Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Πέτρος Πετρίκης
Λέκτορας Ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

σύναψις 26 [2012 – τόμος 08]

Η θεραπεία του πόνου διά της υποβολής. Από τον Μεσμέρ στον Ρασπούτιν

O Franz Anton Mesmer (1734-1814) γεννήθηκε στο χωριό Iznang, που ανήκε τότε στη Γερμανία. Σπούδασε θεολογία στο Ingolstadt και κατόπιν ιατρική στη Βιέννη [2]. Ολοκληρώνοντας το 1766 τη διατριβή του για την αλληλεπίδραση των ουρανίων σωμάτων, επιχείρησε να ερμηνεύσει την εποχιακή εμφάνιση ορισμένων νόσων συσχετίζοντάς την με την κίνηση των πλανητών. Προβληματιζόμενος πάνω στην ικανότητα των μαγνητιζόμενων υλικών να αλληλεπιδρούν, χωρίς να υπάρχει επαφή μεταξύ τους, διαμόρφωσε σταδιακά την άποψη ότι όλα τα σώματα –έμψυχα και μη– διαθέτουν ένα άυλο «ρευστό» (fluidum), κάτι σαν τον αιθέρα του Νεύτωνα, δια του οποίου μπορούσαν να επιδράσουν εξ αποστάσεως σε άλλα σώματα [5].

Μαθαίνοντας το 1774 ότι ο ιερέας Maximilian Hell χρησιμοποιούσε μαγνήτες που τοποθετούσε στα επώδυνα σημεία του σώματος ασθενών, επιτυγχάνοντας θεαματικές θεραπείες, θα στραφεί με ενθουσιασμό προς την ίδια κατεύθυνση, στοχεύοντας την ανακούφιση του πόνου, ακόμη και όταν η ιατρική κοινότητα της Βιέννης, με επικεφαλής τον Gerhard van Swieten, θα συστήσει σε δριμύτατους τόνους στον ιερέα να περιοριστεί στα θρησκευτικά του καθήκοντα. Ήδη, όμως, με τους αρχικούς πειραματισμούς του, ο Μesmer είχε παρατηρήσει ότι κάποιου είδους «επαφή» με τον πάσχοντα, σωματική ή διά του μαγνήτη, ακόμα και διά του βλέμματος, ήταν αναγκαία για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

Auguste – Ambroise Liebeault (1823-1903)
Auguste – Ambroise Liebeault (1823-1903)

Στις πρώτες επιτυχίες του αναφέρεται η θεραπεία της Franzl Osterlin, που έπασχε από ωτοδυνία, οδονταλγίες, ψευδαισθήσεις, παραλύσεις και καταληψία, οι οποίες είχαν απελπίσει τους γιατρούς της. Ο Μesmer, επιθέτοντας μαγνήτες στο σώμα της, «πέτυχε να αποκαταστήσει την κυκλοφορία του μαγνητικού ρευστού» και να την θεραπεύσει. Κατόπιν θεώρησε πως το «μαγνητικό ρευστό» διερχόταν απευθείας από το ίδιο του το σώμα στους ασθενείς, αν και εξακολούθησε να χρησιμοποιεί κάποιο «μαγνητισμένο» αντικείμενο, συνήθως ένα δοχείο με νερό που περιείχε ρινίσματα σιδήρου και θραύσματα γυαλιού [2].

Το 1775, ο πρίγκιπας εκλέκτορας της Βαυαρίας, Max Joseph, συγκάλεσε μια επιτροπή για να ασχοληθεί με το ζήτημα που είχε ανακύψει με τον ιερέα Johan Joseph Gassner, που θεράπευε με εξορκισμό τις «υπερφυσικές αρρώστιες», τις οφειλόμενες σε δαιμονοκατοχή και μίμηση των συμπτωμάτων από τον δαίμονα. Ο Gassner έθετε τα χέρια του στο κεφάλι των ασθενών και καλούσε στα λατινικά το πνεύμα του σατανά να αποκαλύψει την παρουσία του. Ο Μesmer αναγνώρισε τις θεραπευτικές δυνατότητες του Gassner, υποστήριξε όμως ότι, εν αγνοία του, αντλούσε θεραπευτική δύναμη από τον «ζωικό μαγνητισμό» [3].

Έτσι, ο Μesmer θα θεραπεύσει τον δικαστικό σύμβουλο Peter van Osterwald από παροξυσμικές κρίσεις αφόρητων πόνων που, μαζί με παραλύσεις των άκρων, αιμορροΐδες και άλλα συμπτώματα, τον ταλαιπωρούσαν επί χρόνια. Η Ακαδημία του Μονάχου θα τιμήσει τον Μesmer εκλέγοντάς τον μέλος της. Η ιατρική κοινότητα της Βιέννης, όμως, έδειχνε να εξαντλεί την ανοχή της απέναντί του. Η θεραπευτική του μέθοδος και η θεωρία του «ζωικού μαγνητισμού» δεν έχαιραν της αποδοχής της, ενώ οι επιτυχίες του σε περιστατικά που άλλοι ονομαστοί και περισσότερο αποδεκτοί γιατροί είχαν αποτύχει όξυνε τον φθόνο και την εχθρότητα απέναντί του.

Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν (1869-1916)
Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν (1869-1916)

Τον Ιανουάριο του 1778 θα εγκαταλείψει τη Βιέννη και θα εγκατασταθεί στο Παρίσι, όπου κατέφυγε σε ένα είδος ομαδικής θεραπείας στον περιβόητο «κάδο», έναν ξύλινο κουβά που περιείχε νερό, κάποια σιδερένια αντικείμενα και σιδερένιες βέργες οι οποίες εξείχαν στις πλαϊνές επιφάνειές του. Οι ασθενείς ακουμπούσαν τις βέργες αυτές στα επώδυνα σημεία του σώματός τους και, για να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τη δράση του μαγνητισμού, πιάνονταν μεταξύ τους από τα χέρια. Αργότερα, ο Μesmer μαγνήτισε ένα δέντρο και οι ασθενείς πιάνονταν στα σκοινιά που κρέμονταν από τα κλαδιά του, κρατώντας σφιχτά ο ένας τον άλλον.

Η φήμη του έφθασε ως τα Ανάκτορα και την ίδια την Μαρία Αντουανέττα, αλλά η αναγνώριση που ανέμενε από την ιατρική κοινότητα δεν ερχόταν, παρά τις επιτυχίες του. Οι εναντίον του κατηγορίες για τσαρλατανισμό και η απώλεια πελατείας των εγκρίτων γιατρών οδήγησαν τον Λουδοβίκο τον 16ο να συστήσει τον Μάρτιο του 1784 μια επιτροπή, όπου μετείχαν ο χημικός Lavoisier, ο φυσικός Benjamin Franklin και ο αστρονόμος Jean Sylvan Bailly, για να διερευνήσει τις κατηγορίες. Το πόρισμα της επιτροπής ήταν καταπέλτης: «ο Μesmer δεν ήταν παρά ένας τσαρλατάνος που καταχράστηκε την εμπιστοσύνη των ασθενών του».

Η υποστήριξη στον Μesmer ξεπέρασε κάθε πρόβλεψη. Το αντιιατρικό μένος που σοβούσε στη γαλλική κοινωνία τον ανέδειξε σε ήρωα και θύμα της απληστίας και της εμπάθειας των συναδέλφων του. Λίγους μήνες μετά την καταδίκη του έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες sociétés d’harmonie που, σε πείσμα του ιατρικού κατεστημένου, έμελλε να συνεχίσουν το έργο του. Ο ίδιος θα επιστρέψει το 1793 στη Βιέννη κι αργότερα θα εγκατασταθεί στην Ελβετία, όπου θα πεθάνει το 1814 αγνοημένος από εχθρούς και φίλους [2].

Κατά τον Ellenberger, ο Μesmer υπήρξε θεμελιωτής ή πρόδρομος της «δυναμικής ψυχιατρικής», που έφτασε στο απόγειό της με την ψυχανάλυση στο τέλος του 19ου αιώνα [3]. Κατά τον Roussillon, ο «ζωικός μαγνητισμός», ακριβώς τη χρονιά της επίσημης καταδίκης του, το 1784, «ξαναγεννιέται από τις στάχτες του» υπό τη μορφή της «τεχνητής υπνοβασίας», η οποία «φαίνεται να παρακάμπτει την κοινωνική λογοκρισία και σηματοδοτεί μια πρώτη εσωτερίκευση της κρίσης» [5]. Όταν, μετά τον θάνατο (1814) του δασκάλου του Μesmer, ο Μαρκήσιος Puysegur εφάρμοσε τον «ζωικό μαγνητισμό» σε έναν νεαρό χωρικό, τον Victor, που έπασχε από ήπιες αναπνευστικές διαταραχές, διαπίστωσε κάτι σημαντικό: ο άρρωστος δεν εμφάνιζε τις συνήθεις «κρίσεις» που οδηγούσαν στη λύση των συμπτωμάτων, αλλά περιέπιπτε σε μια κατάσταση παράξενου ύπνου κατά την οποία άκουγε τη φωνή του θεραπευτή του και απαντούσε στις ερωτήσεις του. Μπορούσε μάλιστα να εκτελέσει και όποιες άλλες εντολές του έδινε, όπως για παράδειγμα να σηκωθεί ή να τραγουδήσει. Όταν ο Βίκτωρ επανερχόταν σε κατάσταση εγρήγορσης δεν θυμόταν τίποτε από όσα είχαν διαδραματιστεί όταν βρισκόταν σε κατάσταση «μαγνητικού ύπνου». Ο Puysegur απομακρυνόταν πλέον από το «μαγνητικό ρευστό» και προωθούσε την «κλινική έννοια του μαγνητικού ύπνου», διανοίγοντας τον δρόμο για την έννοια της «θεραπευτικής σχέσης» ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο [4].

Ο «μαγνητικός ύπνος» έμελε να γίνει ευρέως γνωστός στην Ευρώπη ως «τεχνητή υπνοβασία» λόγω της μεγάλης ομοιότητας που είχε με το από αιώνες γνωστό φαινόμενο της υπνοβασίας. Επρόκειτο για γεγονός που τροποποιούσε ριζικά τη θεραπεία, ανοίγοντας νέους ορίζοντες για τη δυναμική ψυχιατρική, αλλά και την αντιμετώπιση του πόνου. Όπως επισημαίνει ο Adam Cabtree, ο Puysegur ήρθε έτσι για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το φαινόμενο που θα αποτελέσει τον προάγγελο αυτού που σχεδόν έναν αιώνα αργότερα θα ονομαστεί «διπλή συνείδηση» ή «διχασμένη συνείδηση» [1].

Από το 1840 και μέχρι το 1860 πολλαπλασιάζονται οι σχετικές Εταιρείες και παρατηρείται έξαρση του τσαρλατανισμού. Τον ίδιο καιρό, ο σκωτσέζος χειρουργός James Braid (1795-1860) θα ονομάσει «ύπνωση» (1843) την «τεχνητή υπνοβασία» και θα την χρησιμοποιήσει ως αναισθητική μέθοδο στη χειρουργική του [4], ενώ οι υπνωτιστικές πρακτικές του Auguste Ambroise Liébeault (1823-1903), αρχικά, και του Hippolyte Bernheim (1840-1919) κατόπιν, εγκαινιάζουν τη Σχολή του Nancy, που θα εμπνεύσει τη σχολή της Salpetriere (Charcot) και τον Freud. Εκ παραλλήλου, αναπτύσσεται και το νέο ρεύμα του λεγόμενου «πνευματισμού» που υιοθετούσε τις αποκρυφιστικές πρακτικές με τα περίφημα «κινούμενα τραπεζάκια» [3,4].

*

Το κλίμα του τσαρλατανισμού δεν έλειψε φυσικά και στις αρχές του 20ου αιώνα όπου ξεχωρίζει η μορφή ενός αμφιλεγόμενο υπνωτιστή, του διαβόητου μοναχού Ρασπούτιν που απέκτησε δύναμη, ασκώντας επιρροή στην τσαρική οικογένεια και εκμεταλλευόμενος την, κατά πολλούς, αμφισβητούμενη ικανότητά του να σταματά την αιμορραγία και τον πόνο του αιμορροφιλικού διαδόχου του θρόνου της Ρωσίας, Αλεξέι, μοναχογιού του τσάρου Νικόλαου ΙΙ.

Η πάθηση ήταν κρατικό μυστικό, οι φήμες όμως για την υγεία του πρίγκιπα ήταν ιδιαιτέρως διαδεδομένες. Η Μεγάλη Δούκισσα Μιλένα θα συστήσει στους απελπισμένους γονείς τον Ρασπούτιν, γνωστό υπνωτιστή που ζούσε σε ένα απομονωμένο χωριό της Σιβηρίας. Σε πολλές από τις «κρίσεις» του, η παρέμβασή του φαινόταν «αποτελεσματική», τουλάχιστον κατάφερνε να καθησυχάζει τον ασθενή και την οικογένειά του.

Μία από τις γνωστότερες τέτοιες παρεμβάσεις συνέβη το 1912. Η τσαρική οικογένεια διέμενε στην παραθεριστική της κατοικία. Στη διάρκεια μιας εκδρομής με άμαξα, ο τσάρεβιτς ένιωσε πόνο στο πόδι και την κοιλιακή χώρα. Η εκδρομή διακόπηκε. Στην επιστροφή οι πόνοι του νεαρού γίνονταν ολοένα και πιο αφόρητοι, γι’ αυτό, πέρα από τον γιατρό της βασιλικής οικογένειας, εκλήθησαν οκτώ ακόμη γιατροί από τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη.

Η επιδείνωση της κατάστασης και η εμφανής αδυναμία των γιατρών να ανακουφίσουν τον πόνο διαμόρφωναν ατμόσφαιρα θλίψης και απόγνωσης. Οι εκκλησίες της Ρωσίας γέμιζαν ασφυκτικά από πλήθη που προσέρχονταν στις δεήσεις υπέρ της υγείας του τσάρεβιτς. Υποκύπτοντας στις εκκλήσεις της τσαρίνας, η κυρία επί των τιμών Anna Vyrubova ζήτησε από τον Ρασπούτιν, εξόριστο τότε στη γενέτειρά του, να προσευχηθεί για τον Αλεξέι. Ο Ρασπούτιν απάντησε ότι οι προσευχές τoυ εισακούσθηκαν και ο νεαρός θα γίνει καλά, αρκεί οι γιατροί που τον περιστοιχίζουν να απομακρυνθούν αμέσως, όπως και έγινε. Την επομένη η αιμορραγία σταμάτησε και οι πόνοι μειώθηκαν. Προφανώς, η αναιμία είχε μειώσει την αρτηριακή πίεση κι αυτό βοήθησε να σταματήσει η αιμορραγία. Ενδεχομένως η πίστη στη διαβεβαίωση του Ρασπούτιν, αλλά και η μείωση της συναισθηματικής έντασης που προκαλούσε στον ασθενή η συγκέντρωση τόσων γιατρών γύρω του, συνέβαλαν στην αίσια έκβαση της κρίσης. Ίσως η θεραπεία απλώς να συνέπεσε με την παρέμβαση του Ρασπούτιν. Βέβαιη είναι η επιρροή που ασκούσε ο δαιμόνιος καλόγερος στη βασιλική οικογένεια, ιδιαίτερα στην τσαρίνα, καθώς και οι αστρονομικές αμοιβές του, που αποτέλεσαν ένα από τα πιο προκλητικά σκάνδαλα της ρωσικής μοναρχίας και συνέβαλλαν στην απομόνωσή της, ακόμη και από τους πιο πιστούς υποστηρικτές της εντός της χώρας, στη διεθνή περιθωριοποίησή της και ίσως ακόμη να επέσπευσαν την πτώση της. Επιπλέον προκάλεσαν τον φθόνο των ευγενών, ένας εκ των οποίων, ο εξάδελφος του τσάρου, Μεγάλος Δούκας Felix Yusupov, οργάνωσε τη δολοφονία του το 1916. Προσκάλεσε τον Ρασπούτιν στη βίλα του, τον μέθυσε και τον πυροβόλησε τρεις φορές. Ζωντανός ακόμη σύρθηκε στον παγωμένο Νέβα όπου τον έπνιξαν, ρίχνοντάς τον στον ποταμό [2].

Βιβλιογραφία

Adam Crabtree. Multiple Man. Explorations in possession and multiple personality. Ontario, Collins Publishers, 1985, 4-6.

Thomas Dormandy. The worst of evils. The fight against pain. New Haven and London, Yale University Press, 2006, 390-395.

Henri Ellenberger. Histoire de la découverte de l΄inconscient. Paris, Fayard, 1994, 83-106.

Θανάσης Καράβατος. Από τον ζωικό μαγνητισμό και την ύπνωση στον πνευματισμό. Σύναψις, 2006, 4α, 126-131.

René Roussillon. Du baquet de Mesmer au « baquet » de S. Freud : Une archéologie du cadre et de la pratique psychanalytiques. Paris, PUF, 1992, 39.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.