Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γρηγόρης Αμπατζόγλου
Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής του ΑΠΘ

σύναψις 25 [2012 – τόμος 08]

Κλινικά ζητήματα και θεωρητικοί προβληματισμοί σχετικά με το θέμα της κακοποίησης - παραμέλησης των παιδιών1

Θα ξεκινήσω υποβάλλοντας ένα ερώτημα κλινικού σκεπτικισμού, το οποίο θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Τι είναι τέλος πάντων αυτή η τόσο δεδομένη ως συγκεκριμένη, αλλά κλινικά τόσο ασαφής οντότητα, την οποία αποκαλούμε «κακοποίηση- παραμέληση»; Πρόκειται όντως για μια κλινική οντότητα, με σαφή ορισμό και θέση, στo πλαίσιo μιας συνολικότερης θεώρησης – για παράδειγμα στo πλαίσιo μιας καθαρά ιατρικής ειδικότητας (και ποια θα ήταν αυτή;) που εμπλουτίζεται με ψυχολογικές ή και μεταψυχολογικές αναφορές, με κοινωνικούς καθορισμούς, με εγκληματολογικές διαστάσεις; Πρόκειται για ένα σύμπτωμα, για ένα σύνδρομο, για μια νόσο, για κάτι άλλο; Και αυτό πού ανήκει, πώς διαπιστώνεται, πώς αντιμετωπίζεται;

Τα ερωτήματα αυτά (περισσότερα του ενός) προκύπτουν από μια κλινική πρακτική που έρχεται αντιμέτωπη μαζί τους, ακριβώς γιατί δέχεται τα ποικίλα και συχνά αγωνιώδη ή και επείγοντα αιτήματα «διαπίστωσης» της ύπαρξης μιας κακοποίησης – αιτήματα δικαστικά, παιδιατρικά, κοινωνικά, οικογενειακά. Και τα ερωτήματα αυτά μεταφέρουν μια συστατική ασάφεια γύρω από αυτό το θέμα, που επιτρέπει ποικίλες όσες παρεκτροπές.

Κουκλόσπιτο, από το Μουσείο Παιχνιδιών Pollock, Λονδίνο
Κουκλόσπιτο, από το Μουσείο Παιχνιδιών Pollock, Λονδίνο

Αυτό που τόσο εύκολα πολλές φορές ονομάζουμε «κακοποίηση-παραμέληση» δεν είναι κάτι το τόσο αυτονόητο όσο θα ήθελε να ακούγεται ή όσο επιδιώκεται να ακούγεται. Αποτελεί μια ταμπέλα, ένα επίγραμμα, πολλές φορές και ένα σύνθημα για δράση, ένα ακρωνύμιο (ΚΑΠΑ) που φιλοδοξεί να συγκινήσει και να κινητοποιήσει, που διεγείρει ποικιλοτρόπως και ίσως εύχεται και να συσπειρώσει. Σε μεγάλο βαθμό όμως κυρίως δημιουργεί δράσεις, που κύριο στόχο έχουν να καταγράφουν και να παραπέμπουν αλλού.

Ο σκεπτικισμός μου είναι ανάλογος με αυτόν που έχω για μια σειρά από άλλες οντότητες, που ενσκήπτουν ξαφνικά ως σχεδόν «ανακαλύψεις», διαχέονται γρήγορα, δημιουργούν γενικευμένη ανησυχία και αναστάτωση, κινούνται επιγραμματικά, συχνά επίσης με το ακρωνύμιό του (η ΔΕΠΥ θα ήταν ένα παράδειγμα), δημιουργούν τους «ειδικούς» τους, τα ειδικά εξωτερικά ιατρεία τους, τις άκρως εξειδικευμένες υπηρεσίες προς αντιμετώπισή τους. Θυμίζουν σε έναν βαθμό (ο οποίος μπορεί να είναι και μεγάλος βαθμός) προϊόντα της αγοράς, που έχουν όμως μια επιπλέον αρετή, να μπορούν να διεγείρουν το κοινό αίσθημα και συναίσθημα, διεκδικώντας φιλάνθρωπους προσανατολισμούς («φιλόπαιδους» στην περίπτωσή μας). Μας παρασέρνουν να θέλουμε πρώτα να δράσουμε και μετά ίσως να σκεφτούμε. Εύκολα μας παρασέρνουν να σκεφτόμαστε, με ένα είδος αυτοματισμού της σκέψης, ένα «καημένο» παιδί με δυο «κακούς» γονείς ή στην αντίστροφη εκδοχή, όπως μπορεί να συμβαίνει συχνά με τη ΔΕΠΥ, δυο «καημένους» γονείς και ένα «κακό», «ανυπόφορο» παιδί.2

Πρόκειται λοιπόν για καταστάσεις, που θα έλεγε κανείς ότι ξαφνικά εμφανίζονται και ξεκινούν δυναμικά να υπάρχουν, σαν μέσα από νοσογραφική παρθενογένεση, διατεινόμενες ότι είναι αυθύπαρκτες και εκτός ιστορίας, σαν να μπορούν να προκύψουν εκτός κλινικού προβληματισμού, παρακάμπτοντας ιατρικές ειδικότητες (ενώ παράλληλα ζητούν πολλά από αυτές), υπεριπτάμενες της ψυχοπαθολογίας και έχουν επιπλέον τη δυνατότητα να επικάθονται εκεί που τις βολεύει, δημιουργώντας τους «ειδικούς» τους.

Από την έκθεση World Press Photo, Amsterdam 2009
Από την έκθεση World Press Photo, Amsterdam 2009

Στο σημείο αυτό αξίζει να σκεφτούμε πώς συστάθηκε και εξελίχθηκε αυτό το ιδιαίτερο «επιστημονικό» αντικείμενο στην Ελλάδα.

Η ιστορία αυτή θα βοηθούσε ίσως να καταλάβουμε καλύτερα την προοδευτική κατασκευή ενός διχασμού ή μιας μεγάλης απόκλισης: μεταξύ κλινικής εμπειρίας (δηλαδή παιδοψυχιατρικής, αλλά και παιδιατρικής κλινικής δυσκολίας) από τη μια, και έρευνας από την άλλη (ή μάλλον σε μεγάλο βαθμό καταγραφής, η οποία αυτοπροτείνεται ως έρευνα). Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του διχασμού είναι η σχετική απαξίωση της κλινικής δουλειάς, η διαχειριστική λογική και μια νομικίστικη εισαγγελική συχνά αντίληψη και ανάληψη των περιστατικών (ή έστω ψυχιατροδικαστική στην καλύτερη περίπτωση). Οι παραπάνω παράγοντες κατατρέχουν στην κυριολεξία αυτό το ζήτημα και ευθύνονται για τρομερές παρεξηγήσεις και παρεκτροπές, όπως οι αυτόματες παραπομπές στη βάση αόριστων ενδείξεων, η κούφια σκανδαλολογία και κινδυνολογία των Μ.Μ.Ε., η αλλοπρόσαλλη δικαστική χρήση του θέματος σε παθολογικούς χωρισμούς, αλλά, ακόμη χειρότερα, η αδέξια θεραπευτική αντιμετώπιση σε περιπτώσεις πραγματικής και σοβαρής βίας σε βάρος παιδιών. Οι κλινικοί σαν να τρέχουν ασθμαίνοντας πίσω από τα γεγονότα,  τετελεσμένα και κατασκευασμένα γεγονότα πολλές φορές, παρόλο που συχνά τελικά ζητείται από αυτούς να «βγάλουν το φίδι από την τρύπα». Και πολλές φορές δυσκολεύονται και αυτοί, καθώς δεν νιώθουν τόσο «ειδικοί» όσο νομίζουν ότι θα έπρεπε να είναι επί του θέματος και αγωνίζονται με σπασμωδικές κινήσεις να ερμηνεύσουν το κάθε φιδάκι στη ζωγραφιά ενός παιδιού, ως φίδι που βρήκε την τρύπα.3 Ή αναμασούν με τη σειρά τους κοινοτοπίες ως να ήταν αξιωματικές αλήθειες, που προήλθαν από τους «ειδικούς» του θέματος, όπως π.χ. ότι τα παιδιά δεν λένε ποτέ ψέματα (άρα και δεν τα ζωγραφίζουν, θα μπορεί να υποθέσει κανείς) ή ότι τα παιδιά λένε πάντα την αλήθεια (που φυσικά την λένε, αλλά πότε και πώς, και για ποια αλήθεια πρόκειται, ποια αλήθεια ακριβώς λένε; και σε ποια συμφραζόμενα, σε ποιο πλαίσιο, σε ποιόν τη λένε την αλήθειά τους, γιατί την λένε, γιατί σε αυτόν και όχι στον άλλον;). Τα παραπάνω ερωτήματα είναι απλώς προϋποθέσεις μιας στοιχειώδους κλινικής σκέψης και μεθόδου, η απουσία τους μετατρέπει την κλινική μέθοδο σε ανακριτική διαδικασία  ή σε γραφειοκρατική ρουτίνα.

Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο εξεταστής στις περιπτώσεις υποψίας ή καταγγελίας κακοποίησης (και καλό είναι να μην είναι μόνος του σε αυτές τις περιπτώσεις) βρίσκεται σε μια σαθρή θέση, καθώς η παραμικρή υποψία μετατρέπεται αμέσως σε μια βαριά καταγγελία, που στιγματίζει έναν γονιό ως «από χέρι» ύποπτο και μετατρέπει έναν γιατρό σε ανακριτή (όχι σε ερευνητή), που θα πρέπει να ξεσκεπάσει μια καλά κρυμμένη πραγματικότητα, καταργώντας το βασικό του θεραπευτικό εργαλείο, την εμπιστοσύνη και αντικαθιστώντας το με την καχυποψία (άρα και τη βιαστική και εν πολλοίς αυθαίρετη ερμηνεία).

Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να μην επικεντρώνει την προσοχή του ο εξεταστής στον «στόχο» της κακοποίησης ή για να μιλήσουμε φωτογραφικά, όπως μάλλον και θα ταίριαζε στην περίπτωση: να μην κάνει  focus στην κακοποίηση. Αντίθετα πρέπει πριν από οτιδήποτε άλλο να μπορέσει να αντιληφθεί τη λειτουργία μιας οικογένειας, την οδύνη ενός παιδιού, τη δυναμική της βίας και των κινδύνων. Ο καλύτερος δυνατός τρόπος είναι η δημιουργία ζωντανών δικτύων συνεργασίας με κλινικό προσανατολισμό, διεπιστημονικό πνεύμα και ισχυρές δόσεις ψύχραιμης λογικής σκέψης που αξιοποιεί την ενσυναίσθηση. Η βία των παρεμβάσεων μπορεί να διπλασιάσει και σε κάποιες περιπτώσεις και να ξεπεράσει τη βία που αυτές καλούνται να θεραπεύσουν – όταν βιαστικές και σπασμωδικές κινήσεις συνυπάρχουν με την απουσία συγκροτημένης σκέψης και οργανωμένης υποδοχής του προβλήματος. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα η έμφαση στο πώς εντοπίζουμε την κακοποίηση όταν δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε, όταν δεν έχουμε στοιχειώδη κλινική κατανόηση του ζητήματος, όταν δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τη δυναμική των βίαιων οικογενειακών καταστάσεων. Η λήψη μέτρων, όπως η αυτόματη απομάκρυνση του παιδιού, πρέπει να γίνεται αντιληπτή σε μια διάρκεια, η στιγμιαία–παροδική κακοποίηση να διακρίνεται από τη μόνιμη εγκατάσταση των βίαιων σχέσεων. Και δυστυχώς για τους «ειδικούς» της κακοποίησης, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα κανένα αξιόπιστο «Εργαλείο» που να μας λέει αν έγινε ή δεν έγινε η κακοποίηση! 4 Πόσω μάλλον «εργαλείο» που να τη θεραπεύει. Απόδειξη: η ειδικότητα των «ειδικών» να παραπέμπουν τα περιστατικά στους κλινικούς, αμέσως μόλις διαπιστώσουν κάτι το «ύποπτο».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Εισήγηση στο Πανελλήνιο Συνέδριο (9-10 Μαΐου 2011, Αθήνα) με θέμα: Κακοποίηση Παραμέληση Παιδιών. Σε αναζήτηση της επιστημονικής γνώσης – Το σοκ του πραγματικού – Η επιστροφή του συμβολικού. Το κείμενο διατηρεί τη ροή και τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου.

2 Ως προς το φαινόμενο ΔΕΠΥ, αλλά και ως προς το σοβαρό ζήτημα κακοποιημένων παιδιών που διαγιγνώσκονται ως ΔΕΠΥ, αφήνοντας στην άκρη το θέμα της κακοποίησης βλ. Γ. Αμπατζόγλου, Η διάγνωση «υπερκινητικού συνδρόμου» στα παιδιά. Μερικές κλινικές επισημάνσεις. Στο βιβλίο Ε. Λαζαράτου (επιμ.) Ψυχική αναστολή και υπερκινητικότητα, εκδ. ΒΗΤΑ, Αθήνα, 2009, σελ. 41-46.

3 Το παράδειγμα με το φίδι δεν είναι τόσο αυθαίρετο όσο πιθανόν δείχνει. Αποτέλεσε βασικό αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστική αντιπαράθεση, στην οποία παρευρέθηκα, που προέκυψε από μια και μοναδική παιδοψυχιατρική «εξέταση» παιδιού, όπου στη ζωγραφιά του παιδιού κάποιες γραμμές ερμηνεύτηκαν ως «φίδι», άρα ως σοβαρή ένδειξη σεξουαλικής κακοποίησης. Με βάση αυτό το εύρημα, το οποίο επιπλέον είχε προκύψει από «φιλική» επίσκεψη του «ειδικού» σε επαγγελματικό χώρο του ενός γονιού, εν αγνοία του άλλου γονιού, το δικαστήριο απέκλεισε από την επικοινωνία τον «ένοχο» γονιό. Επρόκειτο για παιδί προσχολικής ηλικίας. Πρόκειται για μια ιστορία που συμπυκνώνει τα προβλήματα, με τη μορφή εικονογράφησης-καρικατούρας.

4 Το μόνο αληθινό εργαλείο είναι η στέρεη κλινική γνώση. Βλ. την ανάπτυξη αυτού του προβληματισμού στο Γ. Αμπατζόγλου, Κρούσματα Βίας σε Παιδιά. Η Συμβολή της Παιδοψυχιατρικής Παρέμβασης. Προϋποθέσεις, όρια, επισημάνσεις. Στο βιβλίο Γ. Νικολαΐδης & Μ. Σταυριανάκη (επιμ.) Βία στην οικογένεια. Τεκμηριωμένη Πρακτική και Τεκμήρια από την Πρακτική, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2009, σελ. 197-202.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.