Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Δέσπω Κριτσωτάκη – Βάσια Λέκκα

σύναψις 25 [2012 – τόμος 08]

Νοήματα και εμπειρίες των νευροψυχιατρικών νοσημάτων και πρακτικών: Παιδιά και νέοι στα εξωτερικά ιατρεία του Αιγινήτειου Νοσοκομείου (1904-1940)

H Δέσπω Κριτσωτάκη είναι δρ. Ιστορίας, ερευνήτρια του Tμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης και του Centre for the Social History of Health and Healthcare, Γλασκόβη

Η Βάσια Λέκκα είναι δρ. Ιστορίας και διδάσκουσα του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, Ε.Κ.Π.Α

Εισαγωγή

«Το να εστιάσει κανείς στην εμπειρία σημαίνει επίσης να εστιάσει σε κάτι πολύπλευρο και ασύλληπτο, ακόμη και ατελές· κάτι που οι ιστορικοί συντελεστές, όπως εμείς, δεν μπορούν πάντοτε να κατανοήσουν ή να εκφράσουν».2 Η παραπάνω διαπίστωση συμπυκνώνει, κατά τη γνώμη μας, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάθε ιστορικός στην πραγμάτευση του ζητήματος της εμπειρίας, του τρόπου, δηλαδή, που τα ιστορικά υποκείμενα βίωναν και βιώνουν την καθημερινότητα, τους μετασχηματισμούς και τις μεταλλάξεις στις εκάστοτε ιστορικές περιόδους. Οι δυσκολίες αυτές αυξάνονται κατακόρυφα για τον ερευνητή στην περίπτωση της ασθένειας και στην απόπειρα διερεύνησης του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται, κατανοούν, ερμηνεύουν και, εν τέλει, βιώνουν τη νόσο από την οποία πάσχουν. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, τα ζητήματα αυτά έχουν απασχολήσει αρκετούς ιστορικούς της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας της ιατρικής και της ψυχιατρικής, οι οποίοι χρησιμοποιούν αυτοβιογραφικά κείμενα ασθενών, επιστολές ασθενών και οικείων τους προσώπων, αλλά και ιατρικές αρχειακές πηγές, όπως ιστορικά ασθενών, προκειμένου να διερευνήσουν τους τρόπους με τους οποίους οι ασθενείς και ο περίγυρός τους βίωναν την ίδια τη νόσο, αλλά και την ιατρική αντιμετώπισή της.3 Από μια άλλη σκοπιά, με παρόμοια θέματα έχουν καταπιαστεί ερευνητές στο πεδίο της κοινωνιολογίας.4 Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στη στάση και τη συμπεριφορά των ασθενών «εντός των τειχών» ενός νοσοκομειακού ιδρύματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα κριτικής του ιδρυματικού καθεστώτος αποτελεί το έργο του Erving Goffman Άσυλα, όπου περιγράφεται και ερμηνεύεται η καθημερινότητα των τροφίμων των λεγόμενων «ολοπαγών ιδρυμάτων» (total institutions) – νοσοκομείων, φυλακών, οικοτροφείων, κ.λπ.

Χωρίς να επεκταθούμε εδώ περαιτέρω στη σχετική με τον ρόλο του ασθενούς φιλολογία,5 εντούτοις, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι σχεδόν όλοι οι ασθενείς βίωναν και βιώνουν το γεγονός της ασθένειάς τους σε άμεση συνάρτηση τόσο με την κοινωνική τους θέση, την οικονομική και επαγγελματική τους κατάσταση, το φύλο, το μορφωτικό επίπεδο όσο και με ένα σύνολο «απαιτήσεων» και «αξιώσεων» από την πλευρά των γιατρών, του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου, οι οποίες προκύπτουν τόσο από τη φύση και την ιδιαιτερότητα της εκάστοτε διαταραχής όσο και από την ίδια την ταυτότητα και τον ρόλο τους ως ασθενών καθ’ εαυτούς. Ασφαλώς, οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν συνεπάγονται ένα καθολικό μοντέλο ασθενούς, ούτε και αναιρούν τη δυνατότητα παρέκκλισης από την αναμενόμενη οδό. Εξάλλου, όπως έχει εύστοχα υποστηριχθεί, «δεν είναι όλοι οι άρρωστοι άνθρωποι ασθενείς και δεν είναι όλοι οι ασθενείς άρρωστοι άνθρωποι».6 Αντίθετα, σκοπό έχουν να καταδείξουν τη ρευστότητα της έννοιας της ασθένειας, ακόμη και μέσα στο πλαίσιο των ίδιων κοινωνικών σχηματισμών και ιστορικών συγκυριών.

Υπό αυτή την προοπτική, το παρόν άρθρο εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους τα παιδιά και οι νέοι σε ηλικία ασθενείς των εξωτερικών ιατρείων του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, κατά την περίοδο 1904-1940, κατανοούσαν την κατάστασή τους και βίωναν την εμπειρία της ιατρικής εξέτασης και αγωγής στα εξωτερικά ιατρεία μίας νευροψυχιατρικής κλινικής. Παράλληλα, η παρούσα μελέτη διερευνά το περιεχόμενο των εννοιών του φυσιολογικού / κανονικού και παθολογικού / μη κανονικού για τα παιδιά και τους νέους στην Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει τους τρόπους με τους οποίους οι κατηγορίες αυτές συγκροτούνταν μέσα από τον ιατρικό λόγο και τη νευροψυχιατρική πράξη.

Η έρευνά μας βασίζεται στα μητρώα και τα ιστορικά των ασθενών των εξωτερικών ιατρείων του Αιγινήτειου. Παρότι αυτές οι πηγές αποτελούν επίσημα ιατρικά έγγραφα, στα οποία οι εμπειρίες των ασθενών διαμεσολαβούνται από τον κατεστημένο ιατρικό λόγο, κατορθώνουν, σε ένα βαθμό, να επιβιώσουν σε αυτά οι μαρτυρίες και η οπτική των ασθενών, αλλά και των οικείων τους, έστω και ως «κατακερματισμένες δηλώσεις».7 Οι ίδιοι οι γιατροί, άλλωστε, όσο κι αν υποτιμούσαν την ικανότητα των ασθενών και των οικείων τους να παρέχουν σαφείς και αντικειμενικές πληροφορίες, αναγνώριζαν τη σημασία και την αναγκαιότητα των πληροφοριών αυτών στην ιατρική πράξη και προσπαθούσαν να τις καταγράφουν αρκετά πιστά.8

Τα παιδιά και οι νέοι ασθενείς των εξωτερικών ιατρείων του Αιγινήτειου Νοσοκομείου

Η διερεύνηση των νοημάτων και των εμπειριών της ασθένειας και της κλινικής συνάντησης, από την οπτική των νεαρών εξωτερικών ασθενών του Αιγινήτειου, αποκτά ξεχωριστή σημασία στο βαθμό που οι νευροψυχιατρικές νόσοι βιώνονται και αναπαρίστανται με ιδιαίτερους και περίπλοκους τρόπους από τους πάσχοντες και τον περίγυρό τους, ιατρικό και μη. Συγχρόνως, τα παιδιά και οι νέοι συνιστούν δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες λόγω της εξάρτησής τους από τους μεγαλύτερους, καθώς και λόγω της αυξανόμενης ιατρικοποίησής τους στις αρχές του 20ού αιώνα.9 Τέλος, ιδιαίτερη αξία έχει η μελέτη του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, που αποτέλεσε την πρώτη ελληνική πανεπιστημιακή νευρολογική και ψυχιατρική κλινική, η οποία μάλιστα είχε εξωτερικά ιατρεία. Σε αυτά, από το 1915 έως το 1930, περίοδο για την οποία διασώζεται το σύνολο των βιβλίων ασθενών, εξετάστηκαν συνολικά 4.470 ασθενείς, εκ των οποίων 1.250 ή 28% ήταν παιδιά και νέοι έως 20 ετών (βλ. πίνακα 1 και γράφημα 1). Το υψηλό ποσοστό των παιδιών και νέων αναδεικνύεται ευκρινέστερα σε αντιπαραβολή με τα αντίστοιχα ποσοστά στα εσωτερικά ιατρεία της κλινικής, αλλά και στο Δρομοκαΐτειο, τον άλλο ψυχιατρικό θεσμό της Αθήνας των αρχών του 20ού αιώνα. Κατά τα χρόνια 1904-1909 και 1916-1920 εισήχθησαν στα εσωτερικά ιατρεία του Αιγινήτειου 218 άτομα έως 20 ετών (15,2% του συνόλου των εισαχθέντων) και στο Δρομοκαΐτειο 109 (11,3%).10

ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Αριθμός παιδιών, εφήβων και συνόλου ασθενών στα εξωτερικά ιατρεία του Αιγινήτειου Νοσοκομείου κατ’ έτος εξέτασης, 1915-1930

ΈτοςΠαιδιά (0-11)Έφηβοι (12-20)

Σύνολο

ασθενών έως 20 ετών

Σύνολο ασθενών
191581927122
19165141965
19177111865
19183182190
1919251237122
1920283260202
1921213354205
1922345084248
19234261103276
1924283664214
1925224769273
1926295988315
19274787134435
19283781118472
192961112173597
19308497181769
Μέσος όρος304878279
1915-193048176912504470

Πηγή: Μητρώα Εξωτερικών Ιατρείων (1915-1930) Αιγινήτειου Νοσοκομείου

ΓΡΑΦΗΜΑ 1 Εξέλιξη του αριθμού των εξετασθέντων ασθενών στα εξωτερικά ιατρεία του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, 1915-1930
ΓΡΑΦΗΜΑ 1 Εξέλιξη του αριθμού των εξετασθέντων ασθενών στα εξωτερικά ιατρεία του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, 1915-1930

 

Το παραπάνω γράφημα είναι ενδεικτικό, όχι μόνο του υψηλού ποσοστού των παιδιών και νέων εξωτερικών ασθενών της κλινικής, αλλά, κυρίως, της σταθερής αύξησης αυτού του ποσοστού, με την πάροδο του χρόνου. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό αγοριών και κοριτσιών ήταν σχεδόν ίσο – 53,7% αγόρια και 45,5% κορίτσια. Τα παιδιά και οι νέοι αυτοί βρίσκονταν να πάσχουν από διάφορα συμπτώματα και ασθένειες. Πολύ συχνές ήταν οι νευρολογικές παθήσεις, κυρίως η επιληψία. Ανάμεσα στα βασικότερα συμπτώματα βρίσκονταν διάφορες παραλύσεις και άλλα σωματικά προβλήματα. Δεν έλειπαν οι διάφοροι βαθμοί διανοητικής καθυστέρησης, ενώ οι ψυχιατρικές διαγνώσεις, με κυριότερες την πρωτόγονο άνοια και τη σχιζοφρένεια, που στην περίοδο αυτή έτειναν να χρησιμοποιούνταν εναλλακτικά, ήταν σχεδόν ανύπαρκτες στα παιδιά, αλλά άρχιζαν να εμφανίζονται στους εφήβους.

 

Μέσα από την οπτική των παιδιών και των νέων

Η κατηγορία των νεαρών ασθενών με τους οποίους θα ασχοληθούμε στη συνέχεια είναι αυτοί στους οποίους σημειώνονταν διάφορες διαταραχές της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς. Σε αυτούς δίνονταν διάφορες διαγνώσεις – από επιληψία και διανοητική καθυστέρηση έως «διαστροφή χαρακτήρος» και πρωτόγονο άνοια. Ωστόσο, τα ιστορικά τους χαρακτηρίζονται από πολλά κοινά σημεία και παρέχουν τις περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το θέμα που μας αφορά εδώ, δηλαδή τους τρόπους βίωσης της ασθένειας και, γενικότερα, τις πτυχές της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής των νεαρών ασθενών.

Ας ξεκινήσουμε με το ιστορικό του επτάχρονου Ι.Τ, ο οποίος προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία τον Αύγουστο του 1939 και διαγνώστηκε με «διαστροφή χαρακτήρος επιληπτοειδούς φύσεως». Στο ιστορικό του, στην ενότητα «Ιστορία της Νόσου», καταγράφονταν τα ακόλουθα:

  • Από εξαμήνου περίπου, ο ασθενής εμφανίζει μεταβολάς του χαρακτήρος: κτυπά τους γονείς και τας αδελφάς του, λιθοβολεί αυτούς, ανέρχεται επί της στέγης και ρίπτει παν το προστυχόν εις τους διαβάτας, κτυπά τα μικρότερα παιδιά, υβρίζει και βλασφημεί δι’ ασήμαντον αφορμήν. Όταν στενοχωριέται, πίπτει κατά γης, δάκνει τας χείρας του και κραυγάζει και λέγει εις την μητέρα του “πουτάνα”, θραύει όταν οργίζεται τα διάφορα σκεύη της οικίας του πατρός του. Μουντζώνει πάντα, σχίζει τα φορέματά του. Τυραννεί τα ζώα. Θέλει να ανάπτη χαρτιά. Απειλεί ότι θα πέσει εις το φρέαρ. Λέγει ότι του έρχεται να μπήξει τις φωνές […]. Κατά πληροφορίας της μητρός του ούτος εξακολουθεί να είναι ανήσυχος (δεν υπακούει εις τας συστάσεις της μητρός του, κ.τ.λ.). […] Δυσφορεί δια την μετάβασιν του εις το σχολείο (Δ΄ δημοτικού) […].

Στη συνέχεια, στην ενότητα «Παρούσα Κατάστασις», ανάμεσα σε άλλες πληροφορίες, όπως, για παράδειγμα, αναφορικά με τα αντανακλαστικά και την εξωτερική του εμφάνιση, σημειωνόταν η συμπεριφορά του μικρού ασθενούς κατά την εξέτασή του από τους γιατρούς:

  • Παρ’ ημίν ο ασθενής είναι ήσυχος και ίσταται πλησίον της μητρός του. Φαίνεται εντρεπόμενος και δεν απαντά εις τας ερωτήσεις ημών, αντί δ’ απαντήσεως προσβλέπει προς τα κάτω και μειδιά. […] Ο ασθενής κατά την εξέτασιν διαρκώς γελά σπασμωδικώς. Παρατηρείται διαφορά αντανακλαστικών υπέρ του αριστερού ημίσεως του σώματος. Αι κοιλιακαί αντανακλάσεις δεν παρήχθησαν λόγω της συσπάσεως των κοιλιακών μυών, ως εκ του συνεχούς γέλωτος. Η δεξιά κρεμαστήριος παράγεται ζωηρώς, ενώ η αριστερά ασθενής. Κατά την αριστεράν βουβωνικήν χώραν, δύο ελκώσεις ημιεπουλωμέναι και φέρουσαι εφελκίδα. Babinski (;) ενίοτε αριστερά. Κόραι αντιδρώσιν εις το φως […] Ο ασθενής εύρηται πλησίον της μητρός του και μειδιά κατά την λήψιν των πληροφοριών παρά της μητρός του.11

Από την παραπάνω περιγραφή μπορούμε να εξάγουμε αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία. Κατ’ αρχάς, οι εκδηλώσεις της νόσου του επτάχρονου Ι.Τ. στρέφονταν προς τους γονείς και τα αδέλφια του, τον στενό, δηλαδή, οικογενειακό του κύκλο. Ο ασθενής όχι μόνο κτυπούσε τους γονείς και τα αδέλφια του, αλλά έβριζε χυδαία τη μητέρα του και κατέστρεφε τα αντικείμενα της πατρικής οικίας. Παράλληλα, κτυπούσε τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά, τα ζώα, ενώ εκδήλωνε επιθετικές τάσεις ακόμη και απέναντι σε περαστικούς. Από την άλλη πλευρά, αναδεικνύεται σαφώς η απουσία πρωτοβουλίας και αυτενέργειας από την πλευρά του παιδιού κατά την εξέτασή του. Ο μικρός ασθενής δεν μιλούσε ή, ορθότερα, δεν παρουσιαζόταν να μιλά για τον εαυτό του και την κατάστασή του. Τις πληροφορίες τις παρείχε η μητέρα του, που ήταν και το πρόσωπο που βρισκόταν σε άμεση επαφή με τον γιατρό. Εντούτοις, η περιγραφή από τον γιατρό της συμπεριφοράς και των αντιδράσεων του ασθενούς την ώρα που εξεταζόταν και άκουγε την αφήγηση της μητέρας του, ανοίγει ένα παράθυρο στον τρόπο που βίωνε το συγκεκριμένο παιδί την παρουσία του στα εξωτερικά ιατρεία. Αν και αρχικά χαρακτηριζόταν ως ήσυχος, εντούτοις, καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέτασης, επεδείκνυε ένα βαθμό ειρωνείας απέναντι στους γιατρούς και τη μητέρα του, μειδιώντας, γελώντας ασταμάτητα και όντας ιδιαίτερα ανήσυχος. Με άλλα λόγια, μέσα από τη σιωπή, την ειρωνική του στάση και το γέλιο του, που από τους γιατρούς ερμηνευόταν ως ένα «σπασμωδικό», δηλαδή παθολογικό, γέλιο, έδειχνε ότι η όλη διαδικασία δεν είχε νόημα για αυτόν και ότι δεν ήθελε να βρίσκεται ενώπιον των γιατρών. Σε τι συμπεράσματα θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε από το παράδειγμα αυτό; Προτού απαντήσουμε, ας παραθέσουμε μία ακόμη περίπτωση· την περίπτωση της δεκατριάχρονης Ν.Φ., που προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία τον Σεπτέμβριο του 1939. Στο περιστατικό αυτό δεν καταγραφόταν διάγνωση, αλλά στο ιστορικό αναγράφονταν τα ακόλουθα:

  • Ήθελε δε να εξέλθη της οικίας της, εκτύπα την μητέρα της και εξεδίωκε τους περί αυτήν. Την επομένην δεν είχε πυρετόν, δεν ανεγνώριζε όμως τους περί αυτήν και εξεδίωκε τους περί αυτήν, έλεγε δε ότι μία συμμαθήτριά της “την κυνηγούσε και ήθελε να την κτυπήσει”.

Ακολούθως, κατά την εξέτασή της από τους γιατρούς αναφέρονταν τα εξής:

  • Σε κτύπησε η Ασημίνα η φίλη σου; ‘Όχι, μου είπανε τα ξαδέλφια μου ότι με κτύπησε’. Τους άκουσες; “Ναι, αφού και τώρα το λέει η μαμά, τώρα’. Το είπε τώρα; ‘Όχι, το έλεγε σε κάτι γυναίκες”. Είδες τον παππού σου καθόλου; ”γνοώ γι’ αυτό που μου λέτε”. Τι νοσοκομείο είναι εδώ; “Αιγινήτειον;”. Τι μέρα έχουμε; “Παρασκευή”. Τι μήνα; “Σεπτέμβριο”. Τι χρόνο; “1939”. Θέλει το κακό σου κανένας; “Οι ξαδέλφες μου ίσως… με ζηλεύουν…” 13+18; ‘Η ασθενής ξεσπά εις γέλωτας. “Ουφ, πάμε να φύγουμε…31”. Τι έχεις; “Άσε με ήσυχη’. Η ασθενής ουδόλως απαντά εις τας ερωτήσεις μας. Η ασθενής προβάλλει αντίστασιν όπως εξετάσωμεν αυτήν.12

Όπως και στην περίπτωση του επτάχρονου Ι.Τ., έτσι και εδώ αντικείμενο της οργής και της επιθετικότητας της νεαρής αυτής ασθενούς ήταν η μητέρα της και τα κοντινά της πρόσωπα, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι συμμαθήτριές της. Αντίστοιχα, κατά την εξέταση, αν και αρχικά φαινόταν να απαντάει νηφάλια στις ερωτήσεις των γιατρών, σταδιακά, άρχισε να τους ειρωνεύεται και να τους χλευάζει. Λόγου χάριν, στην ερώτηση σχετικά με τον παππού της, αρνήθηκε να δώσει απάντηση, λέγοντας, μάλλον περιπαικτικά, «αγνοώ για αυτό που μου λέτε», ενώ στο τέλος εμφανίστηκε αγανακτισμένη – προφανώς, από τις συνεχείς ερωτήσεις – και θέλησε να φύγει. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε αντίθεση με το προηγούμενο περιστατικό, ο ρόλος αυτής της, μεγαλύτερης σε ηλικία, ασθενούς κατά την εξέτασή της παρουσιαζόταν πιο ενεργητικός, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, καθώς καταγραφόταν ο διάλογος ανάμεσα σε αυτήν και τον γιατρό. Ζητήθηκε, λοιπόν, η συμμετοχή της στην ιατρική συνάντηση και αρχικά η ασθενής ανταποκρίθηκε, προτού καταλήξει στην αρνητική στάση που περιγράψαμε. Χαρακτηριστικό, από αυτήν την άποψη, είναι και το παράδειγμα της δεκαοκτάχρονης Κ.Π., η οποία είπε στο γιατρό ότι ήταν «κολοκύθης και πεπόνιας», προσθέτοντας, όμως, προφανώς για να μην έχει συνέπειες, ότι το είπε «στα αστεία».13

Η ερμηνεία της στάση αυτής, κατά την οποία οι μικροί και νέοι σε ηλικία ασθενείς αρνούνταν να συμμετάσχουν στην εξέτασή τους, δεν άφηναν τους γιατρούς να τους εξετάσουν και αντιδρούσαν περιπαικτικά στην όλη διαδικασία, θα μπορούσε να εγγραφεί στο πλαίσιο της έννοιας της «λαθροβίωσης» (underlife), όπως την ανέπτυξε ο Ε. Goffman στο βιβλίο του Άσυλα, στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Με την έννοια της «λαθροβίωσης», ο Goffman επιχείρησε να ανασυγκροτήσει τις διαφορετικές μορφές επικοινωνίας, δράσης και αντί-δρασης των τροφίμων απέναντι στις προκλήσεις και τα προβλήματα που ανέκυπταν κατά τον μακροχρόνιο εγκλεισμό τους σε κάποιο «ολοπαγές ίδρυμα».14 Αν και στην περίπτωση του Ι.Τ. και των εξωτερικών ασθενών του Αιγινήτειου, εν γένει, δεν υφίστατο εγκλεισμός και ό,τι αυτός θα μπορούσε να συνεπάγεται, εντούτοις, ενυπήρχαν στη στάση και τη συμπεριφορά τους στοιχεία που μαρτυρούσαν αυτήν την απόπειρα «λαθροβίωσης», η οποία ήταν αλληλένδετη με τον παθητικό ρόλο που τους επιφύλασσαν η ιατρική αρχή του ιδρύματος και οι οικείοι τους, κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Ο επτάχρονος ασθενής, λοιπόν, είχε επινοήσει έναν παθητικό τρόπο να εκδηλώνει την αντίδρασή του, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, γεγονός που πήγαζε από την εξουσιαστική δομή της σχέσης ανάμεσα στον γιατρό και τον ασθενή, αλλά και ανάμεσα στον ενήλικα και τον ανήλικο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτός ο ασθενής είχε δημιουργήσει μία «κρυφή μεταγραφή» (hidden transcript), όπως ανέπτυξε την έννοια αυτή ο James Scott. Συνοπτικά, σε αντιδιαστολή με τη «δημόσια μεταγραφή» (public transcript), που αποτελεί, στην ουσία, την ανοικτή, «επίσημη» διάδραση και επικοινωνία ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους, οι εξαρτημένες ομάδες, όπως στην προκειμένη περίπτωση τα παιδιά-ασθενείς, εκφράζουν την κριτική τους στην εξουσία πίσω από την πλάτη του κυρίαρχου.15

Στις περιπτώσεις από τα εξωτερικά ιατρεία που αναφέραμε παραπάνω, η αρνητική συμπεριφορά των παιδιών και των νέων στρεφόταν όχι μόνο εναντίον των γιατρών, αλλά πριν από αυτό, εναντίον του πολύ στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος και του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρού τους. Και, εάν απέναντι στους γιατρούς έδειχναν ειρωνεία και αδιαφορία, απέναντι στους οικείους τους εκδήλωναν μία βίαιη και επιθετική συμπεριφορά τόσο στο επίπεδο του λόγου όσο και στο επίπεδο των πράξεων. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση θα ήταν η αντιπαραβολή των περιστατικών αυτών με τα επεισόδια των «δαιμονισμένων» παιδιών και εφήβων στην Αγγλία του 16ου και 17ου αιώνα.16 Μέσα στο πλαίσιο των θρησκευτικών και πολιτικών ταραχών και της συνακόλουθης διαμάχης ανάμεσα στον θεολογικό και επιστημονικό λόγο, τα παιδιά και οι νέοι αυτοί αντιμετωπίζονταν είτε ως δαιμονισμένα / επιληπτικά αγόρια είτε ως δαιμονισμένα / υστερικά κορίτσια. Μέσα από έξοχα στυλιζαρισμένες και τυποποιημένες «θεατρικές», σε ένα βαθμό, παραστάσεις, οι νέοι αυτοί προέβαιναν σε μία σειρά άκρως ανατρεπτικών και επαναστατικών, για τα δεδομένα της εποχής, πράξεων.17 Κατά τη διάρκεια του υποτιθέμενου δαιμονισμού τους, αποτελούσαν συνηθισμένα φαινόμενα οι πράξεις αποδοκιμασίας και χλευασμού της επίσημης θρησκείας και των εκπροσώπων της, οι οποίοι επιχειρούσαν συχνά να «θεραπεύσουν» τους νέους αυτούς μέσω εξορκισμού, οι πράξεις βλασφημίας των ιερών και των θείων, αλλά και ανυπακοής και απειθαρχίας απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας – γονικής, δικαστικής, πολιτικής. Ενδεικτική ήταν, λόγου χάριν, η περίπτωση του εικοσιδιάχρονου μουσικού William Somers, ο οποίος, στα τέλη του 16ου αιώνα, ύστερα από τα «μάγια» μίας γριάς, άρχισε να υποφέρει από έντονες κρίσεις κατά τη διάρκεια των οποίων λοιδορούσε τα μέλη του κλήρου που ήταν συγκεντρωμένα για να τον γιατρέψουν, βλασφημούσε και υιοθετούσε ιδιαίτερα προκλητική στάση ενώπιον των παρευρισκομένων. Όπως αναφερόταν χαρακτηριστικά σε φυλλάδιο της εποχής: «οι λόγοι του ήταν συνήθως ματαιόδοξοι, τους οποίους εξέφραζε χλευαστικά, και πολλές φορές χυδαίοι και αισχροί, εντελώς ανάρμοστο ακόμη και να ειπωθούν, ή βλάσφημοι όρκοι, ο ένας όρκος μετά τον άλλο: κάποιες φορές λέγοντας είμαι ο θεός και άλλες φορές δεν υπάρχει θεός».18

Χωρίς να επιθυμούμε να προβούμε σε κάποιου είδους αναχρονιστική σύγκριση, εντούτοις, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ορισμένες ομοιότητες ανάμεσα στα επεισόδια αυτά, τα οποία, βέβαια, διαδραματίστηκαν υπό διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες. Χωρίς ασφαλώς να αμφισβητείται και να ακυρώνεται το γεγονός της ασθένειας καθ’ εαυτήν και της σωματικής και ψυχικής δοκιμασίας και πόνου των παιδιών και των νέων που προσέρχονταν στα εξωτερικά ιατρεία, και παρότι ορισμένοι από αυτούς είχαν εσωτερικεύσει ως παθολογικές τις μη αποδεκτές συμπεριφορές,19 θα πρέπει να υπογραμμισθεί η, σε ένα βαθμό, «χρήση» των εκδηλώσεων και συμπτωμάτων της διαταραχής από την οποία έπασχαν ως εισιτήριο για μία σειρά απαγορευμένων και κοινωνικά καταδικαστέων πράξεων και μορφών συμπεριφοράς. Η ανυπακοή και απειθαρχία απέναντι στους γονείς, οι ύβρεις και επιθέσεις εναντίον ατόμων του ευρύτερου οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος, η επιθυμία φυγής από το σπίτι, η ατημελησία, αλλά ακόμη και η παραμέληση των μαθημάτων μπορούσαν να «δικαιολογηθούν» στη βάση της εκάστοτε νευρολογικής / ψυχιατρικής διαταραχής και ενδεχομένως να μην επιφέρουν την αναμενόμενη τιμωρία. Σε αυτό το πλαίσιο, η αδιαφορία και η ειρωνεία που εξέφραζαν απέναντι στους γιατρούς αναδείκνυε πιθανόν την αντίδρασή τους στις προσπάθειες ελέγχου και περιορισμού των συγκεκριμένων συμπεριφορών τους. Σε κοινωνίες που κυριαρχούνταν από τους μεγαλύτερους σε ηλικία, ίσως, οι εκδηλώσεις αυτές να αποτελούσαν μία από τις μοναδικές ευκαιρίες τους να βρεθούν στο επίκεντρο και να καθορίσουν οι ίδιοι τη ζωή και την καθημερινότητα των μεγαλυτέρων.

Ποια ήταν, όμως, η αντίδραση του περίγυρού τους; Αν και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι οι οικείοι αυτών των παιδιών και νέων είχαν προσπαθήσει να τους «επαναφέρουν στην τάξη» με κάποιου τύπου τιμωρία, κάτι τέτοιο δεν αναφερόταν στο ιστορικό τους. Το γεγονός, άλλωστε, ότι τελικά κρινόταν αναγκαία μία επίσκεψη στα εξωτερικά ιατρεία της πανεπιστημιακής κλινικής, αναδεικνύει την απόφασή τους ότι οι τιμωρίες δεν ωφελούσαν, ότι η συμπεριφορά των παιδιών και των νέων αυτών αποτελούσε ένα σύμπτωμα ασθένειας, μία διάσταση παθολογικής συμπεριφοράς και, άρα, χρειαζόταν ειδική, επιστημονική, μεταχείριση. Μέσα από τα περιστατικά αυτά, δηλαδή, αναδεικνύονται ευκρινώς τα όρια ανάμεσα στην κοινωνικά αποδεκτή, τη θεωρούμενη, δηλαδή, ως ομαλή και φυσιολογική παιδική και νεανική συμπεριφορά και στην αποκλίνουσα, τη θεωρούμενη, δηλαδή, ως ανώμαλη και ως προβληματική. Αυτήν την προβληματική συμπεριφορά ήταν που καλούνταν να επιδιορθώσουν και να επαναφέρουν στην πρωταρχική, φυσιολογική, κοινά επιτρεπτή της κατάσταση οι γιατροί ως άλλοι πλέον κληρικοί και εκπρόσωποι μίας νέας, σύγχρονης μορφής, «θεϊκής» εξουσίας. Μέσα, λοιπόν, από την προβληματοποίηση και τον έλεγχο της ταυτότητας και υποκειμενικότητας αυτών των ανώμαλων παιδιών και νέων συγκροτούνταν ταυτόχρονα και η αναμενόμενη και θεωρούμενη ως ομαλή και φυσιολογική παιδική και νεανική ταυτότητα και υποκειμενικότητα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα σαφή όριά της.

Προκειμένου να αναδειχθούν ευκρινέστερα τόσο η αντιμετώπιση των συμπεριφορών των μικρών αυτών ασθενών από τον περίγυρό τους όσο, κυρίως, η διττή ιδιότητα της ασθένειας ως παράγοντα συγκρότησης και εδραίωσης τόσο της κανονικότητας όσο και της μη κανονικότητας, σε κάθε επίπεδο, αρκούν ενδεικτικά ορισμένες από τις αφηγήσεις των οικείων των ασθενών, οι οποίες παραθέτονταν στα ιστορικά και περιέγραφαν την κατάσταση των ασθενών παιδιών και νέων. Η περίπτωση της εξάχρονης Α.Μ., η οποία είχε διαγνωσθεί με διανοητική καθυστέρηση, είναι χαρακτηριστική:

  • Η ασθενής ως αναφέρει η μάμμη της είναι “νευρικό παιδί, άτακτο, θραύει αντικείμενα της οικίας, επιτίθεται εναντίον των οικείων της και χωρίς καμία αιτία μάς μουντζώνει”. “Είναι βαρύ παιδί”.20

Το παραπάνω απόσπασμα αναδεικνύει ότι η ασθένεια της μικρής συνίστατο, κατά την άποψη της γιαγιάς της, στη νευρικότητα και την επιθετικότητά της, στο γεγονός, δηλαδή, ότι δεν μπορούσαν να της επιβληθούν και να τη συμμορφώσουν. Αντίστοιχα, και για την δεκατετράχρονη Α.Χ., η οποία τον Αύγουστο του 1939 διαγνώστηκε με μικρόνοια – όπως θα λέγαμε σήμερα, με διανοητική καθυστέρηση μικρού βαθμού – αναγραφόταν, με βάση τις πληροφορίες του πατέρα της:

  • Από βρεφικής ηλικίας, ανήσυχος. Έκλαιε πολλάκις, έδακνε τα δάκτυλα των χειρών της, κ.τ.λ. Μετέβη εις σχολείον, παραμείνασα επί διετίαν εις την Α’ τάξιν και ουδεμίαν δ’ επίδοσιν εσημείωσε, ‘δεν έμαθε ούτε το άλφα. Πολλές φορές μάλιστα γυρνούσε από το σχολείο και όταν την παρατηρούσαμε γι’ αυτά ουρούσε απάνω της’. Ούτως είχεν η κατάστασις της ασθενούς μέχρι προ έτους, ότε κατέστη ανήσυχος, έσχιζε τα φορέματα της, ομιλεί μόνη της, γελά άνευ λόγου, άδει ισχυρώς, εκφράζει την επιθυμίαν όπως ενδύεται καλώς.21

Πέραν του γεγονότος ότι και σε αυτήν την περίπτωση η στάση της ασθενούς ήταν περιπαικτική ενώπιον των γιατρών – «κάθηται εις το προσφερθέν αυτής κάθισμα και προσβλέπει ημάς γελώσα. Ποιεί διαφόρους μορφασμούς και κινήσεις της κεφαλής και των χειρών και φαίνεται ανήσυχος» – παρατηρούμε ότι η ανησυχία της νεαρής ασθενούς, οι πολύ κακές της επιδόσεις στο σχολείο, η θεωρούμενη ως υπερβολική περιποίηση της εξωτερικής της εμφάνισης, συμπεριλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, στις εκδηλώσεις της νόσου της. Ακόμη, και στην περίπτωση της εικοσιπεντάχρονης Μ.Μ., η μητέρα της ασθενούς την παρουσίαζε ως επιθετική, αλλά, ταυτόχρονα, με επίγνωση της μη φυσιολογικής της κατάστασης·

  • Ωσαύτως αναφέρει η μήτηρ ότι ημέρας τινάς προ της περιόδου καταλαμβάνεται υπό διέγερσιν, υβρίζει δια χυδαίων φράσεων τας αδελφάς της “Πουτάνες, κ.λπ.”, “την πιάνουν τρεμούλες, και σκούζει, πέφτει στο κρεβάτι μερικές ημέρες σαν αναίσθητη”. Παραπονείται δια την κατάστασίν της λέγουσα: “Μαμά μου, γιατί έγινα έτσι. Κάντε με καλά, μαμά. Η Μαρία είμαι εγώ που έγινα έτσι;”.22

Με άλλα λόγια, αρκετοί από τους γονείς και συγγενείς ήταν πρόθυμοι να παθολογικοποιήσουν κοινωνικά μη αποδεκτές και αποκλίνουσες συμπεριφορές, προσδίδοντάς τους το νόημα της νευρολογικής / ψυχιατρικής διαταραχής. Και, η προσφυγή στα εξωτερικά ιατρεία του Αιγινήτειου μεταφραζόταν ως μία απόπειρα επαναφοράς των αγαπημένων τους προσώπων στη φυσιολογική, δηλαδή στην αναμενόμενη –για την ηλικία, το φύλο, την κοινωνική θέση– κατάσταση. Επιπρόσθετα, η απειλή του γιατρού και το ενδεχόμενο του εγκλεισμού μετατρέπονταν σε δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια των νεαρών αυτών ασθενών και λειτουργούσαν ενδεχομένως ως ένα μέσο εκφοβισμού, κολασμού και πειθάρχησης.

 

Συμπεράσματα

Συμπερασματικά, στο παρόν άρθρο παρουσιάστηκαν κάποιες διαστάσεις των νοημάτων και εμπειριών των νευροψυχιατρικών ασθενειών και των κλινικών νευροψυχιατρικών πρακτικών μέσα από την οπτική των παιδιών και νεαρών ασθενών, αλλά και των οικείων τους, στις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Μέσα από το παράδειγμα των εξωτερικών ιατρείων του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, όπου ένα υψηλό ποσοστό των ασθενών ήταν μικρής ηλικίας, προέκυψαν ποικίλες ενδιαφέρουσες παράμετροι.

Με επίκεντρο τα περιστατικά στα οποία καταγράφονταν διαταραχές της συμπεριφοράς και της προσωπικότητας, αναδείχθηκαν οι τρόποι με τους οποίους τα παιδιά και οι νέοι βίωναν την κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει και την ασθένεια από την οποία έπασχαν. Το γεγονός ότι στα «συμπτώματά» τους συμπεριλαμβάνονταν ξεσπάσματα βίαιης και επιθετικής συμπεριφοράς απέναντι στους οικείους τους, χαμηλές σχολικές επιδόσεις, υπερβολική φροντίδα για την εμφάνισή τους και επιθυμία εξόδου από το σπίτι και φυγής από τα στενά όρια της καθημερινότητάς τους, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εκδηλώσεις της νόσου τους διαμορφώνονταν, σε μεγάλο βαθμό, από την ηλικία τους. Παράλληλα, και ο τρόπος που βίωναν την ιατρική εξέταση βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με την ηλικιακή κατηγορία στην οποία ανήκαν. Ως εκ τούτου, οι νεαροί ασθενείς των εξωτερικών ιατρείων, εφόσον βρίσκονταν σε υφιστάμενη θέση, όχι μόνο λόγω του ρόλου τους ως ασθενών, αλλά και λόγω της ηλικίας τους, αντιδρούσαν κατά την κλινική συνάντηση με τρόπους παθητικούς και έμμεσους, κυρίως μέσω της αδιάφορης, ειρωνικής, και ενίοτε χλευαστικής τους στάσης.

Παράλληλα, ανιχνεύτηκαν η ρευστότητα και οι πολλαπλές λειτουργίες και χρήσεις της έννοιας της ασθένειας, καθώς και οι ποικίλες κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτικές προεκτάσεις της. Από τη μία πλευρά, οι μικροί και νέοι σε ηλικία ασθενείς μπορούσαν, σε ένα βαθμό, να «χρησιμοποιούν» ορισμένες νευροψυχιατρικές εκδηλώσεις, προκειμένου να εκφράσουν τους φόβους και τις ανησυχίες τους και να δραπετεύσουν από τις ηλικιακές και κοινωνικές νόρμες. Από την άλλη πλευρά, όμως, η κατανόηση και ερμηνεία μίας σειράς αποκλίνουσων συμπεριφορών ως συγκεκριμένων νευροψυχιατρικών συμπτωμάτων τοποθετούσε στην υπηρεσία της οικογένειας, αλλά και της κοινωνίας, εν γένει, το πλούσιο οπλοστάσιο του ιατρικού λόγου. Με άλλα λόγια, η παθολογικοποίηση και ιατρικοποίηση μη αποδεκτών κοινωνικά χαρακτηριστικών και μορφών δράσης προσέφερε στην οικογένεια μία ακόμα δίοδο πειθάρχησης και κανονικοποίησης, πέραν της παιδαγωγικής. Εξάλλου, όπως έχει εύστοχα υποστηριχθεί, «οι ορισμοί των ενηλίκων για τα παιδιά είναι ταυτόχρονα παραγωγικοί και ρυθμιστικοί / κατασταλτικοί καθώς αποβλέπουν στην ευημερία και προστασία των παιδιών, αλλά και στον έλεγχο και την επιτήρησή τους».23 Σε αυτόν τον αγώνα της οικογένειας για έλεγχο και επιτήρηση, ο ρόλος της ιατρικής εξουσίας και γνώσης υπήρξε καθοριστικός.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Το παρόν άρθρο αποτελεί συντομευμένη εκδοχή του κεφαλαίου «Η εμπειρία της ψυχικής νόσου» από την αδημοσίευτη μελέτη των Δέσπως Κριτσωτάκη και Βάσιας Λέκκα, με τίτλο Παιδική Ηλικία και Νεότητα στην Ψυχιατρική/Νευρολογική Θεωρία και Πράξη: Το Παράδειγμα των Εξωτερικών Ιατρείων του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, 1904-1940. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Δεκέμβριο του 2009 έως τον Νοέμβριο του 2010 και χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/ Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, στο πλαίσιο του φιλοξενούμενου ερευνητικού προγράμματος «Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας» της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς.

2  S. Clark, «Introduction», στο S. Clark (επιμ.), Languages of Witchcraft: Narrative, Ideology and Meaning in Early Modern Culture, Basingstoke, Macmillan, 2000, σελ. 6-7.

3  Ενδεικτικά: R. Porter, «The patient’s view. Doing medical history from below», Theory and Society, 14, 1985, σελ. 175-198, R. Porter (επιμ.), Patients and Practitioners: Lay Perceptions of Medicine in Pre-Industrial Society, Cambridge, University of Cambridge Press, 1985, L. Wannell, «Patients’ relatives and psychiatric doctors: Letter writing in the York Retreat, 1875-1910», Social History of Medicine, 20, 2007, σελ. 297-313, A. Beveridge, «Voices of the mad: Patients’ letters from the Royal Edinburgh Asylum, 1873-1908», Psychological Medicine, 27, 1997, σελ. 899-908, A. Beveridge, «Life in the asylum: Patients’ letters from Morningside, 1873-1908», History of Psychiatry, 9, 1998, σελ. 431-469, L. Smith, «‘Your very thankful inmate’: Discovering the patients of an early County Lunatic Asylum», Social History of Medicine, 21, 2008, σελ. 237-252, M. MacDonald, «Madness, suicide, and the computer», στο R. Porter, A. Wear (επιμ.), Problems and Methods in the History of Medicine, London, Croom Helm, 1987, σελ. 207-229.

4  Η βιβλιογραφία για την εμπειρία της ασθένειας στο πλαίσιο της κοινωνιολογίας της υγείας είναι πολύ μεγάλη. Για μία σύνοψη των τάσεων και εξελίξεων, βλ. J. Lawton, «Lay experiences of health and illness: Past research and future agendas», Sociology of Health & Illness, 25, 2003, σελ. 23-40.

5  Βλ. ενδεικτικά, B.S. Turner, Medical Power and Social Knowledge, London, Sage Publications, 1995, σελ. 37-54, P.E.S. Freund, M.B. McGuire, L.S. Podhurst, Health, Illness, and the Social Body. A Critical Sociology, Upper Saddle River, N.J., Prentice Hall, c. 2003, σελ. 125-145, T. Szasz, Αιρετικά, μτφρ. Α.Α. Τσέγκου, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2006, σελ. 100-111.

6  B.S. Turner, Medical Power and Social Knowledge, σελ. 43.

7  M. MacDonald, «Madness, suicide, and the computer», σελ. 207-29. Επίσης, C. Coleborne, «‘His brain was wrong, his mind astray’: Families and the language of insanity in New South Wales, Queensland, and New Zealand, 1880s-1910», Journal of Family History, 31, 2006, σελ. 45-65.

8  J. Gillis, « The history of the patient history since 1850», Bulletin of the History of Medicine, 80, 2006, σελ. 490-512, J. Gillis, «Taking a medical history in childhood illness: Representations of parents in pediatric texts since 1850», Bulletin of the History of Medicine, 79, 2005, σελ. 393-429. Για ένα ελληνικό παράδειγμα της αμφιθυμίας, όπως την ονομάζει ο Gillis, των παιδιάτρων απέναντι στις μαρτυρίες των γονιών και ιδίως των μητέρων, μπορούμε να αναφέρουμε την άποψη του παιδίατρου Απόστολου Δοξιάδη. Σύμφωνα με την άποψή του, ο γιατρός δεν μπορούσε να αντιληφθεί τις λεπτομέρειες της ασθένειας του παιδιού αν δεν τον βοηθούσε η μητέρα, ενώ, παράλληλα, ζητούσε από αυτήν μόνο προσεκτικές παρατηρήσεις και την ειλικρινή έκθεσή τους και όχι κρίσεις και διαγνώσεις, στις οποίες μπορεί να προέβαινε παρασυρόμενη από τις λιγοστές γνώσεις της. Α. Δοξιάδης, Ζ. Φράγκου, Υγιεινή και Ανατροφή των Παιδιών, Αθήναι, Ι. Σιδέρη, χ.χ., σελ. 85-87.

9  Βλ. ενδεικτικά, M. Gijswijt-Hofstra, H. Marland (επιμ.), Cultures of Child Health in Britain and the Netherlands in the Twentieth Century, Amsterdam and Atlanta: Rodopi, 2003. Για την Ελλάδα, Β. Θεοδώρου, Δ. Καρακατσάνη, «Υγιεινής Παραγγέλματα». Ιατρική Επίβλεψη και Κοινωνική Πρόνοια για το Παιδί τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, Αθήνα, Διόνικος, 2010

10  Αφορά μόνο τις πρώτες εισαγωγές στην κλινική. Βλ. Δ. Κριτσωτάκη, Ψυχική Ασθένεια και Ψυχιατρική Νοσηλεία: Κοινωνικές Προσλήψεις και Λειτουργίες της Ψυχιατρικής και των Ψυχιατρικών Ιδρυμάτων στην Ελλάδα και τη Σκοτία των αρχών του 20ού αιώνα, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Ρέθυμνο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2009.

11  Ιστορικά Εξωτ. Ιατρείου, α.α. 2086.

12  Αυτ., α.α. 2159.

13  Αυτ., α.α. 2324.

14  E. Goffman, Άσυλα, μτφρ. Ξ. Κομνηνός, Αθήνα, Ευρύαλος, 1994, σελ. 21-131, 171-291.

15  Αν και ο James Scott χρησιμοποίησε αυτό το εξηγητικό σχήμα πρωτίστως για τον χώρο της πολιτικής, εντούτοις, μπορεί να έχει πρακτική εφαρμογή σε ποικίλα πεδία των ανθρώπινων σχέσεων και δραστηριοτήτων, στα πεδία, δηλαδή, αυτά που διέπονται από εξουσιαστικούς δεσμούς – στις διάφορες εκφάνσεις της οικονομικής πρακτικής, των κοινωνικών επαφών, των πολιτισμικών εκφράσεων, του επιστημολογικού δικτύου, κ.ο.κ. J.C. Scott, Domination and the Arts of Resistance: Hidden Transcripts, New Haven, Yale University Press, c. 1990, σελ. xii.

16  Ενδεικτικά, M. MacDonald (επιμ.), Witchcraft and Hysteria in Elizabethan London: Edward Jorden and the Mary Glover Case, London, New York, Tavistoc/Routledge, 1991, J. Sharpe, The Bewitching of Anne Gunter. A Horrible and True Story of Football, Witchcraft, Murder and the King of England, London, Profile, 1999, M. Heyd, ‘Be Sober and Reasonable’: Τhe Critique of Enthusiasm in the Seventeenth and Early Eighteenth Centuries, New York, E.J. Brill, 1995.

17  J. Sharpe, «Disruption in the well-ordered household: Age, authority, and possessed young people», στο A. Fox, P. Griffiths, S. Hindle (επιμ.), The Experience of Authority in Early Modern England, Houndmills, Macmillan, 1996, σελ. 187-209.

18  J. Darrell, A True Narrative of the Strange and Grevous Vexation by the Devil, of 7 Persons in Lancashire, and William Sommers of Nottingham, England, 1600, σελ. 16.

19  Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της δεκαοκτάχρονης Κ.Π., που είδαμε πιο πάνω, η οποία στο ερώτημα «Τι γυρεύεις στο ιατρείο;» απάντησε «Ήλθα να γιατρευτώ» και στο αμέσως επόμενο ερώτημα «Τι έχετε;» απάντησε «Ζαλάδες και μ’ αρέσει να βγαίνω έξω». Ιστορικά Εξωτ. Ιατρείου, α.α. 2324.

20  Ιστορικά Εξωτ. Ιατρείου, α.α. 2090.

21  Αυτ., α.α. 2126.

22  Αυτ., α.α. 2133.

23  Δ. Μακρυνιώτη, «Ζητήματα διαχείρισης της παιδικής ηλικίας: Ασάφειες και αντινομίες», στο Δ. Μακρυνιώτη (επιμ.), Κόσμοι της Παιδικής Ηλικίας, ΕΜΕΑ, Αθήνα, 2007, σελ. 27.

ΑΡΧΕΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Α΄ Μητρώον Αρρώστων Εξωτ. Ιατρείου, από 11 Απριλίου 1915 μέχρι 14 Ιουλίου 1923 [Αρχείο Αιγινήτειου Νοσοκομείου, ταξ. αρ. 2.10].

Β΄ Μητρώον Εξωτ. Ιατρείου, από 1 Ιουλίου 1923 [Αρχείο Αιγινήτειου Νοσοκομείου, ταξ. αρ. 2.11].

Αιγινήτειον Νοσοκομείον, Γ΄ Μητρώον των Αρρώστων του Εξωτερικού Ιατρείου, από 14ης Ιουλίου 1927 [Αρχείο Αιγινήτειου Νοσοκομείου, ταξ. αρ. 2.1].

Αιγινήτειον Νοσοκομείον, Δ΄ Μητρώον των Αρρώστων του Εξωτερικού Ιατρείου, από 30 Νοεμβ. 1929 -17 Ιουν. 1931 [Αρχείο Αιγινήτειου Νοσοκομείου, ταξ. αρ. 2.12].

Ιστορικά Εξωτ. Ιατρείου, από 24 Ιουλίου 1939 μέχρι 24 Νοεμβρίου1939. Αύξων αριθ. 2051-2350 [Αρχείο Αιγινήτειου Νοσοκομείου, χωρίς ταξ. αρ.]

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.