασύλου από ασυνόδευτα παιδιά, οι συνολικές αφίξεις στην Ελλάδα την ίδια χρονιά ανήλθαν σε περίπου 6000 ασυνόδευτα παιδιά και παιδιά που έχουν χωρισθεί από την οικογένειά τους (UNHCR, 2008).

Παρά τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των ασυνόδευτων ανηλίκων και την ανάγκη των παιδιών για προστασία και φροντίδα, στην Ελλάδα, όπως και στην παγκόσμια πραγματικότητα, η μεταχείριση των ασυνόδευτων ανηλίκων κρίνεται επιεικώς απάνθρωπη.
Τα περισσότερα παιδιά δέχονται απάνθρωπη συμπεριφορά κατά την είσοδο και την παραμονή τους στη χώρα μας. Κρατούνται στα κέντρα κράτησης, δέχονται ταπεινωτική και κακοποιητική συμπεριφορά από την πλευρά των αστυνομικών αρχών, δεν έχουν σωστή ενημέρωση και πρόσβαση στις υπηρεσίες ασύλου, δεν διασφαλίζεται η νομική υπεράσπιση των επιθυμιών και των δικαιωμάτων τους, δεν τους παρέχεται επαρκής προστασία απέναντι σε εργασιακή ή σεξουαλική εκμετάλλευση, δεν παραπέμπονται στις κατάλληλες δομές φιλοξενίας (όταν και εάν υπάρχουν), δεν ικανοποιούνται οι συναισθηματικές τους ανάγκες, δεν απολαμβάνουν τα βασικά δικαιώματά τους στην υγεία, την εκπαίδευση, την ψυχαγωγία, και δεν τους παρέχεται η απαραίτητη φροντίδα και υποστήριξη που ορίζει η παιδική τους ηλικία (Human Rights Watch, 2008 – UNHCR, 2008).
Το πλέον δε σημαντικό πρόβλημα σε ό,τι αφορά στους ασυνόδευτους ανήλικους, που συλλαμβάνονται γιατί εισήλθαν παράνομα στη χώρα, είναι η υποχώρηση της ιδιότητας του ανηλίκου, τον οποίο η Ελλάδα οφείλει να προστατεύει βάσει διεθνών συμβάσεων και εθνικής νομοθεσίας, υπέρ της ιδιότητας του παραβάτη της μεταναστευτικής νομοθεσίας, και μάλιστα σε βαθμό που τα παιδιά υφίστανται περαιτέρω παραβίαση των δικαιωμάτων τους από εκείνες τις υπηρεσίες που οφείλουν να τα προστατεύουν (Συνήγορος του Πολίτη, 2005). Στην ουσία, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι στην Ελλάδα παραμένουν ασυνόδευτοι και μετά τον εντοπισμό τους από την πολιτεία.
Σκοπός και μεθοδολογία της έρευνας
Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε είχε σα στόχο να προσεγγίσει τα ζητήματα των ασυνόδευτων ανηλίκων από τη σκοπιά της υγείας, σωματικής και ψυχικής, και να καταστήσει δυνατή την παροχή ιατρικής βοήθειας και τη δημιουργία θεραπευτικού πλαισίου για την ψυχολογική υποστήριξή τους. Για να γίνει όμως αυτό εφικτό, ήταν απαραίτητο να αναδειχθούν οι προσωπικές ιστορίες των παιδιών και να διερευνηθούν οι θεσμοί προστασίας τους στην Ελλάδα. Γι’ αυτό το λόγο, η παρούσα μελέτη προσπάθησε να αναδείξει τους λόγους που ώθησαν τα παιδιά να φύγουν από τη χώρα τους, τις δυσκολίες που συνάντησαν και τις τραυματικές εμπειρίες που βίωσαν στο ταξίδι προς και μέσα στην Ελλάδα, καθώς και να κατανοήσει και να αναδείξει τη λειτουργία των θεσμών προστασίας αυτών των παιδιών, τις συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής, τα ιατρικά και ψυχολογικά ζητήματα και την αντίστοιχη παροχή φροντίδας στα κέντρα φιλοξενίας της χώρας, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και τις σκέψεις που κάνουν τα παιδιά για το παρόν και το μέλλον τους, και τους παράγοντες –ατομικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς– που δρουν προστατευτικά στην ψυχική υγεία των παιδιών. Παράλληλα, στο πλαίσιο της έρευνας, η οποία αποτέλεσε και μια πράξη φροντίδας από μέρους μας στα παιδιά, προσφέρθηκε ιατρική και ψυχολογική βοήθεια σε οποιοδήποτε πρόβλημα προέκυπτε στα παιδιά, είτε με την αντιμετώπιση ιατρικών περιστατικών είτε με την ψυχολογική υποστήριξη και την παραπομπή στις κατάλληλες παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες.

Η μελέτη χρησιμοποίησε ποιοτικές μεθόδους έρευνας, και συγκεκριμένα, τη διεξαγωγή μη δομημένων, ελεύθερων συνεντεύξεων και τη συμμετοχική παρατήρηση του ερευνητή, και διεξήχθη στον Ξενώνα Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων στην Αθήνα από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2011. Στην έρευνα πήραν μέρος 8 ασυνόδευτοι ανήλικοι, αγόρια, ηλικίας 13 έως 21 ετών, που κατάγονταν από χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Και τα 8 παιδιά είχαν καταθέσει αίτημα ασύλου και είχαν τη ροζ κάρτα του αιτούντος ασύλου, ενώ ένα παιδί κατά τη διάρκεια της έρευνας έλαβε ανθρωπιστικό καθεστώς.
Αποτελέσματα της έρευνας
Λόγοι φυγής των παιδιών από τη χώρα τους
Όσον αφορά στους λόγους που οδήγησαν τα παιδιά να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, φάνηκε ότι πόλεμος και οι καταστάσεις που συνδέονται με αυτόν, όπως οι βομβαρδισμοί, οι δολοφονίες, η βίαιη στρατολόγηση, αποτέλεσαν βασική αιτία φυγής των παιδιών και αποχωρισμού από την οικογένεια. Κάποια παιδιά υπέδειξαν ως έναυσμα εγκατάλειψης της χώρας τους τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, τη φτώχεια και την ανάγκη να εργαστούν για την προσωπική τους επιβίωση, αλλά και για να βοηθήσουν την οικογένειά τους, δείχνοντας καθαρά ότι ένα παιδί μπορεί να μην είναι θύμα εχθροπραξιών, όμως να αναγκάζεται να δραπετεύσει από τη χώρα του λόγω της ανέχειας και των απαράδεκτων συνθηκών ζωής, ακριβώς όπως δραπετεύει και ένας πρόσφυγας από μια εμπόλεμη κατάσταση, με την ταμπέλα όμως του οικονομικού μετανάστη, που δεν δικαιούται άσυλο και αναγκάζεται να ζει στην παρανομία με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό. Τέλος, κάποια παιδιά έφυγαν από τις χώρες τους για περισσότερους από έναν λόγους, όπως πολιτικούς (εχθροπραξίες), οικονομικούς, θάνατος γονέων, αλλά και αναζήτηση καλύτερου συστήματος υγείας και περισσότερων ευκαιριών για επαγγελματική σταδιοδρομία, που πίστευαν ότι θα έβρισκαν στην Ευρώπη.
Το ταξίδι προς την Ελλάδα
Τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησαν το ταξίδι τους προς την Ευρώπη πληρώνοντας διακινητές για να τα μεταφέρουν και δίνοντας είτε ολόκληρο το χρηματικό ποσό είτε ένα μέρος του, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Κάποιες φορές το ταξίδι ετοιμαζόταν από την οικογένεια, ενώ υπήρξε και περίπτωση που το παιδί έφυγε κρυφά χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της. Όλα τα παιδιά πέρασαν στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας, ενώ τα σημεία εισόδου ήταν τα χερσαία σύνορα του Έβρου και η Μυτιλήνη. Τα περισσότερα το έκαναν με τα πόδια και μέσα σε φορτηγά και μεταφέρονταν μαζί με ενήλικες, γεγονός που τα έθετε εύλογα σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Όλα τα παιδιά τόνισαν το πόσο δύσκολο ήταν το ταξίδι που πραγματοποίησαν. Κάποια παιδιά αναφέρθηκαν με λεπτομέρειες στο ταξίδι τους, και όπως φαίνεται από τις διηγήσεις τους, βίωσαν στη διαδρομή ιδιαίτερα επώδυνες και ακραίες, σωματικά και ψυχικά καταστάσεις. Ήρθαν αντιμέτωπα με την πείνα, το κρύο, την κούραση, τις αρρώστιες, το ατέλειωτο περπάτημα, το στοίβαγμα στα φορτηγά, το κρύψιμο, τις διώξεις από την αστυνομία, τη φυλάκιση, τον πνιγμό, τη βία των διακινητών, την απελπισία και τον φόβο του θανάτου.
Το ταξίδι μέσα στην Ελλάδα και μέχρι τον ξενώνα
Το ίδιο δύσκολο όμως ήταν και το ταξίδι των παιδιών μετά την είσοδό τους στην Ελλάδα. Κράτηση στα σημεία εισόδου της χώρας ή μετά την είσοδο στην ελληνική επικράτεια, διαμονή σε συμπατριώτες, στο δρόμο ή σε δωμάτια χωρίς επαρκή χώρο και με κακές συνθήκες υγιεινής έναντι χρηματικού αντίτιμου, περιπτώσεις κακοποίησης, και καμία μέριμνα από την πλευρά της πολιτείας για την ανεύρεση στέγης, τροφής, την παροχή υπηρεσιών υγείας, την ενημέρωση των παιδιών για τα δικαιώματά τους, την παραπομπή τους σε δομές φιλοξενίας και εν γένει για τη φροντίδα και την προστασία τους, θέτοντας τα έτσι σε μεγαλύτερο κίνδυνο και διευκολύνοντας την εκμετάλλευσή τους.
Ιατρικά προβλήματα
Η σωματική υγεία των παιδιών στο παρελθόν και στο παρόν αποτέλεσε βασικό κομμάτι των συζητήσεων με τα παιδιά, καθώς με αφετηρία την ιατρική τους ιστορία τα παιδιά προχωρούσαν στη διήγηση του παρελθόντος τους, ξεδιπλώνοντας στην ουσία την ιστορία της ζωής τους. Όπως φάνηκε από τις διηγήσεις τους και τους ιατρικούς τους φακέλους, τρία παιδιά εμφάνισαν σοβαρά προβλήματα υγείας είτε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους είτε μετά την είσοδό τους στην Ελλάδα. Δύο από τα παιδιά νόσησαν από φυματίωση και ένα υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις λόγω σοβαρής στένωσης της μιτροειδούς βαλβίδας από ρευματικό πυρετό, ενώ ένα από αυτά εμφάνισε ψώρα. Η φυματίωση και ο ρευματικός πυρετός δεν αποτελούν μόνο ιατρικές ασθένειες, αλλά αντανακλούν το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο μιας χώρας, καθώς τα περισσότερα κρούσματα αυτών των ασθενειών σημειώνονται σε χώρες με χαμηλό εισόδημα, σε πληθυσμούς που ζούνε μέσα στην ανέχεια, χωρίς πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στην κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, ενώ οι κακές συνθήκες υγιεινής, οι κακουχίες και το ψυχικό στρες, δηλαδή οι συνθήκες που βίωσαν τα παιδιά στο ταξίδι τους, ευνοούν την ανάπτυξη αυτών των νόσων. Με τις κακές συνθήκες υγιεινής και το συγχρωτισμό σχετίζεται και η ψώρα, γι’ αυτό παρατηρείται συχνά και στα κέντρα κράτησης μεταναστών και προσφύγων (Γιατροί Χωρίς Σύνορα, 2010). Η έλλειψη ιατρικής φροντίδας από την πλευρά της πολιτείας έγινε εμφανής από τις διηγήσεις των παιδιών, καθώς κανένα από τα παιδιά δεν υπεβλήθη σε ιατρικό έλεγχο κατά την είσοδό του στη χώρα, ώστε να λάβει άμεσα την απαραίτητη ιατρική φροντίδα, και μόνο κατά την είσοδό τους στον ξενώνα τα παιδιά υποβλήθηκαν σε ιατρικές εξετάσεις.
Το βίωμα, η συναισθηματική κατάσταση των παιδιών και οι απόψεις για τη ζωή τους
Μέσα από τις συζητήσεις με τα παιδιά προσπαθήσαμε να καταλάβουμε κάποια πράγματα για το πώς οι εμπειρίες και τα γεγονότα του παρελθόντος, αλλά και η ζωή τους στο παρόν επηρεάζουν και διαμορφώνουν τη συναισθηματική τους κατάσταση και την ψυχική τους υγεία.
Όλα τα παιδιά βίωσαν μια σειρά από απώλειες και αποχωρισμούς όταν ξεκίνησαν το ταξίδι τους προς την Ελλάδα. Η απώλεια των γονιών, είτε επρόκειτο για θάνατο είτε για αποχωρισμό, ήταν ιδιαίτερα επώδυνη και στέρησε από τα παιδιά την προστασία, τη φροντίδα και την υποστήριξη των γονιών τους, κατά το ταξίδι τους προς την Ελλάδα και στη ζωή τους στο νέο περιβάλλον, γεμίζοντάς τα με άγχος και ανασφάλεια, και εκθέτοντάς τα σε μεγαλύτερους κινδύνους, σωματικούς και ψυχικούς, ενώ συνοδευόταν και από αισθήματα θλίψης και αβεβαιότητας, καθώς τα παιδιά ανησυχούσαν για την υγεία και την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι δικοί τους. Τα παιδιά βίωσαν επίσης την απώλεια των αδερφών, των φίλων, του «σπιτιού», του σχολείου, των κοινωνικών επαφών, του οικείου περιβάλλοντος, των προσωπικών τους αντικειμένων, της πολιτισμικής τους ταυτότητας, των εθίμων, του τρόπου ζωής, της προοπτικής του μέλλοντος και του εαυτού τους, απώλειες οι οποίες δημιουργούσαν στα παιδιά έντονα αισθήματα μοναξιάς, αβεβαιότητας και απομόνωσης.
Το ταξίδι των παιδιών προς και μέσα στην Ελλάδα σημαδεύτηκε από ιδιαίτερα τραυματικά για τα παιδιά γεγονότα. Οι διηγήσεις των παιδιών φανέρωσαν τα έντονα συναισθήματα φόβου, ανασφάλειας και απελπισίας που βίωσαν, καθώς και την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου στη ζωή τους. Από τις διηγήσεις δε των παιδιών για την πορεία τους μετά την είσοδό τους στην Ελλάδα, γίνεται ξεκάθαρη και η απουσία οποιασδήποτε πράξης και πρωτοβουλίας της πολιτείας για την προστασία, τη φροντίδα και τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των παιδιών.
Μεγάλο και μόνιμο εμπόδιο στην αντιμετώπιση των τραυματικών βιωμάτων και στην προσαρμογή των παιδιών στο νέο περιβάλλον, αποτελούσε η μη εξασφάλιση της μόνιμης και ελεύθερης παραμονής τους στη χώρα. Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα του αιτούντος ασύλου και της ροζ κάρτας, οι μεγάλες αναμονές για την εξέταση του αιτήματος, τα μηδαμινά ποσοστά χορήγησης ασύλου και ο φόβος ότι σε περίπτωση αρνητικής απόφασης θα χρειαστεί να γυρίσουν πίσω στη χώρα τους ή να μείνουν στην Ελλάδα στην παρανομία, εμπόδιζε τα παιδιά να κάνουν σχέδια για το μέλλον με αισιοδοξία και να διαχειριστούν τα τραύματα του παρελθόντος πιο αποτελεσματικά.
Εμφανές ήταν από τις συζητήσεις με τα παιδιά το έντονο αίσθημα μοναξιάς και αποξένωσης που βίωναν, ειδικά μετά το κλείσιμο του σχολείου για διακοπές, λόγω της περιορισμένης επαφής τους και αλληλεπίδρασή τους με ανθρώπους από την τοπική κοινωνία, που δεν ανήκαν στο προσωπικό του ξενώνα, και της μη τακτικής συμμετοχής τους σε καλλιτεχνικές και αθλητικές δραστηριότητες, σε τοπικές ομάδες νέων κ.ά., με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η ανάπτυξη του δικού τους υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου και η ενσωμάτωσή τους στο νέο περιβάλλον.
Έντονο ήταν και το αίσθημα φόβου που βίωναν τα παιδιά απέναντι σε μια κοινωνία, την ελληνική, που τους φαίνεται εχθρική – και συχνά είναι. Τα παιδιά αισθάνονταν ότι αδικούνται, και ότι οι τόσο επίπονες γι’ αυτά προσπάθειες να ενσωματωθούν στο νέο περιβάλλον, να μάθουν τη γλώσσα και τον τρόπο ζωής, να φτιάξουν τη ζωή τους, να γίνουν κομμάτι και να ανήκουν στην ελληνική κοινωνία, ματαιώνονται και υποχωρούν μπροστά στην ιδιότητα του αλλοδαπού, που δυστυχώς για κάποιους παραμένει πάντα ξένος και ταυτίζεται με τον εγκληματία.
Όπως φάνηκε δε από τις απαντήσεις των παιδιών, η αβεβαιότητα του παρόντος και του μέλλοντος και το αίσθημα της μη ικανοποίησης των αναγκών και επιθυμιών των παιδιών, όπως αποτυπώθηκε μέσα από τη δυσκολία εξεύρεσης εργασίας, την προσωρινότητα της παραμονής τους στη χώρα και τη ματαίωση των ονείρων τους, επιβάρυνε την ήδη ευάλωτη λόγω των τραυματικών εμπειριών ψυχική υγεία των παιδιών, και προκαλούσε αισθήματα βαθιάς θλίψης, θυμού, απογοήτευσης, χαμηλής αυτοεκτίμησης και απελπισίας, εμποδίζοντας κάποια από αυτά να επαναδιαπραγματευθούν τις τραυματικές εμπειρίες που τα στοιχειώνουν, να θρηνήσουν τις απώλειες και να επανασυνδεθούν με τον εαυτό τους και τους άλλους (Goodman, 2004). Για κάποια από αυτά τα παιδιά συστήθηκε παιδοψυχιατρική παρακολούθηση και έγινε η παραπομπή τους στην κατάλληλη υπηρεσία.
Εκτός όμως από τις δυσκολίες και τα αρνητικά συναισθήματα των παιδιών, υπήρχαν δραστηριότητες και πρόσωπα που γέμιζαν τα παιδιά με χαρά και ικανοποίηση, τους βοηθούσαν στην ανάκτηση του ελέγχου της ζωής τους και στην προσαρμογή στο νέο περιβάλλον.
Το σχολείο και η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας προκαλούσε στα παιδιά αισθήματα ικανοποίησης, αυτοεκτίμησης και πραγμάτωσης του εαυτού τους, και αποτελούσε ένα βασικό συντελεστή ενίσχυσης της ανθεκτικότητάς τους. Ο στόχος της επιτυχίας και της ολοκλήρωσης των σπουδών βοηθούσε στην οργάνωση της ζωής τους στο παρόν και στη σκέψη του μέλλοντος με αισιοδοξία και στην ουσία, παρακινούσε τα παιδιά να δράσουν, να κάνουν ενεργητικές επιλογές στη ζωή τους, να αναπτύξουν τις ικανότητές τους και να βγουν από την κατάσταση του θύματος που δέχεται παθητικά τη βοήθεια που του προσφέρεται. Παράλληλα το σχολείο βοηθούσε τα παιδιά να κάνουν νέες φιλίες, να αναπτύξουν το δικό τους υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο και να ενσωματωθούν στο νέο περιβάλλον.
Όπως φάνηκε από τις διηγήσεις τους, τα παιδιά δέχτηκαν φροντίδα και υποστήριξη από ανθρώπους που γνώρισαν στην Ελλάδα, μέσα και έξω από τον ξενώνα, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις από την κοινότητα των συμπατριωτών τους στην Αθήνα. Οι άνθρωποι αυτοί βοήθησαν και βοηθούν τα παιδιά στις καθημερινές τους δυσκολίες, αλλά παίζουν και έναν πιο σημαντικό ρόλο: αναπληρώνουν σε ένα βαθμό την απώλεια και τη φυσική απουσία των γονέων και επιτρέπουν στα παιδιά, μέσα από τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους, να βιώσουν την εμπιστοσύνη, τη σταθερότητα και την ασφάλεια και να διαχειριστούν πιο αποτελεσματικά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους.
Η ενασχόληση των παιδιών με δραστηριότητες που περιελάμβαναν αλληλεπίδραση με τον κόσμο εκτός του ξενώνα βοηθούσε στην επαφή του παιδιού με την τοπική κοινωνία και στην ενσωμάτωση στο νέο περιβάλλον, ενώ παράλληλα προήγαγε την ανάπτυξη των ιδιαίτερων ικανοτήτων των παιδιών και την ενίσχυση της αυτοεκτίμησής του, καθώς και την εκτόνωση του άγχους και της έντασης που βίωναν.
Πολύ σημαντική δε για τα παιδιά ήταν η επαφή (τηλεφωνική επικοινωνία) με την οικογένειά τους, που φάνηκε να είναι απαραίτητη για την καλή ψυχική υγεία των παιδιών και για τη διαχείριση των αβέβαιων καταστάσεων στη ζωή τους.
Τέλος, όσον αφορά στις απόψεις των παιδιών για τη ζωή τους στον ξενώνα, τα περισσότερα παιδιά, στην ερώτηση για το πώς τους φαίνεται η καθημερινότητά τους στον ξενώνα, απαντούσαν μονολεκτικά (όλα καλά, έτσι κι έτσι), χωρίς να θέλουν να αναφερθούν με λεπτομέρεια στα όποια προβλήματα που αντιμετωπίζουν.
Προσδοκίες για το μέλλον
Όσον αφορά στις προσδοκίες των παιδιών για το μέλλον τους, τα παιδιά έκαναν σχέδια και ήθελαν να πετύχουν στη ζωή τους. Οι στόχοι τους αφορούσαν στην εκπαίδευση, την εκμάθηση ελληνικών, την εργασία, την ανεύρεση συντρόφου και την απόκτηση του δικού τους σπιτιού. Όλα τα παιδιά επιθυμούσαν να παραμείνουν στην Ελλάδα, όμως, κυρίως η αβεβαιότητα του νομικού τους καθεστώτος, τα γέμιζε με απαισιοδοξία και με αμφιβολίες για το αν θα καταφέρουν να πραγματοποιήσουν τα σχέδια τους στην Ελλάδα.
Ευαλωτότητα και Ανθεκτικότητα
Ένα από τα θέματα που προσπαθήσαμε να διερευνήσουμε σε αυτή τη μελέτη ήταν οι έννοιες της ευαλωτότητας και της ανθεκτικότητας αυτών των παιδιών. Η ευαλωτότητα των ασυνόδευτων παιδιών και ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης ψυχολογικών προβλημάτων έχει διερευνηθεί και επισημανθεί σε πολλές επιστημονικές εργασίες (Bean et al., 2007 – Derluyn, Mels & Broekaert, 2009). Τα ασυνόδευτα παιδιά πράγματι αντιμετωπίζουν μια σειρά από έντονα στρεσογόνες καταστάσεις, τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν, και κάποια από αυτά μπορεί να εμφανίσουν ψυχικές διαταραχές. Η έννοια όμως της ευαλωτότητας δεν αποτελεί μία στατική κατάσταση. Αντιθέτως πρόκειται για μία δυναμική κατάσταση που σχετίζεται και διαμορφώνεται σε συγκεκριμένο τόπο, χρόνο και πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον (Clark, 2007). Με βάση αυτό, το να απεικονίζονται τα ασυνόδευτα παιδιά μόνο και a priori ως ευάλωτα, και να τα αντιμετωπίζουμε έτσι κατά την αλληλεπίδρασή μας, ενέχει τον κίνδυνο της προσκόλλησης των παιδιών στην κατάσταση του θύματος, της παθητικής λήψης βοήθειας, και της αποδυνάμωσης των δικών τους τρόπων επιβίωσης και διαχείρισης του τραύματος. Στην πραγματικότητα, πολλά ασυνόδευτα παιδιά δείχνουν μεγάλη ανθεκτικότητα και καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν τις πολλαπλές δυσκολίες, να προσαρμοστούν και να ζήσουν καλά στο νέο περιβάλλον, και να γίνουν τα υποκείμενα της ζωής τους, αποφεύγοντας τη θυματοποίηση (Goodman, 2004 – Groark, Sclare & Raval, 2011 – Rousseau, Said, Gagné & Bibeau, 1998).
Από τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης φάνηκε ότι τα περισσότερα παιδιά κατάφερναν σε ένα βαθμό να διαχειριστούν τα τραύματα του παρελθόντος και την αβεβαιότητα του τώρα και του μέλλοντος και να είναι λειτουργικά στην καθημερινή τους ζωή, κάνοντας σχέδια για το μέλλον, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν βίωναν έντονο άγχος και συναισθήματα θλίψης, ανασφάλειας, ματαίωσης και απαισιοδοξίας. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι στα παιδιά, το άγχος ή η συναισθηματική φόρτιση και οι ικανότητες των παιδιών για επιβίωση και διαχείριση των δυσκολιών συνυπάρχουν, και ότι στην ουσία η ευαλωτότητα και η ανθεκτικότητα βαδίζουν μαζί. Δύο παιδιά, που ήταν από τα μεγαλύτερα σε ηλικία, εκ των οποίων το ένα έμενε σε ανεξάρτητο διαμέρισμα, και το άλλο θα έπρεπε να φύγει σύντομα από τον ξενώνα λόγω της ηλικίας του, φάνηκε να έχουν μεγαλύτερο άγχος και συναισθηματική φόρτιση από τα υπόλοιπα παιδιά, ενώ ένα άλλο παιδί φάνηκε να μην μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις επώδυνες μνήμες και τις καθημερινές δυσκολίες και χρειάστηκε ψυχολογική υποστήριξη.
Διαχείριση του τραύματος και των δυσκολιών
Όσον αφορά στους τρόπους διαχείρισης των τραυματικών εμπειριών και των δυσκολιών στη ζωή των παιδιών, έναν από τους βασικούς τρόπους διαχείρισης αποτέλεσε η απώθηση των σκέψεων και η καταπίεση των συναισθημάτων που είχαν να κάνουν με το τραύμα. Πολλές φορές, κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, ο τρόπος αυτός διαχείρισης ήταν εμφανής όταν η συζήτηση περνούσε σε θέματα που αφορούσαν στο παρελθόν και σε επώδυνες συναισθηματικά μνήμες, όπου τα περισσότερα παιδιά επέλεγαν τη σιωπή ή την άρνηση (δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό), τη μονολεκτική απάντηση ή την αποφυγή ενθύμησής τους (δε θέλω να τα θυμάμαι). Προσπαθούσαν, μένοντας σιωπηλοί, να αφήσουν πίσω ή να ξεχάσουν και να αποφύγουν την επώδυνη μνήμη των απωλειών και των αποχωρισμών, που τους προκαλούσαν έντονη συναισθηματική φόρτιση, και να εστιάσουν στο παρόν και στο μέλλον τους.
Η σιωπή για τα γεγονότα του παρελθόντος προκαλεί συχνά τον φόβο, την ανησυχία ή την αμηχανία των ανθρώπων που ασχολούνται με την φροντίδα τους στη χώρα υποδοχής. Συχνά, η εξιστόρηση και το μοίρασμα με έναν άλλο άνθρωπο των ιστοριών ζωής και των τραυματικών εμπειριών προσφέρει ανακούφιση, ενώ η διατήρηση της σιωπής καθηλώνει το παιδί και δεν του επιτρέπει να προχωρήσει στη ζωή του. Θα πρέπει όμως κανείς να σκεφτεί και την προστατευτική λειτουργία που μπορεί να επιτελεί η σιωπή, δίνοντας στα παιδιά τον απαραίτητο ψυχολογικό χώρο για να στοχαστούν πάνω στις εμπειρίες του παρελθόντος πριν κινητοποιηθούν στη νέα τους ζωή και επιτρέποντας στην ουσία την επούλωση του τραύματος (Kohli, 2006). Ακόμα, η σιωπή των παιδιών μπορεί να αποτελεί μια συνειδητή επιλογή των παιδιών, που τους προστατεύει από το κοινωνικό στίγμα και τον έλεγχο του «κόσμου», και τους δίνει μια μορφή κυριαρχίας πάνω στη ζωή τους, αλλά και έναν τρόπο αντίστασης ενάντια σε μια ζωή που κρίνεται και εξετάζεται εξονυχιστικά από το σύστημα μετανάστευσης και ασύλου, από τον κόσμο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (Chase, 2010).
Ένας άλλος τρόπος διαχείρισης των δυσκολιών που αναδείχτηκε μέσα από τις συνομιλίες με τα παιδιά ήταν η προσπάθεια των παιδιών να αποσπώνται από τις επώδυνες σκέψεις μέσα από την ενασχόλησή τους με το σχολείο, το διάβασμα, τις αθλητικές και τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Φάνηκε ότι κάποια παιδιά επιθυμούσαν να είναι πολυάσχολα και να «γεμίζουν» τη μέρα τους, ώστε να μην έχουν τον χρόνο να σκεφτούν το παρελθόν και τις δυσκολίες του τώρα. Όσον αφορά σε αυτόν τον τρόπο διαχείρισης του τραύματος και των δυσκολιών, αν και μπορεί να είναι αποτελεσματικός για κάποιο διάστημα, υπάρχουν αμφιβολίες για το αν βοηθά τελικά τα παιδιά σε μακροπρόθεσμη βάση.
Οι διηγήσεις των παιδιών ανέδειξαν ως έναν άλλο σημαντικό τρόπο διαχείρισης των δυσκολιών και επιβίωσης την προσπάθειά τους να αποκτήσουν τον έλεγχο στη ζωή τους μέσα από την εκπαίδευση και την εργασία. Η εκπαίδευση φάνηκε να είναι για τα περισσότερα παιδιά η διέξοδός τους από την αβεβαιότητα και το μέσο για να οργανώσουν και να πετύχουν στη ζωή τους και να ζήσουν καλά στο μέλλον. Τους έδινε αυτοπεποίθηση, ελπίδα και στόχους, και τα ωθούσε να ενεργήσουν, να δράσουν και να μείνουν τα υποκείμενα της ζωής τους.
Ένας άλλος τρόπος επιβίωσης των παιδιών φάνηκε να είναι η προσπάθεια για ενσωμάτωση στο νέο περιβάλλον, μέσα από την ανάπτυξη συναισθηματικών δεσμών, την επαφή με ανθρώπους από την τοπική κοινωνία και τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου. Η εκμάθηση της γλώσσας, η αλληλεπίδραση με ανθρώπους από την τοπική κοινωνία, οι καινούριοι φίλοι και κυρίως οι συναισθηματικοί δεσμοί που ανέπτυσσαν τα παιδιά, οι οποίοι τους έδιναν ασφάλεια, σταθερότητα και φροντίδα, αναπλήρωναν σε έναν βαθμό την απώλεια της οικογένειας, του «σπιτιού», των φίλων που είχαν βιώσει τα παιδιά και τα βοηθούσε να διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά τις δυσκολίες της καινούριας τους ζωής.
Ακόμη, όσον αφορά στον χειρισμό του τραύματος, φάνηκε ότι έπαιζε βασικό ρόλο για τα παιδιά η επιδοκιμασία της επιθυμία τους να μιλήσουν για το παρελθόν και τις τραυματικές μνήμες. Όπως έχει πει και ο Cyrulnik (2008), είναι εξαιρετικά σημαντικό για τον τραυματισμένο, οι επώδυνες εμπειρίες του να γίνονται αποδεκτές από το κοινωνικό του περιβάλλον, γιατί αλλιώς ο άνθρωπος απομονώνεται και εμποδίζεται η προσπάθεια του για την ανάπτυξη της ανθεκτικότητας.
Η συνεργασία μας με τον ξενώνα
Όσον αφορά στη δική μας αλληλεπίδραση με τον ξενώνα, η συνεργασία μας αποτέλεσε μία σημαντική δυσκολία στην πραγματοποίηση της συγκεκριμένης έρευνας. Εκτός του ότι υπήρξε καθυστέρηση στην έναρξη της έρευνας, καθώς πέρασε αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι να δοθεί η άδεια από τη διεύθυνση του ξενώνα, μεγάλη δυσκολία αποτέλεσε ο ορισμός του πλαισίου –χρονικού και μη– και του τρόπου με τον οποίο θα γινόταν η έρευνα. Στην αρχή αυτό που εισπράξαμε από τη συνεργασία μας με τον ξενώνα ήταν η απροθυμία από μέρους του να μας διευκολύνει με την έρευνά μας και την επαφή με τα παιδιά. Κατά τη διάρκεια της έρευνας όμως, η εξέλιξη της σχέσης μας με τα παιδιά και η ανάπτυξη κλίματος εμπιστοσύνης μαζί τους, συνέβαλλε και στην καλύτερη συνεργασία με τον ξενώνα, αν και δυσκολίες συνέχισαν να υπάρχουν μέχρι την ολοκλήρωσή της. Στην καλύτερη δε συνεργασία με το προσωπικό του ξενώνα συνέβαλλε και η δέσμευση και η προσφορά από μέρους μας ιατρικής ή ψυχολογικής βοήθειας και συμβουλών σε οποιοδήποτε πρόβλημα αντιμετώπισαν τα παιδιά, στις οποίες οι κοινωνικοί λειτουργοί ανταποκρίθηκαν θετικά.
Συμπεράσματα – Προτάσεις
Όπως φάνηκε από την έρευνά μας, τα ασυνόδευτα παιδιά, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τους διωγμούς, τη φτώχεια και να αποκτήσουν μια καλύτερη ζωή, βίωσαν την απώλεια, τον αποχωρισμό και μια σειρά από δυσκολίες και τραυματικές εμπειρίες στο ταξίδι τους προς και μέσα στην Ελλάδα, με την ελληνική πολιτεία και τις αρχές να τα αντιμετωπίζουν σαν παραβάτες της μεταναστευτικής νομοθεσίας και όχι σαν παιδιά, χωρίς καμία μέριμνα για τη φροντίδα, την προστασία τους και την ιατρική και ψυχολογική τους υποστήριξη. Στο παρόν και στη ζωή τους στον ξενώνα, οι βασικές υλικές ανάγκες των παιδιών ικανοποιούνταν, όμως η έλλειψη ουσιαστικής υποστήριξης από την πολιτεία και ο κλειστός χαρακτήρας της δομής οδηγούσαν στην ανεπαρκή κάλυψη των συναισθηματικών τους αναγκών και στη μη διευκόλυνση της ενσωμάτωσης των παιδιών στο νέο περιβάλλον, ενώ η οργάνωση ως προς τις κατάλληλες ενέργειες και παρεμβάσεις, που αφορούσαν στην ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών, δεν ήταν πάντα επαρκής. Τα παιδιά βίωναν συναισθήματα θλίψης, ανασφάλειας, ματαίωσης, άγχους και απογοήτευσης, τα οποία σχετίζονταν τόσο με τα τραύματα του παρελθόντος όσο και με την αβεβαιότητα της ζωής τους στην Ελλάδα, όμως τα περισσότερα κατάφερναν να αντιμετωπίζουν τις καθημερινές δυσκολίες και είχαν αναπτύξει τους δικούς τους τρόπους διαχείρισης των τραυματικών τους εμπειριών.
Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των παιδιών, η προστασία και η φροντίδα τους αποτελεί υποχρέωση των υπεύθυνων υπηρεσιών, οι οποίες πρέπει να διασφαλίζουν την απρόσκοπτη πρόσβαση των παιδιών στην ασφάλεια, την υγεία, σωματική και ψυχική, την εκπαίδευση, τη νομική υποστήριξη, την ψυχαγωγία, την αλληλεπίδραση με την τοπική κοινωνία, την επαφή με τις πολιτισμικές αναφορές της χώρας τους και τη δίκαιη και άμεση εξέταση του αιτήματος ασύλου.
Η ιατρική και ψυχολογική φροντίδα των παιδιών είναι θεμελιώδους σημασίας και η δημιουργία ενός οργανωμένου συστήματος παροχής και πρόσβασης των παιδιών στις υπηρεσίες υγείας κρίνεται επείγουσα και απαραίτητη. Η ιατρική φροντίδα πρέπει να ξεκινάει από τη στιγμή που ένα παιδί περνάει τα σύνορα της χώρας και να συνεχίζεται στα κέντρα φιλοξενίας, έχοντας προληπτικό, υποστηρικτικό και θεραπευτικό στόχο. Οι υπηρεσίες υγείας πρέπει να υιοθετούν διαπολιτισμική προσέγγιση στην επαφή τους με τα παιδιά, ενώ χρειάζεται καλύτερη οργάνωσή τους, με την ύπαρξη διερμηνέων και την κατάλληλη ενημέρωση και εκπαίδευση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού πάνω στα ζητήματα και τις ανάγκες των ασυνόδευτων παιδιών, και με βάση την αντίληψη ότι η εργασία με ανθρώπους από διαφορετικές κουλτούρες αποτελεί προνόμιο. Στις περιπτώσεις που κάποια παιδιά έχουν έντονη συναισθηματική φόρτιση και υποφέρουν από τις τραυματικές μνήμες, πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμη η παροχή ψυχολογικής βοήθειας. Είναι όμως πολύ σημαντικό να θυμόμαστε, όπως φάνηκε και από την παρούσα εργασία, ότι η ικανοποίηση των υλικών και συναισθηματικών αναγκών των παιδιών στο παρόν, και ένα ασφαλές περιβάλλον και πλαίσιο, βοηθούν πολλές φορές περισσότερο από μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία.
Και τέλος, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι τα ασυνόδευτα παιδιά επιδεικνύουν μεγάλη δύναμη και υπομονή στην προσπάθειά τους να βγουν από τη φυλακή του τραύματος και να αποκτήσουν ξανά τον έλεγχο της ζωής τους, όμως χρειάζονται τη φροντίδα των «ξένων», δηλαδή τη δική μας, για να τα καταφέρουν.
* Τα στοιχεία για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου αντλήθηκαν από τη διπλωματική μας εργασία «Ασυνόδευτοι αλλοδαποί ανήλικοι στην Ελλάδα. Ζητήματα ιατρικής και ψυχοκοινωνικής προσέγγισης», που εκπονήθηκε στo πλαίσιo του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών «Διεθνής ιατρική-Διαχείριση κρίσεων υγείας», υπό την εποπτεία και υποστήριξη του κ. Αμπατζόγλου Γρηγόρη, Καθηγητή Παιδοψυχιατρικής ΑΠΘ.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Αμπατζόγλου Γ (1999). Αυτοβιογραφία, μνήμη, θεραπεία, στο Μπενβενίστε, Ρ & Παραδέλλης, Θ (επιμ), Διαδρομές και Τόποι της Μνήμης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια και Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας Πανεπιστημίου Αιγαίου, σελ. 65-87.
Bean T, Derluyn I, Eurelings-Bontekoe E, Broekaert E & Spinhoven P, (2007). Comparing Psychological Distress, Traumatic Stress Reactions, and Experiences of Unaccompanied Refugee Minors With Experiences of Adolescents Accompanied by Parents, The Journal of Nervous and Mental Disease, 195, 4, 288-297.
Γιατροί Χωρίς Σύνορα, (2010), Μετανάστες χωρίς έγγραφα: Ζωές υπό κράτηση, Ελλάδα, viewed 26 June 2011, http://www.msf-media.gr/press/reports/1006_migrants/report2010_gr_light.pdf
Chase E, (2010). Agency and Silence: Young People Seeking Asylum Alone in the UK, The British Journal of Social Work, 40, 7, 2050-2068.
Clark CR, (2007). Understanding Vulnerability: From Categories to Experiences of Young Congolese People in Uganda, Children and Society, 21, 4, 284-296.
Cyrulnik B, (2008). Autobiographie d’un épouvantail, Odile Jacob, France.
Derluyn Ι, Mels C & Broekaert E, (2009.) Mental Health Problems in Separated Refugee Adolescents, Journal of Adolescent Health, 44, 3, 291-297.
Geda F, (2010). Nel mare ci sono i coccodrilli, Baldini Castoldi Dalai.
Goodman J, (2004) Coping With Trauma and Hardship among Unaccompanied Refugee Youths from Sudan, Qualitative Health Research, 14, 9.
Groark C, Sclare I & Raval H, (2011). Understanding the experiences and emotional needs of unaccompanied asylum-seeking adolescents in the UK, Clinical Child Psychology and Psychiatry, 16, 3, 421-442.
Human Rights Watch 2008, Left to Survive: Systematic Failure to Protect Unaccompanied Migrant Children in Greece, viewed 10 June 2011, http://www.hrw.org/sites/default/files/reports/greece1208webwcover_0.pdf
Kohli R, (2006) The Sound of Silence: Listening to What Unaccompanied Asylum-seeking Children Say and Do Not Say, British Journal of Social Work, 36, 5, 707-721.
Rousseau C, Said TM, Gagné M & Bibeau G, (1998). Resilience in Unaccompanied Minors from the North of Somalia, The Psychoanalytic Review, 85, 615-637.
Συνήγορος του Πολίτη, (2005). Διοικητική κράτηση και απέλαση αλλοδαπών ανηλίκων, viewed 26 May 2011, http://new.synigoros.gr/resources/docs/203224.pdf
UN High Commissioner for Refugees 2008, Ασυνόδευτοι Ανήλικοι Αιτούντες Άσυλο στην Ελλάδα, viewed 2 November 2010, http://hosting01.vivodinet.gr/unhcr/UAM_survey.pdf
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.